<?xml version="1.0"?>
<feed xmlns="http://www.w3.org/2005/Atom" xml:lang="en">
	<id>https://www.baka-tsuki.org/project/api.php?action=feedcontributions&amp;feedformat=atom&amp;user=Eirini+kl</id>
	<title>Baka-Tsuki - User contributions [en]</title>
	<link rel="self" type="application/atom+xml" href="https://www.baka-tsuki.org/project/api.php?action=feedcontributions&amp;feedformat=atom&amp;user=Eirini+kl"/>
	<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Special:Contributions/Eirini_kl"/>
	<updated>2026-05-02T05:40:43Z</updated>
	<subtitle>User contributions</subtitle>
	<generator>MediaWiki 1.43.1</generator>
	<entry>
		<id>https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Toradora!_(Greek):Volume2_Chapter1&amp;diff=503570</id>
		<title>Toradora! (Greek):Volume2 Chapter1</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Toradora!_(Greek):Volume2_Chapter1&amp;diff=503570"/>
		<updated>2016-10-02T17:27:39Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Eirini kl: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&#039;&#039;&#039;Τόμος 2&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Κεφάλαιο 1&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήταν η τελευταία μέρα της εβδομαδιαίας αργίας που είναι γνωστή ως Χρυσή Εβδομάδα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Δεν έχεις κάτι να κάνεις, έχεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η ώρα ήταν 1 το μεσημέρι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Σωστά; Έχεις ελεύθερο χρόνο, έτσι δεν είναι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Λες και ο ωραίος καιρός έξω ήταν οφθαλμαπάτη, το σπίτι των Τακάσου ήταν βυθισμένο στο μισοσκόταδο. Κι αυτό γιατί σε απόσταση αναπνοής από το παράθυρο που έβλεπε νότια υψωνόταν η γειτονική δεκαώροφη πολυκατοικία, κι έτσι το φως του ήλιου δεν έφτανε ως εκεί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ωστόσο, το εσωτερικό ήταν μεθοδικά τακτοποιημένο, κάθε γωνιά ήταν πεντακάθαρη, και παρόλο που ήταν κάπως στενάχωρο, το μικρό σπιτάκι διατηρούνταν μια χαρά. Αυτός ο απίστευτα άνετος και βολικός χώρος υπήρχε μόνο χάρη στις ικανότητες ενός μοναχογιού που λεγόταν Ρυουτζί, και που εκείνη τη στιγμή τέλειωνε το μεσημεριανό του στην κουζίνα με την πλάτη του γυρισμένη στο σαλόνι,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έι, μ’ακούς;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κανείς δεν έκανε τον κόπο να απαντήσει στην ερώτησή του, πόσο μάλλον να εκφράσει ευγνωμοσύνη για τους κόπους του. Σταματώντας για λίγο το πλύσιμο των πιάτων, ο Ρυουτζί στράφηκε και κοίταξε επίμονα την ανοιχτόχρωμη μάζα που ήταν απλωμένη στο πάτωμα. Η μάζα ήταν ξαπλωμένη ακατάστατα δίπλα στο τραπέζι, με το κεφάλι κάτω, το πηγούνι πάνω σε ένα διπλωμένο μαξιλάρι και αδειανό βλέμμα, και ήταν απασχολημένη να χώνει το δάχτυλό της στο κλουβί που ήταν δίπλα της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένας κίτρινος παπαγάλος, ο Ίνκο-τσαν, πιπίλιζε λαίμαργα το δάχτυλο που προεξείχε από τα κάγκελα του κλουβιού του. Όλη του η γοητεία ήταν η ασχήμια του: το μισάνοιχτο ράμφος του είχε το χρώμα του τσιμέντου και η μικρή γλώσσα που μπαινόβγαινε από κει είχε μια απόχρωση χαλασμένου βοδινού. Τα μάτια του με το ξεθωριασμένο ασπράδι του έδιναν έκφραση ετοιμοθάνατου, και τα βλέφαρά του τρεμόπαιζαν καθώς εκνευριζόταν όλο και περισσότερο από τη συνεχιζόμενη ενόχληση. Αν και δεν τον έβλεπε καλά από εκεί που βρισκόταν, ήταν φανερό στον ιδιοκτήτη του ότι η κατάστασή του γινόταν όλο και χειρότερη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Τάιγκα. Σταμάτα. Θα τον τρελάνεις τον Ίνκο-τσαν.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Χμ; Α ναι, δίκιο έχεις.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μάζα, δηλαδή η Τάιγκα Αϊσάκα, εδέησε επιτέλους να γυρίσει και να τραβήξει το δάχτυλό της από το κλουβί. Ή τουλάχιστον, έτσι φάνηκε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ε; Δεν μπορώ να το βγάλω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
...Τι αδέξια. Ο Ρυουτζί μόνο να αναστενάξει μπορούσε καθώς την κοίταζε να γέρνει απορημένη το κεφάλι της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι κάθεσαι εκεί και αναστενάζεις; Δεν είναι ώρα για τέτοια τώρα. Νομίζω πως έχω κολλήσει στ’αλήθεια.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ανακαθίζοντας το μικρό της σώμα πάνω στο τατάμι, η Τάιγκα κράτησε το κλουβί με το ένα χέρι και προσπάθησε πάλι να τραβήξει το δάχτυλό της μουγκρίζοντας εκνευρισμένα. Ο Ίνκο-τσαν όμως δεν εννοούσε να την αφήσει, αντίθετα της έσφιγγε το δάχτυλο όλο και περισσότερο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ουα...τι κάνει εκεί με τη γλώσσα του...» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ακόμα και στο ημίφως, τα ανάκατα μακριά καστανά μαλλιά του νεαρού κοριτσιού έκαναν χτυπητή αντίθεση με τους γκρίζους τοίχους. Ένα μονοκόμματο φόρεμα με δαντέλες τύλιγε χαλαρά το λεπτό κορμί της, με ένα άσπρο σακάκι από πάνω. Η συνολική εικόνα ήταν γοητευτική—&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έι, εσύ. Τι κάθεσαι και με κοιτάς; Το δικό σου πουλί τα κάνει αυτά, κάνε λοιπόν κάτι, Α.Σ.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Α, Σ;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ανόητο Σκυλί. Το είπα περιφραστικά, θα έπρεπε να είσαι ευγνώμων γι’αυτό.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η ξαφνική και βίαιη λεκτική επίθεση τον είχε αφήσει άφωνο. Κι όμως, αν δεν ήταν η κοφτερή της γλώσσα, η Τάιγκα θα έμοιαζε με κινούμενη κούκλα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα μάτια της έλαμπαν σαν αστέρια, τα χλωμά χείλια της ήταν σαν ροδοπέταλα, και το χαριτωμένο προσωπάκι ήταν επικίνδυνα γοητευτικό, σαν μια παγίδα κρυμμένη σε ένα δοχείο γάλα. Τι κρίμα που ήταν τελείως αδιόρθωτη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Αργκχ, τι εκνευριστικό, γκαχ!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με ένα δυνατό τρίξιμο, το κλουβί άρχισε να λυγίζει στα χέρια της—Στ’αλήθεια είχε γεννηθεί στον αστερισμό της άγριας και βίαιης τίγρης. Το παρατσούκλι της ήταν «Τίγρη Μινιατούρα»...Γιατί αν και μικρόσωμη, η αγριότητά της ήταν εφάμιλλη μιας τίγρης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εδώ που τα λέμε, όχι πως ο Ρυουτζί υστερούσε σε άγρια εμφάνιση. Τα μάτια του αγριοκοίταζαν τους πάντες ανάμεσα από τη φράντζα του που ακόμα μεγάλωνε. Είχε ένα απίστευτα άγριο βλέμμα, που δεν είχε καμία σχέση με την αληθινή του προσωπικότητα. Αν και δεν ήταν ιδιαίτερα δυνατός, ανέδινε μια υπερβολικά τρομακτική αύρα, και έδινε την εντύπωση ενός νεαρού που ήταν έτοιμος να ξεσπάσει τα νεύρα του με πολύ βίαιο τρόπο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ωστόσο,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μ, μ, μ, μην το σπάσεις! Μη! Πρόσεχε!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στην περίπτωση του Ρυουτζί, απλώς έμοιαζε επικίνδυνος. Σκουπίζοντας τα χέρια του, έτρεξε να προστατέψει την κατοικία του κατοικίδιού του από την τίγρη, και γονάτισε δίπλα στην Τάιγκα. Προσπάθησε να τραβήξει το κλουβί, αλλά,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ωχ-άου-άουτς!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Αχ, συγγνώμη.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Ρυουτζί πετάχτηκε προς τα πίσω καθώς η Τάιγκα ξεφώνισε, με το δάχτυλό της ακόμα παγιδευμένο. Η κραυγή της αναστάτωσε κι άλλο τον ήδη εκνευρισμένο Ίνκο, που ξαφνικά δάγκωσε δυνατά το δάχτυλο της Τάιγκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εεεεεεεεε~!’&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ίσως να ήταν λόγω του αιφνίδιου πόνου, πάντως μετά από αρκετές τσιρίδες η Τάιγκα κατάφερε επιτέλους να ξεκολλήσει το δάχτυλό της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μόλις το δάχτυλο ελευθερώθηκε, και οι δυο έπεσαν εξαντλημένοι πάνω στο τατάμι και έμειναν έτσι χωρίς να λένε τίποτα για αρκετά δευτερόλεπτα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Αυτό πόνεσε...Αρκετά, εντάξει;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ανασηκώνοντας το κεφάλι της, η Τάιγκα κοίταξε προς τη μεριά του Ίνκο-τσαν με μάτια που, αν και λίγο υγρά από δάκρυα, έλαμπαν σαν λεπίδα σπαθιού. Ακόμα και ο Ίνκο-τσαν πρέπει να κατάλαβε πόσο σοβαρή ήταν η κατάσταση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Αουαουαουαουα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Ίνκο-τσαν κοίταξε την Τάιγκα και άρχισε να τρέμει έντονα. Ίσως να ήταν από το άγχος, πάντως ξαφνικά άρχισαν να πέφτουν από πάνω του μεγάλες τουλούπες από φτερά. Κατατρομαγμένος, ο Ρυουτζί έσφιξε το κλουβί στο στήθος του,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ουααα, ο Ίνκο-τσαν θα καραφλιάσει τελείως, έλα, συγκρατήσου, ηρέμησε σε παρακαλώ! Αν ασχημήνεις κι άλλο δεν ξέρω αν θα μπορούμε πια να μένουμε μαζί, με καταλαβαίνεις, έτσι; Πάμε να φύγουμε από δω, δεν ξέρω τι άλλο θα σου κάνει μετά η Τάιγκα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Την ίδια στιγμή, η Τάιγκα στάθηκε όρθια,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Για περίμενε, τι εννοείς μ’αυτό; Λες και υπήρχε περίπτωση να κάνω κάτι στο πουλί.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Α ναι ε; Κι αυτή η γροθιά, για ποιον είναι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Για να σε τιμωρήσω όπως σου πρέπει.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σφίγγοντας τη μικρή γροθιά της, τον στρίμωξε στον τοίχο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι έκανα εγώ;!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Το δάχτυλό μου! Με πονάει, ξέρεις!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Κι εγώ τι φταίω;!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καθώς κυνηγούσε τον Ρυουτζί, που έτρεχε γύρω γύρω στο δωμάτιο αγκαλιά με το κλουβί, ξαφνικά η Τάιγκα...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Φουαα~!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έπεσε με το πρόσωπο πάνω στο τατάμι. Μέσα από τη μισάνοιχτη συρόμενη πόρτα, μπορούσε να διακρίνει ένα λευκό μακρόστενο αντικείμενο που προεξείχε πάνω στο πάτωμα, και πάνω στο οποίο είχε σκοντάψει η Τάιγκα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και το λευκό αυτό πράγμα ήταν,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Τι δουλειά έχει αυτό εδώ;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με μάτια που έμοιαζαν σαν να ήταν εκτός εαυτού και έτοιμος να τραβήξει μαχαίρι ή κάτι τέτοιο, ο Ρυουτζί άφησε κάτω το κλουβί και κοίταξε το αντικείμενο που τελικά ήταν το γυμνό πόδι της μητέρας του. Παρεμπιπτόντως, ο Ρυουτζί δεν ήταν εξοργισμένος, απλά ξαφνιασμένος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με το ένα πόδι της έξω από το δωμάτιό της που χωριζόταν από το σαλόνι με ένα συρόμενο παραβάν, η κεφαλή της οικογένειας, η Γιάσουκο κοιμόταν βαθιά. Αφού είχε πιει τον άμπακο στη βάρδια της στο Μπισαμοντενγκόκου, το μοναδικό μπαρ της πόλης στο οποίο εργαζόταν, είχε επιστρέψει στο σπίτι στις 6 το πρωί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Αχ, μήπως την ξυπνήσαμε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Τάιγκα, μ’όλο τον εγωισμό, τη βιαιότητα και τη ματαιοδοξία της, έδειξε μια στοιχειώδη ευγένεια, ρωτώντας ευγενικά με σιγανή φωνή από το πάτωμα όπου είχε πέσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μπα, κοιμάται του καλού καιρού.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Απάντησε ο Ρυουτζί χαμηλώνοντας κι αυτός τη φωνή του, και πιάνοντας το γυμνό πόδι που προεξείχε προσπάθησε να τη σπρώξει πίσω στο υπνοδωμάτιό της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κι έτσι,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μμ...Χμ, χουα~...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μια ναζιάρικη ένρινη φωνή πρώτα. Και μετά,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Ουααααα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έι, τι είναι, τι τρέχει;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η ιδιοκτήτρια του ποδιού ξαφνικά ξέσπασε σε κλάματα. Φορώντας ένα σορτσάκι γυμναστικής που φόραγε ο γιος της στο γυμνάσιο και ένα μπλουζάκι μέσα από το οποίο διακρινόταν καθαρά το μαύρο δαντελωτό σουτιέν της, άρχισε να χτυπιέται κλαίγοντας και να τρίβεται πάνω στη λευκή επιφάνεια του φουτόν της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κι αυτή η γυναίκα με την αξιοθρήνητα παιδιάστικη συμπεριφορά ήταν στην πραγματικότητα 33 χρονών, και επιπλέον διέθετε στήθος νούμερο F.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μου, μου μυρίζουν ομελέτες με τηγανητό ρύζι~! Ο Ρυου-τσαν και η Τάιγκα-τσαν τις έφαγαν όλες μόνοι τους την ώρα που κοιμόμουν! Ουααα~!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μη γίνεσαι ανόητη, σου φύλαξα τη μερίδα σου. Την έχω τυλίξει και θα τη βάλω στο ψυγείο για την ώρα, και όταν ξυπνήσεις μπορείς να τη ζεστάνεις στο φούρνο μικροκυμάτων και να τη φας.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Θα γράψεις πάνω στην ομελέτα ‘ΓΥΑΣΟΥΚΟ’ με κέτσαπ;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Δε γράφω τίποτα, έτσι κι αλλιώς θα χαλάσει όταν πάω να την τυλίξω πάλι. Και είναι ‘ΓΙΑΣΟΥΚΟ’.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Ααχ...ακόμα νυστάζω, γι’αυτό μη με μαλώνεις σε παρακαλώ...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πέφτοντας μαλακά πάνω στο μαξιλάρι της, η ανύπαντρη μητέρα Γιάσουκο σύντομα ξαναβυθίστηκε στον ύπνο. Σαν νοικοκυρά ήταν τελείως άχρηστη, τουλάχιστον όμως κέρδιζε αρκετά για να ζουν αξιοπρεπώς. Ήταν καλόκαρδη και ευγενική σαν άνθρωπος, αλλά δεν είχε κουκούτσι μυαλό. Κάθε μέρα ο γιος της ο Ρυουτζί προσπαθούσε να τη βοηθήσει να λογικευτεί κάπως. Και σαν να μην έφτανε αυτό, όταν η Γιάσουκο πήγαινε στην τρίτη γυμνασίου,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ο μέσος όρος μου στα μαθηματικά ήταν 17~. Ο υπεύθυνος καθηγητής μου είχε μείνει κάγκελο όταν το είδε, και όλη μέρα καθόταν και με κοίταζε σαν χαζός~.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
...Αυτό του είχε πει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Παρόλα αυτά. το σπιτικό των Τακάσου για την ώρα δεν είχε οικονομικά προβλήματα, το αντίθετο μάλιστα. Με τη Γιάσουκο σαν πηγή εισοδήματος και τον Ρυουτζί υπεύθυνο για τις δαπάνες του σπιτιού, το κατοικίδιο τον Ίνκο-τσαν, και τέλος,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Άουτς...γρατζούνισα το πηγούνι μου. Σοβαρά τώρα, αυτό το σπίτι παραείναι στενάχωρο. Έι, Ρυουτζί, θα φτιάξεις σασίμι για βραδινό; Είναι τελείως άσχετο, αλλά το πέσιμο μόλις τώρα μου το έφερε στο μυαλό.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Πραγματικά δεν έχει καμία σχέση...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Δεν κατάλαβα; Μου λες ότι δεν μπορώ να φάω σασίμι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η τίγρη με το εκρηκτικό ταμπεραμέντο αγριοκοίταξε τον Ρυουτζί με ορθάνοιχτα μάτια τρίβοντας το σαγόνι της. Αν και δεν έμεναν καν μαζί,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Έχει προσφορά στον τόνο μπροστά στο σταθμό στις 5, αν θυμάμαι καλά.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ωραία, θέλω κι εγώ να πάω για ψώνια, γι’αυτό πέρνα να με πάρεις στις 5 παρά τέταρτο. Πάω σπίτι τώρα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ε; Φεύγεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έχεις κανένα πρόβλημα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κατά τη διάρκεια των διακοπών, περνούσαν όλη τη μέρα μαζί. Πήγαιναν μαζί για ψώνια. Και αν και φυσικά η Τάιγκα δεν έμενε εκεί όλη νύχτα, πολλές φορές έπαιρναν έναν υπνάκο δίπλα δίπλα μετά το βραδινό μέχρι αργά το βράδυ. Αυτή η συνεχής συμβίωση ήταν περισσότερο για λόγους ευκολίας. Ωστόσο ο Ρυουτζί συνέχιζε να φλυαρεί ασυνάρτητα απευθυνόμενος στην πλάτη της Τάιγκα μπροστά του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Γιατί να πας σπίτι; Έχεις τίποτα να κάνεις; Ακόμα είμαστε σε διακοπές, έτσι δεν είναι; Δεν υπάρχει κάποιος λόγος να γυρίσεις, υπάρχει;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Συνέχιζε να φλυαρεί προσπαθώντας να την κρατήσει λίγο περισσότερο. Παραμερίζοντας τα μαλλιά της σαν να την ενοχλούσαν, η Τάιγκα τον κοίταξε ψυχρά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εσύ έχεις ελεύθερο χρόνο, όχι εγώ. Πρέπει να βάλω πλυντήριο τώρα, όσο ακόμα είναι καλός ο καιρός.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πλυντήριο; Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να πατήσεις ένα κουμπί, σωστά; Το πλυντήριο στο σπίτι σου είναι και στεγνωτήριο και το στέγνωμα γίνεται αυτόματα, οπότε γιατί να πρέπει να είσαι σπίτι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τσκ,» η Τάιγκα πλατάγισε ενοχλημένη τη γλώσσα της, με ύφος σαν να σκεφτόταν σοβαρά να εξοντώσει τον ενοχλητικό που δεν εννοούσε να την αφήσει στην ησυχία της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Αργκχ, τι εκνευριστικός! Τι προσπαθείς να μου πεις τελοσπάντων;! Αν θέλεις κάτι πες το επιτέλους και μη με πρήζεις!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με τα χίλια ζόρια, ο Ρυουτζί μουρμούρισε,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Θ, θα έρθεις μαζί μου στο οικογενειακό εστιατόριο...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πάλι τα ίδια;!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μέσα σε μια στιγμή, ο εκνευρισμός της Τάιγκα φούντωσε σαν πυρκαγιά. Ο Ρυουτζί όμως δεν το έβαλε κάτω,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι σε πειράζει να κάνεις μόνο αυτό, μου λες;! Το ξέρεις ότι δεν μπορώ να πάω μόνος μου! Σήμερα ακόμα, είπες πως σου άρεσαν οι ομελέτες μου με ρύζι και σου έφτιαξα, έτσι δεν είναι; Κι ύστερα, τόσο καιρό δε σε βοηθάω με τα προβλήματά σου με τον Κιταμούρα; Γιατί δε με βοηθάς κι εσύ λίγο;! Τόσο τρομερό είναι πια;!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Άμα πια, σκάσε επιτέλους! Βούλωστο! Παράτα τα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι να παρατήσω;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εκεί που καυγάδιζαν, ακούστηκε ένα «Ωχ, ωωχ» πίσω από το συρόμενο παραβάν –Η Γιάσουκο που δεν είχε συνέλθει ακόμα από το μεθύσι της, είχε αφήσει ένα βογγητό. Και οι δύο σώπασαν αμέσως.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Υποθέτω πως δεν μπορώ να κάνω αλλιώς, γιατί δεν αντέχω άλλο τη γκρίνια σου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Τάιγκα τελικά υποχώρησε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Θα κεράσεις εσύ, κατάλαβες; Και να μου πάρεις ένα περιοδικό. Έχω βαρεθεί να μιλάω μαζί σου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δήλωσε η Τάιγκα σχεδόν φτύνοντας τις λέξεις, κάνοντας επίδειξη κακών τρόπων. Ωστόσο, ο Ρυουτζί περιορίστηκε να γνέψει αντρίκεια, χωρίς να πει ούτε μια λέξη για να παραπονεθεί. Αφού θα τον συνόδευε στο οικογενειακό εστιατόριο, ό,τι και να του ζήταγε λίγο θα ήταν. Γιατί σε εκείνο το οικογενειακό εστιατόριο ήταν—&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ορίστε! Έτοιμη η παραγγελία σας!» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το παρφέ γιαουρτιού ακούμπησε με θόρυβο μπροστά στην Τάιγκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μεταξύ μας, αυτό είναι ένα Τάιγκα σπέσιαλ, με έξτρα παγωτό βανίλια. Μην το πείτε πουθενά, και καλή όρεξη~»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Είναι εντάξει αυτό, Μινορίν; Δε θα σου κάνουν παρατήρηση;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Κανένα πρόβλημα, κανένα πρόβλημα, μην ανησυχείς! Κι ύστερα, εσείς οι δυο έρχεστε εδώ σχεδόν κάθε μέρα αυτές τις διακοπές. Αυτό είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω για σας! Κι εσύ, Τακάσου-κουν, δε θες τίποτα; Σου προτείνω το παρφέ πράσινου τσαγιού, ή αν δε σου αρέσουν τα γλυκά, μπορείς να πάρεις τηγανητές πατάτες ή κάτι ανάλογο. Θα σου προσφέρω σούπερ εξυπηρέτηση.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Α, όχι, εγώ...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αντιμέτωπος με αυτό το υπέροχο χαμόγελο, ο Ρυουτζί μπορούσε μόνο να γνέψει με το χέρι του, ανίκανος ακόμα και να σηκώσει τα μάτια του από τον καφέ του. Δε μπορούσε ούτε καν να ανοίξει τα μάτια του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το θέαμα παραήταν εκτυφλωτικό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Μινόρι Κουσιέντα στεκόταν μπροστά του ντυμένη σερβιτόρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα μεταξένια μαλλιά της ήταν πιασμένα σε αλογοουρά, και άφηναν ακάλυπτο το λεπτό λαμπερό λαιμό της. Η στολή της, ένα μονοκόμματο φόρεμα σε ανοιχτό πορτοκαλί με μια κατάλευκη ποδιά ήταν στ’αλήθεια πολύ χαριτωμένη. Αν και μικρό, το στήθος της τονιζόταν από την εφαρμοστή στολή, και το χαμόγελό της είχε τη γοητεία ενός ώριμου ροδάκινου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κοιτάζοντας προς τα κάτω για να κρύψει το κατακόκκινο πρόσωπό του, απέφευγε απελπισμένα να κοιτάξει τον ανεκπλήρωτο έρωτά του εδώ και ένα χρόνο στα μάτια. Ήθελε να κοιτάξει, αλλά δε μπορούσε, ή μάλλον το κεφάλι του αδυνατούσε να σηκωθεί. Τα αισθήματά του τον έκαναν δειλό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Το ξέρω πως δε σας αρέσει να το ακούτε αυτό, αλλά ακόμα επιμένετε πως δεν είστε μαζί παρόλο που οι δυο σας έρχεστε εδώ για τσάι σχεδόν κάθε μέρα αυτές τις διακοπές; Είστε ζευγάρι οι δυο σας, δεν είστε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μόνο μια απάντηση μπορούσε να υπάρξει σ’αυτή την ερώτηση,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Όχι, δεν είμαστε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Απάντησαν ταυτόχρονα γνέφοντας αρνητικά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Αλήθεια;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Αλήθεια.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δήθεν σοκαρισμένη, η Τάιγκα κοίταξε επίμονα την καλύτερή της φίλη στο πρόσωπο, που ήταν γεμάτο καλοσύνη χωρίς ίχνος κακίας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μινορίν, κι εσύ δουλεύεις εδώ σχεδόν κάθε μέρα αυτές τις διακοπές, όμως αυτό δε σημαίνει πως βγαίνεις με τον υπεύθυνο του καταστήματος ή τον παππού στα μαγειρεία ή κάτι ανάλογο, ξέρεις. Και για μας είναι το ίδιο. Το ότι ερχόμαστε εδώ μαζί δε σημαίνει ότι είμαστε ζευγάρι ή τίποτα τέτοιο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Δεν έχει και πολύ λογική αυτό που είπες, έχει;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ούτε κι αυτό που είπες εσύ έχει πολύ λογική, Μινορίν.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήταν πια γενικά παραδεκτό ότι ‘ο Τακάσου και η Αϊσάκα δεν τα έχουν’, όμως ακόμα και τώρα, η Μινόρι σε κάθε ευκαιρία που τις δινόταν προσπαθούσε να επιβεβαιώσει τις υποψίες της δήθεν αστειευόμενη. Όμως για τον Ρυουτζί που ήταν κρυφά ερωτευμένος μαζί της, το αστείο παραήταν σκληρό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εντάξει, εντάξει, για τους παππούδες το καταλαβαίνω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Για ποιους παππούδες λες;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πράγματι, δε θα μπορούσα να βγαίνω με κανέναν από τους υπεύθυνους στα καταστήματα. Ούτε μ’αυτόν στο μαγαζί σάμπου-σάμπου όπου δουλεύω κάθε δεύτερο βράδυ, ούτε μ’αυτόν στο μαγαζί καραόκε, ούτε μ’αυτόν στο παντοπωλείο όπου δουλεύω τα πρωινά. Οπότε με την ίδια λογική δε θα μπορούσες εσύ να βγαίνεις με τον Τακάσου. Αυτό δεν εννοείς; Τέλος πάντων, πρέπει να γυρίσω στη δουλειά.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Αυτό τώρα είναι ημιαπασχόληση;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Χωρίς να το καταλάβει, οι λέξεις βγήκαν μόνες τους από το στόμα του. Αν και δεν το είχε επιδιώξει, ο Ρυουτζί συγχάρηκε τον εαυτό του που κατάφερε να πει κάτι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έχεις δίκιο, αλλά προσπαθώ να κάνω οικονομίες. Κι ύστερα, παρόλο που είμαστε σε διακοπές, έχουμε και τις δραστηριότητες της λέσχης. Ο αρχηγός λέει πως δεν είναι σωστό να τεμπελιάζουμε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Ρυουτζί δε μπόρεσε να σκεφτεί καμία απάντηση σε αυτό. Αντίθετα, η Τάιγκα ήταν αυτή που συνέχισε τη συζήτηση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μα δουλεύεις πολύ σκληρά. Όλα αυτά τα χρήματα που κερδίζεις, τα χρειάζεσαι για κάτι συγκεκριμένο;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εφόσον έχω χρόνο, έχω ανάγκη να δουλεύω. Είμαι εργασιομανής.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Τ, τι είναι αυτό;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Σημαίνει ότι ξεκουράζομαι δουλεύοντας. Λοιπόν, τα λέμε αργότερα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αφήνοντάς τους με αυτή την αινιγματική φράση, η σούπερ σερβιτόρα Μινόρι κατευθύνθηκε προς την κουζίνα. Καθώς την κοιτούσαν να φεύγει,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πραγματικά αξιοθαύμαστη...Δεν είναι μόνο όμορφη, είναι και εργατική. Καμία σχέση με σένα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Τι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Λοιπόν, για να δούμε, ξυπνάς το μεσημέρι, έρχεσαι σπίτι μου με μαλλί αφάνα και τσαλακωμένα ρούχα, καταβροχθίζεις το μεσημεριανό, κάθεσαι και τεμπελιάζεις βλέποντας τηλεόραση, καταβροχθίζεις το βραδινό, χουζουρεύεις δήθεν εξουθενωμένη μέχρι αργά τη νύχτα, και μετά πας σπίτι σου, αυτό δεν κάνεις; Με άλλα λόγια τίποτα παραγωγικό.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Τάιγκα σήκωσε απότομα το κεφάλι της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Είμαστε σε διακοπές, τι πειράζει αυτό; Και δεν είσαι καλύτερος του λόγου σου. Κι έπειτα, δεν ξεχνάς κάτι πολύ σημαντικό; Εγώ κάνω τον κόπο να έρθω εδώ για χατήρι σου, έτσι δεν είναι; Αυτό θα έπρεπε να μετράει περισσότερο απ’όλα για σένα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Του επιτέθηκε με το κουτάλι του παρφέ της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ουχ...μπήκε λίγο στο μάτι μου!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Παρόλο που είμαι σε διακοπές, δε σπαταλάω το χρόνο μου για σένα; Δεν το καταλαβαίνεις αυτό; Ε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με πιο πολύ περιφρόνηση παρά θυμό στο βλέμμα της, η Τάιγκα είπε αλαζονικά, &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Αυτό και μόνο θα έπρεπε να σου αρκεί. Το ότι είμαι εδώ για να σε βοηθήσω να δεις αυτή που αγαπάς. Όμως, ξέρεις, για μένα δεν είναι το ίδιο. Κανείς δε με υποστηρίζει με τόση καλοσύνη στον έρωτά μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Δεν αφήνεις τους γρίφους λέω εγώ; Δε φταίω εγώ που δε μπόρεσες να δεις τον Κιταμούρα. Στ’αλήθεια προσπάθησα να σε βοηθήσω, και το ξέρεις.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μην αρχίζεις να με αγνοείς την ώρα που κουβεντιάζουμε!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Σκασμός!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αφού είπε αυτά που ήθελε, η Τάιγκα έκοψε απότομα την κουβέντα και κάρφωσε τα μάτια της στο γυναικείο περιοδικό που είχε πάρει από ένα βιβλιοπωλείο καθώς ερχόντουσαν. Αν και δε συμφωνούσε καθόλου μαζί της, κατάπιε τις αναπόφευκτες επικρίσεις της μαζί με τον καφέ του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Παρεμπιπτόντως, στ’αλήθεια δεν έφταιγε αυτός. Θυμήθηκε τι είχε γίνει το απόγευμα της πρώτης μέρας των διακοπών.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Επειδή η Τάιγκα τον είχε πρήξει, είχε τηλεφωνήσει στον Κιταμούρα, τον καλύτερό του φίλο και επίσης το αντικείμενο του ανεκπλήρωτου έρωτα της Τάιγκα. Γνωρίζοντας ότι ο Κιταμούρα θα είχε τουλάχιστον τρεις μέρες ελεύθερες από δραστηριότητες της λέσχης σόφτμπολ στην οποία και αυτός και η Μινόρι ήταν μέλη, η Τάιγκα έβαλε τον Ρυουτζί να τον ρωτήσει τι σχέδια είχε για εκείνες τις μέρες. Εννοείται πως η Τάιγκα δεν υπήρχε περίπτωση να βρει το κουράγιο να καλέσει η ίδια τον Κιταμούρα για να βγουν, και γι’αυτό είχε καταστρώσει ένα σχέδιο σύμφωνα με το οποίο ο Ρυουτζί θα έβγαινε με τον Κιταμούρα και αυτή θα τους συναντούσε δήθεν τυχαία στο δρόμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όμως, όταν ο Ρυουτζί έκανε το περιβόητο τηλεφώνημα με τη νευρική Τάιγκα δίπλα του, εισέπραξε μια μεγαλοπρεπέστατη άρνηση. «Άσε, φίλε, δε γίνεται τίποτα! Ήθελα τουλάχιστον μια μέρα να βγω να διασκεδάσω, αλλά με τις δουλειές στο σπίτι και με το μαθητικό συμβούλιο, είμαι τελείως πνιγμένος!»--- Όπως και να είχε, ο συγχρονισμός τους ήταν κακός. Δεν υπήρχε τίποτα που θα μπορούσε να κάνει σε αυτή την περίπτωση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Έτσι κι αλλιώς, και να τον έβλεπες δε θα κατάφερνες να του μιλήσεις.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σηκώνοντας τα μάτια της χωρίς να μιλήσει ή να αλλάξει έκφραση, μόνο τα χείλια της κινήθηκαν καθώς η Τάιγκα ψιθύρισε πολύ σιγά – Άντε. Στο. Διάβολο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Τι μου λες...Εσύ θα με στείλεις εκεί;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Α, με άκουσες; Να χαρώ εγώ ακοή.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Χαμογελώντας περιφρονητικά, η Τάιγκα έριξε ένα διαβολικό βλέμμα στον Ρυουτζί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καθώς την κοίταζε, ο Ρυουτζί δε μπόρεσε να μη σκεφτεί:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για ποιο λόγο ακριβώς σπαταλούσε το χρόνο του συνωμοτώντας μαζί της αφού όλη την ώρα τον έβριζε και τον κορόιδευε;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Αχ~»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
-- Η μικρή κραυγή που άφησε η Τάιγκα διέκοψε τις σκέψεις του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Αααχ! Τι κάνεις εκεί, αδέξιο πλάσμα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Παρόλο που τα’χασε προς στιγμήν, ο Ρυουτζί σηκώθηκε αμέσως με ένα χαρτομάντιλο στο χέρι και γονάτισε σαν υπηρέτης δίπλα στην Τάιγκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Λίγη σος βατόμουρου είχε πέσει από το στόμα της Τάιγκα και είχε στάξει πάνω στο φόρεμά της κοντά στο γόνατο. Έπρεπε να τη σκουπίσει γρήγορα πριν ποτίσει τη λευκή δαντέλα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Αχ, εγώ φταίω...Θα αφήσει λεκέ;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μπα, εντάξει είναι. Αν το καθαρίσουμε καλά μόλις γυρίσουμε, θα είναι μια χαρά.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μουσκεύοντας το χαρτομάντιλο σε ένα ποτήρι νερό, έτριψε γρήγορα και νευρικά το φόρεμα της Τάιγκα ενώ αυτή βογγούσε αξιοθρήνητα. Στο κάτω κάτω, αυτό το φόρεμα πρέπει να ήταν τουλάχιστον είκοσι φορές ακριβότερο από τα δικά του ρούχα. Ακόμα και όταν δεν ήταν δικά του, δε μπορούσε να χειριστεί ακριβά πράγματα χωρίς να τα προσέχει όσο το δυνατόν περισσότερο. Αν και τσακωνόταν μαζί της μέχρι πριν ένα λεπτό, αυτό δεν είχε καμία σημασία. Γιατί όποτε έβλεπε κάτι στραβό, έπρεπε οπωσδήποτε να το φτιάξει---Ναι, αυτό ήταν. Ακριβώς όπως τώρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Φαίνεται πως αυτός και η Τάιγκα ήταν πάντα έτσι. Καθώς συνέχιζε το επείγον καθάρισμα, ασυναίσθητα απόφευγε τη ματιά της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο μόνος λόγος που οι δυο τους έκαναν παρέα ήταν ότι ο καθένας ήταν ερωτευμένος με τον καλύτερο φίλο του άλλου. Κατά τύχη το ανακάλυψαν αυτό, και έτσι δημιουργήθηκε αυτή η περίεργη συμμαχία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Τάιγκα, που έμενε μόνη της, άρχισε ξαφνικά να βασίζεται στον Ρυουτζί για τις καθημερινές της ανάγκες, και ο Ρυουτζί που από τη φύση του αγαπούσε τις δουλειές του σπιτιού και την καθαριότητα, δεν αρνιόταν τις απαιτήσεις της. Αυτή η κατάσταση προχωρούσε όλο και περισσότερο, μέχρι που στο τέλος είχαν καταλήξει σ’αυτό τον περίπλοκο τρόπο ζωής, κλασικό παράδειγμα του οποίου ήταν αυτό το συμβάν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Είναι τόσο αδέξια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το φοβερό κορίτσι που ήταν γνωστό σαν Τίγρη Μινιατούρα είχε και μια άλλη πλευρά που προκαλούσε έκπληξη: με απλά λόγια, ήταν το πιο ευάλωτο στους καθημερινούς κινδύνους πλάσμα που είχε συναντήσει ποτέ ο Ρυουτζί, κι έτσι είχε καταλήξει να φοβάται να πάρει τα μάτια του από πάνω της έστω και για ένα λεπτό. Όποτε την άφηνε να πάει κάπου μόνη της, ήταν σίγουρο ότι θα σκόνταφτε και θα έπεφτε αρκετές φορές την ημέρα. Αν ήταν πίσω του, κοιτούσε συνεχώς πάνω από τον ώμο του, αν πήγαινε να χρησιμοποιήσει φωτιά, της φώναζε να προσέχει. Αν δεν της μαγείρευε αυτός, ξεχνούσε ακόμα και να φάει, και τότε εξασθενούσε η φυσική της κατάσταση. Ήταν τόσο ανίκανη ώστε ένιωθε την ανάγκη να είναι μαζί της συνεχώς μην τυχόν και κάνει καμιά βλακεία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πέρα από αυτά, τι άλλο μπορούσε να πει;--Κατά τύχη είχε παραστεί στην απίστευτη αποτυχία της εξομολόγησής της. Για μεγάλη του έκπληξη, είχε ανακαλύψει επίσης ότι ήταν κλαψιάρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η σχέση τους ήταν λίγο πολύ ομαλή, αλλά αν και ο Ρυουτζί και η Τάιγκα έτρωγαν μαζί, πήγαιναν σχολείο μαζί και μέχρι που ψώνιζαν μαζί, δεν υπήρχε κανένα αμοιβαίο αίσθημα στην παράξενη σχέση που είχαν αναπτύξει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αν τον ρωτούσε κάποιος γιατί ήταν μαζί της, ο μόνος λόγος που μπορούσε να σκεφτεί ο Ρυουτζί ήταν ότι αυτός ήταν δράκος και η Τάιγκα ήταν τίγρη---μαζί οι δυο τους συμπλήρωναν ο ένας τον άλλο, ή κάτι ανάλογο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Αχ!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για μια ακόμα φορά, μια σταγόνα σος βατόμουρου έκοψε τις σκέψεις του Ρυουτζί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Πρόσεχε λιγάκι. Πώς τα κατάφερες να στάξει η σταγόνα στο ίδιο σημείο; Πάλι καλά που έπεσε πάνω στο δάχτυλό μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ουφ, σκάσε επιτέλους, δεν το έκανα επίτηδες. Και στο κάτω κάτω, δε σου ζήτησα εγώ να το καθαρίσεις.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι βλακείες κάθεσαι και λες; Αν το άφηνα, υπήρχε περίπτωση να βγάλεις το λεκέ μόνη σου; Ούτε με σφαίρες, έτσι δεν είναι; Αν θες να ξέρεις, δεν το κάνω για σένα, το κάνω για το φόρεμα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μπα; Α, τώρα καταλαβαίνω. Ε, άμα σου αρέσει τόσο πολύ, να σου το δώσω. Μπορεί να θες να το φορέσεις κιόλας.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τέλος πάντων...όσο περνούσε η ώρα η Τάιγκα γινόταν όλο και πιο κακεντρεχής.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ακόμα κι έτσι όμως, δεν άντεχε να αφήσει ένα τόσο ακριβό φόρεμα να λεκιαστεί, κι έτσι με ύφος εγκληματία που καταδικαζόταν σε ισόβια κάθειρξη (εντάξει, ήταν λίγο δυσαρεστημένος), την αγνόησε και βυθίστηκε αδίστακτα στις προσπάθειες καθαρισμού. Εκείνη τη στιγμή,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Α.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι έκανες πάλι;!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ακούγοντας το επιφώνημα που άφησε ασυναίσθητα η Τάιγκα, ενστικτωδώς ο Ρυουτζί κοίταξε προς τα πάνω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Δεν είναι αυτό...Αυτό εδώ είναι πολύ όμορφο, θα το πάρω. Θα το πάρω οπωσδήποτε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μουρμούρισε η Τάιγκα ανασηκώνοντας μια από τις σελίδες του περιοδικού της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πάλι σπαταλάς τα λεφτά σου; Πόσα ακόμα φουστάνια με φρου φρου και δαντέλες που είναι σχεδόν ολόιδια σκοπεύεις να πάρεις; Λοιπόν, ποιο είναι αυτή τη φορά; Πόσο κάνει;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Για να σου πω, φτάνει, είσαι ενοχλητικός! Ποιος νομίζεις πως είσαι, η μάνα μου;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Είμαι αυτός που θα καταλήξει να τα τακτοποιεί, λοιπόν έχω το δικαίωμα να τα ελέγξω πρώτα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Ρυουτζί σηκώθηκε πάνω και κάθησε δίπλα στη θυελλώδη Τάιγκα, ρίχνοντας μια ματιά στη σελίδα που κοιτούσε αυτή προηγουμένως. Μόλις πριν λίγες μέρες είχε φάει μια ολόκληρη μέρα προσπαθώντας να τακτοποιήσει τα πανάκριβα ρούχα που ξεχείλιζαν από την ντουλάπα της Τάιγκα, και ευτυχώς είχε καταφέρει να τα φυλάξει σωστά και οργανωμένα. Σίγουρα είχε το δικαίωμα να χαλιναγωγήσει τις ασυλλόγιστες σπατάλες της. Κι έτσι,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Α, αυτό εδώ; Αυτό εδώ είναι... Αναρωτιέμαι πώς...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Χωρίς να το σκεφτεί έγειρε το κεφάλι του. Στη σελίδα που ήταν αυτό που η Τάιγκα είχε πει πως θα αγοράσει οπωσδήποτε, το μοντέλο φορούσε ένα στενό τζιν που αναδείκνυε τα μακριά της πόδια σε μια χαριτωμένη πόζα. Δεν είχε ούτε φρου φρου ούτε δαντέλες, αλλά—&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Για το καλό σου στο λέω αυτό... αν το φορούσες εσύ αυτό, θα ήταν σκέτη τραγωδία.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Τάιγκα όπως και να το κάνουμε, ήταν μόλις 140 εκ. Θα έπρεπε να καταλαβαίνει και η ίδια ότι δεν είχε τέτοια μακριά πόδια, όμως,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Αυτό που θέλω είναι η τσάντα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Α, α...αυτό εννοούσες;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Λοιπόν, συγγνώμη που έχω κοντά πόδια.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η φωνή της αντήχησε με μια οξύτητα που διέψευδε το ήρεμο ύφος της, και ο Ρυουτζί ενστικτωδώς έκανε πίσω, σε μια προσπάθεια να ξεφύγει. Τα μάτια της Τάιγκα στένεψαν από θυμό και οι γωνίες του στόματός της ανασηκώθηκαν σαν να χαμογελούσε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Περίμενε λίγο, έλα, ηρέμησε...Είμαστε στη δουλειά της Κουσιέντα τώρα...Εμ, πρέπει να είμαστε καθωσπρέπει.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Δεν κατάλαβα;! Με δουλεύεις κι από πάνω;! Δε σκοπεύω να ανεχτώ τέτοια συμπεριφορά από σένα! Αν κατάλαβες πως με πρόσβαλες, γιατί δε μου ζητάς συγγνώμη;!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Τάιγκα ζάρωσε τη μύτη της εξοργισμένη – Κατά τα φαινόμενα, η προσπάθειά του να την ηρεμήσει είχε αποτύχει παταγωδώς. Κακό αυτό. Είχε θυμώσει στ’αλήθεια τώρα. Φυσικά, ο Ρυουτζί ήταν έτοιμος να της ζητήσει συγγνώμη και αμέσως μάλιστα, αλλά,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Γκαχ...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εντάξει, έχω κοντά πόδια! Όμως κανένας άλλος δεν έχει πρόβλημα μ’αυτό!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αρπάζοντάς τον από το σβέρκο, άρχισε να τον ταρακουνάει βίαια. Ο Ρυουτζί δε μπορούσε να αρθρώσει λέξη, για την ακρίβεια, δε μπορούσε καν να πάρει ανάσα. Χτυπιόταν και κλωτσούσε το τραπέζι απελπισμένα, προσπαθώντας απεγνωσμένα να φωνάξει «Παραδίνομαι!».&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και ξαφνικά, η λαβή της Τάιγκα χαλάρωσε. Ελεύθερος επιτέλους, ο Ρυουτζί κατέρρευσε στο κάθισμά του βήχοντας, προσπαθώντας να συνέλθει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Α, αν είναι δυνατόν...Τι ήθελες, να με σκοτώσεις;! Δε σε πιστεύω!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Ουα, ουα, ουα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αφηρημένη, με το στόμα μισάνοιχτο, η Τάιγκα ανοιγόκλεισε έκπληκτη τα μάτια της. Φαινόταν να έχει συνειδητοποιήσει επιτέλους ότι παραήταν βίαιη. Ο Ρυουτζί έγνεψε με έμφαση,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μάλιστα, με κατατρόμαξες ξέρεις. Ευτυχώς που το κατάλαβες. Ελπίζω ότι αυτή η εμπειρία θα σε αποτρέψει από το να στραγγαλίζεις ανθρώπους στο μέλλον...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κοιτάζοντας έντονα τον Ρυουτζί, η Τάιγκα έδειξε τη σελίδα του περιοδικού που κοιτούσαν μέχρι πριν από λίγο, και  είπε «Κοίτα, κοίτα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Θέλεις αυτή την τσάντα, εντάξει, το κατάλαβα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Όχι αυτό! Αυτήν! Την κοπέλα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στην άκρη του ροδαλού νυχιού της βρισκόταν μια όμορφη γυναίκα με τα πόδια της σταυρωμένα με χάρη – όχι, μάλλον ένα όμορφο χαμογελαστό κορίτσι. Με φόντο ένα μοντέρνο μαύρο σκηνικό, το κορίτσι ήταν κομψά ντυμένο με ένα μπλουζάκι με τιράντες που πρέπει να κόστιζε αρκετές εκατοντάδες δολάρια και ένα ακόμα ακριβότερο τζιν. Τα ελαφρά κατσαρωμένα μαλλιά της ανέμιζαν πίσω της. Ασφαλώς ήταν ένα πολύ όμορφο μοντέλο, αλλά αφού ήταν μοντέλο ήταν αναμενόμενο να είναι όμορφη. Δε φαινόταν να υπάρχει τίποτα το ασυνήθιστο στη συγκεκριμένη σελίδα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τη στιγμή που ήταν έτοιμος να τη ρωτήσει τι ακριβώς εννοούσε, η Τάιγκα άρπαξε το κεφάλι του. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Αουαουαου!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με μια κίνηση, το κεφάλι του περιστράφηκε σχεδόν 180 μοίρες ώστε να κοιτάξει πίσω του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Ω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ασυναίσθητα άφησε κι αυτός ένα επιφώνημα έκπληξης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μια σερβιτόρα οδηγούσε μια πελάτισσα που μόλις είχε φτάσει στη θέση της, όχι πολύ μακριά από εκεί που καθόταν ο Ρυουτζί με την Τάιγκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν ήταν μόνο ο Ρυουτζί και η Τάιγκα που την κοιτούσαν. Σχεδόν όλοι οι πελάτες του σχετικά γεμάτου μαγαζιού της έριχναν φευγαλέες ματιές και σιγοψιθύριζαν μεταξύ τους.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το πρώτο πράγμα που χτυπούσε στο μάτι ήταν το λυγερό σαν ζαρκαδιού σώμα της. Δεν ήταν ιδιαίτερα ψηλή, αλλά εξαιτίας του σχετικά μικρού κεφαλιού της, οι αναλογίες της ήταν τέλειες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα μαλλιά της ήταν προσεχτικά χτενισμένα και έλαμπαν μεταξένια, όμως δεν ήταν υπερβολικά στυλιζαρισμένα, αντίθετα έπεφταν στους ώμους της με ένα ανάλαφρο στιλ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μεγάλα γυαλιά ηλίου σε στιλ Χόλιγουντ έκρυβαν το μικρό προσωπάκι, και περπατούσε με αψεγάδιαστη κομψότητα. Οι λεπτοκαμωμένοι αστράγαλοι με τα ψηλοτάκουνα σανδάλια ήταν σαν έργο τέχνης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αν και φορούσε απλώς ένα τζιν, τα ασυνήθιστα μακριά για Γιαπωνέζα πόδια της τόνιζαν τη θηλυκότητά της περισσότερο από οποιοδήποτε φόρεμα. Με μια τσάντα μάρκας να κρέμεται από τον ώμο της, και μια λαμπερή κατάλευκη επιδερμίδα, ήταν φανερό στον καθένα ότι δεν ήταν κάποια τυχαία. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με μια λέξη, μια πραγματική καλλονή. Ασκούσε μια ακατανίκητη έλξη που δεν περνούσε απαρατήρητη από κανέναν. Με το που έβγαλε ήρεμα τα γυαλιά ηλίου της, ένα κύμα ψιθύρων σηκώθηκε στο μαγαζί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ωωω...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ακόμα και ο Ρυουτζί αναστέναξε και κάρφωσε το βλέμμα του πάνω της ασυναίσθητα. Σαν να είχε τραβηχτεί ξαφνικά ένα πέπλο ομίχλης από τα μάτια των θαμώνων, η εκτυφλωτική ομορφιά της αποκαλύφθηκε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Φαινόταν απίστευτο πώς χωρούσαν δυο τόσο μεγάλα μάτια πάνω σ’αυτό το μικρό πρόσωπο. Η λεία επιδερμίδα ήταν γοητευτικά ροδαλή. Και η αντίθεση ανάμεσα στο ξένοιαστο ύφος της και το προσεγμένο και κομψό στιλ της τραβούσε ακόμα περισσότερο την προσοχή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έμοιαζε να είναι απόλυτα και μαγευτικά αγνή. Ήταν ευγενική, ήρεμη, γεμάτη χάρη. Ήταν σαν άγγελος που είχε καταδεχτεί να κατέβει σ’αυτό το οικογενειακό εστιατόριο για να χαρίσει λίγη από τη λάμψη της στα συγκεντρωμένα πλήθη. Σχεδόν μπορούσε να διακρίνει ένα φωτοστέφανο γύρω από το κεφάλι της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και αυτό το πανέμορφο πρόσωπο, ήταν φανερό πως...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Αυτή η κοπέλα, είναι...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Ναι...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήταν ακριβώς η ίδια κοπέλα, η καλλονή στη φωτογραφία που του έδειχνε η Τάιγκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Είναι μοντέλο...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Ρυουτζί αναστέναξε βαθιά. Ήταν η πρώτη φορά που του ερχόταν αυτόματα η σκέψη «Μοντέλο» βλέποντας κάποιον.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αν και στο περιοδικό δεν ξεχώριζε ιδιαίτερα, από κοντά ήταν πολύ χαριτωμένη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Αυτό το κορίτσι, το όνομά της είναι ‘Άμι Καβασίμα’. Μάλιστα ήταν και στο εξώφυλλο πριν από λίγους μήνες.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Είπε η Τάιγκα σχεδόν με υπερηφάνεια, με ασυνήθιστο γι’αυτήν ενθουσιασμό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Σοβαρά, ε;...Χαα...Νο, νομίζω πως μόλις έγινα θαυμαστής της...Η Άμι Καβασίμα-σαν...Αναρωτιέμαι τι να ήρθε να κάνει άραγε σε ένα τέτοιο βαρετό μέρος...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Η μητέρα της, είναι η Άννα Καβασίμα, η ηθοποιός.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ωω~...Δεν έπαιζε στην ταινία που είδαμε μόλις χτες βράδυ; [Ίζου Ένα Ωραίο Μέρος Για Φόνο ∙ Ο Πειρασμός των Θερμών Πηγών Καπαϊμπάρα ∙ Η Μεγάλη Ντετέκτιβ Δολοφονιών, Ρέικο Γιουζούκι- Μέρος 4]... Ώστε είναι η κόρη της Ρέικο Γιουζούκι...Τώρα που το λες, βλέπω την ομοιότητα μεταξύ τους. Κάτσε να τη βγάλω μια φωτογραφία με το κινητό.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Σταμάτα τις βλακείες, θα θυμώσω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Α, αλήθεια;...Τέλος πάντων, ας ηρεμήσουμε λίγο. Μάλλον με παρέσυρε ο ενθουσιασμός.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Σα δεν ντρέπεσαι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έι, κι εσύ ενθουσιάστηκες.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καθισμένοι δίπλα δίπλα, πήραν μερικές βαθιές ανάσες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τέλος πάντων...είδαμε κάτι ωραίο σήμερα, ε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Είναι το μόνο πράγμα που θα θυμάμαι από αυτές τις διακοπές.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έγνεψαν συμφωνώντας ο ένας στον άλλον, και έπιασαν ταυτόχρονα τις κούπες τους, ο Ρυουτζί με καφέ και η Τάιγκα με τσάι με γάλα, και τις έφεραν στο στόμα τους για να πιουν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Γιουσάκου~! Θείε, θεία, έχει θέση εδώ~!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ουχ!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Γκουαχ!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πνίγηκαν και οι δύο ταυτόχρονα με τα ποτά τους. Βήχοντας και φτύνοντας ταυτόχρονα, οι δυο τους κόντευαν να λιποθυμήσουν... Κι αυτό γιατί το πανέμορφο μοντέλο που είχε εμφανιστεί ξαφνικά μπροστά τους φώναζε σε κάποιον που και οι δυο τους γνώριζαν καλά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Γ, γ, για... Γιατί;!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Κι~, Κιτα~, Κιταμού~, Κιταμούρα-κουν;! Δε μπορεί, γιατί;! Τι γίνεται εδώ πέρα;!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με τον Ρυουτζί να έχει αρπαχτεί από το τραπέζι τρέμοντας σαν φύλλο και την Τάιγκα να χτυπιέται σαν χταπόδι που χορεύει, χωρίς να το καταλάβουν είχαν πιαστεί χέρι χέρι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και εκείνη τη στιγμή τους είδαν,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Χμμ; Για φαντάσου, ο Τακάσου και η Αϊσάκα, ποιος να το περίμενε! Τι σας έφερε εδώ; Πάντως από ότι βλέπω, οι δυο σας τα πάτε μια χαρά, έτσι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Γιουσάκου Κιταμούρα που μόλις είχε μπει στο μαγαζί, τους έγνεψε με το συνηθισμένο ύφος του και κατευθύνθηκε προς το μέρος τους. Από την αναστάτωση, το κοφτερό σαν μαχαίρι βλέμμα του Ρυουτζί έγινε ακόμα πιο οξύ, και η Τάιγκα είχε μείνει άναυδη, ανίκανη να ελέγξει τα συναισθήματα που την πλημμύριζαν. Εν τω μεταξύ, παντελώς ανίδεος για την κατάστασή τους,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Νομίζω πως η Κουσιέντα δουλεύει περιστασιακά εδώ. Την είδατε καθόλου;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Κιταμούρα συνέχισε να φλυαρεί εύθυμα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ναι, την είδαμε, αλλά...δεν είναι αυτό που νομίζεις!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με ύφος πολεμιστή μοναχού που υπερασπίζεται το βουνό Χιέι, ο Ρυουτζί πλησίασε τον καλοδιάθετο φίλο του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Κι εσύ, τι τρέχει εδώ πέρα; Τι παίζει με...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ε; Α ναι, σωστά. Είναι ευκαιρία να σας συστήσω. Αυτοί είναι οι γονείς μου. Τη μητέρα μου πρέπει να την έχεις ξαναδεί στις συγκεντρώσεις γονέων και κηδεμόνων, Τακάσου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αν και ήταν αγένεια να διακόψει τους γονείς του Κιταμούρα την ώρα που υποκλίνονταν ευγενικά και έλεγαν τις συνηθισμένες τυπικότητες,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Κάνεις λάθος! Δεν εννοούσα αυτό!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δε μπόρεσε να μη γνέψει αρνητικά με έμφαση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Δεν εννοούσα αυτούς, αλλά, εμ, αυτήν εκεί!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μην έχοντας ιδιαίτερα εκφραστικό πρόσωπο, ο Ρυουτζί προσπάθησε να εκφράσει την αναστάτωσή του χειρονομώντας σαν τρελός. Ωστόσο,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι τρέχει; Γιουσάκου;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τίποτα, απλώς έκανα τις συστάσεις.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
--- Τα πράγματα μόλις πήραν μια τροπή προς το χειρότερο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η αιτία της αναστάτωσης του Ρυουτζί και της Τάιγκα ερχόταν αυτοπροσώπως προς το μέρος τους. Ήταν σχεδόν σαν να ήταν τριγυρισμένη από λαμπερές σπίθες, τόση ήταν η γοητεία της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Αυτή εδώ είναι η Άμι Καβασίμα. Αν και δεν της φαίνεται, έμενε εδώ κάποτε. Προτού μετακομίσει, ήταν γειτόνισσά μου. Υποθέτω πως θα μπορούσε να πει κανείς πως είναι παιδική μου φίλη.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι εννοείς ‘δεν της φαίνεται’;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Χαμογελώντας πάντα, η Άμι σούφρωσε παιχνιδιάρικα τα χείλη της και έκανε μια δήθεν θυμωμένη γκριμάτσα στον Κιταμούρα, λες και ήταν ένα οποιοδήποτε κορίτσι. Όλα αυτά γίνονταν μπροστά στα μάτια του Ρυουτζί, σε τρισδιάστατο χώρο και πραγματικό χρόνο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήταν μια εντελώς απίθανη κατάσταση...κι όμως ο Κιταμούρα φαινόταν απόλυτα ήρεμος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Σχήμα λόγου ήταν. Τέλος πάντων, αυτοί εδώ είναι οι καλοί μου φίλοι, ο Ρυουτζί Τακάσου και η Τάιγκα Αϊσάκα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έτσι όπως ήταν καθισμένοι δίπλα δίπλα, ο Κιταμούρα σύστησε το παράξενο αυτό ζευγάρι στον άγγελο. Ο άγγελος, δηλαδή η Άμι Καβασίμα, τους χαιρέτησε χαμογελώντας όλο χάρη,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι κάνετε; Είμαι η Άμι, και χάρηκα πολύ που σας γνώρισα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Άπλωσε και τα δύο χέρια της ανοιχτόκαρδα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Ρυουτζί δε μπορούσε να σηκώσει τα μάτια του από τα υπέροχα χέρια της... Καθόταν εκεί άκαμπτος σαν ξύλο και τα κοιτούσε σαν υπνωτισμένος, μην καταλαβαίνοντας τι ήθελε να κάνει. Και τότε, &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ελάτε, ας δώσουμε τα χέρια. Οι φίλοι του Γιουσάκου είναι και δικοί μου φίλοι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
--- Το χέρι του σχεδόν έλιωσε. Οι παλάμες του άρχισαν να ιδρώνουν,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Α, αχ, α.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Γιατί η Άμι Καβασίμα είχε πάρει ευγενικά το χέρι του Ρυουτζί που βρισκόταν πάνω στο τραπέζι και το κρατούσε ανάμεσα στα δικά της. Τα χέρια της ήταν ευχάριστα δροσερά, ιδιαίτερα στο σημείο όπου τον άγγιζε το δαχτυλίδι της...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ε, εχμ, μη μου πείτε πως αυτό είναι...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αφήνοντας βιαστικά το χέρι του άναυδου Ρυουτζί, τα λεπτά δάχτυλά της έδειχναν τώρα το περιοδικό της Τάιγκα που ήταν ακόμα ανοιγμένο πάνω στο τραπέζι. Και τότε,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Αααχ!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μια υπέροχα γλυκιά κραυγή. Αμήχανη, η Άμι πήρε το περιοδικό και το έσφιξε πάνω της, και ανασήκωσε τους ώμους της σαν να ντρεπόταν. Ακόμα και όταν έσφιγγε στην αγκαλιά της το περιοδικό για να το κρύψει με το μικρό προσωπάκι της χαμηλωμένο, τα λαμπερά μάτια της κοίταξαν φευγαλέα προς τα πάνω και άρχισε να λέει ασυνάρτητα,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Δε μπορεί...! Τι σύμπτωση...Γιατί;! Μη μου πείτε...αχ, δε μπορεί, το καταλάβατε κιόλας; Ότι εγώ...είμαι...Θέλω να πω, ότι εμφανίζομαι σε...ότι κάνω αυτή τη δουλειά...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Φαινόταν πραγματικά να τρέμει από αναστάτωση--- και συνέχισε έτσι για μερικά δευτερόλεπτα. ‘Μα τι λέει;’ σκέφτηκε ο Ρυουτζί, λίγο έκπληκτος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήταν προφανές ότι με το που την έβλεπε κανείς, το πρώτο που θα σκεφτόταν θα ήταν ‘μοντέλο’ ή ‘διασημότητα’, ακόμα και χωρίς να την έχει δει σε κάποιο περιοδικό. Δεν καταλάβαινε γιατί έκανε σαν να ήθελε να το κρατήσει μυστικό. Ήταν ποτέ δυνατόν η Άμι να μην είχε συνειδητοποιήσει πόσο απίστευτα όμορφη ήταν;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με τα  χίλια ζόρια, προσπάθησε να αρθρώσει μια απάντηση που εξέφραζε αυτά που σκεφτόταν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Λοιπόν...όταν σε κοιτάζω...η εντύπωση που δίνεις...είναι ενός μοντέλου, γι’αυτό...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εε; Ψέματα λες!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αρνούμενη κατηγορηματικά να τον πιστέψει, η Άμι ύψωσε τη φωνή της και έγειρε το κεφάλι της στο πλάι, με μάτια ορθάνοιχτα από έκπληξη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Δεν είμαι καθόλου έτσι εγώ! Δεν φοράω καν μέικ-απ και έβαλα ό,τι ρούχο βρέθηκε μπροστά μου...Τι από την άθλια εμφάνισή μου μπορεί να θυμίζει μοντέλο;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με άλλα λόγια, αυτός ο άγγελος δεν είχε καθόλου συνείδηση του πώς ήταν. Ήταν τόσο αθώα, ή μάλλον αγνή ήταν η πιο κατάλληλη λέξη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Κοίτα, τα μαλλιά μου είναι ένα χάλι γιατί δεν τα βούρτσισα όταν σηκώθηκα και ήρθα έτσι όπως ήμουν, βλέπεις; Αναρωτιέμαι γιατί...Είναι πολύ περίεργο...Δεν καταλαβαίνω καθόλου...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κοιτάζοντας το αναστατωμένο πρόσωπό της, ο Ρυουτζί άρχισε να καταλαβαίνει τι γινόταν. Επειδή ήταν ένα κορίτσι που ήταν από τη φύση του πανέμορφο, δεν είχε καταλάβει πόσο ασυνήθιστα όμορφη ήταν. Αυτό ήταν, σίγουρα. Ωστόσο, αυτός ήταν και ο λόγος που ήταν τόσο αγνή. Και η αγνότητά της αυτή την έκανε ακόμα πιο όμορφη--- Καθώς είχε αφαιρεθεί κάνοντας αυτές τις σκέψεις, &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Α!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Άμι ξαφνικά έδειξε με το δάχτυλό της τη μύτη του Ρυουτζί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τώρα μόλις, σκεφτόσουν ‘Αυτή είναι εκ φύσεως ελαφρόμυαλη’ , έτσι δεν είναι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ε...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μπροστά στα έκπληκτα μάτια του κοκκαλωμένου Ρυουτζί, η Άμι φούσκωσε τα μάγουλά της δήθεν θυμωμένη και τον κοίταξε πειραχτικά. Πράγματι του είχε περάσει η λέξη ‘φυσική’ από το μυαλό, αλλά όχι με το νόημα που της έδινε αυτή...Τέλος πάντων, στη συγκεκριμένη περίπτωση μπορεί και να ήταν αλήθεια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Καταλαβαίνεις τι θέλω να πω, έτσι δεν είναι; Αυτό δε σκέφτηκες;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα μάτια της Άμι τρεμόπαιζαν με μια υποψία χαμόγελου, και παρασυρμένος από αυτή την κίνησή της, χωρίς καλά καλά να το καταλάβει έγνεψε καταφατικά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Το ήξερα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Φωνάζοντας ‘Ααχ’ χαριτωμένα, η Άμι σούφρωσε τα χείλη της σε μια υποτιθέμενη γκριμάτσα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Αχ, όλοι έτσι με φωνάζουν. ‘Αυτή η Άμι έχει τα μυαλά πάνω απ’το κεφάλι της, ε;’ , έτσι λένε. Αναρωτιέμαι γιατί το λένε αυτό, γιατί αν και δεν είμαι καθόλου έτσι, όλοι αυτό λένε για μένα...Νομίζω πως ακόμα και ο Γιουσάκου σκέφτεται έτσι για μένα. Και με αηδιασμένο ύφος, είμαι σίγουρη.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Αυτό δεν είναι καθόλου αλήθεια.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αποφεύγοντας να θίξει το θέμα, ο Κιταμούρα χαμογέλασε κάπως πικρά και ανασήκωσε τους ώμους του. Αμέσως μετά, καταλαβαίνοντας πως είχαν καθυστερήσει αρκετά, σκούντησε ευγενικά την Άμι στην πλάτη,&lt;br /&gt;
«Λοιπόν, πάμε πίσω στη θέση μας. Καθυστερούμε τον πατέρα και τους άλλους, που θέλουν να παραγγείλουν.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Αχ, ναι, σωστά! Δεν κάνει να αφήνουμε το θείο και τους άλλους να περιμένουν, έτσι δεν είναι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Κιταμούρα σήκωσε το χέρι απολογητικά προς τον Ρυουτζί και την Τάιγκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τακάσου, Αϊσάκα, θα καθήσετε λίγο ακόμα, σωστά; Εμείς απλώς θα τσιμπήσουμε κάτι με τον πατέρα μου και τους άλλους πριν πάμε σπίτι, γι’αυτό ας καθήσουμε να κουβεντιάσουμε λιγάκι ακόμα πιο μετά.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Α, βέβαια.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Λοιπόν, τα λέμε αργότερα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η σιλουέτα της Άμι που τους έγνεψε με το χέρι της προτού κάνει μεταβολή ήταν απίστευτα όμορφη---Σαν ένα μεγάλο και πανίσχυρο κύμα. Κι όμως, ακριβώς όπως το κύμα, φαινόταν σαν να μπορούσε να συνεχίζει ακριβώς όπως ήταν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κοιτάζοντας τον καλύτερό του φίλο και την Άμι να φεύγουν, ο Ρυουτζί έγειρε εξαντλημένος στο κάθισμά του. Τους ακολούθησε με το βλέμμα του μέχρι που κάθησαν στη θέση τους,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Αχ...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σε έκσταση ακόμα, αναστέναξε για χιλιοστή φορά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Παρόλο που είναι τόσο όμορφη και που η μητέρα της είναι διάσημη ηθοποιός, είναι τόσο αγνή και απροσποίητη. Εντελώς άσπιλη, τόσο που δε θεωρεί καν τον εαυτό της όμορφο. Μπορεί να είναι λιγάκι ελαφρόμυαλη, αλλά ακόμα κι αυτό είναι μάλλον χαριτωμένο. Να υπάρχει ένα τέτοιο κορίτσι σ’αυτό τον κόσμο...ήταν απλά τέλεια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πόση διαφορά από την ατσούμπαλη Τάιγκα, που ήταν βέβαια γλυκιά αλλά είχε τόσο κακό χαρακτήρα που σου προκαλούσε κατάθλιψη. Ήταν χάσιμο χρόνου ακόμα και να προσπαθήσει κανείς να συγκρίνει αυτές τις δύο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Έι, αυτή η Άμι Καβασίμα, παρόλο που είναι διάσημη, μοιάζει να είναι πολύ καλό κορίτσι. Αν και έχει τόσο ωραίο πρόσωπο, είναι τόσο φιλική... Ξέρεις, δε θα πείραζε να προσπαθήσεις να πάρεις μαθήματα απ’αυτήν. Αφού αυτή και ο Κιταμούρα είναι παιδικοί φίλοι...Δε νομίζεις, Τά...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Τάι, γκα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ξεροκαταπίνοντας, ο Ρυουτζί βιάστηκε να απομακρυνθεί από κοντά της. Αστραπιαία, άφησε όσο πιο ήσυχα μπορούσε τη θέση του και μετακινήθηκε στο κάθισμα στην απέναντι πλευρά του τραπεζιού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τώρα μόνο συνειδητοποιούσε την απροσεξία του, αλλά ακριβώς δίπλα του, καθόταν μια τίγρη που γρύλλιζε σιγανά. Προς στιγμήν είχε νομίσει πως η παρουσία της είχε γίνει λιγότερο αισθητή, αλλά---δεν ήταν αυτό, ήταν μάλλον η τακτική του σαρκοβόρου που κρύβεται καθώς παραφυλάει το θήραμά του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αν και μέχρι πρότινος δεν είχε κάνει καθόλου αισθητή την παρουσία της, τώρα ήταν λες και ένας ανεμοστρόβιλος δολοφονικών προθέσεων αναδινόταν από το σώμα της Τάιγκα και την περιέβαλλε. Το μικρό χαριτωμένο πρόσωπο ήταν σαν μάσκα Νο, και δάγκωνε τα σουφρωμένα χείλη της σαν άγριο ζώο που ξεσκίζει σάρκες. Μια θηριώδης, διαπεραστική λάμψη έλαμπε στα μεγάλα μάτια της που σκιάζονταν από τις μακριές της βλεφαρίδες, καθώς κοιτούσε την πλάτη της Άμι που έφευγε. Το μικρό σώμα παρέμενε καθισμένο αλλά το πηγούνι της είχε ανασηκωθεί περήφανα καθώς η Τάιγκα καθόταν με εξαιρετικά δυσαρεστημένο ύφος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Ρυουτζί άφησε κατά μέρος της συγκρίσεις μεταξύ τους, αλλά δε μπόρεσε να μην της πει,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Εσύ...Πως να το πω, αναρωτιέμαι γιατί κάνεις έτσι. Εντάξει, ένα όμορφο κορίτσι που τα πάει καλά με τον Κιταμούρα εμφανίστηκε στα καλά καθούμενα, αλλά δε θα έπρεπε να είσαι τόσο φανερά εκνευρισμένη. Δεν ήσουν κι εσύ ενθουσιασμένη μαζί της μέχρι πριν από λίγο;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Κάνεις λάθος.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Γλείφοντας τα χείλη της, ψιθύρισε χαμηλόφωνα με δυσοίωνο ύφος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Δεν είναι τόσο απλό. Είναι μάλλον...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όμως η Τάιγκα έκοψε τη φράση της στη μέση και τίναξε τη φράντζα της προς τα πάνω. «Φιουου,» με ένα μικρό αναστεναγμό, ο Ρυουτζί μπορούσε σχεδόν να νιώσει την παρουσία της τίγρης να απομακρύνεται.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Τέλος πάντων, δε βαριέσαι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα μάτια της που έλαμπαν με ένταση γύρισαν σε ένα σκληρό χαμόγελο καθώς κοιτούσε τον Ρυουτζί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Δεν είσαι τόσο ανόητος ώστε να θέλεις στ’αλήθεια να την πλησιάσεις, ε; Καταλαβαίνεις, έτσι δεν είναι; Ακόμα κι εσύ δε μπορεί να είσαι τόσο χαζός.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Για ποιο πράγμα μιλάς;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Λοιπόν, ίσως να έχω μια διαίσθηση γι’αυτά τα πράγματα. Θα σου δώσω μόνο ένα στοιχείο για την ώρα---Το είδος των ανθρώπων που αποκαλούν τους εαυτούς τους ‘εκ φύσεως ελαφρόμυαλους’, δεν υπάρχει περίπτωση να είναι ειλικρινείς.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Είναι όντως έτσι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Είσαι ελεύθερος να πιστέψεις ό,τι θέλεις.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Φιου,» σουφρώνοντας τα ρόδινα χείλια της με θριαμβευτική κακεντρέχεια, η Τάιγκα σταμάτησε να κοιτάζει την Άμι. Αν και ήταν κατσουφιασμένη εδώ και αρκετή ώρα, ο Ρυουτζί καταλάβαινε πως δεν του ζητούσε να την πάει σπίτι γιατί ήλπιζε ακόμα να κουβεντιάσει με τον Κιταμούρα, έστω και για λίγο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καθώς η Τάιγκα εξακολουθούσε να διαβάζει το περιοδικό της με ανεξιχνίαστο ύφος, ο Ρυουτζί ξεφύλλιζε αφηρημένα το βιβλιαράκι του πάνω στα ορεκτικά για μεσημεριανό---Είχε περάσει σχεδόν μια ώρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έι. Οι γονείς μου μόλις έφυγαν για το σπίτι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ντυμένος μοντέρνα με ένα συνολάκι από ρούχα Uniqlo, ο Κιταμούρα προχώρησε προς το μέρος τους ακολουθούμενος από ένα εκπληκτικά όμορφο μοντέλο. Όλοι οι άλλοι θαμώνες έριχναν βλέμματα θαυμασμού στην Άμι καθώς προχωρούσε μέσα στο μαγαζί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Συγγνώμη για την καθυστέρηση!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα βήμα πίσω από τον Κιταμούρα, η Άμι χαμογέλασε αγγελικά και έγνεψε στον Ρυουτζί. Γοητευμένος, ανταπέδωσε ενστικτωδώς το νεύμα της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Κέφια έχουμε βλέπω...Σαν σκύλος που κουνάει την ουρά του ένα πράγμα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα ψυχρά λόγια της Τάιγκα τον έκαναν να νιώσει περίεργα αμήχανος για το τι εντύπωση μπορεί να έδινε, και κατέβασε το χέρι του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όπως ήταν φυσικό, ακόμα και χωρίς κανείς να πει ‘η Καβασίμα-σαν θα καθήσει εδώ και ο Κιταμούρα θα καθήσει εκεί’ κατέληξαν να καθήσουν τα αγόρια απέναντι από τα κορίτσια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καθισμένος δίπλα στον Ρυουτζί, ο Κιταμούρα ρώτησε την Άμι κοιτάζοντας τον ανοιχτό κατάλογο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Άμι, έχεις ακόμα λίγο χρόνο, σωστά; Θα ήθελες να πάρεις κάτι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Όχι ευχαριστώ, έχω σκάσει από το φαΐ προηγουμένως, οπότε είμαι εντάξει...Μήπως θέλετε κάτι εσείς;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Ρυουτζί τινάχτηκε σαν να τον χτύπησε ρεύμα καθώς υποχρεώθηκε ξαφνικά να μπει στη συζήτηση. Η Τάιγκα κρατούσε το κεφάλι της χαμηλωμένο και κοιτούσε επίμονα τα γόνατά της, εντελώς ακίνητη και κατά τα φαινόμενα ανίκανη έστω και να κοιτάξει προς το μέρος του καθημερινά ντυμένου Κιταμούρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εμ, λοιπόν, εμείς... Τι νομίζεις; Τι λες εσύ, Τάιγκα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Τάιγκα κούνησε το πάντα χαμηλωμένο κεφάλι της μπρος πίσω---Η συζήτηση σταμάτησε εκεί. Χμμ, τι θα ήταν καλό για τη συνέχεια; Για τι πράγμα θα μπορούσαμε να κουβεντιάσουμε;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Ρυουτζί κοίταξε όλο προσδοκία τον Κιταμούρα, τον μόνο που γνώριζε όλους τους παρόντες, περιμένοντας από αυτόν να πει κάτι και να αναθερμάνει τη συζήτηση. Κατά πάσα πιθανότητα, αυτή ήταν η πρώτη και τελευταία φορά της ζωής του που θα καθόταν μαζί με ένα μοντέλο. Ήθελε να έχει ωραίες αναμνήσεις από αυτές τις στιγμές, γι’αυτό ήλπιζε ειλικρινά να δώσει ο Κιταμούρα μια διασκεδαστική τροπή σε αυτή τη συνάντηση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τότε όμως,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ααχ, αυτές οι οικογενειακές έξοδοι είναι πολύ εξαντλητικές. Συγγνώμη, αλλά θα πάω για λίγο στην τουαλέτα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τελείως ανυποψίαστος για την όλη κατάσταση, ο πάντα χαλαρός Κιταμούρα σηκώθηκε από τη θέση του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έι, περίμ...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Ρυουτζί σήκωσε βιαστικά το χέρι του, αλλά βέβαια δε μπορούσε να πει κάτι του τύπου, ‘Μη μ’αφήνεις μόνο μου εδώ’.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κοίταξε την Τάιγκα. Εξακολουθούσε να είναι ακίνητη και με χαμηλωμένο το κεφάλι. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κοίταξε την Άμι. Είχε ένα ελαφρά ερωτηματικό χαμόγελο στα χείλη της---Έγερνε το κεφάλι της με περιέργεια παρακολουθώντας τον Ρυουτζί, σαν να τη συνάρπαζε η περίεργη συμπεριφορά του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μου είναι αδύνατο. Ό,τι και να έκανε, απλά δεν υπήρχε περίπτωση να μπορέσει να χειριστεί αυτή την κατάσταση μόνος του. Ξύνοντας το κεφάλι του με δήθεν άνετο ύφος,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Α, ξέρεις, νομίζω πως κι εγώ θέλω να πάω...Εμμ, προς τα πού είναι...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Προχωρώντας λίγο πίσω από τον Κιταμούρα, δημιουργήθηκε ο σχηματισμός ‘αφήνοντας ταυτόχρονα τις θέσεις τους’, ή μάλλον ο σχηματισμός ‘συνοδεύοντας ο ένας τον άλλο’.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ασφαλώς, αναρωτιόταν αν ήταν σωστό να αφήσει την Τίγρη Μινιατούρα και εκείνο το κορίτσι μαζί σε μια τέτοια ατμόσφαιρα, αλλά...υπέκυψε δειλά στην ίδια του τη νευρικότητα. Ήταν κακός ομιλητής ακόμα και κάτω από φυσιολογικές συνθήκες, αλλά τώρα είχε κορίτσια για συντροφιά, μεταξύ των οποίων και ένα πανέμορφο μοντέλο. Δε μπορούσε να βασιστεί στην Τάιγκα σε μια τέτοια κατάσταση, έτσι αν ο Κιταμούρα τον άφηνε ολομόναχο μαζί τους, ο Ρυουτζί δε διέθετε ίχνος αυτοπεποίθησης για να χειριστεί την κατάσταση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αδυνατώντας ακόμα και να κοιτάξει πίσω του καθώς έφευγε, ο Ρυουτζί ακολούθησε τον Κιταμούρα που κατευθυνόταν προς την τουαλέτα των ανδρών. Ντρεπόταν υπερβολικά για τον εαυτό του, αλλά δε μπορούσε να κάνει κάτι γι’αυτό. Τουλάχιστον ήταν ευκαιρία να κάνει την ανάγκη του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όμως ο Κιταμούρα στράφηκε ξαφνικά μπροστά στην πόρτα της τουαλέτας. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Μάλιστα. Εδώ είμαστε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τ, τι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Σε μια τέτοια κατάσταση, ήμουν σίγουρος πως θα ερχόσουν μαζί μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ψιθύρισε ανασηκώνοντας τα γυαλιά του. Έγνεψε διακριτικά στον Ρυουτζί, του οποίου τα μάτια άστραφταν από έκπληξη, κάνοντάς του νόημα να κρυφτεί πίσω από έναν αυτόματο πωλητή τσιγάρων,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Θέλω να σε ρωτήσω κάτι. Και θέλω να μου απαντήσεις ειλικρινά.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα μεγάλα στρογγυλά μάτια του κοιτούσαν κατευθείαν μπροστά. Μια στιγμή μετά, είπε πολύ καθαρά,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ποια είναι η γνώμη σου για την Άμι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ρώτησε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...εμ, και η τουαλέτα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Δεν ήθελα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τέτοιο σοβαρό ύφος που είχε, φαινόταν πραγματικά ότι ο Κιταμούρα είχε κάνει όλη αυτή τη σκηνή για να συζητήσει με τον Ρυουτζί. Αν και ο Ρυουτζί δεν καταλάβαινε το σκοπό της ερώτησης, κατά κάποιο τρόπο ένιωθε υποχρεωμένος να απαντήσει. Δεν είχε εξάλλου και κανένα λόγο να μην απαντήσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Λοιπόν, τι να σου πω...Εσύ, εμφανίστηκες ξαφνικά με ένα τόσο ωραίο κορίτσι. Τέτοιο άγχος που έχω, δε μπορώ να σκεφτώ καθαρά.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ναι, είναι όμορφη. Το πρόσεξα κι εγώ αυτό.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μμ, δεν είναι μόνο ότι είναι όμορφη ξέρεις. Είναι πραγματικά υπέροχο κορίτσι. Πώς να το πω...Αγνή...ίσως υπερβολικά αγνή, τόσο ώστε να σε κάνει να ανησυχείς...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Χμμ...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ζαρώνοντας το μέτωπό του, ο Κιταμούρα ανασήκωσε τα γυαλιά του και έτριψε τα κουρασμένα μάτια του. Δε φαινόταν να έχει κάποια απάντηση, πράγμα ασυνήθιστο γι’αυτόν. Τότε, αγγίζοντας ελαφρά τον Ρυουτζί στην πλάτη,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έλα μαζί μου για λίγο, μπορείς; Ένα λεπτό θα κάνουμε...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έι, που πας; Στην τουαλέτα; Δεν πας πίσω στη θέση σου, σωστά;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μην ανησυχείς τόσο...Τέλος πάντων, σκύψε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πηγαίνοντας αντίθετα από την κατεύθυνση της τουαλέτας, άρχισε να προχωράει προς τις θέσεις των πελατών. Σκύβοντας χαμηλά, κρύφτηκε πρώτα πίσω από ένα καλλωπιστικό φυτό και μετά πίσω από το χώρισμα ανάμεσα στα τμήματα για καπνίζοντες και μη καπνίζοντες. Ο Ρυουτζί δε μπορούσε παρά να τον ακολουθήσει. Με αυτό τον έμμεσο τρόπο, κατάφεραν να φτάσουν ακριβώς πίσω από το κάθισμα όπου καθόταν η Άμι με την Τάιγκα. Τα δυο κορίτσια φαινόντουσαν καθαρά, αλλά οι δυο τους δε φαινόντουσαν καθόλου κρυμμένοι όπως ήταν σε ένα αθέατο σημείο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Περίμενε, τι νομίζεις ότι κάνεις, ανώμαλος είσαι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Είναι εντάξει. Κάνε ησυχία και κοίτα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Κιταμούρα έδειχνε την Άμι, που είχε σταυρώσει χαλαρά τα πόδια της και είχε απλώσει τα μπράτσα της στην πλάτη του καναπέ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Χαα, πτώμα είμαι. Έι, έι, η Άμι-τσαν διψάει πολύ~. Φέρε μου ένα παγωμένο τσάι, εντάξει;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τινάζοντας τα υπέροχα μαλλιά της και ακουμπώντας εξουθενωμένη το κεφάλι της στο χέρι της, η Άμι έσπρωξε αγενέστατα το φλιτζάνι μπροστά της προς το μέρος της Τάιγκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Χωρίς να αλλάξει έκφραση, η Τάιγκα έριξε μια ματιά στην Άμι προτού επιστρέψει στα γόνατά της. Αυτή που πλατάγισε ελαφρά τη γλώσσα της δεν ήταν η Τάιγκα, αλλά η Άμι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Χμμ; Τι άχρηστο, ή μάλλον καταθλιπτικό άτομο...Δεν ξέρεις να φέρεσαι, ε; Ω, δε βαριέσαι. Όταν γυρίσει ο Γιουσάκου, θα τον στείλω να μου πάρει. Ή ξέρεις, μπορεί να το ζητήσω από αυτό τον μυστήριο τύπο με το άγριο ύφος. Είναι τόσο θαμπωμένος, που σίγουρα θα κάνει ό,τι του πει η Άμι-τσαν.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καθώς μιλούσε με μια αηδιαστικά γλυκιά φωνή, τα κόκκινα χείλη της σούφρωσαν ελαφρά. Ακόμα κι έτσι, η αγνή εμφάνισή της δεν άλλαξε καθόλου. Χωρίς ούτε καν να κοιτάξει την Τάιγκα, που καθόταν δίπλα της ακίνητη σαν κούκλα, ρώτησε αδιάντροπα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έι, έι. Είναι το αγόρι σου αυτός;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Θα σε πειράξει αν σου τον πάρει η Άμι-τσαν; Όχι πως τον χρειάζομαι δηλαδή.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εδώ που τα λέμε, μοιάζει σαν σύγχρονος χούλιγκαν, ε; Βάζω στοίχημα πως μόνο με τέτοιους χαμένους κάνεις παρέα~ Θα έπρεπε να σέβεσαι περισσότερο τον εαυτό σου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Χωρίς να ανοίξει το στόμα της, η Τάιγκα απλώς έριξε ένα αδειανό βλέμμα στην Άμι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Χμμ, καταλαβαίνω. Δε μπορείς να βρεις τίποτα καλύτερο σ’αυτό το καταραμένο μέρος. Αχ, δεν, υπάρχει, χειρότερο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καθώς μιλούσε τραγουδιστά, φαινόταν ότι η Άμι δεν περίμενε κάποια απάντηση από την Τάιγκα. Αρπάζοντας την τσάντα μάρκας που είχε μαζί της, έβγαλε από μέσα ένα μεγάλο καθρεφτάκι και άρχισε να χαζεύει το ωραίο πρόσωπό της. Και ξαναείπε χωρίς περιστροφές, ‘Η Άμι-τσαν είναι τόσο όμορφη’ ---Μουρμουρίζοντας ευχαριστημένη, χαμογέλασε με ικανοποίηση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ααχ, στ’αλήθεια θέλω να βγω να διασκεδάσω επιτέλους...Εσείς, τι κάνετε εσείς οι δυο για να διασκεδάσετε; Τριγυρνάτε και τα σπάτε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Δεν είναι το αγόρι μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οποιοσδήποτε γνώριζε έστω και λίγο την Τάιγκα θα έτρεμε ακούγοντας αυτό τον επίπεδο, αδειανό από αίσθημα ψίθυρο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Α, ώστε έ~τσι. Χμ, δε βαριέσαι, όχι πως με νοιάζει~. Ώστε έτσι λοιπόν~, αυτός ο χούλιγκαν... Θες να πεις ότι είναι αδύνατο μ’αυτόν; Ή μήπως λες ότι η Άμι-τσαν μπορεί να ενδιαφέρεται λιγάκι για ένα τόσο χτυπητά διαφορετικό άτομο;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Άμι ρουθούνισε κοροϊδευτικά κοιτάζοντας τον εαυτό της στον καθρέφτη. Μετά, αφήνοντας ξαφνικά τον καθρέφτη, κοίταξε με αγένεια την Τάιγκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έι, έι, πόσο κοντή είσαι; Τώρα το πρόσεξα, αλλά δεν έχεις περίεργες αναλογίες;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Την ίδια στιγμή, η Άμι εξέτασε την Τάιγκα από την κορφή ως τα νύχια και ανασήκωσε δήθεν έκπληκτη τα φρύδια της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πω~ω, ώστε υπάρχουν καταστήματα που πουλάνε τόσο μικρά ρούχα. Όμως ξέρεις, όταν αγοράζεις τζιν, δε χρειάζεται να τα κονταίνεις; Η Άμι-τσαν δε χρειάστηκε να τα κοντύνει ούτε μια φορά, κι έτσι δεν ξέρω πώς είναι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«---Αυτός είναι ο πραγματικός της χαρακτήρας.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πρ, πραγματικός χαρακτήρας;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ναι. Αυτή είναι η αληθινή προσωπικότητα της Άμι από πριν πάει στο νηπιαγωγείο ακόμα. Κακομαθημένη, εγωίστρια, και καταπιεστική, η κλασική αλαζονική πριγκίπισσα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τρέμοντας καθώς κοιτούσε τον καλύτερό του φίλο στο πρόσωπο, ο Ρυουτζί έσφιγγε τόσο δυνατά το φύλλο του καλλωπιστικού φυτού ώστε σχεδόν το σύντριψε στην παλάμη του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι απαίσιος χαρακτήρας είναι αυτός...Και τι είναι αυτό το ‘Άμι-τσαν’; Με τρομάζει! Είναι λες και την έχει καταλάβει κάποιος δαίμονας.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Έτσι δεν είναι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σ’όλη του τη ζωή, δεν είχε δει ποτέ κορίτσι να φέρεται έτσι...Βέβαια, μπορεί να υπήρχαν μερικά τέτοια κορίτσια στην τάξη του, αλλά για τον Ρυουτζί που ουσιαστικά δεν είχε πλησιάσει ποτέ κανένα κορίτσι, ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε με τα μάτια του τέτοια συμπεριφορά. Η  Τάιγκα με την οποία περνούσε τις μέρες του τελευταία ασφαλώς είχε κακό χαρακτήρα, αλλά ένιωθε ότι η κακία της Άμι ήταν διαφορετικού είδους. Ίσως επειδή γνώριζε την ιστορία της Τάιγκα να είχε κάποια παραπάνω συμπάθεια γι’αυτήν, αλλά ακόμα κι έτσι η Τάιγκα του φαινόταν λιγότερο παράλογη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Αν ήταν μόνο θέμα εμφάνισης, η Άμι θα ήταν τέλεια, αλλά...υποθέτω πως η προσωπικότητά της είναι κάπως ελαττωματική. Όποτε είναι με άτομα για τα οποία έχει κακή γνώμη, βγαίνει στην επιφάνεια ο πραγματικός της χαρακτήρας. Αυτά τα άτομα, συνήθως είναι γυναίκες.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Α, αυτό είναι κάτι που αισθάνεται υποχρεωμένη να κάνει επειδή είναι μοντέλο;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μάλλον το αντίθετο, άρχισε να παίζει αυτό το θέατρο από τότε που ξεκίνησε το μόντελινγκ, νομίζω. Αν θες τη γνώμη μου, δεν έχει δύο διαφορετικές πλευρές, αλλά μάλλον είναι η ίδια όπως ήταν πάντα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Λοιπόν, αυτό είναι...χμμ.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Γέρνοντας ελαφρά το κεφάλι του καθώς άκουγε τα λόγια του φίλου του, ο Ρυουτζί κοίταξε με περιέργεια μπροστά του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τι τρέχει εδώ, Τίγρη Μινιατούρα;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Αυτή η Τάιγκα, στ’αλήθεια θα κάτσει να το υποστεί αυτό;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ή μάλλον, γιατί δεν της λέει ότι δεν είμαι χούλιγκαν---Δαγκώνοντας τα χείλη του με μια σκληρή λάμψη στα μάτια, ο Ρυουτζί κοίταξε τα δυο κορίτσια. Η Τάιγκα παρέμενε σιωπηλή με μια στωική έκφραση στο πρόσωπο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μ, μήπως συγκρατιέται μόνο και μόνο επειδή αυτό το κορίτσι είναι παιδική φίλη του Κιταμούρα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η αυτοσυγκράτηση ήταν κάτι που δεν ταίριαζε καθόλου στην Τάιγκα, αλλά ήταν εντελώς ευάλωτη όταν επρόκειτο για τον Κιταμούρα. Αυτός πρέπει να ήταν ο λόγος για τη σιωπή της, μια και δεν μπορούσε να σκεφτεί καμία άλλη πιθανή αιτία εκείνη τη στιγμή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και τότε μπροστά στα μάτια του Ρυουτζί η κατάσταση εκτροχιάστηκε τελείως. Η αιτία, αυτό που συνήθως αποκαλούμε ‘χαστούκι στο πρόσωπο’.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κατά τα φαινόμενα η Άμι, που παρέμενε ήρεμη με ορθάνοιχτα μάτια, δε μπορούσε καν να αρθρώσει λέξη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Κουνούπι. Ήταν ένα κουνούπι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δίπλα, η τίγρη που είχε δείξει ξαφνικά τα δόντια της κρυφογέλασε με κακεντρέχεια. Η κόκκινη γλωσσίτσα ξεπρόβαλε μέσα από το στόμα της μόνο για μια στιγμή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ευτυχώς, παραλίγο να σου τσιμπήσει το μάγουλο αυτό το κουνούπι. Α, μύγα ήταν τελικά.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εεε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Απλώνοντας απότομα το χεράκι της, έδειξε το πτώμα μιας σκοτωμένης μύγας. Καθώς το είδε, το πρόσωπο της Άμι έγινε αμέσως κατακόκκινο. Και όπως ήταν φυσικό,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τ, τ, τι στο διάβολο κάνεις;!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Είχε εξοργιστεί. Η Τάιγκα όμως αντιμετώπισε την αντίδρασή της με εκνευριστική περιφρόνηση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εγώ που σου έκανα και χάρη. Δεν ξέρεις να δείχνεις ευγνωμοσύνη.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Χάρη;!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η φωνή της Άμι κόντευε να φτάσει σε υπερηχητικά επίπεδα. Ακόμα και οι θαμώνες γύρω τους είχαν αρχίσει να τις κοιτάζουν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Περιμένεις να το πιστέψω αυτό;! Τι πρόβλημα έχεις;! Απίστευτο, είναι απίστευτο, είσαι φριχτή, είσαι απαί~σια! Για να ξέρεις, εγώ δεν ήθελα καν να έρθω εδώ!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Κάνεις πολλή φασαρία.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μία και μοναδική ρυτίδα φαινόταν στο μέτωπο της Τάιγκα. Κοιτάζοντάς την σκληρά με μάτια που έλαμπαν, η κόκκινη αύρα του θυμού της έγινε πιο ορατή. «Τσκ,» πλατάγισε κοφτά τη γλώσσα της, και η χαριστική βολή ήταν έτοιμη να φύγει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Βγάλε το σκασμό, παλιοκόριτσο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εκτοξεύοντας απότομα τις κοφτερές σαν σπαθιές λέξεις, έβαλε τέλος στο ξέσπασμα της Άμι.---Κι αυτό ήταν το τέλος του αγώνα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Ου,...Ουου...Ουου...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι ντελικάτοι ώμοι της Άμι άρχισαν να τρέμουν με κάθε ανάσα που έπαιρνε. Καθώς το όμορφο πρόσωπό της συσπάστηκε, ‘Αχ, άσχημα τα πράγματα’---μουρμούρισε ο Κιταμούρα και σηκώθηκε, και με τον Ρυουτζί πίσω του επέστρεψε με γρήγορο βήμα στη θέση τους για να αντιμετωπίσουν αυτή την άβολη κατάσταση. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και τη στιγμή που τα δύο αγόρια έφταναν στη θέση τους, &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Γιου,»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σαν σκηνή από κοριτσίστικο κόμικ, η πλάτη της Άμι καθώς στρεφόταν προς το μέρος τους έμοιαζε με λουλούδι που άνοιγε---ή τουλάχιστον έτσι ένιωθε ο Ρυουτζί. Και ήταν εξίσου εξωπραγματικό καθώς η Άμι, με υπέροχα δραματικό ύφος,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Γιουσάκου~! Ουαααααα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έπεσε στο στήθος του Κιταμούρα κλαίγοντας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι ώμοι της τρανταζόντουσαν από τους λυγμούς, και παραπονιόταν με ασυνάρτητες λέξεις σαν παιδί, ‘Θέλω να πάω σπίτι’, και κοίταξε τον Κιταμούρα κατάματα με μάτια γεμάτα δάκρυα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ααααχ...γιατί δε μπορείτε να τα πάτε καλά για λίγη ώρα; Αν είναι δυνατόν...Τι φασαρία ήταν αυτή που έκανες, Αϊσάκα. Κι εσύ, Τακάσου. Πάω την Άμι σπίτι της.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με κατεβασμένο κεφάλι, ζαρωμένα φρύδια, και απολογητικό ύφος, ο Κιταμούρα στήριξε την Άμι πιάνοντας ταυτόχρονα επιδέξια την τσάντα της από το κάθισμα. Στη συνέχεια, αγνοώντας τις ματιές των υπόλοιπων πελατών, την τράβηξε προς την έξοδο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αφού έφυγαν,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Τα,...Τάιγκα...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Έλα, συγκρατήσου!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
‘Κέρδισα τη μάχη, αλλά έχασα τον πόλεμο’  ήταν ολοφάνερα αυτό που σκεφτόταν η Τάιγκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα χείλη της έδειχναν μια ελάχιστη δυσαρέσκεια ενώ τα μάτια της παρέμεναν αδειανά. Η Τάιγκα ήταν σαν άγαλμα του Βούδα...Τελείως σιωπηλή. Εκεί που είχαν φτάσει τα πράγματα, οποιαδήποτε λόγια παρηγοριάς και να έλεγε μάλλον θα ήταν άχρηστα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Κοίτα, εμ...εγώ είμαι. Μη στεναχωριέσαι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Για να ξέρεις, εγώ και ο Κιταμούρα τα είδαμε όλα. Ο Κιταμούρα ξέρει πως δεν ήσουν εσύ που φέρθηκες άσχημα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Κι όμως, παρόλο που τα είδε όλα αυτά, ο Κιταμούρα-κουν προστάτεψε με τόση καλοσύνη εκείνο το κορίτσι και την πήγε και σπίτι της.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Δε νομίζω πως την προστάτευε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Μα την κρατούσε τόσο ευγενικά, και την παρηγορούσε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Δεν την παρηγορούσε, νομίζω, αλλά...Ωχ!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ακούστηκε μια σερβιτόρα να τσιρίζει ταυτόχρονα με έναν ήχο γυαλιού που έσπαγε. Ένα πιάτο είχε πέσει στο πάτωμα και είχε γίνει κομμάτια, και ίσως από το ξάφνιασμα, τα πιτσιρίκια μέσα στο μαγαζί που μέχρι τότε έκαναν φασαρία ξένοιαστα, ξαφνικά ξέσπασαν σε κλάματα ουρλιάζοντας ‘Μπουαα!’. Ακολούθησε μια σειρά κραυγών «Αααχ!» και «Ουααα!» καθώς ο βραστήρας για το γάλα χάλασε ξαφνικά και άρχισε να περιλούζει με σταγόνες από βραστό γάλα τους πελάτες που περίμεναν στην ουρά, οι οποίοι σκόρπισαν τρομαγμένοι. Και μετά ακούστηκε ‘Κύριε διευθυντά! Η τουαλέτα είναι γεμάτη...Ουαααα~!’...Η φωνή του υπαλλήλου που δεν ήθελε να δει όσα είχαν γίνει αντήχησε για να εξαφανιστεί αμέσως.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Τη μισώ, αυτή τη γυναίκα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
-- Ολόκληρο το σώμα της Τάιγκα ανέδινε μια τρομακτικά έντονη δολοφονική διάθεση που θύμιζε αστραπή που σκόρπιζε μπλε σπίθες ολόγυρα. Ο Ρυουτζί ήταν ανίκανος να κάνει το παραμικρό σε μια τέτοια κατάσταση. Δάγκωνε τα χείλη της τόσο δυνατά ώστε είχαν χάσει το χρώμα τους, και οι σφιγμένες γροθιές της έτρεμαν, και,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ουα! Μην κλαις!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...~»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αν τουλάχιστον ήταν εκεί ο Κιταμούρα, θα υπήρχε μια ευκαιρία για κάποια άλλη εξέλιξη των πραγμάτων. Όπως είχε η κατάσταση τώρα, τα μάτια της Τάιγκα άρχισαν να γεμίζουν δάκρυα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μας κοιτάζουν ξέρεις, προσπάθησε να ηρεμήσεις!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ουουχ...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Βογγώντας σιγανά, η Τάιγκα έτριψε τα μάτια της με τα μανίκια της. Η κατάσταση είχε γίνει πολύ άβολη. Τότε ο Ρυουτζί, που το μόνο που ήθελε ήταν να χώσει το κεφάλι του στα χέρια του για να μη βλέπει, άκουσε το πιο υπέροχο πράγμα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ε; Τι τρέχει;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Μινορίν...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Μινόρι εμφανίστηκε από το πουθενά φορώντας ακόμα τη στολή της. Με μάτια ορθάνοιχτα από έκπληξη,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τάιγκα, δε φαίνεσαι καλά. Έγινε τίποτα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Δεν είναι τίποτα...Ε, εγώ πάω να πλύνω τα χέρια μου. Έπιασα κάτι βρώμικο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ωω, είναι μια ψόφια μύγα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Παραμέρισε για να περάσει η Τάιγκα, που στεκόταν όρθια δείχνοντας την παλάμη της. Έμεινε έτσι και την κοίταζε από πίσω για λίγο και μετά στράφηκε αργά προς τον Ρυουτζί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Αυτό το κορίτσι, τι τρέχει; Έγινε τίποτα όση ώρα έκανα διάλειμμα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Όχι ακριβώς...Τέλος πάντων, έγινε μια μικρή φασαρία.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν έχανε τα λόγια του μόνο από νευρικότητα αυτή τη φορά. Προσπαθούσε να βρει έναν τρόπο να εξηγήσει όσα είχαν γίνει. Απορούσε γιατί, από όλη την ημέρα, να τύχει να είναι η Μινόρι σε διάλειμμα εκείνη ακριβώς την ώρα. Με ανήσυχο ύφος, η σχεδόν απτόητη Μινόρι είπε,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Δεν ξέρω τι έγινε, αλλά θύμωσε στ’αλήθεια, έτσι δεν είναι...Είναι ασυνήθιστο για την ήμερη Τάιγκα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εε...Ήμερη;!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αναρωτήθηκε γιατί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και από όλη την ημέρα, ήταν εκείνη τη στιγμή που ο Ρυουτζί είχε μια ακόμα πιο έντονη αίσθηση τρόμου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Παρόλα όσα έγιναν, έκαναν τα ψώνια τους και γύρισαν στο σπίτι των Τακάσου. Καθώς ο Ρυουτζί ξεκίνησε να πλένει το ρύζι, η Τάιγκα ξαναβρήκε τη συνηθισμένη της διάθεση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Πιθανότατα δε θα την ξαναδώ άλλη φορά. Γιατί δε φαίνεται να έχει σχέση με τον Κιταμούρα-κουν. Και όπως και να το κάνουμε, δεν είναι αντάξιό μου να μπλέξω μαζί της.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Φτάνουν δύο λίτρα; Μήπως να φτιάξω δυόμισι καλύτερα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Δυόμισι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το πρόσωπό της έδειχνε σημεία δυσαρέσκειας, όμως η Τάιγκα είπε παίζοντας με το βάζο της ζάχαρης στη γωνιά της κουζίνας,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Όταν μεγαλώσω, θα μπορώ να συγκρατώ περισσότερο το θυμό μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Και αυτό το λέει κάποια που φτάνει στο σημείο να χαστουκίζει τους άλλους δημοσίως;...Έι, μην παίζεις με τη ζάχαρη.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μη γλείφεις το κουτάλι της ζάχαρης!»&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Eirini kl</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Toradora!_(Greek)&amp;diff=114386</id>
		<title>Toradora! (Greek)</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Toradora!_(Greek)&amp;diff=114386"/>
		<updated>2011-09-11T19:35:21Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Eirini kl: /* Τόμος 3 */&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;[[Image:Toradora! novel cover.jpg|200px|thumb|Volume 01 cover.]]&lt;br /&gt;
Ιστοσελίδα του έργου Toradora! (とらドラ！). &#039;Ολοι είναι ευπρόσδεκτοι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μπορείτε να διαβάσετε τη σειρά Toradora!  και στις ακόλουθες γλώσσες:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*[[Toradora!|English (Αγγλικά)]]&lt;br /&gt;
*[[Toradora! (German)|Deutsch (Γερμανικά)]]&lt;br /&gt;
*[[Toradora! (Español)|Español (Ισπανικά)]]&lt;br /&gt;
*[[Toradora (Italian)|Italiano (Ιταλικά)]]&lt;br /&gt;
*[[Toradora! (Russian)|Русский (Ρωσικά)]]&lt;br /&gt;
*[[Toradora! (Romanian)|Română (Ρουμανικά)]]&lt;br /&gt;
*[[Toradora (Saling Tagalog)|Wikang Tagalog (Ταγκαλόγκ)]]&lt;br /&gt;
*[[Toradora! (Turkish)|Türkçe (Τουρκικά)]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
(Σημείωση: Η πρόοδος της μετάφρασης διαφέρει για κάθε γλώσσα.) &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Περίληψη ιστορίας==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Ρυουτζί Τακάσου ξεκινάει το δεύτερο έτος του λυκείου προσπαθώντας να κάνει όσο καλύτερη εντύπωση μπορεί. Ωστόσο υπάρχει κάτι που τον βασανίζει: παρά την ευγενική του προσωπικότητα έχει κληρονομήσει τα τρομακτικά μάτια του μαφιόζου πατέρα του, κάτι που συχνά κάνει τους συμμαθητές του να τον παρεξηγούν. Όμως αυτό θα αλλάξει την πρώτη ημέρα της νέας σχολικής χρονιάς όταν κατά λάθος πέφτει πάνω στο πιο επικίνδυνο πλάσμα του σχολείου - την Τάιγκα Αισάκα, γνωστή και ως Τίγρη Μινιατούρα. Παρά το μικροσκοπικό της μέγεθος, η Τάιγκα έχει πολύ ατίθαση συμπεριφορά και όπου πάει την ακολουθεί η αιματηρή της φήμη, από την οποία προήλθε και το παρατσούκλι της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μετά την άτυχη συνάντησή του με την Τάιγκα, ο Ρυουτζί κάνει ό,τι μπορεί για να την αποφύγει. Ωστόσο κατά τύχη ανακαλύπτει ότι η Τάιγκα είναι ερωτευμένη με τον καλύτερό του φίλο Γιουσάκου Κιταμούρα, ενώ και η Τάιγκα μαθαίνει ότι είναι ερωτευμένος με τη δική της καλύτερη φίλη Μινόρι Κουσιέντα. Και έτσι η Τάιγκα αποφασίζει να κάνει τον Ρυουτζί ένα είδος &amp;quot;προσωπικού υπηρέτη&amp;quot; που θα τη βοηθήσει να τα φτιάξει με τον Κιταμούρα, και σε αντάλλαγμα, προσφέρεται να τον βοηθήσει να έρθει πιο κοντά με τη Μινόρι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μια και τα σπίτια τους τυχαίνει να βρίσκονται κοντά, και λόγω της μανίας του Ρυουτζί για την καθαριότητα και τη νοικοκυροσύνη, η Τάιγκα καταλήγει να περνάει σχεδόν όλο το χρόνο της στο σπίτι του Ρυουτζί, εκτός από τις ώρες του ύπνου. Με τον καιρό, ο Ρυουτζί βλέπει μια πλευρά της Τάιγκα που οι περισσότεροι αγνοούν, και η σχέση τους γίνεται τόσο στενή ώστε αρχίζουν να κυκλοφορούν φήμες ότι οι δυο τους είναι ζευγάρι.&lt;br /&gt;
Έτσι ξεκινάει η σύγκρουση ανάμεσα στην Τίγρη και το Δράκο - το Toradora!&lt;br /&gt;
== Μετάφραση ==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
=== [[Toradora! (Greek): Registration Page|Ελληνικά]] ===&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όσοι επιθυμούν να συμβάλλουν οφείλουν να ειδοποιήσουν έναν υπεύθυνο πρωτύτερα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Ζητάμε από τους μεταφραστές να αναφέρουν στη [[Toradora! (Greek): Registration Page|σελίδα εγγραφών]] τα κεφάλαια πάνω στα οποία εργάζονται&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Οδηγίες διαμόρφωσης===&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Κάθε Κεφάλαιο (μετά τη διόρθωση) πρέπει να συμβαδίζει με τις γενικές οδηγίες διαμόρφωσης.&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
*[[Format_guideline|Γενικές οδηγίες διαμόρφωσης]] (English)&lt;br /&gt;
*[[Toradora!: Naming Conventions|Αναγνωρισμένη ονοματολογία Toradora!]] (English)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Πρόοδος==&lt;br /&gt;
*Σεπτέμβριος 11, 2009 - Έναρξη έργου.&lt;br /&gt;
*Ιανουάριος 31, 2010 - Ολοκλήρωση Τόμου 1&lt;br /&gt;
*Σεπτέμβριος 11, 2011 - Ολοκλήρωση Τόμου 2&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Η σειρά &#039;&#039;Toradora!&#039;&#039; από την [http://en.wikipedia.org/wiki/Yuyuko_Takemiya Yuyuko Takemiya]==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 1===&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1 Illustrations|Εικόνες Μυθιστορήματος]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Chapter1|Κεφάλαιο 1]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Chapter2|Κεφάλαιο 2]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Chapter3|Κεφάλαιο 3]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Chapter4|Κεφάλαιο 4]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Chapter5|Κεφάλαιο 5]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Chapter6|Κεφάλαιο 6]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Author&#039;s Notes|Σημειώσεις του συγγραφέα]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Translator&#039;s Notes|Σημειώσεις του Μεταφραστή]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 2===&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2 Illustrations|Εικόνες Μυθιστορήματος]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Chapter1|Κεφάλαιο 1]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Chapter2|Κεφάλαιο 2]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Chapter3|Κεφάλαιο 3]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Chapter4|Κεφάλαιο 4]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Chapter5|Κεφάλαιο 5]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Chapter6|Κεφάλαιο 6]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Spin-off|Δευτερεύουσα ιστορία]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Author&#039;s Notes|Σημειώσεις του Συγγραφέα]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Translator&#039;s Notes|Σημειώσεις του Μεταφραστή]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 3===&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume3 Illustrations|Εικόνες Μυθιστορήματος]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume3_Chapter1|Κεφάλαιο 1]]&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 4===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 5===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Πρόλογος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 7&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 6===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 7===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 8===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 9===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Πρόλογος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 10===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Πρόλογος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Δευτερεύουσα ιστορία- Ο Ανεμοστρόβιλος της Ευτυχίας στο Χρώμα της Κερασιάς===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Ο Ανεμοστρόβιλος της Ευτυχίας στο Χρώμα της Κερασιάς&lt;br /&gt;
:::*Μέρος 1 - Μηχανισμός Πυροδότησης&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
:::*Μέρος 2 - Συναγερμός Εκτάκτου Ανάγκης&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
:::*Μέρος 3 - Ανεμοστρόβιλος F12 &lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Ο Θρύλος του Γρουσούζικου Αγοριού&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του Συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Δευτερεύουσα ιστορία 2  Καλοθρεμμένη Τίγρη το Φθινόπωρο===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Καλοθρεμμένη Τίγρη το Φθινόπωρο&lt;br /&gt;
::*Όταν φτάνει η άνοιξη, ας πάμε στη Γκούνμα！ &lt;br /&gt;
::*Το τέλος των καλοκαιρινών διακοπών&lt;br /&gt;
::*Ήρθε το φθινόπωρο, ας πάμε στο αγρόκτημα！&lt;br /&gt;
::*Το κατοικίδιο του καθηγητή&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Δευτερεύουσα ιστορία 3  Δες το Μεσημεριανό μου===&lt;br /&gt;
::*[[Toradora!:Spin-Off_3_Illustrations|Εικόνες Μυθιστορήματος]]&lt;br /&gt;
::*Δες το Μεσημεριανό μου&lt;br /&gt;
::*Τίγρη Τίγρη&lt;br /&gt;
::*Κυριακή αλά Toradora&lt;br /&gt;
::*Καλωσήρθατε στην Ταβέρνα ο Δράκος&lt;br /&gt;
::*Καταφύγιο για τη Βροχή αλά Toradora&lt;br /&gt;
::*Η Επιτομή του Πολύ Άσχημου Τέλους&lt;br /&gt;
::*Γιάσουκο η Δράκαινα&lt;br /&gt;
::*Ο Αρχηγός&lt;br /&gt;
::*Τίγρη Μαϊμού&lt;br /&gt;
::*Ο Αόρατος Καταβροχθιστής Ράμεν&lt;br /&gt;
::*Υστερόγραφο&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Προσωπικό έργου==&lt;br /&gt;
&amp;lt;!--replace placeholder names with links to real ones, if any--&amp;gt;&lt;br /&gt;
*Project Administrator: &amp;lt;!--[[user:Administrator|Administrator]]--&amp;gt; (not assigned)&lt;br /&gt;
*Project Supervisor: [[user:Const2k|Const2k]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Μεταφραστές===&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
:*[[user:Eirini kl|Eirini kl]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Διορθωτές===&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
:&amp;lt;!--*[[user:Editor|Editor]]--&amp;gt; (not assigned)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όσοι editors γνωρίζουν καλά Αγγλικά και Ελληνικά είναι ευπρόσδεκτοι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Category:Alternative Languages]]&lt;br /&gt;
[[category:Greek]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Eirini kl</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Toradora!_(Greek):Volume3_Illustrations&amp;diff=114385</id>
		<title>Toradora! (Greek):Volume3 Illustrations</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Toradora!_(Greek):Volume3_Illustrations&amp;diff=114385"/>
		<updated>2011-09-11T19:34:28Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Eirini kl: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;These are color illustrations that were included in volume 3&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;gallery&amp;gt;&lt;br /&gt;
Image:Toradora vol03 001.jpg|&#039;&#039;&#039;Εξώφυλλο και ένθετο&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
Image:Toradora vol03 002.jpg|&#039;&#039;&#039;Οπισθόφυλλο και ένθετο&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
Image:Toradora vol03 003.jpg&lt;br /&gt;
Image:Toradora vol03 004.jpg&lt;br /&gt;
Image:Toradora vol03 005.jpg&lt;br /&gt;
Image:Toradora vol03 006.jpg&lt;br /&gt;
Image:Toradora vol03 007.jpg&lt;br /&gt;
Image:Toradora vol03 008-009.jpg&lt;br /&gt;
Image:Toradora vol03 010.jpg&lt;br /&gt;
Image:Toradora vol03 031.jpg|&#039;&#039;&#039;Σελίδα 031&#039;&#039;&#039;&amp;lt;br&amp;gt;&lt;br /&gt;
Image:Toradora vol03 059.jpg|&#039;&#039;&#039;Σελίδα 059&#039;&#039;&#039;&amp;lt;br&amp;gt;&lt;br /&gt;
Image:Toradora vol03 078.jpg|&#039;&#039;&#039;Σελίδα 078&#039;&#039;&#039;&amp;lt;br&amp;gt;&lt;br /&gt;
Image:Toradora vol03 101.jpg|&#039;&#039;&#039;Σελίδα 101&#039;&#039;&#039;&amp;lt;br&amp;gt;&lt;br /&gt;
Image:Toradora vol03 121.jpg|&#039;&#039;&#039;Σελίδα 121&#039;&#039;&#039;&amp;lt;br&amp;gt;&lt;br /&gt;
Image:Toradora vol03 141.jpg|&#039;&#039;&#039;Σελίδα 141&#039;&#039;&#039;&amp;lt;br&amp;gt;&lt;br /&gt;
Image:Toradora vol03 170.jpg|&#039;&#039;&#039;Σελίδα 170&#039;&#039;&#039;&amp;lt;br&amp;gt;&lt;br /&gt;
Image:Toradora vol03 207.jpg|&#039;&#039;&#039;Σελίδα 207&#039;&#039;&#039;&amp;lt;br&amp;gt;&lt;br /&gt;
Image:Toradora vol03 224.jpg|&#039;&#039;&#039;Σελίδα 224&#039;&#039;&#039;&amp;lt;br&amp;gt;&lt;br /&gt;
Image:Toradora vol03 236.jpg|&#039;&#039;&#039;Σελίδα 236&#039;&#039;&#039;&amp;lt;br&amp;gt;&lt;br /&gt;
&amp;lt;/gallery&amp;gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;noinclude&amp;gt;&lt;br /&gt;
{| border=&amp;quot;1&amp;quot; cellpadding=&amp;quot;5&amp;quot; cellspacing=&amp;quot;0&amp;quot; style=&amp;quot;margin: 1em 1em 1em 0; background: #f9f9f9; border: 1px #aaaaaa solid; padding: 0.2em; border-collapse: collapse;&amp;quot;&lt;br /&gt;
|-&lt;br /&gt;
| Επιστροφή σε [[Toradora! (Greek)|Αρχική σελίδα]]&lt;br /&gt;
| Εμπρός σε [[Toradora! (Greek):Volume3 Chapter1|Κεφάλαιο 1]]&lt;br /&gt;
|-&lt;br /&gt;
|}&lt;br /&gt;
&amp;lt;/noinclude&amp;gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Eirini kl</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Toradora!_(Greek):Volume3_Illustrations&amp;diff=114384</id>
		<title>Toradora! (Greek):Volume3 Illustrations</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Toradora!_(Greek):Volume3_Illustrations&amp;diff=114384"/>
		<updated>2011-09-11T19:33:13Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Eirini kl: Created page with &amp;quot;These are color illustrations that were included in volume 3  &amp;lt;gallery&amp;gt; Image:Toradora vol03 001.jpg|&amp;#039;&amp;#039;&amp;#039;Εξώφυλλο και ένθετο&amp;#039;&amp;#039;&amp;#039; Image:Toradora vol03 002.jpg|&amp;#039;&amp;#039;&amp;#039;Ο...&amp;quot;&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;These are color illustrations that were included in volume 3&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;gallery&amp;gt;&lt;br /&gt;
Image:Toradora vol03 001.jpg|&#039;&#039;&#039;Εξώφυλλο και ένθετο&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
Image:Toradora vol03 002.jpg|&#039;&#039;&#039;Οπισθόφυλλο και ένθετο&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
Image:Toradora vol03 003.jpg&lt;br /&gt;
Image:Toradora vol03 004.jpg&lt;br /&gt;
Image:Toradora vol03 005.jpg&lt;br /&gt;
Image:Toradora vol03 006.jpg&lt;br /&gt;
Image:Toradora vol03 007.jpg&lt;br /&gt;
Image:Toradora vol03 008-009.jpg&lt;br /&gt;
Image:Toradora vol03 010.jpg&lt;br /&gt;
Image:Toradora vol03 031.jpg|&#039;&#039;&#039;Σελίδα 031&#039;&#039;&#039;&amp;lt;br&amp;gt;&lt;br /&gt;
Image:Toradora vol03 059.jpg|&#039;&#039;&#039;Σελίδα 059&#039;&#039;&#039;&amp;lt;br&amp;gt;&lt;br /&gt;
Image:Toradora vol03 078.jpg|&#039;&#039;&#039;Σελίδα 078&#039;&#039;&#039;&amp;lt;br&amp;gt;&lt;br /&gt;
Image:Toradora vol03 101.jpg|&#039;&#039;&#039;Σελίδα 101&#039;&#039;&#039;&amp;lt;br&amp;gt;&lt;br /&gt;
Image:Toradora vol03 121.jpg|&#039;&#039;&#039;Σελίδα 121&#039;&#039;&#039;&amp;lt;br&amp;gt;&lt;br /&gt;
Image:Toradora vol03 141.jpg|&#039;&#039;&#039;Σελίδα 141&#039;&#039;&#039;&amp;lt;br&amp;gt;&lt;br /&gt;
Image:Toradora vol03 170.jpg|&#039;&#039;&#039;Σελίδα 170&#039;&#039;&#039;&amp;lt;br&amp;gt;&lt;br /&gt;
Image:Toradora vol03 207.jpg|&#039;&#039;&#039;Σελίδα 207&#039;&#039;&#039;&amp;lt;br&amp;gt;&lt;br /&gt;
Image:Toradora vol03 224.jpg|&#039;&#039;&#039;Σελίδα 224&#039;&#039;&#039;&amp;lt;br&amp;gt;&lt;br /&gt;
Image:Toradora vol03 236.jpg|&#039;&#039;&#039;Σελίδα 236&#039;&#039;&#039;&amp;lt;br&amp;gt;&lt;br /&gt;
&amp;lt;/gallery&amp;gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Eirini kl</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Toradora!_(Greek)&amp;diff=114383</id>
		<title>Toradora! (Greek)</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Toradora!_(Greek)&amp;diff=114383"/>
		<updated>2011-09-11T19:31:31Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Eirini kl: /* Τόμος 3 */&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;[[Image:Toradora! novel cover.jpg|200px|thumb|Volume 01 cover.]]&lt;br /&gt;
Ιστοσελίδα του έργου Toradora! (とらドラ！). &#039;Ολοι είναι ευπρόσδεκτοι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μπορείτε να διαβάσετε τη σειρά Toradora!  και στις ακόλουθες γλώσσες:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*[[Toradora!|English (Αγγλικά)]]&lt;br /&gt;
*[[Toradora! (German)|Deutsch (Γερμανικά)]]&lt;br /&gt;
*[[Toradora! (Español)|Español (Ισπανικά)]]&lt;br /&gt;
*[[Toradora (Italian)|Italiano (Ιταλικά)]]&lt;br /&gt;
*[[Toradora! (Russian)|Русский (Ρωσικά)]]&lt;br /&gt;
*[[Toradora! (Romanian)|Română (Ρουμανικά)]]&lt;br /&gt;
*[[Toradora (Saling Tagalog)|Wikang Tagalog (Ταγκαλόγκ)]]&lt;br /&gt;
*[[Toradora! (Turkish)|Türkçe (Τουρκικά)]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
(Σημείωση: Η πρόοδος της μετάφρασης διαφέρει για κάθε γλώσσα.) &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Περίληψη ιστορίας==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Ρυουτζί Τακάσου ξεκινάει το δεύτερο έτος του λυκείου προσπαθώντας να κάνει όσο καλύτερη εντύπωση μπορεί. Ωστόσο υπάρχει κάτι που τον βασανίζει: παρά την ευγενική του προσωπικότητα έχει κληρονομήσει τα τρομακτικά μάτια του μαφιόζου πατέρα του, κάτι που συχνά κάνει τους συμμαθητές του να τον παρεξηγούν. Όμως αυτό θα αλλάξει την πρώτη ημέρα της νέας σχολικής χρονιάς όταν κατά λάθος πέφτει πάνω στο πιο επικίνδυνο πλάσμα του σχολείου - την Τάιγκα Αισάκα, γνωστή και ως Τίγρη Μινιατούρα. Παρά το μικροσκοπικό της μέγεθος, η Τάιγκα έχει πολύ ατίθαση συμπεριφορά και όπου πάει την ακολουθεί η αιματηρή της φήμη, από την οποία προήλθε και το παρατσούκλι της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μετά την άτυχη συνάντησή του με την Τάιγκα, ο Ρυουτζί κάνει ό,τι μπορεί για να την αποφύγει. Ωστόσο κατά τύχη ανακαλύπτει ότι η Τάιγκα είναι ερωτευμένη με τον καλύτερό του φίλο Γιουσάκου Κιταμούρα, ενώ και η Τάιγκα μαθαίνει ότι είναι ερωτευμένος με τη δική της καλύτερη φίλη Μινόρι Κουσιέντα. Και έτσι η Τάιγκα αποφασίζει να κάνει τον Ρυουτζί ένα είδος &amp;quot;προσωπικού υπηρέτη&amp;quot; που θα τη βοηθήσει να τα φτιάξει με τον Κιταμούρα, και σε αντάλλαγμα, προσφέρεται να τον βοηθήσει να έρθει πιο κοντά με τη Μινόρι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μια και τα σπίτια τους τυχαίνει να βρίσκονται κοντά, και λόγω της μανίας του Ρυουτζί για την καθαριότητα και τη νοικοκυροσύνη, η Τάιγκα καταλήγει να περνάει σχεδόν όλο το χρόνο της στο σπίτι του Ρυουτζί, εκτός από τις ώρες του ύπνου. Με τον καιρό, ο Ρυουτζί βλέπει μια πλευρά της Τάιγκα που οι περισσότεροι αγνοούν, και η σχέση τους γίνεται τόσο στενή ώστε αρχίζουν να κυκλοφορούν φήμες ότι οι δυο τους είναι ζευγάρι.&lt;br /&gt;
Έτσι ξεκινάει η σύγκρουση ανάμεσα στην Τίγρη και το Δράκο - το Toradora!&lt;br /&gt;
== Μετάφραση ==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
=== [[Toradora! (Greek): Registration Page|Ελληνικά]] ===&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όσοι επιθυμούν να συμβάλλουν οφείλουν να ειδοποιήσουν έναν υπεύθυνο πρωτύτερα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Ζητάμε από τους μεταφραστές να αναφέρουν στη [[Toradora! (Greek): Registration Page|σελίδα εγγραφών]] τα κεφάλαια πάνω στα οποία εργάζονται&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Οδηγίες διαμόρφωσης===&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Κάθε Κεφάλαιο (μετά τη διόρθωση) πρέπει να συμβαδίζει με τις γενικές οδηγίες διαμόρφωσης.&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
*[[Format_guideline|Γενικές οδηγίες διαμόρφωσης]] (English)&lt;br /&gt;
*[[Toradora!: Naming Conventions|Αναγνωρισμένη ονοματολογία Toradora!]] (English)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Πρόοδος==&lt;br /&gt;
*Σεπτέμβριος 11, 2009 - Έναρξη έργου.&lt;br /&gt;
*Ιανουάριος 31, 2010 - Ολοκλήρωση Τόμου 1&lt;br /&gt;
*Σεπτέμβριος 11, 2011 - Ολοκλήρωση Τόμου 2&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Η σειρά &#039;&#039;Toradora!&#039;&#039; από την [http://en.wikipedia.org/wiki/Yuyuko_Takemiya Yuyuko Takemiya]==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 1===&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1 Illustrations|Εικόνες Μυθιστορήματος]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Chapter1|Κεφάλαιο 1]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Chapter2|Κεφάλαιο 2]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Chapter3|Κεφάλαιο 3]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Chapter4|Κεφάλαιο 4]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Chapter5|Κεφάλαιο 5]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Chapter6|Κεφάλαιο 6]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Author&#039;s Notes|Σημειώσεις του συγγραφέα]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Translator&#039;s Notes|Σημειώσεις του Μεταφραστή]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 2===&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2 Illustrations|Εικόνες Μυθιστορήματος]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Chapter1|Κεφάλαιο 1]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Chapter2|Κεφάλαιο 2]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Chapter3|Κεφάλαιο 3]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Chapter4|Κεφάλαιο 4]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Chapter5|Κεφάλαιο 5]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Chapter6|Κεφάλαιο 6]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Spin-off|Δευτερεύουσα ιστορία]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Author&#039;s Notes|Σημειώσεις του Συγγραφέα]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Translator&#039;s Notes|Σημειώσεις του Μεταφραστή]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 3===&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume3 Illustrations|Εικόνες Μυθιστορήματος]]&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 4===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 5===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Πρόλογος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 7&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 6===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 7===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 8===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 9===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Πρόλογος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 10===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Πρόλογος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Δευτερεύουσα ιστορία- Ο Ανεμοστρόβιλος της Ευτυχίας στο Χρώμα της Κερασιάς===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Ο Ανεμοστρόβιλος της Ευτυχίας στο Χρώμα της Κερασιάς&lt;br /&gt;
:::*Μέρος 1 - Μηχανισμός Πυροδότησης&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
:::*Μέρος 2 - Συναγερμός Εκτάκτου Ανάγκης&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
:::*Μέρος 3 - Ανεμοστρόβιλος F12 &lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Ο Θρύλος του Γρουσούζικου Αγοριού&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του Συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Δευτερεύουσα ιστορία 2  Καλοθρεμμένη Τίγρη το Φθινόπωρο===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Καλοθρεμμένη Τίγρη το Φθινόπωρο&lt;br /&gt;
::*Όταν φτάνει η άνοιξη, ας πάμε στη Γκούνμα！ &lt;br /&gt;
::*Το τέλος των καλοκαιρινών διακοπών&lt;br /&gt;
::*Ήρθε το φθινόπωρο, ας πάμε στο αγρόκτημα！&lt;br /&gt;
::*Το κατοικίδιο του καθηγητή&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Δευτερεύουσα ιστορία 3  Δες το Μεσημεριανό μου===&lt;br /&gt;
::*[[Toradora!:Spin-Off_3_Illustrations|Εικόνες Μυθιστορήματος]]&lt;br /&gt;
::*Δες το Μεσημεριανό μου&lt;br /&gt;
::*Τίγρη Τίγρη&lt;br /&gt;
::*Κυριακή αλά Toradora&lt;br /&gt;
::*Καλωσήρθατε στην Ταβέρνα ο Δράκος&lt;br /&gt;
::*Καταφύγιο για τη Βροχή αλά Toradora&lt;br /&gt;
::*Η Επιτομή του Πολύ Άσχημου Τέλους&lt;br /&gt;
::*Γιάσουκο η Δράκαινα&lt;br /&gt;
::*Ο Αρχηγός&lt;br /&gt;
::*Τίγρη Μαϊμού&lt;br /&gt;
::*Ο Αόρατος Καταβροχθιστής Ράμεν&lt;br /&gt;
::*Υστερόγραφο&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Προσωπικό έργου==&lt;br /&gt;
&amp;lt;!--replace placeholder names with links to real ones, if any--&amp;gt;&lt;br /&gt;
*Project Administrator: &amp;lt;!--[[user:Administrator|Administrator]]--&amp;gt; (not assigned)&lt;br /&gt;
*Project Supervisor: [[user:Const2k|Const2k]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Μεταφραστές===&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
:*[[user:Eirini kl|Eirini kl]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Διορθωτές===&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
:&amp;lt;!--*[[user:Editor|Editor]]--&amp;gt; (not assigned)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όσοι editors γνωρίζουν καλά Αγγλικά και Ελληνικά είναι ευπρόσδεκτοι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Category:Alternative Languages]]&lt;br /&gt;
[[category:Greek]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Eirini kl</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Toradora!_(Greek):_Registration_Page&amp;diff=114382</id>
		<title>Toradora! (Greek): Registration Page</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Toradora!_(Greek):_Registration_Page&amp;diff=114382"/>
		<updated>2011-09-11T19:28:56Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Eirini kl: /* Τόμος 3 */&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;Οδηγίες για τη διαδικασία εγγραφής:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*&amp;quot;Όποιος προλάβει πρώτος&amp;quot;: παρακαλώ καταγράψτε τα κεφάλαια που σκοπεύετε να μεταφράσετε εδώ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*Συνιστάται ο μέγιστος αριθμός κεφαλαίων πάνω στα οποία θα εργαστείτε να μην είναι περισσότερο από το μισό ενός τόμου&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*Ο μέγιστος αριθμός Μεταφραστών ανά τόμο είναι δύο&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*Ο μέγιστος αριθμός τόμων πάνω στους οποίους επιτρέπεται να εργάζεστε είναι ένας&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*Αυτό δεν είναι κάποιο δεσμευτικό συμβόλαιο του τύπου &amp;quot;Πρέπει οπωσδήποτε να κάνω την εργασία την οποία ανέλαβα&amp;quot;. Οι επιλογές που καταγράφονται εδώ είναι διαπραγματεύσιμες μεταξύ των μεταφραστών (συμπεριλαμβανομένων αυτών που τις ανέλαβαν).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Η σειρά &#039;&#039;Toradora!&#039;&#039; ==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 1===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 2===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039; &lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039; &lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039; &lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039; &lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039;  &lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
::*Δευτερεύουσα ιστορία - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα - [[user:Eirini kl|Eirini kl]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 3===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] &lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 4===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 5===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Πρόλογος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 7&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 6===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 7===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 8===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 9===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Πρόλογος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 10===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Πρόλογος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Δευτερεύουσα ιστορία- Ο Ανεμοστρόβιλος της Ευτυχίας στο Χρώμα της Κερασιάς===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Ο Ανεμοστρόβιλος της Ευτυχίας στο Χρώμα της Κερασιάς&lt;br /&gt;
:::*Μέρος 1 - Μηχανισμός Πυροδότησης&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
:::*Μέρος 2 - Συναγερμός Εκτάκτου Ανάγκης&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
:::*Μέρος 3 - Ανεμοστρόβιλος F12 &lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Ο Θρύλος του Γρουσούζικου Αγοριού&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του Συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Δευτερεύουσα ιστορία 2  - Καλοθρεμμένη Τίγρη το Φθινόπωρο===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Καλοθρεμμένη Τίγρη το Φθινόπωρο&lt;br /&gt;
::*Όταν Φτάνει η Άνοιξη, ας Πάμε στη Γκούνμα！ &lt;br /&gt;
::*Το Τέλος των Καλοκαιρινών Διακοπών&lt;br /&gt;
::*Ήρθε το Φθινόπωρο, Ας Πάμε στο Αγρόκτημα！&lt;br /&gt;
::*Το Κατοικίδιο του Καθηγητή&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Δευτερεύουσα ιστορία 3  Δες το Μεσημεριανό μου===&lt;br /&gt;
::*[[Toradora!:Spin-Off_3_Illustrations|Εικόνες Μυθιστορήματος]]&lt;br /&gt;
::*Δες το Μεσημεριανό μου&lt;br /&gt;
::*Τίγρη Τίγρη&lt;br /&gt;
::*Κυριακή αλά Toradora&lt;br /&gt;
::*Καλωσήρθατε στην Ταβέρνα ο Δράκος&lt;br /&gt;
::*Καταφύγιο για τη Βροχή αλά Toradora&lt;br /&gt;
::*Η Επιτομή του Πολύ Άσχημου Τέλους&lt;br /&gt;
::*Γιάσουκο η Δράκαινα&lt;br /&gt;
::*Ο Αρχηγός&lt;br /&gt;
::*Τίγρη Μαϊμού&lt;br /&gt;
::*Ο Αόρατος Καταβροχθιστής Ράμεν&lt;br /&gt;
::*Υστερόγραφο&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;noinclude&amp;gt;&lt;br /&gt;
{| border=&amp;quot;1&amp;quot; cellpadding=&amp;quot;5&amp;quot; cellspacing=&amp;quot;0&amp;quot; style=&amp;quot;margin: 1em 1em 1em 0; background: #f9f9f9; border: 1px #aaaaaa solid; padding: 0.2em; border-collapse: collapse;&amp;quot;&lt;br /&gt;
|-&lt;br /&gt;
| Επιστροφή σε [[Toradora! (Greek)|Αρχική σελίδα]]&lt;br /&gt;
|-&lt;br /&gt;
|}&lt;br /&gt;
&amp;lt;/noinclude&amp;gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Category:Registration Page]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Eirini kl</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Toradora!_(Greek)&amp;diff=114381</id>
		<title>Toradora! (Greek)</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Toradora!_(Greek)&amp;diff=114381"/>
		<updated>2011-09-11T19:28:11Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Eirini kl: /* Τόμος 3 */&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;[[Image:Toradora! novel cover.jpg|200px|thumb|Volume 01 cover.]]&lt;br /&gt;
Ιστοσελίδα του έργου Toradora! (とらドラ！). &#039;Ολοι είναι ευπρόσδεκτοι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μπορείτε να διαβάσετε τη σειρά Toradora!  και στις ακόλουθες γλώσσες:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*[[Toradora!|English (Αγγλικά)]]&lt;br /&gt;
*[[Toradora! (German)|Deutsch (Γερμανικά)]]&lt;br /&gt;
*[[Toradora! (Español)|Español (Ισπανικά)]]&lt;br /&gt;
*[[Toradora (Italian)|Italiano (Ιταλικά)]]&lt;br /&gt;
*[[Toradora! (Russian)|Русский (Ρωσικά)]]&lt;br /&gt;
*[[Toradora! (Romanian)|Română (Ρουμανικά)]]&lt;br /&gt;
*[[Toradora (Saling Tagalog)|Wikang Tagalog (Ταγκαλόγκ)]]&lt;br /&gt;
*[[Toradora! (Turkish)|Türkçe (Τουρκικά)]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
(Σημείωση: Η πρόοδος της μετάφρασης διαφέρει για κάθε γλώσσα.) &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Περίληψη ιστορίας==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Ρυουτζί Τακάσου ξεκινάει το δεύτερο έτος του λυκείου προσπαθώντας να κάνει όσο καλύτερη εντύπωση μπορεί. Ωστόσο υπάρχει κάτι που τον βασανίζει: παρά την ευγενική του προσωπικότητα έχει κληρονομήσει τα τρομακτικά μάτια του μαφιόζου πατέρα του, κάτι που συχνά κάνει τους συμμαθητές του να τον παρεξηγούν. Όμως αυτό θα αλλάξει την πρώτη ημέρα της νέας σχολικής χρονιάς όταν κατά λάθος πέφτει πάνω στο πιο επικίνδυνο πλάσμα του σχολείου - την Τάιγκα Αισάκα, γνωστή και ως Τίγρη Μινιατούρα. Παρά το μικροσκοπικό της μέγεθος, η Τάιγκα έχει πολύ ατίθαση συμπεριφορά και όπου πάει την ακολουθεί η αιματηρή της φήμη, από την οποία προήλθε και το παρατσούκλι της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μετά την άτυχη συνάντησή του με την Τάιγκα, ο Ρυουτζί κάνει ό,τι μπορεί για να την αποφύγει. Ωστόσο κατά τύχη ανακαλύπτει ότι η Τάιγκα είναι ερωτευμένη με τον καλύτερό του φίλο Γιουσάκου Κιταμούρα, ενώ και η Τάιγκα μαθαίνει ότι είναι ερωτευμένος με τη δική της καλύτερη φίλη Μινόρι Κουσιέντα. Και έτσι η Τάιγκα αποφασίζει να κάνει τον Ρυουτζί ένα είδος &amp;quot;προσωπικού υπηρέτη&amp;quot; που θα τη βοηθήσει να τα φτιάξει με τον Κιταμούρα, και σε αντάλλαγμα, προσφέρεται να τον βοηθήσει να έρθει πιο κοντά με τη Μινόρι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μια και τα σπίτια τους τυχαίνει να βρίσκονται κοντά, και λόγω της μανίας του Ρυουτζί για την καθαριότητα και τη νοικοκυροσύνη, η Τάιγκα καταλήγει να περνάει σχεδόν όλο το χρόνο της στο σπίτι του Ρυουτζί, εκτός από τις ώρες του ύπνου. Με τον καιρό, ο Ρυουτζί βλέπει μια πλευρά της Τάιγκα που οι περισσότεροι αγνοούν, και η σχέση τους γίνεται τόσο στενή ώστε αρχίζουν να κυκλοφορούν φήμες ότι οι δυο τους είναι ζευγάρι.&lt;br /&gt;
Έτσι ξεκινάει η σύγκρουση ανάμεσα στην Τίγρη και το Δράκο - το Toradora!&lt;br /&gt;
== Μετάφραση ==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
=== [[Toradora! (Greek): Registration Page|Ελληνικά]] ===&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όσοι επιθυμούν να συμβάλλουν οφείλουν να ειδοποιήσουν έναν υπεύθυνο πρωτύτερα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Ζητάμε από τους μεταφραστές να αναφέρουν στη [[Toradora! (Greek): Registration Page|σελίδα εγγραφών]] τα κεφάλαια πάνω στα οποία εργάζονται&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Οδηγίες διαμόρφωσης===&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Κάθε Κεφάλαιο (μετά τη διόρθωση) πρέπει να συμβαδίζει με τις γενικές οδηγίες διαμόρφωσης.&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
*[[Format_guideline|Γενικές οδηγίες διαμόρφωσης]] (English)&lt;br /&gt;
*[[Toradora!: Naming Conventions|Αναγνωρισμένη ονοματολογία Toradora!]] (English)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Πρόοδος==&lt;br /&gt;
*Σεπτέμβριος 11, 2009 - Έναρξη έργου.&lt;br /&gt;
*Ιανουάριος 31, 2010 - Ολοκλήρωση Τόμου 1&lt;br /&gt;
*Σεπτέμβριος 11, 2011 - Ολοκλήρωση Τόμου 2&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Η σειρά &#039;&#039;Toradora!&#039;&#039; από την [http://en.wikipedia.org/wiki/Yuyuko_Takemiya Yuyuko Takemiya]==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 1===&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1 Illustrations|Εικόνες Μυθιστορήματος]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Chapter1|Κεφάλαιο 1]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Chapter2|Κεφάλαιο 2]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Chapter3|Κεφάλαιο 3]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Chapter4|Κεφάλαιο 4]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Chapter5|Κεφάλαιο 5]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Chapter6|Κεφάλαιο 6]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Author&#039;s Notes|Σημειώσεις του συγγραφέα]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Translator&#039;s Notes|Σημειώσεις του Μεταφραστή]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 2===&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2 Illustrations|Εικόνες Μυθιστορήματος]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Chapter1|Κεφάλαιο 1]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Chapter2|Κεφάλαιο 2]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Chapter3|Κεφάλαιο 3]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Chapter4|Κεφάλαιο 4]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Chapter5|Κεφάλαιο 5]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Chapter6|Κεφάλαιο 6]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Spin-off|Δευτερεύουσα ιστορία]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Author&#039;s Notes|Σημειώσεις του Συγγραφέα]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Translator&#039;s Notes|Σημειώσεις του Μεταφραστή]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 3===&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2 Illustrations|Εικόνες Μυθιστορήματος]]&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 4===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 5===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Πρόλογος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 7&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 6===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 7===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 8===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 9===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Πρόλογος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 10===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Πρόλογος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Δευτερεύουσα ιστορία- Ο Ανεμοστρόβιλος της Ευτυχίας στο Χρώμα της Κερασιάς===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Ο Ανεμοστρόβιλος της Ευτυχίας στο Χρώμα της Κερασιάς&lt;br /&gt;
:::*Μέρος 1 - Μηχανισμός Πυροδότησης&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
:::*Μέρος 2 - Συναγερμός Εκτάκτου Ανάγκης&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
:::*Μέρος 3 - Ανεμοστρόβιλος F12 &lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Ο Θρύλος του Γρουσούζικου Αγοριού&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του Συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Δευτερεύουσα ιστορία 2  Καλοθρεμμένη Τίγρη το Φθινόπωρο===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Καλοθρεμμένη Τίγρη το Φθινόπωρο&lt;br /&gt;
::*Όταν φτάνει η άνοιξη, ας πάμε στη Γκούνμα！ &lt;br /&gt;
::*Το τέλος των καλοκαιρινών διακοπών&lt;br /&gt;
::*Ήρθε το φθινόπωρο, ας πάμε στο αγρόκτημα！&lt;br /&gt;
::*Το κατοικίδιο του καθηγητή&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Δευτερεύουσα ιστορία 3  Δες το Μεσημεριανό μου===&lt;br /&gt;
::*[[Toradora!:Spin-Off_3_Illustrations|Εικόνες Μυθιστορήματος]]&lt;br /&gt;
::*Δες το Μεσημεριανό μου&lt;br /&gt;
::*Τίγρη Τίγρη&lt;br /&gt;
::*Κυριακή αλά Toradora&lt;br /&gt;
::*Καλωσήρθατε στην Ταβέρνα ο Δράκος&lt;br /&gt;
::*Καταφύγιο για τη Βροχή αλά Toradora&lt;br /&gt;
::*Η Επιτομή του Πολύ Άσχημου Τέλους&lt;br /&gt;
::*Γιάσουκο η Δράκαινα&lt;br /&gt;
::*Ο Αρχηγός&lt;br /&gt;
::*Τίγρη Μαϊμού&lt;br /&gt;
::*Ο Αόρατος Καταβροχθιστής Ράμεν&lt;br /&gt;
::*Υστερόγραφο&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Προσωπικό έργου==&lt;br /&gt;
&amp;lt;!--replace placeholder names with links to real ones, if any--&amp;gt;&lt;br /&gt;
*Project Administrator: &amp;lt;!--[[user:Administrator|Administrator]]--&amp;gt; (not assigned)&lt;br /&gt;
*Project Supervisor: [[user:Const2k|Const2k]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Μεταφραστές===&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
:*[[user:Eirini kl|Eirini kl]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Διορθωτές===&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
:&amp;lt;!--*[[user:Editor|Editor]]--&amp;gt; (not assigned)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όσοι editors γνωρίζουν καλά Αγγλικά και Ελληνικά είναι ευπρόσδεκτοι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Category:Alternative Languages]]&lt;br /&gt;
[[category:Greek]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Eirini kl</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Toradora!_(Greek):_Registration_Page&amp;diff=114379</id>
		<title>Toradora! (Greek): Registration Page</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Toradora!_(Greek):_Registration_Page&amp;diff=114379"/>
		<updated>2011-09-11T19:26:48Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Eirini kl: /* Τόμος 3 */&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;Οδηγίες για τη διαδικασία εγγραφής:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*&amp;quot;Όποιος προλάβει πρώτος&amp;quot;: παρακαλώ καταγράψτε τα κεφάλαια που σκοπεύετε να μεταφράσετε εδώ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*Συνιστάται ο μέγιστος αριθμός κεφαλαίων πάνω στα οποία θα εργαστείτε να μην είναι περισσότερο από το μισό ενός τόμου&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*Ο μέγιστος αριθμός Μεταφραστών ανά τόμο είναι δύο&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*Ο μέγιστος αριθμός τόμων πάνω στους οποίους επιτρέπεται να εργάζεστε είναι ένας&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*Αυτό δεν είναι κάποιο δεσμευτικό συμβόλαιο του τύπου &amp;quot;Πρέπει οπωσδήποτε να κάνω την εργασία την οποία ανέλαβα&amp;quot;. Οι επιλογές που καταγράφονται εδώ είναι διαπραγματεύσιμες μεταξύ των μεταφραστών (συμπεριλαμβανομένων αυτών που τις ανέλαβαν).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Η σειρά &#039;&#039;Toradora!&#039;&#039; ==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 1===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 2===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039; &lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039; &lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039; &lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039; &lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039;  &lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
::*Δευτερεύουσα ιστορία - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα - [[user:Eirini kl|Eirini kl]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 3===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] &lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 4===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 5===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Πρόλογος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 7&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 6===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 7===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 8===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 9===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Πρόλογος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 10===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Πρόλογος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Δευτερεύουσα ιστορία- Ο Ανεμοστρόβιλος της Ευτυχίας στο Χρώμα της Κερασιάς===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Ο Ανεμοστρόβιλος της Ευτυχίας στο Χρώμα της Κερασιάς&lt;br /&gt;
:::*Μέρος 1 - Μηχανισμός Πυροδότησης&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
:::*Μέρος 2 - Συναγερμός Εκτάκτου Ανάγκης&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
:::*Μέρος 3 - Ανεμοστρόβιλος F12 &lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Ο Θρύλος του Γρουσούζικου Αγοριού&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του Συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Δευτερεύουσα ιστορία 2  - Καλοθρεμμένη Τίγρη το Φθινόπωρο===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Καλοθρεμμένη Τίγρη το Φθινόπωρο&lt;br /&gt;
::*Όταν Φτάνει η Άνοιξη, ας Πάμε στη Γκούνμα！ &lt;br /&gt;
::*Το Τέλος των Καλοκαιρινών Διακοπών&lt;br /&gt;
::*Ήρθε το Φθινόπωρο, Ας Πάμε στο Αγρόκτημα！&lt;br /&gt;
::*Το Κατοικίδιο του Καθηγητή&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Δευτερεύουσα ιστορία 3  Δες το Μεσημεριανό μου===&lt;br /&gt;
::*[[Toradora!:Spin-Off_3_Illustrations|Εικόνες Μυθιστορήματος]]&lt;br /&gt;
::*Δες το Μεσημεριανό μου&lt;br /&gt;
::*Τίγρη Τίγρη&lt;br /&gt;
::*Κυριακή αλά Toradora&lt;br /&gt;
::*Καλωσήρθατε στην Ταβέρνα ο Δράκος&lt;br /&gt;
::*Καταφύγιο για τη Βροχή αλά Toradora&lt;br /&gt;
::*Η Επιτομή του Πολύ Άσχημου Τέλους&lt;br /&gt;
::*Γιάσουκο η Δράκαινα&lt;br /&gt;
::*Ο Αρχηγός&lt;br /&gt;
::*Τίγρη Μαϊμού&lt;br /&gt;
::*Ο Αόρατος Καταβροχθιστής Ράμεν&lt;br /&gt;
::*Υστερόγραφο&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;noinclude&amp;gt;&lt;br /&gt;
{| border=&amp;quot;1&amp;quot; cellpadding=&amp;quot;5&amp;quot; cellspacing=&amp;quot;0&amp;quot; style=&amp;quot;margin: 1em 1em 1em 0; background: #f9f9f9; border: 1px #aaaaaa solid; padding: 0.2em; border-collapse: collapse;&amp;quot;&lt;br /&gt;
|-&lt;br /&gt;
| Επιστροφή σε [[Toradora! (Greek)|Αρχική σελίδα]]&lt;br /&gt;
|-&lt;br /&gt;
|}&lt;br /&gt;
&amp;lt;/noinclude&amp;gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Category:Registration Page]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Eirini kl</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Toradora!_(Greek):_Registration_Page&amp;diff=114378</id>
		<title>Toradora! (Greek): Registration Page</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Toradora!_(Greek):_Registration_Page&amp;diff=114378"/>
		<updated>2011-09-11T19:26:30Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Eirini kl: /* Τόμος 3 */&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;Οδηγίες για τη διαδικασία εγγραφής:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*&amp;quot;Όποιος προλάβει πρώτος&amp;quot;: παρακαλώ καταγράψτε τα κεφάλαια που σκοπεύετε να μεταφράσετε εδώ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*Συνιστάται ο μέγιστος αριθμός κεφαλαίων πάνω στα οποία θα εργαστείτε να μην είναι περισσότερο από το μισό ενός τόμου&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*Ο μέγιστος αριθμός Μεταφραστών ανά τόμο είναι δύο&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*Ο μέγιστος αριθμός τόμων πάνω στους οποίους επιτρέπεται να εργάζεστε είναι ένας&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*Αυτό δεν είναι κάποιο δεσμευτικό συμβόλαιο του τύπου &amp;quot;Πρέπει οπωσδήποτε να κάνω την εργασία την οποία ανέλαβα&amp;quot;. Οι επιλογές που καταγράφονται εδώ είναι διαπραγματεύσιμες μεταξύ των μεταφραστών (συμπεριλαμβανομένων αυτών που τις ανέλαβαν).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Η σειρά &#039;&#039;Toradora!&#039;&#039; ==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 1===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 2===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039; &lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039; &lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039; &lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039; &lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039;  &lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
::*Δευτερεύουσα ιστορία - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα - [[user:Eirini kl|Eirini kl]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 3===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] ::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 4===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 5===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Πρόλογος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 7&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 6===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 7===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 8===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 9===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Πρόλογος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 10===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Πρόλογος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Δευτερεύουσα ιστορία- Ο Ανεμοστρόβιλος της Ευτυχίας στο Χρώμα της Κερασιάς===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Ο Ανεμοστρόβιλος της Ευτυχίας στο Χρώμα της Κερασιάς&lt;br /&gt;
:::*Μέρος 1 - Μηχανισμός Πυροδότησης&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
:::*Μέρος 2 - Συναγερμός Εκτάκτου Ανάγκης&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
:::*Μέρος 3 - Ανεμοστρόβιλος F12 &lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Ο Θρύλος του Γρουσούζικου Αγοριού&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του Συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Δευτερεύουσα ιστορία 2  - Καλοθρεμμένη Τίγρη το Φθινόπωρο===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Καλοθρεμμένη Τίγρη το Φθινόπωρο&lt;br /&gt;
::*Όταν Φτάνει η Άνοιξη, ας Πάμε στη Γκούνμα！ &lt;br /&gt;
::*Το Τέλος των Καλοκαιρινών Διακοπών&lt;br /&gt;
::*Ήρθε το Φθινόπωρο, Ας Πάμε στο Αγρόκτημα！&lt;br /&gt;
::*Το Κατοικίδιο του Καθηγητή&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Δευτερεύουσα ιστορία 3  Δες το Μεσημεριανό μου===&lt;br /&gt;
::*[[Toradora!:Spin-Off_3_Illustrations|Εικόνες Μυθιστορήματος]]&lt;br /&gt;
::*Δες το Μεσημεριανό μου&lt;br /&gt;
::*Τίγρη Τίγρη&lt;br /&gt;
::*Κυριακή αλά Toradora&lt;br /&gt;
::*Καλωσήρθατε στην Ταβέρνα ο Δράκος&lt;br /&gt;
::*Καταφύγιο για τη Βροχή αλά Toradora&lt;br /&gt;
::*Η Επιτομή του Πολύ Άσχημου Τέλους&lt;br /&gt;
::*Γιάσουκο η Δράκαινα&lt;br /&gt;
::*Ο Αρχηγός&lt;br /&gt;
::*Τίγρη Μαϊμού&lt;br /&gt;
::*Ο Αόρατος Καταβροχθιστής Ράμεν&lt;br /&gt;
::*Υστερόγραφο&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;noinclude&amp;gt;&lt;br /&gt;
{| border=&amp;quot;1&amp;quot; cellpadding=&amp;quot;5&amp;quot; cellspacing=&amp;quot;0&amp;quot; style=&amp;quot;margin: 1em 1em 1em 0; background: #f9f9f9; border: 1px #aaaaaa solid; padding: 0.2em; border-collapse: collapse;&amp;quot;&lt;br /&gt;
|-&lt;br /&gt;
| Επιστροφή σε [[Toradora! (Greek)|Αρχική σελίδα]]&lt;br /&gt;
|-&lt;br /&gt;
|}&lt;br /&gt;
&amp;lt;/noinclude&amp;gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Category:Registration Page]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Eirini kl</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Toradora!_(Greek)&amp;diff=114377</id>
		<title>Toradora! (Greek)</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Toradora!_(Greek)&amp;diff=114377"/>
		<updated>2011-09-11T19:21:31Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Eirini kl: /* Πρόοδος */&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;[[Image:Toradora! novel cover.jpg|200px|thumb|Volume 01 cover.]]&lt;br /&gt;
Ιστοσελίδα του έργου Toradora! (とらドラ！). &#039;Ολοι είναι ευπρόσδεκτοι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μπορείτε να διαβάσετε τη σειρά Toradora!  και στις ακόλουθες γλώσσες:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*[[Toradora!|English (Αγγλικά)]]&lt;br /&gt;
*[[Toradora! (German)|Deutsch (Γερμανικά)]]&lt;br /&gt;
*[[Toradora! (Español)|Español (Ισπανικά)]]&lt;br /&gt;
*[[Toradora (Italian)|Italiano (Ιταλικά)]]&lt;br /&gt;
*[[Toradora! (Russian)|Русский (Ρωσικά)]]&lt;br /&gt;
*[[Toradora! (Romanian)|Română (Ρουμανικά)]]&lt;br /&gt;
*[[Toradora (Saling Tagalog)|Wikang Tagalog (Ταγκαλόγκ)]]&lt;br /&gt;
*[[Toradora! (Turkish)|Türkçe (Τουρκικά)]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
(Σημείωση: Η πρόοδος της μετάφρασης διαφέρει για κάθε γλώσσα.) &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Περίληψη ιστορίας==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Ρυουτζί Τακάσου ξεκινάει το δεύτερο έτος του λυκείου προσπαθώντας να κάνει όσο καλύτερη εντύπωση μπορεί. Ωστόσο υπάρχει κάτι που τον βασανίζει: παρά την ευγενική του προσωπικότητα έχει κληρονομήσει τα τρομακτικά μάτια του μαφιόζου πατέρα του, κάτι που συχνά κάνει τους συμμαθητές του να τον παρεξηγούν. Όμως αυτό θα αλλάξει την πρώτη ημέρα της νέας σχολικής χρονιάς όταν κατά λάθος πέφτει πάνω στο πιο επικίνδυνο πλάσμα του σχολείου - την Τάιγκα Αισάκα, γνωστή και ως Τίγρη Μινιατούρα. Παρά το μικροσκοπικό της μέγεθος, η Τάιγκα έχει πολύ ατίθαση συμπεριφορά και όπου πάει την ακολουθεί η αιματηρή της φήμη, από την οποία προήλθε και το παρατσούκλι της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μετά την άτυχη συνάντησή του με την Τάιγκα, ο Ρυουτζί κάνει ό,τι μπορεί για να την αποφύγει. Ωστόσο κατά τύχη ανακαλύπτει ότι η Τάιγκα είναι ερωτευμένη με τον καλύτερό του φίλο Γιουσάκου Κιταμούρα, ενώ και η Τάιγκα μαθαίνει ότι είναι ερωτευμένος με τη δική της καλύτερη φίλη Μινόρι Κουσιέντα. Και έτσι η Τάιγκα αποφασίζει να κάνει τον Ρυουτζί ένα είδος &amp;quot;προσωπικού υπηρέτη&amp;quot; που θα τη βοηθήσει να τα φτιάξει με τον Κιταμούρα, και σε αντάλλαγμα, προσφέρεται να τον βοηθήσει να έρθει πιο κοντά με τη Μινόρι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μια και τα σπίτια τους τυχαίνει να βρίσκονται κοντά, και λόγω της μανίας του Ρυουτζί για την καθαριότητα και τη νοικοκυροσύνη, η Τάιγκα καταλήγει να περνάει σχεδόν όλο το χρόνο της στο σπίτι του Ρυουτζί, εκτός από τις ώρες του ύπνου. Με τον καιρό, ο Ρυουτζί βλέπει μια πλευρά της Τάιγκα που οι περισσότεροι αγνοούν, και η σχέση τους γίνεται τόσο στενή ώστε αρχίζουν να κυκλοφορούν φήμες ότι οι δυο τους είναι ζευγάρι.&lt;br /&gt;
Έτσι ξεκινάει η σύγκρουση ανάμεσα στην Τίγρη και το Δράκο - το Toradora!&lt;br /&gt;
== Μετάφραση ==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
=== [[Toradora! (Greek): Registration Page|Ελληνικά]] ===&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όσοι επιθυμούν να συμβάλλουν οφείλουν να ειδοποιήσουν έναν υπεύθυνο πρωτύτερα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Ζητάμε από τους μεταφραστές να αναφέρουν στη [[Toradora! (Greek): Registration Page|σελίδα εγγραφών]] τα κεφάλαια πάνω στα οποία εργάζονται&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Οδηγίες διαμόρφωσης===&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Κάθε Κεφάλαιο (μετά τη διόρθωση) πρέπει να συμβαδίζει με τις γενικές οδηγίες διαμόρφωσης.&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
*[[Format_guideline|Γενικές οδηγίες διαμόρφωσης]] (English)&lt;br /&gt;
*[[Toradora!: Naming Conventions|Αναγνωρισμένη ονοματολογία Toradora!]] (English)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Πρόοδος==&lt;br /&gt;
*Σεπτέμβριος 11, 2009 - Έναρξη έργου.&lt;br /&gt;
*Ιανουάριος 31, 2010 - Ολοκλήρωση Τόμου 1&lt;br /&gt;
*Σεπτέμβριος 11, 2011 - Ολοκλήρωση Τόμου 2&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Η σειρά &#039;&#039;Toradora!&#039;&#039; από την [http://en.wikipedia.org/wiki/Yuyuko_Takemiya Yuyuko Takemiya]==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 1===&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1 Illustrations|Εικόνες Μυθιστορήματος]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Chapter1|Κεφάλαιο 1]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Chapter2|Κεφάλαιο 2]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Chapter3|Κεφάλαιο 3]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Chapter4|Κεφάλαιο 4]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Chapter5|Κεφάλαιο 5]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Chapter6|Κεφάλαιο 6]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Author&#039;s Notes|Σημειώσεις του συγγραφέα]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Translator&#039;s Notes|Σημειώσεις του Μεταφραστή]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 2===&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2 Illustrations|Εικόνες Μυθιστορήματος]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Chapter1|Κεφάλαιο 1]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Chapter2|Κεφάλαιο 2]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Chapter3|Κεφάλαιο 3]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Chapter4|Κεφάλαιο 4]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Chapter5|Κεφάλαιο 5]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Chapter6|Κεφάλαιο 6]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Spin-off|Δευτερεύουσα ιστορία]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Author&#039;s Notes|Σημειώσεις του Συγγραφέα]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Translator&#039;s Notes|Σημειώσεις του Μεταφραστή]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 3===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 4===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 5===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Πρόλογος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 7&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 6===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 7===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 8===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 9===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Πρόλογος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 10===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Πρόλογος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Δευτερεύουσα ιστορία- Ο Ανεμοστρόβιλος της Ευτυχίας στο Χρώμα της Κερασιάς===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Ο Ανεμοστρόβιλος της Ευτυχίας στο Χρώμα της Κερασιάς&lt;br /&gt;
:::*Μέρος 1 - Μηχανισμός Πυροδότησης&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
:::*Μέρος 2 - Συναγερμός Εκτάκτου Ανάγκης&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
:::*Μέρος 3 - Ανεμοστρόβιλος F12 &lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Ο Θρύλος του Γρουσούζικου Αγοριού&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του Συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Δευτερεύουσα ιστορία 2  Καλοθρεμμένη Τίγρη το Φθινόπωρο===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Καλοθρεμμένη Τίγρη το Φθινόπωρο&lt;br /&gt;
::*Όταν φτάνει η άνοιξη, ας πάμε στη Γκούνμα！ &lt;br /&gt;
::*Το τέλος των καλοκαιρινών διακοπών&lt;br /&gt;
::*Ήρθε το φθινόπωρο, ας πάμε στο αγρόκτημα！&lt;br /&gt;
::*Το κατοικίδιο του καθηγητή&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Δευτερεύουσα ιστορία 3  Δες το Μεσημεριανό μου===&lt;br /&gt;
::*[[Toradora!:Spin-Off_3_Illustrations|Εικόνες Μυθιστορήματος]]&lt;br /&gt;
::*Δες το Μεσημεριανό μου&lt;br /&gt;
::*Τίγρη Τίγρη&lt;br /&gt;
::*Κυριακή αλά Toradora&lt;br /&gt;
::*Καλωσήρθατε στην Ταβέρνα ο Δράκος&lt;br /&gt;
::*Καταφύγιο για τη Βροχή αλά Toradora&lt;br /&gt;
::*Η Επιτομή του Πολύ Άσχημου Τέλους&lt;br /&gt;
::*Γιάσουκο η Δράκαινα&lt;br /&gt;
::*Ο Αρχηγός&lt;br /&gt;
::*Τίγρη Μαϊμού&lt;br /&gt;
::*Ο Αόρατος Καταβροχθιστής Ράμεν&lt;br /&gt;
::*Υστερόγραφο&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Προσωπικό έργου==&lt;br /&gt;
&amp;lt;!--replace placeholder names with links to real ones, if any--&amp;gt;&lt;br /&gt;
*Project Administrator: &amp;lt;!--[[user:Administrator|Administrator]]--&amp;gt; (not assigned)&lt;br /&gt;
*Project Supervisor: [[user:Const2k|Const2k]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Μεταφραστές===&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
:*[[user:Eirini kl|Eirini kl]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Διορθωτές===&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
:&amp;lt;!--*[[user:Editor|Editor]]--&amp;gt; (not assigned)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όσοι editors γνωρίζουν καλά Αγγλικά και Ελληνικά είναι ευπρόσδεκτοι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Category:Alternative Languages]]&lt;br /&gt;
[[category:Greek]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Eirini kl</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Toradora!_(Greek):Volume2_Author%27s_Notes&amp;diff=114376</id>
		<title>Toradora! (Greek):Volume2 Author&#039;s Notes</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Toradora!_(Greek):Volume2_Author%27s_Notes&amp;diff=114376"/>
		<updated>2011-09-11T19:11:03Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Eirini kl: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;Είμαι η παχουλούλα «Γιου». Η αγαπημένη μου φράση είναι «Ε λοιπόν, γιατί δεν το λύνουμε με έναν αγώνα σούμο;!», πόθος μου είναι η αρένα του σούμο, και η ειδική μου κίνηση η διαπεραστική σφαλιάρα σούμο. Πώς σας φαίνεται, η σταθερότητα του κάτω μέρους του σώματός μου είναι...Λοιπόν, είστε ήδη αρκετά έκθαμβοι, σωστά;...Είναι όποιος προλάβει πρόλαβε, ξέρετε; (Μήνυμα στους επικεφαλής των ομάδων σούμο).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Λοιπόν, σε όλους όσους αγόρασαν το Toradora 2, θέλω να σας πω ένα μεγάλο ευχαριστώ! Αυτός ο δεύτερος τόμος είχε μερικά ακραία σημεία από δω κι από κει, αλλά σας άρεσε, σωστά; Θα συνεχίσω με τον επόμενο τόμο, γι’αυτό ελπίζω πραγματικά να έχω την υποστήριξη όλων σας! Για να σας προσφέρω μια ευχάριστη εμπειρία, δε με πειράζει ακόμα κι αν θυσιάσω τη ‘(νεότητα της επιδερμίδας μου)’ που είναι πολύτιμη για μένα σαν γυναίκα στο δαίμονα των αισθηματικών κωμωδιών...! Θα σας τη δώσω κι αυτή, πάρτε την! (Αναφορά στις γυναικείες ορμόνες).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τώρα, οι περισσότεροι το γνωρίζετε ήδη, αλλά το «Our Tamura-kun» βγαίνει σε συνέχειες στο Dengeki Comic Gao!. Ανυπομονώ να δω πώς θα είναι ο Tamura και οι άλλοι σε μάνγκα. Ελπίζω όλοι σας να το δεχτείτε μαζί με το «Toradora!».&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αυτά. Κατά τα άλλα, τρελαίνομαι για μακαρονάδα με αυγοτάραχο μπακαλιάρου. Κάθε μέρα αυτή η θεσπέσια λιχουδιά με κάνει να τρέμω από λαχτάρα...Ααχ, είναι τόσο αμαρτωλά νόστιμη. Αυτό που με παχαίνει ακόμα περισσότερο το χειμώνα είναι το μαργαριτάρι των πιροσκί, το απίστευτα νόστιμο πιροσκί Κινέζικο μπάρμπεκιου. Κι ακόμα...Λοιπόν, για να δούμε...πιροσκί μπάρμπεκιου, ή καλύτερα...ράμεν Κινέζικο μπάρμπεκιου...(πληθυντικός). Αφού τρώω αρκετά μπολ απ’αυτά κάθε μέρα, δεν είναι απορίας άξιο που παχαίνω έτσι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ωστόσο, δεν είναι ότι παχαίνω έτσι αβασάνιστα. Προσπάθησα να κάνω δίαιτα. Δίαιτα με λίγους υδρογονάνθρακες. Είχα ένα καθορισμένο εβδομαδιαίο διαιτολόγιο, αλλά μετά από μια ολόκληρη μέρα δίαιτας, το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ ήταν το ρύζι. Στο μυαλό μου δεν υπήρχε τίποτα άλλο εκτός από ρύζι. Ήταν εκατό τοις εκατό γεμάτο από αυτό το λευκό, πηχτό, και πεντανόστιμο πράγμα. Είχα ένα τηλεφώνημα από τον εκδότη μου σχετικά με τη δουλειά, αλλά το μυαλό μου δεν λειτουργούσε και δε μπορούσα καν να του απαντήσω. Πεινασμένη και κλαίγοντας, πήγα να πάρω τηλέφωνο τη μητέρα μου...ήθελα να ακούσω τη φωνή της...Ε τότε, σταμάτησα. Μέχρι κι οι εκδότες μου μου είπαν «Έχει αρχίσει να επηρεάζει τη δουλειά σου, γι’αυτό σταμάτα το επιτέλους.» , έτσι κι εγώ σταμάτησα να καταπιέζομαι στο φαγητό. Δεν θέλω άλλα πικρά δάκρυα! Γι’αυτό επιβεβαίωσα ξανά την αγάπη μου για το ρύζι...Ε;!...Αγάπη, ρύζι...Rabu, kome…;...Αφού σκέφτηκα κάτι τέτοιο, ίσως να έπρεπε να το εξηγήσω έτσι...; Στο μυαλό μου;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Λοιπόν, σε όλους τους αναγνώστες που μου έμειναν πιστοί μέχρι τώρα! Για μια ακόμα φορά, από τα βάθη της καρδιάς μου, θέλω να σας πω ένα μεγάλο ευχαριστώ. Σας αγαπάω όλους πάρα πολύ, θα ήθελα να μπορούσα να σας συστήσω όλους στην οικογένειά μου. Αν απολαμβάνετε έστω και λίγο τη δουλειά μου, αυτό με κάνει πολύ ευτυχισμένη. Επίσης, στον Yasu-sensei και τον εκδότη μου, ευχαριστώ που με φροντίζετε πάντα. Ελπίζω να συνεχίσουμε σαν ομάδα και στο μέλλον. Και τέλος, στην Kinoko Nasu-sensei που έβαλε το σχόλιο στο εξώφυλλο. Ευχαριστώ πολύ για το χρόνο σας. Αν είναι για τη Nasu-sensei,  δε με πειράζει αν με δουν με την περίφημη κόμμωση (μαλλιά τραβηγμένα σε κότσο) που περνάει από γενιά σε γενιά στην οικογένεια Takemiya…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Yuyuko Takemiya&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Eirini kl</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Toradora!_(Greek):Volume2_Author%27s_Notes&amp;diff=114375</id>
		<title>Toradora! (Greek):Volume2 Author&#039;s Notes</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Toradora!_(Greek):Volume2_Author%27s_Notes&amp;diff=114375"/>
		<updated>2011-09-11T19:09:46Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Eirini kl: Created page with &amp;quot;Είμαι η παχουλούλα «Γιου». Η αγαπημένη μου φράση είναι «Ε λοιπόν, γιατί δεν το λύνουμε με έναν αγώ...&amp;quot;&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;Είμαι η παχουλούλα «Γιου». Η αγαπημένη μου φράση είναι «Ε λοιπόν, γιατί δεν το λύνουμε με έναν αγώνα σούμο;!», πόθος μου είναι η αρένα του σούμο, και η ειδική μου κίνηση η διαπεραστική σφαλιάρα σούμο. Πώς σας φαίνεται, η σταθερότητα του κάτω μέρους του σώματός μου είναι...Λοιπόν, είστε ήδη αρκετά έκθαμβοι, σωστά;...Είναι όποιος προλάβει πρόλαβε, ξέρετε; (Μήνυμα στους επικεφαλής των ομάδων σούμο).&lt;br /&gt;
Λοιπόν, σε όλους όσους αγόρασαν το Toradora 2, θέλω να σας πω ένα μεγάλο ευχαριστώ! Αυτός ο δεύτερος τόμος είχε μερικά ακραία σημεία από δω κι από κει, αλλά σας άρεσε, σωστά; Θα συνεχίσω με τον επόμενο τόμο, γι’αυτό ελπίζω πραγματικά να έχω την υποστήριξη όλων σας! Για να σας προσφέρω μια ευχάριστη εμπειρία, δε με πειράζει ακόμα κι αν θυσιάσω τη ‘(νεότητα της επιδερμίδας μου)’ που είναι πολύτιμη για μένα σαν γυναίκα στο δαίμονα των αισθηματικών κωμωδιών...! Θα σας τη δώσω κι αυτή, πάρτε την! (Αναφορά στις γυναικείες ορμόνες).&lt;br /&gt;
Τώρα, οι περισσότεροι το γνωρίζετε ήδη, αλλά το «Our Tamura-kun» βγαίνει σε συνέχειες στο Dengeki Comic Gao!. Ανυπομονώ να δω πώς θα είναι ο Tamura και οι άλλοι σε μάνγκα. Ελπίζω όλοι σας να το δεχτείτε μαζί με το «Toradora!».&lt;br /&gt;
Αυτά. Κατά τα άλλα, τρελαίνομαι για μακαρονάδα με αυγοτάραχο μπακαλιάρου. Κάθε μέρα αυτή η θεσπέσια λιχουδιά με κάνει να τρέμω από λαχτάρα...Ααχ, είναι τόσο αμαρτωλά νόστιμη. Αυτό που με παχαίνει ακόμα περισσότερο το χειμώνα είναι το μαργαριτάρι των πιροσκί, το απίστευτα νόστιμο πιροσκί Κινέζικο μπάρμπεκιου. Κι ακόμα...Λοιπόν, για να δούμε...πιροσκί μπάρμπεκιου, ή καλύτερα...ράμεν Κινέζικο μπάρμπεκιου...(πληθυντικός). Αφού τρώω αρκετά μπολ απ’αυτά κάθε μέρα, δεν είναι απορίας άξιο που παχαίνω έτσι.&lt;br /&gt;
Ωστόσο, δεν είναι ότι παχαίνω έτσι αβασάνιστα. Προσπάθησα να κάνω δίαιτα. Δίαιτα με λίγους υδρογονάνθρακες. Είχα ένα καθορισμένο εβδομαδιαίο διαιτολόγιο, αλλά μετά από μια ολόκληρη μέρα δίαιτας, το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ ήταν το ρύζι. Στο μυαλό μου δεν υπήρχε τίποτα άλλο εκτός από ρύζι. Ήταν εκατό τοις εκατό γεμάτο από αυτό το λευκό, πηχτό, και πεντανόστιμο πράγμα. Είχα ένα τηλεφώνημα από τον εκδότη μου σχετικά με τη δουλειά, αλλά το μυαλό μου δεν λειτουργούσε και δε μπορούσα καν να του απαντήσω. Πεινασμένη και κλαίγοντας, πήγα να πάρω τηλέφωνο τη μητέρα μου...ήθελα να ακούσω τη φωνή της...Ε τότε, σταμάτησα. Μέχρι κι οι εκδότες μου μου είπαν «Έχει αρχίσει να επηρεάζει τη δουλειά σου, γι’αυτό σταμάτα το επιτέλους.» , έτσι κι εγώ σταμάτησα να καταπιέζομαι στο φαγητό. Δεν θέλω άλλα πικρά δάκρυα! Γι’αυτό επιβεβαίωσα ξανά την αγάπη μου για το ρύζι...Ε;!...Αγάπη, ρύζι...Rabu, kome…;...Αφού σκέφτηκα κάτι τέτοιο, ίσως να έπρεπε να το εξηγήσω έτσι...; Στο μυαλό μου;&lt;br /&gt;
Λοιπόν, σε όλους τους αναγνώστες που μου έμειναν πιστοί μέχρι τώρα! Για μια ακόμα φορά, από τα βάθη της καρδιάς μου, θέλω να σας πω ένα μεγάλο ευχαριστώ. Σας αγαπάω όλους πάρα πολύ, θα ήθελα να μπορούσα να σας συστήσω όλους στην οικογένειά μου. Αν απολαμβάνετε έστω και λίγο τη δουλειά μου, αυτό με κάνει πολύ ευτυχισμένη. Επίσης, στον Yasu-sensei και τον εκδότη μου, ευχαριστώ που με φροντίζετε πάντα. Ελπίζω να συνεχίσουμε σαν ομάδα και στο μέλλον. Και τέλος, στην Kinoko Nasu-sensei που έβαλε το σχόλιο στο εξώφυλλο. Ευχαριστώ πολύ για το χρόνο σας. Αν είναι για τη Nasu-sensei,  δε με πειράζει αν με δουν με την περίφημη κόμμωση (μαλλιά τραβηγμένα σε κότσο) που περνάει από γενιά σε γενιά στην οικογένεια Takemiya…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Yuyuko Takemiya&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Eirini kl</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Toradora!_(Greek):Volume2_Translator%27s_Notes&amp;diff=105572</id>
		<title>Toradora! (Greek):Volume2 Translator&#039;s Notes</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Toradora!_(Greek):Volume2_Translator%27s_Notes&amp;diff=105572"/>
		<updated>2011-07-17T13:58:20Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Eirini kl: Created page with &amp;quot;     &amp;#039;&amp;#039;&amp;#039;Κεφάλαιο 1&amp;#039;&amp;#039;&amp;#039;        &amp;#039;&amp;#039;&amp;#039;«Ο μέσος όρος μου στα μαθηματικά ήταν 17»&amp;#039;&amp;#039;&amp;#039; Στην Ιαπωνία, οι βαθμοί είναι με ά...&amp;quot;&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Κεφάλαιο 1&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;«Ο μέσος όρος μου στα μαθηματικά ήταν 17»&#039;&#039;&#039; Στην Ιαπωνία, οι βαθμοί είναι με άριστα το 100. Με άλλα λόγια η Γιάσουκο ήταν τελείως τούβλο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;«Άμι-τσαν»&#039;&#039;&#039; Όπως είπαμε και στις σημειώσεις του προηγούμενου τόμου, μερικές φορές οι γυναίκες χρησιμοποιούν αυτή την προσφώνηση όταν αναφέρονται στον εαυτό τους. Όταν πρόκειται για μεγάλες γυναίκες και όχι παιδιά, αυτό θεωρείται δείγμα αφέλειας ή φιλαρέσκειας, όπως στην περίπτωση της Άμι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Κεφάλαιο 3&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Το όνομα ‘Τάιγκα’, που ήταν κάπως τραβηγμένο για κορίτσι&#039;&#039;&#039; Στην Ιαπωνία, τα περισσότερα ονόματα χρησιμοποιούνται και για αγόρια και για κορίτσια. Υπάρχουν όμως και ονόματα που δίνονται συχνότερα ή και αποκλειστικά σε αγόρια ή σε κορίτσια. Το όνομα ‘Τάιγκα’ δίνεται και σε αγόρια και σε κορίτσια, αλλά συχνότερα σε αγόρια, και θεωρείται κάπως ‘αρρενωπό’.&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Eirini kl</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Toradora!_(Greek):_Registration_Page&amp;diff=105560</id>
		<title>Toradora! (Greek): Registration Page</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Toradora!_(Greek):_Registration_Page&amp;diff=105560"/>
		<updated>2011-07-17T10:44:13Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Eirini kl: /* Δευτερεύουσα ιστορία- Ο Ανεμοστρόβιλος της Ευτυχίας στο Χρώμα της Κερασιάς */&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;Οδηγίες για τη διαδικασία εγγραφής:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*&amp;quot;Όποιος προλάβει πρώτος&amp;quot;: παρακαλώ καταγράψτε τα κεφάλαια που σκοπεύετε να μεταφράσετε εδώ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*Συνιστάται ο μέγιστος αριθμός κεφαλαίων πάνω στα οποία θα εργαστείτε να μην είναι περισσότερο από το μισό ενός τόμου&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*Ο μέγιστος αριθμός Μεταφραστών ανά τόμο είναι δύο&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*Ο μέγιστος αριθμός τόμων πάνω στους οποίους επιτρέπεται να εργάζεστε είναι ένας&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*Αυτό δεν είναι κάποιο δεσμευτικό συμβόλαιο του τύπου &amp;quot;Πρέπει οπωσδήποτε να κάνω την εργασία την οποία ανέλαβα&amp;quot;. Οι επιλογές που καταγράφονται εδώ είναι διαπραγματεύσιμες μεταξύ των μεταφραστών (συμπεριλαμβανομένων αυτών που τις ανέλαβαν).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Η σειρά &#039;&#039;Toradora!&#039;&#039; ==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 1===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 2===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039; &lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039; &lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039; &lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039; &lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039;  &lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
::*Δευτερεύουσα ιστορία - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα - [[user:Eirini kl|Eirini kl]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 3===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 4===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 5===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Πρόλογος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 7&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 6===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 7===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 8===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 9===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Πρόλογος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 10===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Πρόλογος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Δευτερεύουσα ιστορία- Ο Ανεμοστρόβιλος της Ευτυχίας στο Χρώμα της Κερασιάς===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Ο Ανεμοστρόβιλος της Ευτυχίας στο Χρώμα της Κερασιάς&lt;br /&gt;
:::*Μέρος 1 - Μηχανισμός Πυροδότησης&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
:::*Μέρος 2 - Συναγερμός Εκτάκτου Ανάγκης&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
:::*Μέρος 3 - Ανεμοστρόβιλος F12 &lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Ο Θρύλος του Γρουσούζικου Αγοριού&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του Συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Δευτερεύουσα ιστορία 2  - Καλοθρεμμένη Τίγρη το Φθινόπωρο===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Καλοθρεμμένη Τίγρη το Φθινόπωρο&lt;br /&gt;
::*Όταν Φτάνει η Άνοιξη, ας Πάμε στη Γκούνμα！ &lt;br /&gt;
::*Το Τέλος των Καλοκαιρινών Διακοπών&lt;br /&gt;
::*Ήρθε το Φθινόπωρο, Ας Πάμε στο Αγρόκτημα！&lt;br /&gt;
::*Το Κατοικίδιο του Καθηγητή&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Δευτερεύουσα ιστορία 3  Δες το Μεσημεριανό μου===&lt;br /&gt;
::*[[Toradora!:Spin-Off_3_Illustrations|Εικόνες Μυθιστορήματος]]&lt;br /&gt;
::*Δες το Μεσημεριανό μου&lt;br /&gt;
::*Τίγρη Τίγρη&lt;br /&gt;
::*Κυριακή αλά Toradora&lt;br /&gt;
::*Καλωσήρθατε στην Ταβέρνα ο Δράκος&lt;br /&gt;
::*Καταφύγιο για τη Βροχή αλά Toradora&lt;br /&gt;
::*Η Επιτομή του Πολύ Άσχημου Τέλους&lt;br /&gt;
::*Γιάσουκο η Δράκαινα&lt;br /&gt;
::*Ο Αρχηγός&lt;br /&gt;
::*Τίγρη Μαϊμού&lt;br /&gt;
::*Ο Αόρατος Καταβροχθιστής Ράμεν&lt;br /&gt;
::*Υστερόγραφο&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;noinclude&amp;gt;&lt;br /&gt;
{| border=&amp;quot;1&amp;quot; cellpadding=&amp;quot;5&amp;quot; cellspacing=&amp;quot;0&amp;quot; style=&amp;quot;margin: 1em 1em 1em 0; background: #f9f9f9; border: 1px #aaaaaa solid; padding: 0.2em; border-collapse: collapse;&amp;quot;&lt;br /&gt;
|-&lt;br /&gt;
| Επιστροφή σε [[Toradora! (Greek)|Αρχική σελίδα]]&lt;br /&gt;
|-&lt;br /&gt;
|}&lt;br /&gt;
&amp;lt;/noinclude&amp;gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Category:Registration Page]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Eirini kl</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Toradora!_(Greek):_Registration_Page&amp;diff=105559</id>
		<title>Toradora! (Greek): Registration Page</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Toradora!_(Greek):_Registration_Page&amp;diff=105559"/>
		<updated>2011-07-17T10:42:32Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Eirini kl: /* Τόμος 2 */&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;Οδηγίες για τη διαδικασία εγγραφής:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*&amp;quot;Όποιος προλάβει πρώτος&amp;quot;: παρακαλώ καταγράψτε τα κεφάλαια που σκοπεύετε να μεταφράσετε εδώ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*Συνιστάται ο μέγιστος αριθμός κεφαλαίων πάνω στα οποία θα εργαστείτε να μην είναι περισσότερο από το μισό ενός τόμου&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*Ο μέγιστος αριθμός Μεταφραστών ανά τόμο είναι δύο&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*Ο μέγιστος αριθμός τόμων πάνω στους οποίους επιτρέπεται να εργάζεστε είναι ένας&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*Αυτό δεν είναι κάποιο δεσμευτικό συμβόλαιο του τύπου &amp;quot;Πρέπει οπωσδήποτε να κάνω την εργασία την οποία ανέλαβα&amp;quot;. Οι επιλογές που καταγράφονται εδώ είναι διαπραγματεύσιμες μεταξύ των μεταφραστών (συμπεριλαμβανομένων αυτών που τις ανέλαβαν).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Η σειρά &#039;&#039;Toradora!&#039;&#039; ==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 1===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 2===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039; &lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039; &lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039; &lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039; &lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039;  &lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6 - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
::*Δευτερεύουσα ιστορία - [[user:Eirini kl|Eirini kl]] - &#039;&#039;&#039;100 %&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα - [[user:Eirini kl|Eirini kl]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 3===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 4===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 5===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Πρόλογος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 7&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 6===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 7===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 8===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 9===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Πρόλογος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 10===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Πρόλογος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Δευτερεύουσα ιστορία- Ο Ανεμοστρόβιλος της Ευτυχίας στο Χρώμα της Κερασιάς===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Ο Ανεμοστρόβιλος της Ευτυχίας στο Χρώμα της Κερασιάς&lt;br /&gt;
:::*Μέρος 1 - Μηχανισμός Πυροδότησης&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
:::*Μέρος 2 - Συναγερμός Εκτάκτου Ανάγκης&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
:::*Μέρος 3 - Ανεμοστρόβιλος F12 &lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Ο Θρύλος του Άτυχου Μαύρου Αγοριού-Γάτα&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του Συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Δευτερεύουσα ιστορία 2  - Καλοθρεμμένη Τίγρη το Φθινόπωρο===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Καλοθρεμμένη Τίγρη το Φθινόπωρο&lt;br /&gt;
::*Όταν Φτάνει η Άνοιξη, ας Πάμε στη Γκούνμα！ &lt;br /&gt;
::*Το Τέλος των Καλοκαιρινών Διακοπών&lt;br /&gt;
::*Ήρθε το Φθινόπωρο, Ας Πάμε στο Αγρόκτημα！&lt;br /&gt;
::*Το Κατοικίδιο του Καθηγητή&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Δευτερεύουσα ιστορία 3  Δες το Μεσημεριανό μου===&lt;br /&gt;
::*[[Toradora!:Spin-Off_3_Illustrations|Εικόνες Μυθιστορήματος]]&lt;br /&gt;
::*Δες το Μεσημεριανό μου&lt;br /&gt;
::*Τίγρη Τίγρη&lt;br /&gt;
::*Κυριακή αλά Toradora&lt;br /&gt;
::*Καλωσήρθατε στην Ταβέρνα ο Δράκος&lt;br /&gt;
::*Καταφύγιο για τη Βροχή αλά Toradora&lt;br /&gt;
::*Η Επιτομή του Πολύ Άσχημου Τέλους&lt;br /&gt;
::*Γιάσουκο η Δράκαινα&lt;br /&gt;
::*Ο Αρχηγός&lt;br /&gt;
::*Τίγρη Μαϊμού&lt;br /&gt;
::*Ο Αόρατος Καταβροχθιστής Ράμεν&lt;br /&gt;
::*Υστερόγραφο&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;noinclude&amp;gt;&lt;br /&gt;
{| border=&amp;quot;1&amp;quot; cellpadding=&amp;quot;5&amp;quot; cellspacing=&amp;quot;0&amp;quot; style=&amp;quot;margin: 1em 1em 1em 0; background: #f9f9f9; border: 1px #aaaaaa solid; padding: 0.2em; border-collapse: collapse;&amp;quot;&lt;br /&gt;
|-&lt;br /&gt;
| Επιστροφή σε [[Toradora! (Greek)|Αρχική σελίδα]]&lt;br /&gt;
|-&lt;br /&gt;
|}&lt;br /&gt;
&amp;lt;/noinclude&amp;gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Category:Registration Page]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Eirini kl</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Toradora!_(Greek)&amp;diff=105558</id>
		<title>Toradora! (Greek)</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Toradora!_(Greek)&amp;diff=105558"/>
		<updated>2011-07-17T10:29:10Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Eirini kl: /* Τόμος 2 */&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;[[Image:Toradora! novel cover.jpg|200px|thumb|Volume 01 cover.]]&lt;br /&gt;
Ιστοσελίδα του έργου Toradora! (とらドラ！). &#039;Ολοι είναι ευπρόσδεκτοι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μπορείτε να διαβάσετε τη σειρά Toradora!  και στις ακόλουθες γλώσσες:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*[[Toradora!|English (Αγγλικά)]]&lt;br /&gt;
*[[Toradora! (German)|Deutsch (Γερμανικά)]]&lt;br /&gt;
*[[Toradora! (Español)|Español (Ισπανικά)]]&lt;br /&gt;
*[[Toradora (Italian)|Italiano (Ιταλικά)]]&lt;br /&gt;
*[[Toradora! (Russian)|Русский (Ρωσικά)]]&lt;br /&gt;
*[[Toradora! (Romanian)|Română (Ρουμανικά)]]&lt;br /&gt;
*[[Toradora (Saling Tagalog)|Wikang Tagalog (Ταγκαλόγκ)]]&lt;br /&gt;
*[[Toradora! (Turkish)|Türkçe (Τουρκικά)]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
(Σημείωση: Η πρόοδος της μετάφρασης διαφέρει για κάθε γλώσσα.) &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Περίληψη ιστορίας==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Ρυουτζί Τακάσου ξεκινάει το δεύτερο έτος του λυκείου προσπαθώντας να κάνει όσο καλύτερη εντύπωση μπορεί. Ωστόσο υπάρχει κάτι που τον βασανίζει: παρά την ευγενική του προσωπικότητα έχει κληρονομήσει τα τρομακτικά μάτια του μαφιόζου πατέρα του, κάτι που συχνά κάνει τους συμμαθητές του να τον παρεξηγούν. Όμως αυτό θα αλλάξει την πρώτη ημέρα της νέας σχολικής χρονιάς όταν κατά λάθος πέφτει πάνω στο πιο επικίνδυνο πλάσμα του σχολείου - την Τάιγκα Αισάκα, γνωστή και ως Τίγρη Μινιατούρα. Παρά το μικροσκοπικό της μέγεθος, η Τάιγκα έχει πολύ ατίθαση συμπεριφορά και όπου πάει την ακολουθεί η αιματηρή της φήμη, από την οποία προήλθε και το παρατσούκλι της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μετά την άτυχη συνάντησή του με την Τάιγκα, ο Ρυουτζί κάνει ό,τι μπορεί για να την αποφύγει. Ωστόσο κατά τύχη ανακαλύπτει ότι η Τάιγκα είναι ερωτευμένη με τον καλύτερό του φίλο Γιουσάκου Κιταμούρα, ενώ και η Τάιγκα μαθαίνει ότι είναι ερωτευμένος με τη δική της καλύτερη φίλη Μινόρι Κουσιέντα. Και έτσι η Τάιγκα αποφασίζει να κάνει τον Ρυουτζί ένα είδος &amp;quot;προσωπικού υπηρέτη&amp;quot; που θα τη βοηθήσει να τα φτιάξει με τον Κιταμούρα, και σε αντάλλαγμα, προσφέρεται να τον βοηθήσει να έρθει πιο κοντά με τη Μινόρι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μια και τα σπίτια τους τυχαίνει να βρίσκονται κοντά, και λόγω της μανίας του Ρυουτζί για την καθαριότητα και τη νοικοκυροσύνη, η Τάιγκα καταλήγει να περνάει σχεδόν όλο το χρόνο της στο σπίτι του Ρυουτζί, εκτός από τις ώρες του ύπνου. Με τον καιρό, ο Ρυουτζί βλέπει μια πλευρά της Τάιγκα που οι περισσότεροι αγνοούν, και η σχέση τους γίνεται τόσο στενή ώστε αρχίζουν να κυκλοφορούν φήμες ότι οι δυο τους είναι ζευγάρι.&lt;br /&gt;
Έτσι ξεκινάει η σύγκρουση ανάμεσα στην Τίγρη και το Δράκο - το Toradora!&lt;br /&gt;
== Μετάφραση ==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
=== [[Toradora! (Greek): Registration Page|Ελληνικά]] ===&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όσοι επιθυμούν να συμβάλλουν οφείλουν να ειδοποιήσουν έναν υπεύθυνο πρωτύτερα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Ζητάμε από τους μεταφραστές να αναφέρουν στη [[Toradora! (Greek): Registration Page|σελίδα εγγραφών]] τα κεφάλαια πάνω στα οποία εργάζονται&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Οδηγίες διαμόρφωσης===&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Κάθε Κεφάλαιο (μετά τη διόρθωση) πρέπει να συμβαδίζει με τις γενικές οδηγίες διαμόρφωσης.&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
*[[Format_guideline|Γενικές οδηγίες διαμόρφωσης]] (English)&lt;br /&gt;
*[[Toradora!: Naming Conventions|Αναγνωρισμένη ονοματολογία Toradora!]] (English)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Πρόοδος==&lt;br /&gt;
*Σεπτέμβριος 11, 2009 - Έναρξη έργου.&lt;br /&gt;
*Ιανουάριος 31, 2010 - Ολοκλήρωση Τόμου 1&lt;br /&gt;
*Φεβρουάριος 28, 2010 - Ολοκλήρωση Κεφαλαίου 1, Τόμος 2&lt;br /&gt;
*Απρίλιος 17, 2010 - Ολοκλήρωση Κεφαλαίου 2, Τόμος 2&lt;br /&gt;
*Μάιος 24, 2010 - Ολοκλήρωση Κεφαλαίου 3, Τόμος 2&lt;br /&gt;
*Ιούλιος 16, 2010 - Ολοκλήρωση Κεφαλαίου 4, Τόμος 2&lt;br /&gt;
*Οκτώβριος 11, 2010 - Ολοκλήρωση Κεφαλαίου 5 Τόμος 2&lt;br /&gt;
*Δεκέμβριος 24, 2010 - Ολοκλήρωση Κεφαλαίου 6, Τόμος 2&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Η σειρά &#039;&#039;Toradora!&#039;&#039; από την [http://en.wikipedia.org/wiki/Yuyuko_Takemiya Yuyuko Takemiya]==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 1===&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1 Illustrations|Εικόνες Μυθιστορήματος]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Chapter1|Κεφάλαιο 1]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Chapter2|Κεφάλαιο 2]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Chapter3|Κεφάλαιο 3]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Chapter4|Κεφάλαιο 4]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Chapter5|Κεφάλαιο 5]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Chapter6|Κεφάλαιο 6]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Author&#039;s Notes|Σημειώσεις του συγγραφέα]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Translator&#039;s Notes|Σημειώσεις του Μεταφραστή]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 2===&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2 Illustrations|Εικόνες Μυθιστορήματος]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Chapter1|Κεφάλαιο 1]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Chapter2|Κεφάλαιο 2]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Chapter3|Κεφάλαιο 3]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Chapter4|Κεφάλαιο 4]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Chapter5|Κεφάλαιο 5]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Chapter6|Κεφάλαιο 6]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Spin-off|Δευτερεύουσα ιστορία]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Author&#039;s Notes|Σημειώσεις του Συγγραφέα]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Translator&#039;s Notes|Σημειώσεις του Μεταφραστή]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 3===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 4===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 5===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Πρόλογος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 7&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 6===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 7===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 8===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 9===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Πρόλογος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 10===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Πρόλογος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Δευτερεύουσα ιστορία- Ο Ανεμοστρόβιλος της Ευτυχίας στο Χρώμα της Κερασιάς===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Ο Ανεμοστρόβιλος της Ευτυχίας στο Χρώμα της Κερασιάς&lt;br /&gt;
:::*Μέρος 1 - Μηχανισμός Πυροδότησης&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
:::*Μέρος 2 - Συναγερμός Εκτάκτου Ανάγκης&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
:::*Μέρος 3 - Ανεμοστρόβιλος F12 &lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Ο Θρύλος του Γρουσούζικου Αγοριού&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του Συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Δευτερεύουσα ιστορία 2  Καλοθρεμμένη Τίγρη το Φθινόπωρο===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Καλοθρεμμένη Τίγρη το Φθινόπωρο&lt;br /&gt;
::*Όταν φτάνει η άνοιξη, ας πάμε στη Γκούνμα！ &lt;br /&gt;
::*Το τέλος των καλοκαιρινών διακοπών&lt;br /&gt;
::*Ήρθε το φθινόπωρο, ας πάμε στο αγρόκτημα！&lt;br /&gt;
::*Το κατοικίδιο του καθηγητή&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Δευτερεύουσα ιστορία 3  Δες το Μεσημεριανό μου===&lt;br /&gt;
::*[[Toradora!:Spin-Off_3_Illustrations|Εικόνες Μυθιστορήματος]]&lt;br /&gt;
::*Δες το Μεσημεριανό μου&lt;br /&gt;
::*Τίγρη Τίγρη&lt;br /&gt;
::*Κυριακή αλά Toradora&lt;br /&gt;
::*Καλωσήρθατε στην Ταβέρνα ο Δράκος&lt;br /&gt;
::*Καταφύγιο για τη Βροχή αλά Toradora&lt;br /&gt;
::*Η Επιτομή του Πολύ Άσχημου Τέλους&lt;br /&gt;
::*Γιάσουκο η Δράκαινα&lt;br /&gt;
::*Ο Αρχηγός&lt;br /&gt;
::*Τίγρη Μαϊμού&lt;br /&gt;
::*Ο Αόρατος Καταβροχθιστής Ράμεν&lt;br /&gt;
::*Υστερόγραφο&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Προσωπικό έργου==&lt;br /&gt;
&amp;lt;!--replace placeholder names with links to real ones, if any--&amp;gt;&lt;br /&gt;
*Project Administrator: &amp;lt;!--[[user:Administrator|Administrator]]--&amp;gt; (not assigned)&lt;br /&gt;
*Project Supervisor: [[user:Const2k|Const2k]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Μεταφραστές===&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
:*[[user:Eirini kl|Eirini kl]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Διορθωτές===&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
:&amp;lt;!--*[[user:Editor|Editor]]--&amp;gt; (not assigned)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όσοι editors γνωρίζουν καλά Αγγλικά και Ελληνικά είναι ευπρόσδεκτοι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Category:Alternative Languages]]&lt;br /&gt;
[[category:Greek]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Eirini kl</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Toradora!_(Greek):Volume2_Spin-off&amp;diff=105557</id>
		<title>Toradora! (Greek):Volume2 Spin-off</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Toradora!_(Greek):Volume2_Spin-off&amp;diff=105557"/>
		<updated>2011-07-17T10:25:05Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Eirini kl: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&#039;&#039;&#039;Δευτερεύουσα ιστορία&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Ο θρύλος της Τίγρης Μινιατούρας που φέρνει ευτυχία&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο τρίτος όροφος του παλιού σχολικού κτιρίου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αν και τα μαθήματα είχαν μόλις τελειώσει, ο διάδρομος ήταν κιόλας μισοσκότεινος και δε φαινόταν κανένας άλλος μαθητής. Οι λάμπες φθορισμού στο ταβάνι κατά διαστήματα βούιζαν και αναβόσβηναν, φωτίζοντας με ένα καταθλιπτικό φως το ήδη μελαγχολικό πρόσωπο του Τομίε Κούτα καθώς βάδιζε στο διάδρομο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κάποια στιγμή έφτασε επιτέλους μπροστά σε μια πόρτα που είχε πάνω της ένα χαρτί κολλημένο με σελοτέιπ. Πάνω στο χαρτί ήταν γραμμένες βιαστικά με μολύβι μερικές λέξεις.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το χαρτί έγραφε, «Αίθουσα μαθητικού συμβουλίου».&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Χαα». Ο Κούτα αναστέναξε και κοίταξε με κουρασμένα μάτια το παλιό πόμολο της πόρτας. Αναρωτήθηκε, τι νόημα είχε να έρχεται εδώ κάθε μέρα---&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μπουαχαχαχα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Αυτή πρέπει να είναι η πρόεδρος.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οπισθοχώρησε άθελά του καθώς άκουσε το βροντερό γέλιο πίσω από την πόρτα, και δίστασε να μπει μέσα. Χωρίς να το σκεφτεί, στο μυαλό του ήρθε η εικόνα του ιδιοκτήτη αυτού του γέλιου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα αξιόπιστο άτομο που μερικές φορές επιδείκνυε μια πατρική, αυστηρή αγάπη...Κάτι σαν μεγαλύτερος αδελφός ή προπονητής, τέτοιοι όροι ταίριαζαν στην χαρακτηριστικά ‘αρρενωπή’ προσωπικότητα αυτού του ατόμου. Ο Κούτα είχε αποφασίσει ότι δεν μισούσε αυτό το είδος του ανθρώπου. Ωστόσο,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Με συγχωρείτε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με μια συνεχόμενη κίνηση άνοιξε την πόρτα και μπήκε στο δωμάτιο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έι! Άργησες, πρωτοετή! Άντε, κάτσε, κάτσε εκεί!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Εντάξει.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Είχαν ήδη μεσολαβήσει λίγες εβδομάδες από την πρώτη τους συνάντηση, αλλά ακόμα δε μπορούσε να το συνηθίσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι ξεψυχισμένη απάντηση είναι αυτή;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τσκ, έκανε η αρρενωπή προσωπικότητα που λεγόταν Σουμίρε Κάνου, συνοδεύοντας το πλατάγισμα της γλώσσας με ένα χαρούμενο, καλοσυνάτο χαμόγελο. Λέγοντάς του «Άντε, φάε», του πέταξε ένα γλυκό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όμως πέρα απ’αυτά, αυτό το άτομο ήταν,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Με συγχωρείς, πρόεδρε, έχω εδώ τα οικονομικά στοιχεία του προηγούμενου έτους.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ααα, δώστα να τους ρίξω μια ματιά.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με μακριά μεταξένια μαύρα μαλλιά που έπεφταν στους λεπτούς ώμους της, ωχρό πρόσωπο, και σοβαρό ύφος, ήταν η τέλεια εικόνα μιας Γιαπωνέζας καλλονής.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήταν η Σουμίρε Κάνου, η πρόεδρος του μαθητικού συμβουλίου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήταν επίσης μια άριστη μαθήτρια, που ποτέ δεν είχε παραχωρήσει σε άλλον την πρώτη θέση στη βαθμολογία από τότε που είχε έρθει στο σχολείο. Παρεμπιπτόντως, η αδελφή της Σάκουρα Κάνου που ήταν δύο χρόνια μικρότερη, ήταν πρωτοετής στο σχολείο, και όλοι οι μαθητές τις αποκαλούσαν ‘οι αδελφές Κάνου’. Αν και, σαν πρόεδρος και μεγαλύτερη, η Σουμίρε έμοιαζε περισσότερο σαν μεγαλύτερος αδελφός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έι, Κούτα. Πάλι έτρωγες μόνος σου σήμερα, έτσι δεν είναι; Έτυχε να περάσω από την τάξη σου και σε είδα ολομόναχο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Σε παρακαλώ να κοιτάς τη δουλειά σου.» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καθισμένη δίπλα στο παράθυρο με τα πόδια ανοιχτά και κρατώντας τα έγγραφα στο ένα χέρι, η Σουμίρε τον κοίταζε με ένα ειρωνικό χαμόγελο. Δε φαινόταν διατεθειμένη να τον αφήσει στην ησυχία του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ακόμα δεν έχεις κάνει φίλους; Παρόλο που κοντεύει να τελειώσει ο Μάιος; Δεν πάνε κιόλας δυο μήνες από τότε που ξεκίνησες το λύκειο;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν υπήρχε ίχνος συμπόνοιας στα λόγια που έβγαιναν από τα ρόδινα χείλη της. Ο Κούτα έμεινε σιωπηλός, γυρίζοντάς της την πλάτη του και κοιτάζοντας επίμονα την ατζέντα του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εσύ, ένας πρωτοετής, τολμάς να αγνοείς εμένα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έλα τώρα, πρόεδρε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αυτός που έσπευσε σε βοήθειά του ήταν ο δευτεροετής αντιπρόεδρος, ο Γιουσάκου Κιταμούρα. Με τα σοβαρά γυαλιά του με τον ασημένιο σκελετό να λάμπουν στον ήλιο, παρενέβη μιλώντας ήρεμα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ο Κούτα ξεκίνησε με ένα μήνα καθυστέρηση, επομένως πάει μόλις ένας μήνας που άρχισε το σχολείο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ααα, ναι, σωστά!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Σουμίρε χτύπησε τα χέρια της σαν να χειροκροτούσε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι έγινε, σε χτύπησε αυτοκίνητο τη μέρα πριν την τελετή έναρξης...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Όχι. Με χτύπησε αυτοκίνητο τη μέρα πριν τις εξετάσεις για το λύκειο που ήταν η πρώτη επιλογή μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Σωστά, σωστά, χμμ, α ναι θυμήθηκα τώρα, το σπίτι του γείτονά σας έπιασε φωτιά και εξαιτίας αυτού το δικό σου σπίτι πλημμύρισε...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Αυτό συνέβη την παραμονή της εκδρομής μου στο γυμνάσιο. Τη μέρα πριν την τελετή έναρξης του λυκείου, είχα έναν έντονο πονόκοιλο που τελικά αποδείχτηκε πως ήταν σκωληκοειδίτιδα, με αποτέλεσμα να πάθω κρίση σκωληκοειδίτιδας την ώρα που είχαμε βγει για φαγητό για να το γιορτάσουμε, και μετά να χτυπήσω πάνω σε ένα από τα γειτονικά τραπέζια και να λιποθυμήσω...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ααα! Και μετά μπήκες στο νοσοκομείο για ένα μήνα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
--- Ο Κούτα μπορούσε μόνο να κρεμάσει σιωπηλά το κεφάλι του καθώς τον έδειχνε με το δάχτυλο. Ήξερε ήδη τι θα έλεγε μετά η Σουμίρε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Σοβαρά τώρα, τραβάς τα ατυχήματα σαν μαγνήτης!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μπουαχαχαχα!...Μα τόσο αστείο το έβρισκε;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πρόεδρε, μη γελάς τόσο. Κάνεις τον Κούτα να αισθάνεται άσχημα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα ακατάσχετο γέλιο συνέχισε να ακούγεται μέχρι που παρενέβη ο Κιταμούρα, και μια δυο γενικές γραμματείς – δευτεροετείς – έκαναν πως ήταν πολύ απορροφημένες από τη δουλειά τους, όμως οι ώμοι τους τραντάζονταν από το σιωπηλό γέλιο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
‘Γέλα όσο θέλεις’, κατέβασε μούτρα ο Κούτα και γύρισε από την άλλη. Συγγνώμη που είμαι τόσο άτυχος. Πάντως, πραγματικά ήταν άτυχος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όποτε επρόκειτο να του συμβεί κάτι σημαντικό, ο Κούτα αναπόφευκτα θα υπέφερε από κάποιο ανελέητο χτύπημα της μοίρας. Από τότε που είχε γεννηθεί μέχρι σήμερα, έτσι ήταν πάντα. Παρεμπιπτόντως, η βιντεοκάμερα του πατέρα του είχε μείνει από μπαταρία τη στιγμή που γεννιόταν ο Κούτα, κι αυτό είχε αποσπάσει την προσοχή του μαιευτήρα, με αποτέλεσμα να του πέσει το νεογέννητο πάνω στο τραπέζι της αίθουσας τοκετών.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και έτσι είχε πάντοτε προβλήματα μέχρι σήμερα. Όπως και να είχε όμως, ήταν δική του η απόφαση να συμμετάσχει στο μαθητικό συμβούλιο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Επειδή είχε ξεκινήσει καθυστερημένα τη ζωτικής σημασίας είσοδό του στο λύκειο, ο Κούτα , χωρίς να το συνειδητοποιήσει, είχε ξεκόψει από τους υπόλοιπους. Μια και δεν ήταν εξαρχής ιδιαίτερα εύθυμος και ζωηρός, είχε σκεφτεί να γίνει μέλος μιας λέσχης για να κάνει φίλους, όμως είχε χάσει την περίοδο εγγραφής των πρωτοετών σε λέσχες και έτσι δεν είχε την ευκαιρία να γίνει μέλος σε κάποια λέσχη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν τον μισούσαν ή τίποτα τέτοιο, αλλά εξαιτίας όλων αυτών είχε καταλήξει να μην έχει καθόλου φίλους για να περνάει τον ελεύθερο χρόνο του. Μια μέρα καθώς αναρωτιόταν πώς είχε βρεθεί σε μια τόσο αξιοθρήνητη κατάσταση, ο Κούτα είδε ένα πόστερ που έλεγε:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ζητούνται βοηθοί γενικών καθηκόντων! Οι πρωτοετείς είναι ευπρόσδεκτοι! Μαθητικό συμβούλιο»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Βοηθός γενικών καθηκόντων...Βασικά, θεώρησε ότι αυτό σήμαινε απλώς να βοηθάει σε διάφορες δραστηριότητες. Δεν ήταν πως ενδιαφερόταν ιδιαίτερα να βοηθάει το μαθητικό συμβούλιο στις δουλειές του. Όμως, οι λέξεις ‘οι πρωτοετείς είναι ευπρόσδεκτοι’, του έκαναν μεγάλη εντύπωση εκείνη τη στιγμή. Σαν να ήταν ανοιχτή η πόρτα του τελευταίου βαγονιού του τρένου που είχε μόλις χάσει---Έτσι ένιωθε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Είχε ελπίσει πως θα μπορούσε να γίνει φίλος με άλλους πρωτοετείς βοηθούς. Ή τουλάχιστον, πως αν γινόταν μέλος του μαθητικού συμβουλίου, θα έπαυε να είναι ένα τίποτα όπως ήταν τώρα. Έτσι είχε νομίσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ακόμα θυμόταν καθαρά τη στιγμή που, αφού είχε μαζέψει όλο του το κουράγιο μπροστά στην πόρτα του μαθητικού συμβουλίου, είχε ανοίξει αυτή την πόρτα για πρώτη φορά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θυμήθηκε την πανέμορφη μαυρομάλλα Yamato Nadeshiko που είχε γυρίσει ξαφνιασμένη να τον κοιτάξει. Ούτε στα πιο τρελά του όνειρα δεν είχε φανταστεί πως θα δούλευε μαζί με μια τέτοια καλλονή στο μαθητικό συμβούλιο. Τι τυχερός που ήταν---έτσι είχε νομίσει. Όμως αυτή τον χαιρέτησε σαν άντρας, κραυγάζοντας «Γειαχαραντάν!» και σηκώνοντας ψηλά το χέρι της. Μετά έπεσε άκομψα σε μια καρέκλα με ανοιχτά τα πόδια, και είπε «Πρωτοετής, έτσι; Τι χαμπάρια; Έλα, κάτσε!», και έδειξε μια άδεια καρέκλα...Τα πόδια του Κούτα λύγιζαν. Μπροστά του είχε έναν αξιόπιστο ‘μεγάλο αδελφό’ μεταμφιεσμένο σε Yamato Nadeshiko.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Επιπλέον, δεν υπήρχαν άλλοι πρωτοετείς βοηθοί και ακόμα και ο υπεύθυνος καθηγητής της τάξης του αγνοούσε ότι υπήρχε τέτοια θέση στο μαθητικό συμβούλιο, γι’αυτό και αντέδρασε λέγοντας «Ε; Είσαι βοηθός είπες;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όμως δε μπορούσε να παραιτηθεί επειδή τα πράγματα δεν είχαν έρθει όπως ήλπιζε, κι έτσι ο Κούτα ήταν υποχρεωμένος να πηγαίνει στην αίθουσα του μαθητικού συμβουλίου κάθε μέρα χωρίς άλλο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πραγματικά ήταν άτυχος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«---Ααχ, αν μόνο μπορούσα να αγγίξω την Τίγρη Μινιατούρα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μονολόγησε φωναχτά, αφήνοντας ένα βαθύ αναστεναγμό. Όμως,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Χμ;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Κιταμούρα ανταποκρίθηκε αμέσως.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τώρα μόλις, είπες κάτι για την Τίγρη Μινιατούρα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Κιταμούρα-σενπάι, ξέρεις για την Τίγρη Μινιατούρα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μην απαντάς σε μια ερώτηση με μια άλλη ερώτηση.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Κιταμούρα έδωσε μια ελαφριά καρπαζιά στο κεφάλι του Κούτα με την άκρη του σημειωματάριου της Σουμίρε, εν είδει φιλικής επίπληξης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έι!...Τι κάνεις; Δεν μπόρεσα να κρατηθώ, γιατί θέλω πολύ να μάθω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με την άκρη του σημειωματάριου ακουμπισμένη στο κεφάλι του Κούτα, άρχισε να το σέρνει γρήγορα μπρος πίσω, σαν πριόνι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ααχ, κ-καίει!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μην παίρνεις αψήφιστα το σημειωματάριο, κατά βάση είναι ξύλο ξέρεις. Τι θέλεις να μάθεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τ, τι βίαιος...Απλώς πρόκειται για κάτι που έλεγαν τα παιδιά στην τάξη μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
---Με δυο λόγια, είχε ακούσει ότι αν άγγιζε κανείς την Τίγρη Μινιατούρα, θα είχε καλοτυχία για όλα του τα χρόνια στο λύκειο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Κούτα είχε ακούσει γι’αυτό σαν ένα από τα επτά θαύματα του σχολείου εκείνη τη μέρα, την ώρα περίπου που η Σουμίρε τον είχε δει να κάθεται μόνο του στο απογευματινό διάλειμμα. Το είχε ακούσει από μια παρέα αγοριών που φλυαρούσε πίσω του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Χμμ. Και επειδή είσαι τόσο άτυχος, σκέφτηκες να το δοκιμάσεις, αλλά επειδή δεν είστε φίλοι, δε μπορούσες να τους ζητήσεις λεπτομέρειες, τώρα κατάλαβα τι έγινε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι ντροπιάρης.» Όταν άκουσε τη Σουμίρε που ξανάρχισε να μιλάει, ο Κούτα της γύρισε την πλάτη για άλλη μια φορά και μουρμούρισε κατσουφιασμένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εντάξει, φτάνει. Σταματήστε μ’αυτό το θέμα σας παρακαλώ...Απλώς αναρωτιόμουν γι’αυτό. Έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα. Είναι σίγουρα απλώς μια ιστορία.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Όχι, κάνεις λάθος.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η φωνή του Κιταμούρα αντήχησε απόκοσμα στο δωμάτιο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Η Τίγρη Μινιατούρα υπάρχει στ’αλήθεια. Την έχω δει με τα μάτια μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εε;! Μου λες αλήθεια;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Προς μεγάλη του έκπληξη, η Σουμίρε σήκωσε κι αυτή το χέρι της,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Κι εγώ την έχω δει.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κι άλλα μέλη σήκωσαν τα χέρια τους μετά την πρόεδρο και είπαν πως υπάρχει, ανταλλάσσοντας ματιές μεταξύ τους.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ώστε όλοι εσείς από τις μεγαλύτερες τάξεις λέτε πως την έχετε δει;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ναι, είναι πολύ γνωστή σε μας τους δευτεροετείς...Όμως να υπάρχει θρύλος που να λέει ότι η Τίγρη Μινιατούρα φέρνει ευτυχία...Ώστε έχει πάρει τέτοιες διαστάσεις...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σαν να μη μπορούσε να κρατηθεί άλλο, ο Κιταμούρα άφησε ένα σιγανό γέλιο. Ακόμα και η Σουμίρε και οι άλλοι χαμογελούσαν παράξενα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Τ, τι σας έπιασε όλους...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μην καταλαβαίνοντας τι γινόταν και προσπαθώντας να βγάλει άκρη, ο Κούτα κοίταξε γύρω του με αβοήθητο ύφος, αλλά, &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Αυτό είναι!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αναφώνησε ξαφνικά η Σουμίρε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Κούτα, να πας να αγγίξεις την Τίγρη Μινιατούρα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Εε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Αν έχουμε κάποιον τόσο επιρρεπή στην ατυχία όσο εσύ εδώ, μπορεί να μεταδώσεις την κακοτυχία σου και στο υπόλοιπο συμβούλιο, σωστά; Λοιπόν, ως πρόεδρος σου δίνω αυτή την εντολή: οφείλεις να αγγίξεις την Τίγρη Μινιατούρα και να θεραπεύσεις την κακοτυχία σου, και δεν επιτρέπεται να αποτύχεις.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Ακόμα κι αν μου λες να θεραπεύσω την κακοτυχία μου, δεν ξέρω ούτε καν τι είναι η Τίγρη Μινιατούρα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Θα μπορούσες να ρωτήσεις τους συμμαθητές σου. Ξεκίνα να συγκεντρώνεις πληροφορίες το συντομότερο δυνατόν, από αύριο κιόλας.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Σαν δύσκολο μου φαίνεται.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κάνοντας «Τι πρά~γμα;», τα μάτια της Σουμίρε έγιναν κοφτερά σαν μαχαίρια, μέχρι που ο Κιταμούρα μπήκε πάλι στη μέση λέγοντας «Έλα τώρα,»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Υποθέτω πως είναι δύσκολο να σε ρίξουμε έτσι αβοήθητο στα βαθιά, τελικά. Κούτα, θα σου δώσω ένα στοιχείο για να σε βοηθήσω. Στην τάξη μου, τη 2-Γ, υπάρχει κάποια που λέγεται Κουσιέντα. Καλό θα ήταν να μιλήσεις μαζί της. Από όσο ξέρω, αυτή ξέρει περισσότερα από κάθε άλλον στο σχολείο για την Τίγρη Μινιατούρα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Κουσιέντα...σενπάι, έτσι τη λένε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Γνέφοντας καταφατικά, ο Κιταμούρα κοίταξε τον Κούτα με ένα καλοσυνάτο χαμόγελο, αλλά,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Κιταμούρα-σενπάι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Χμ;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Φαίνεται σαν να το διασκεδάζεις.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ναι, λιγάκι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα έξυπνα μάτια πίσω από εκείνα τα γυαλιά, έμοιαζαν να έχουν απύθμενο βάθος. Ακόμα και τώρα που χαμογελούσε, η ήρεμη ματιά του έμοιαζε να διαπερνά τον Κούτα ως τα βάθη της ψυχής του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Κούτα έβλεπε πάντα τον Κιταμούρα σαν έναν ευγενικό δευτεροετή, αλλά στην τελική, ήταν το δεξί χέρι της Σουμίρε---Ή μάλλον, για κάποιο λόγο ένιωθε ότι κάτι έτρεχε με όλους τους συγκεντρωμένους στην αίθουσα του μαθητικού συμβουλίου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο πρωταθλητής της γκαντεμιάς Κούτα έβαλε κατά μέρος τη δική του παραξενιά και έμεινε να κοιτάζει καχύποπτα τα πρόσωπα των μεγαλύτερων συμμαθητών του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;span style=&amp;quot;font-size: 300%; border: &amp;quot;&amp;gt;&amp;lt;center&amp;gt;* * *&amp;lt;/center&amp;gt;&amp;lt;/span&amp;gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κατάλαβες, Κούτα; Πρώτα απ’όλα, η Τίγρη Μινιατούρα είναι πραγματική. Δεύτερον, είναι πολύ άγρια, και γι’αυτό θα είναι πολύ δύσκολο να την αγγίξεις.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
---Αυτά τα στοιχεία του είχε δώσει η Σουμίρε, αποκαλώντας τα ‘ειδική προσφορά’. Όμως μόνο μ’αυτά, εξακολουθούσε να μη γνωρίζει τι ακριβώς ήταν αυτή η Τίγρη Μινιατούρα. Συνήθως, σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις, επρόκειτο για κανένα μπρούτζινο αγαλματάκι ή κάτι ανάλογο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Με δουλεύουν, το ξέρω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήταν την επόμενη μέρα, και ο Κούτα στεκόταν υπάκουα έξω από την πόρτα της τάξης 2-Γ. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όπως και να είχε, είχε αυστηρές διαταγές από τη Σουμίρε---Του είχε δηλώσει ξεκάθαρα ότι αν αγνοούσε τις εντολές της, οι συνέπειες θα ήταν πολύ δυσάρεστες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εμμ, με άλλα λόγια...Θα με απολύσεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αν επρόκειτο μόνο γι’αυτό, δε θα τον πείραζε και τόσο. Όμως,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Όχι. Θα σε υποχρεώσω να γίνεις ο επόμενος πρόεδρος του μαθητικού συμβουλίου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Δε θα έπρεπε ο επόμενος πρόεδρος να είναι ένας από τους δευτεροετείς;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Συγχαρητήρια! Θα είσαι ο πρώτος πρωτοετής πρόεδρος.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Δεν υπάρχει περίπτωση.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έτσι, κοιτάζοντας θλιμμένα το πάτωμα, κατευθύνθηκε ολομόναχος προς την τάξη της δευτέρας λυκείου. Εδώ και λίγη ώρα έριχνε κλεφτές ματιές μέσα, αλλά μη μπορώντας να βρει τον αξιόπιστο Κιταμούρα, είχε βρεθεί σε αδιέξοδο. Δε φαινόταν να μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο εκτός από το να φωνάξει κάποιον μόνος του και να του ζητήσει να τον πάει στην Κουσιέντα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εμμ, με συγχωρείτε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ναι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μαζεύοντας όλο του το θάρρος, φώναξε μια δευτεροετή που περνούσε. Γυρίζοντας να τον κοιτάξει, &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι συμβαίνει;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Είχε ένα φωτεινό χαμόγελο, και κοιτούσε τον Κούτα με καλοσυνάτα καστανά μάτια. Με το στρογγυλό της πρόσωπο να αστράφτει από ένα λαμπερό χαμόγελο, τα απαλά και γυαλιστερά ρόδινα χείλη, και την ειλικρινή και υγιή εμφάνισή της, ήταν τελείως διαφορετική από την τύπου ‘μεγάλος αδελφός’ εμφάνιση της προέδρου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Α, εμμ...ε, εγώ ψάχνω την Κουσιέντα-σενπάι που πρέπει να είναι σ’αυτήν»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εδώ~!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«την τάξη...Ε, ναι λοιπόν.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κοιτούσε το κορίτσι μπροστά του που είχε σηκώσει ψηλά το χέρι της. Ο Κούτα έγειρε ελαφρά το κεφάλι του. Χμμ, καθώς ξανασκεφτόταν τι είχε συμβεί, αυτή που φώναξε ξαφνικά «Εδώ~!» ήταν,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εγώ είμαι η Κουσιέντα~.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ναι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πραγματικά, ήταν ένα χαριτωμένο αλλά κάπως παράξενο κορίτσι...Ένιωσε να τον κυριεύει η απογοήτευση για άλλη μια φορά. Όλοι όσοι συναντούσε εδώ φαινόντουσαν να είναι παράξενοι, κι ο Κούτα αναρωτήθηκε αν αυτό ήταν άλλη μια εκδήλωση της συνεχούς κακοτυχίας του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έλα τώρα, τι είναι αυτό το ‘ναι’! Εσύ ήσουν που με φώναξες, ξέρεις!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τον σκούντησε στον ώμο με κάπως υπερβολική οικειότητα, κάνοντάς τον να παραπατήσει. Κατάφερε όμως να κρατηθεί όρθιος και κοίταξε κατευθείαν μπροστά. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Ο Κιταμούρα-σενπάι μου σύστησε να σε βρω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν ήθελε να υποστεί τις επιπλήξεις της Σουμίρε, επομένως για την ώρα έπρεπε να τα βγάλει πέρα με την Κουσιέντα. Όμως, &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ο Κιταμούρα-κουν; Μμμ, όμως εγώ δεν ξέρω τίποτα γι’αυτό, ξέρεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εε...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Κούτα έμεινε εκεί άφωνος, καθώς ξανάφερνε στη μνήμη του το πρόσωπο του διοπτροφόρου αντιπρόεδρου. Σκεφτόταν ότι θα έπρεπε να της εξηγήσει από την αρχή γιατί και πώς αναζητούσε την Τίγρη Μινιατούρα. Το όλο πράγμα ήταν αρκετά ντροπιαστικό. Ένας πρωτοετής να έρχεται στα καλά καθούμενα σε μια τάξη της δευτέρας και να ρωτάει «Πού μπορώ να βρω την Τίγρη Μινιατούρα;»---αυτό ήταν, πράγματι, κάπως...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έι, Κουσιέντα! Αυτός εκεί είναι ένας πρωτοετής, ο Τομίε Κούτα. Θέλει να μάθει για την Τίγρη Μινιατούρα, γι’αυτό του σύστησα εσένα. Θέλω να πω, εσύ ξέρεις τα πάντα γι’αυτό το θέμα. Λοιπόν, τα λέμε!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σαν περαστικό αεράκι, ο Κιταμούρα εμφανίστηκε από το πουθενά και εξήγησε όλα αυτά που ο Κούτα ντρεπόταν να ξεστομίσει και μετά εξαφανίστηκε εξίσου γρήγορα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το ίδιο γρήγορα, τα μάτια της Κουσιέντα έγιναν συννεφιασμένα και απόμακρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ώστε θέλεις να μάθεις για την Τίγρη Μινιατούρα...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Σενπάι, τι ύφος είναι αυτό;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μη μιλάς.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σαν για να κόψει το δρόμο διαφυγής του Κούτα, η Κουσιέντα άπλωσε τα μπράτσα της παραμένοντας μπροστά στην πόρτα. Το προηγούμενο λαμπερό χαμόγελό της είχε χαθεί εντελώς, και το είχε αντικαταστήσει μια αδειανή έκφραση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Όταν μάθεις για την Τίγρη Μινιατούρα, τι σκοπεύεις να κάνεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μιλώντας με μια επίτηδες χαμηλωμένη και βραχνή φωνή, τον κοίταξε ερευνητικά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Α, αυτό που...να προσπαθήσω να την αγγίξω...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Να αγγίξεις. Να την αγγίξεις. Θέλεις να αγγίξεις. Θέλεις να την αγγίξεις.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Το είπες τέσσερεις φορές, έτσι δεν είναι; Ε ναι λοιπόν.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Φιου~. Ο βαθύς αναστεναγμός που άφησε η Κουσιέντα χάιδεψε τα μαλλιά του Κούτα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Έχεις ασφάλεια; Εννοείται πως μιλάω για ασφάλεια ατυχημάτων.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έχω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Λόγω της κακοτυχίας που τον κυνηγούσε, είχε φροντίσει να ασφαλιστεί για ατυχήματα πάσης φύσεως.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ακούγοντας την απάντησή του, η Κουσιέντα έγνεψε καταφατικά με αποφασιστικότητα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Υποθέτω πως είναι εντάξει, στο κάτω κάτω είσαι νέος...Φαίνεται πως ακόμα δεν ξέρεις τι ακριβώς είναι η Τίγρη Μινιατούρα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ναι. Γι’αυτό ήρθα να ρωτήσω εσένα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ό,τι και να σου πει μια γριά σαν και μένα, δε θα μπορέσεις να καταλάβεις...Ένα μόνο πράγμα μπορεί να σου μάθει αυτή η γριά...Η λέξη ‘μινιατούρα’ έχει να κάνει με το μέγεθος της Τίγρης Μινιατούρας...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
...Γριά;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και μπροστά στα μάτια του μπερδεμένου Κούτα,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ουχ~! Γκουχ! Γκουχ, γκουχ!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Κου, Κουσιέντα-σενπάι, είσαι καλά;...Εεε;!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Γκουχ, γκουχ, βήχοντας ακατάπαυστα, η υποτιθέμενη γριά Κουσιέντα έπεσε στο ένα γόνατο με τα μαλλιά της ανακατεμένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εμμ, ψέματα το κάνεις, έτσι δεν είναι;  Με δουλεύεις, αυτό είναι, σωστά;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ήρθε το τέλος...γι’αυτή τη γριά...Τώρα πρέπει...να ρωτήσεις αυτόν...που λέγεται Τακάσου...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κι έτσι απλά, έκανε την πεθαμένη εκεί στο διάδρομο την ώρα του διαλείμματος, πέφτοντας με πάταγο στο πάτωμα. Η φούστα της σηκώθηκε αποκαλύπτοντας το πίσω μέρος από το άσπρο κιλοτάκι της, αλλά δεν έδειξε να προβληματίζεται καθόλου από αυτό ή να προσπαθεί να το καλύψει, κάτι που υπό φυσιολογικές συνθήκες θα τον έκανε να αισθανθεί τυχερός και ίσως να ανοίξει η μύτη του, όμως τώρα...Είχε τρομερή νευρικότητα καθώς αναρωτιόταν τι έπρεπε να κάνει...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Εμμ...ποιος είναι πάλι αυτός ο Τακάσου;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ευτυχώς, πέρασε επιτέλους από δίπλα τους ένα κορίτσι από την τάξη της Κουσιέντα και έσκυψε από πάνω της λέγοντας «Έι, φαίνεται το βρακί σου.»&lt;br /&gt;
και της έφτιαξε τη φούστα. Ακόμα και τότε, η Κουσιέντα παρέμεινε στο έδαφος, όμως του έδειξε με το δάχτυλό της μια από τις γωνίες της τάξης. Ακολουθώντας το με το βλέμμα του, είδε μια παρέα δευτεροετών αγοριών που φλυαρούσαν εύθυμα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και τότε ο Κούτα ξεροκατάπιε και κράτησε την ανάσα του. Ένας από την παρέα τον πρόσεξε και στράφηκε προς το μέρος του,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Τι κάνει εκεί η Κουσιέντα...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Κούτα σκέφτηκε πως έφτασε η τελευταία του ώρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το χαμηλό και βαθύ μουρμουρητό του τύπου δημιουργούσε τρομακτική ατμόσφαιρα. Επίσης, η κοφτερή ματιά του έδειχνε ότι δεν ήταν τύπος που έπαιζε κανείς μαζί του. Το πρόσωπό του έμοιαζε συσπασμένο από εκνευρισμό και η όλη εμφάνισή του ήταν πολύ σκληρή για ανθρώπινο ον. Χτυπούσε νευρικά το πάτωμα με το πόδι του και όλο του το σώμα ανέδινε μια σκοτεινή, επικίνδυνη αύρα που κάλυπτε όλα και όλους γύρω του. Ο Κούτα αναρωτήθηκε πώς βρέθηκε ένας τέτοιος τρομερός αλήτης σε αυτό το λύκειο, που όσο να πεις ήταν αρκετά καλού επιπέδου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και τότε κατάλαβε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Χωρίς άλλο, αυτός ο αλήτης έπρεπε να είναι ο Τακάσου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μοίρα του Κούτα αναπόφευκτα ακολουθούσε πάντοτε το χειρότερο δυνατό σενάριο με μαθηματική ακρίβεια. Έτσι ήταν σίγουρος πως είχε δίκιο. Δεν άντεχε άλλο, και ήταν έτοιμος να τα παρατήσει και να γυρίσει στην τάξη του. Ο Κούτα πίστευε, ήταν βέβαιος για την ακρίβεια, ότι αυτό θα ήταν το καλύτερο, αλλά...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τακάσου-κουν...Ο νεαρός από δω, φαίνεται πως έχει κάτι να σου πει...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ουα;!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα δευτερόλεπτο πριν προλάβει να το σκάσει, η υποτίθεται νεκρή Κουσιέντα φώναξε ευγενικά τον Τακάσου εκ μέρους του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Φυσικά, ο Κούτα δεν απόρησε καθόλου όταν ο αλήτης απάντησε στα λόγια της με ένα «Τι είναι;». Με μάτια που γυάλιζαν, έκανε πίσω την καρέκλα του και σηκώθηκε. Δεν ήταν ιδιαίτερα σωματώδης, αλλά η τρομακτική δύναμη που ανέδινε καθώς σηκωνόταν έμοιαζε να παραμορφώνει και τον ίδιο το χώρο γύρω του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Γλείφοντας τα ξεραμένα χείλη του, ο Τακάσου τον πλησίασε. Περπατώντας με μεγάλα γρήγορα βήματα, έκλεισε γρήγορα την απόσταση ανάμεσά τους.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ε, εε!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ενστικτωδώς, ο Κούτα έκανε μεταβολή. Στρίβοντας σαν να επρόκειτο να κάνει άλμα, ήταν έτοιμος να το βάλει στα πόδια---&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Αχ!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...~!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένιωσε ένα ελαφρό χτύπημα στο στήθος του. Είχε σκουντήσει κάποιον κατά λάθος. Κάνοντας πίσω, γύρισε από την άλλη,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Συγγνώμη!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σκύβοντας αμήχανα το κεφάλι, ετοιμάστηκε να το σκάσει. Όμως,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Α, άουτς...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Φαίνεται πως το δυστύχημα ήταν πιο σοβαρό από όσο είχε νομίσει. Ένα μικρόσωμο κορίτσι ήταν σκυμμένο στο πλάι του διαδρόμου. Ο Κούτα πρέπει να την είχε ρίξει κάτω όταν τη σκούντησε. Ξαφνιασμένος, έτρεξε κοντά της,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Γκαχ!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σκουίς, ένιωσε μια δυσάρεστη γλιστερή αίσθηση κάτω από τα πόδια του---Ήταν πιθανότατα αυτό που κρατούσε το κορίτσι, ένα σάντουιτς που είχε πέσει στο πάτωμα, και που μετά αυτός το είχε πατήσει. Όμως, με τον Τακάσου να πλησιάζει και το κορίτσι ακόμα πεσμένο, δεν υπήρχε χρόνος να ασχοληθεί με το σάντουιτς. Άπλωσε το χέρι του να τη βοηθήσει να σηκωθεί,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Είσαι εντάξ...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Του κόπηκε η μιλιά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σαν κούκλα, τα μακριά μαλλιά της τύλιγαν απαλά το μικρό σώμα της. Κοιτώντας λίγο προς τα πάνω, τα μάτια της καρφώθηκαν στον Κούτα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το πρόσωπό της ήταν τόσο λευκό, σχεδόν διάφανο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα μάτια της έλαμπαν απόκοσμα σαν το νυχτερινό ουρανό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα χείλη της ήταν σαν μισάνοιχτο ρόδινο τριαντάφυλλο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Βλέποντας την απίστευτη ομορφιά της ανάμεσα από τα κενά που άφηναν οι μπούκλες των μαλλιών της, για μια στιγμή ξέχασε στην κυριολεξία να πάρει ανάσα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Ουα...αου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Νιώθοντας σαν να τον είχε χτυπήσει κεραυνός, ο Κούτα ξέχασε στη στιγμή όλες τις ατυχίες του μέχρι εκείνη την ώρα και την κοίταζε μαγεμένος από τη ματιά της. Σαν να χοροπηδούσε γυμνός μέσα σε ένα νυχτερινό ουρανό διάστικτο από αστέρια, τέτοια ήταν η επικίνδυνη παρόρμηση που ένιωθε---Έχασε κάθε επαφή με το περιβάλλον. Οι δευτεροετείς που είχαν συγκεντρωθεί έμοιαζαν να έχουν παγώσει κι αυτός κρατούσε την ανάσα του, μη μπορώντας να σκεφτεί τίποτα άλλο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έτσι απλά, ήταν γοητευμένος από την ομορφιά που είχε μπροστά του...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τρέχα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...~;!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήταν ο Τακάσου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Προτού το καταλάβει, ο αλήτης ο Τακάσου τον είχε φτάσει και πήδηξε μπροστά του. Μπαίνοντας μπροστά του σαν να προσπαθούσε να κρύψει το κορίτσι πίσω από την πλάτη του, φαινόταν απίστευτα τρομακτικός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Φύγε, αν αγαπάς τη ζωή σου, φύγε!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Εε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Του ούρλιαξε. Έγνεψε με μανία στον Κούτα να φύγει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μη στέκεσαι έτσι, φύγε γρήγορα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ε, εντάξει!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σίγουρα αυτό ήταν απειλή. Παρόλο που δεν καταλάβαινε τίποτα, ο Κούτα δε μπόρεσε να αντισταθεί στη φωνή του Τακάσου και αναγκάστηκε να αφήσει το κορίτσι εκεί που ήταν και να φύγει τρέχοντας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με άλλα λόγια, αυτό το κορίτσι ήταν αιχμάλωτο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με βάση τα γεγονότα, αυτό ήταν το συμπέρασμα που έβγαλε ο Κούτα. Αυτός ο αλήτης ο Τακάσου την ανάγκαζε να είναι σκλάβα του. Δεν ήξερε όλες τις λεπτομέρειες, αλλά ήταν βέβαιος πως έτσι είχαν τα πράγματα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Στ’αλήθεια θέλω να τη σώσω...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αααχ~...Αναστενάζοντας βαθιά καθώς φανταζόταν το μαρτύριό της, ο Κούτα βρισκόταν στην αίθουσα του μαθητικού συμβουλίου μετά το σχολείο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δυο άτομα στράφηκαν με αναπάντεχη ταχύτητα να κοιτάξουν το πρόσωπο του Κούτα από το πλάι, χωρίς ωστόσο να τον κοιτάξουν κατάφατσα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ακριβώς ό,τι θα περίμενα από τον Κούτα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μουρμούρισε η Σουμίρε με ένα ίχνος θαυμασμού. Διπλώνοντας τα χέρια του δίπλα της, &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τρέχει κατευθείαν προς την καταστροφή λες και τον τραβάει μαγνήτης...Το πώς πέφτει στα τυφλά  ακριβώς πάνω στον κίνδυνο είναι πέρα από κάθε προσδοκία.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτό έλεγε κι ο Κιταμούρα. Ακόμα και τα άλλα μέλη συμφωνούσαν λέγοντας «Ναι, ναι», δημιουργώντας μια παράξενη αίσθηση ομοφωνίας μέσα στην πολυκοσμία της αίθουσας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Μπορείτε να λέτε ό,τι θέλετε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Νιώθοντας ξαφνικά ξεκομμένος από όλους, ο Κούτα συνέχισε να έχει την πλάτη του γυρισμένη στους μεγαλύτερους συμμαθητές τους.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, ο Κούτα εκείνη τη στιγμή δε φοβόταν ούτε κακοτυχίες ούτε τίποτα. Μάλλον, αν το να υποστεί λίγη ακόμα κακοτυχία θα του επέτρεπε να σώσει εκείνη την πανέμορφη δευτεροετή, θα το δεχόταν ξανά και ξανά---Το σημαντικό ήταν ότι την είχε ερωτευτεί με την πρώτη ματιά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δε μπορούσε παρά να μετανιώνει πικρά που το είχε σκάσει και την είχε αφήσει εκεί. Ακόμα κι αν τον είχε αγριοκοιτάξει εκείνος ο αλήτης...Όχι, δεν τον ένοιαζε ποιον αντίπαλο θα έπρεπε να αντιμετωπίσει. Αν μπορούσε να αντέξει αυτό το λίγο πόνο, πίστευε πως θα υπήρχε ένα πραγματικά ευτυχισμένο τέλος γι’αυτόν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Πρόεδρε, θα το κάνω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σηκώνοντας σταθερά το κεφάλι του, ο Κούτα κοίταξε αποφασιστικά τα μεγάλα μάτια της Σουμίρε. Αυτή έμεινε σιωπηλή για λίγο, αλλά μετά άρχισε να κουνάει αρνητικά το κεφάλι της. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Μην το κάνεις. Παράτα τα. Μην κάνεις κάτι τόσο απερίσκεπτο. Ανατριχιάζω και μόνο που το σκέφτομαι...Με την κακοτυχία που σε δέρνει, καλύτερα να κρατήσεις όσο πιο χαμηλό προφίλ γίνεται.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αποκλείεται! Θα το κάνω. Θα τα καταφέρω ό,τι και να γίνει. Θα σώσω αυτό το φτωχό κορίτσι. Και μετά θα αγγίξω την Τίγρη Μινιατούρα και θα γίνω ευτυχισμένος!...Θα την αγγίξω μαζί της...για να γίνουμε και οι δυο ευτυχισμένοι μαζί...Κι ύστερα, εσύ ήσουν που μου είπες να το κάνω αυτό από την αρχή, πρόεδρε, έτσι δεν είναι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Μα, δε μου φαίνεται πως αυτό το φτωχό κορίτσι ή οποιοσδήποτε άλλος εδώ που τα λέμε σου ζήτησε να τον σώσεις.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως ο Κούτα πετούσε στα σύννεφα, και δεν άκουγε λέξη από όσα του έλεγαν. Σκεφτόταν το υπέροχο πρόσωπο αυτού του κοριτσιού. Και τα μάτια της που έμοιαζαν σαν τον έναστρο ουρανό. Και την εύθραυστη σαν γυαλί έκφραση του προσώπου της. Τα χαρακτηριστικά της που θύμιζαν νεράιδα...ήταν σίγουρος πως δεν υπήρχε καμιά στον κόσμο σαν κι αυτήν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Εμμ. Κούτα, ξέρεις, υπάρχει κάτι που νομίζω πως πρέπει να μάθεις...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Σας παρακαλώ αφήστε με ήσυχο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο Κιταμούρα προσπάθησε μάταια να διαλύσει τις ρόδινες φαντασιώσεις του Κούτα,αλλά αυτός πλέον ήταν αμετάπειστος. Ο Κούτα ήταν χαμένος στον κόσμο των ονείρων του. Το κορίτσι, αυτός, και η Τίγρη Μινιατούρα, όλα μαζί σε ένα όραμα ευτυχίας,είχαν κυριεύσει το μυαλό του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αχ, εντάξει. Δεν πειράζει, Κιταμούρα, μην ασχολείσαι άλλο. Αφού είναι έτσι τα πράγματα, άστον να κάνει ό,τι θέλει μέχρι να τελειώσουν όλα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ακόμα και η σταθερή φωνή της Σουμίρε δεν έφτανε στ’αυτιά του Κούτα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ο Κούτα είπε ήδη ότι θέλει να τον αφήσουμε ήσυχο. Δεν πρόκειται να ακούσει καμία συμβουλή από μας. Λοιπόν, καλή του τύχη κι όλα τα σχετικά.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Θα είναι άραγε στ’αλήθεια εντάξει; Τέλος πάντων...τι να γίνει.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;span style=&amp;quot;font-size: 300%; border: &amp;quot;&amp;gt;&amp;lt;center&amp;gt;* * *&amp;lt;/center&amp;gt;&amp;lt;/span&amp;gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ε, εκεί! &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Συγκρατώντας τον εαυτό του για να μη φωνάξει, ο Κούτα πέρασε μπροστά από την τάξη προσπαθώντας να περάσει απαρατήρητος. Εδώ και λίγη ώρα είχε περάσει αρκετές φορές από την είσοδο της τάξης 2-Γ, πηγαίνοντας πάνω κάτω στο διάδρομο και ρίχνοντας κλεφτές ματιές από το παράθυρο, και επιτέλους την είχε εντοπίσει. Ευτυχώς που δεν τον είχε δει η Κουσιέντα ή ο Τακάσου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ζάρωσε στη γωνιά ενός τοίχου για να κρυφτεί καλύτερα, και σκέφτηκε αυτά που είχε δει. Αν και ήταν διάλειμμα, αυτή καθόταν σιωπηλά μόνη στο κάθισμά της χωρίς να μιλάει σε κανέναν. Οι λεπτοί της ώμοι έτρεμαν μέσα στη μοναξιά της, όμως έμοιαζε με αρωματικό τριαντάφυλλο. Δεν είχε φίλους, όπως κι αυτός...Αυτό σκέφτηκε για μια στιγμή, όμως αμέσως κούνησε το κεφάλι του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σίγουρα την απειλούσε αυτός ο ζηλιάρης ο Τακάσου, και δεν την άφηνε να πιάσει φιλίες με κανέναν. Ήταν σίγουρος. Τι απαίσιος αυτός ο Τακάσου. Πώς μπορούσε να είναι τόσο σκληρόκαρδος. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Σε παρακαλώ, μην τα παρατάς. Γιατί θα βρω την Τίγρη Μινιατούρα και θα στη φέρω σύντομα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αφού μουρμούρισε αυτά τα λόγια, άρχισε να προχωράει γρήγορα στο διάδρομο με ανέμελο ύφος. Με τα χέρια στις τσέπες έπιασε σφιχτά το δώρο του γι’αυτήν. Ζεστό ακόμα, ήταν ένα κουτάκι καφέ που είχε μόλις αγοράσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Φυσικά θα ήταν υπέροχο να μπορούσε να της το δώσει ο ίδιος, αλλά δεν είχαν ακόμα τόσο στενή σχέση. Γι’αυτό όπως είχαν τα πράγματα τώρα, διατηρώντας την ανωνυμία του,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Πιάσε!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το έστειλε με τέλεια ακρίβεια---Σημαδεύοντας μέσα απ’το παράθυρο, πέταξε το ζεστό κουτάκι καφέ στο κορίτσι των ονείρων του. Στο μυαλό του είχε φανταστεί μια σκηνή: «Να, πιες αυτό!» «Εε;» Πέταγμα...Μια περιστροφή, δύο, τρεις...Το έπιανε. Και μετά θα έλεγε «Είναι...είναι ζεστό...» κρατώντας το και με τα δύο χέρια...Ή κάτι τέτοιο. Όπως στη φαντασίωσή του, το κουτάκι ακολούθησε τέλεια την τροχιά και κατευθύνθηκε κατευθείαν στο κεφάλι του κοριτσιού. Όταν βεβαιώθηκε γι’αυτό, έφυγε τρέχοντας από τη σκηνή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ακούστηκε ένας γδούπος πίσω του, αλλά ο Κούτα ούτε που τον πρόσεξε καθώς έτρεχε συνεπαρμένος. Όπως και να είχε, ούτε κι ο ίδιος δεν το πίστευε πως είχε κάνει κάτι τόσο ακραίο. Ότι αυτός που ήταν τόσο συνηθισμένος και ντροπαλός μπόρεσε να κάνει κάτι τόσο δραματικό. Ααχ, τώρα που είχε γνωρίσει τον έρωτα, σιγά σιγά ένιωθε περισσότερο άντρας...Βέβαια έτσι όπως κάλυπτε το κατακόκκινο πρόσωπό του με τα δύο χέρια και έτρεχε, έμοιαζε περισσότερο με κορίτσι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Στο μυαλό του Κούτα, αυτό το κουτάκι καφέ είχε βαθύτερο νόημα. Σήμαινε ότι κάποια μέρα, κάτι ακόμα πιο ζεστό...θα της έδινε κάτι ακόμα καλύτερο. Ναι, θα της χάριζε ευτυχία κάθε μέρα. Με άλλα λόγια, θα την έσωζε από την τυραννία του Τακάσου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όπως πήγαινε το πράγμα, ακόμα και η μέρα που θα άγγιζε την Τίγρη Μινιατούρα μαζί με το κορίτσι που θα είχε σώσει δεν ήταν και τόσο μακρινή. Το μικροσκοπικό αγαλματάκι ή ζωγραφιά τίγρης ή ότι άλλο ήταν, θα το άγγιζαν οι δυο τους αργά και απαλά, δίπλα δίπλα και πιασμένοι χέρι χέρι. «Έλα να γίνουμε ευτυχισμένοι[[Image:Toradora_vol02_heart.png]],» θα έλεγε αυτός. «Ναι[[Image:Toradora_vol02_heart.png]],» θα έλεγε αυτή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Ω ναι. Επιτέλους η τύχη μου άρχισε να αλλάζει...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο Κούτα ανατρίχιασε από συγκίνηση---&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«~»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Οι ανατριχίλες του σύντομα αντικαταστάθηκαν από ένα άλλου είδους τρέμουλο μέσα στην ξαφνική ησυχία του απομεσήμερου. Η όπως πάντα βαρετή ώρα στην αίθουσα του μαθητικού συμβουλίου είχε περάσει, και στεκόταν μπροστά από το ντουλάπι των παπουτσιών του, μέσα στο οποίο είχε κοιτάξει όταν ετοιμαζόταν για να πάει σπίτι. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μέσα στο ντουλάπι παπουτσιών του Κούτα ήταν ένα προσεκτικά διπλωμένο χαρτάκι, κάτι που τον έκανε να απορήσει. Το άνοιξε διερωτόμενος τι να έλεγε, και η καρδιά του ξαφνικά πάγωσε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Με βιαστικά γράμματα, ήταν γραμμένο,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πρόσεχε όταν κυκλοφορείς νύχτα 2-Γ Τακάσου&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μόνο αυτά τα λόγια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ουα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αναπήδησε ακούγοντας τη φωνή που τον φώναξε. Ο Κούτα σφίχτηκε ολόκληρος και έπεσε με την πλάτη στα ντουλάπια των παπουτσιών κάνοντας πάταγο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τ, τι συμβαίνει;! Εσύ, δεν έχεις λέσχη σήμερα;!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Σήμερα έχουμε αργία.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν και τον είχε πει ‘εσύ’, το ευγενικό χαμόγελο του Κιταμούρα δεν άλλαξε ούτε στο ελάχιστο καθώς κοίταζε το χαρτάκι που κρατούσε ο Κούτα στα χέρια πίσω από την πλάτη του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Προειδοποίηση από τον Τακάσου; Πρέπει να ανησυχεί κι αυτός πολύ.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτή την ανοησία μουρμούρισε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δεν είναι έτσι! Α, αυτό, στην πραγματικότητα...Με άλλα λόγια, ξέρεις τι είναι, σωστά;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Βασικά, λέει να προσέχεις όταν κυκλοφορείς τη νύχτα, σωστά; Τι καλός που είναι ο Τακάσου, να προειδοποιεί έναν πρωτοετή που δεν ξέρει καν.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αντιμέτωπος με τέτοια υπερβολική αισιοδοξία, ο Κούτα δε βρήκε τη δύναμη να απαντήσει. Να του λέει να προσέχει όταν κυκλοφορεί τη νύχτα, αυτό δεν ήταν σαν απειλή μαφιόζου; Ήταν σαν να του έλεγε ότι δε θα τον αφήσουν έτσι γι’αυτό που έκανε, ή να φυλάει τα νώτα του, ή κάτι τέτοιο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ωωχ...~»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μια ανατριχίλα διαπέρασε τη ραχοκοκκαλιά του. Ήταν αποφασισμένος να αντιμετωπίσει ακόμα και τον Τακάσου για το χατήρι αυτού του κοριτσιού, αλλά τώρα, καθώς ξαναθυμόταν τη διαπεραστική, επικίνδυνη ματιά του, δε μπορούσε να σταματήσει να τρέμει από το φόβο του. Δε θα του έκανε εντύπωση αν αυτός ο τύπος με το μανιακό βλέμμα έφτανε στο σημείο να στήσει ενέδρα σε έναν αθώο πρωτοετή τη νύχτα στο δρόμο. Κάτι τέτοιο φαινόταν παιχνιδάκι για κάποιον σαν κι αυτόν. Ο Κούτα μπορούσε να φανταστεί μια χαρά τον Τακάσου να έρχεται να τον σκοτώσει κραδαίνοντας ένα τραχύ ξύλινο σπαθί ή κάτι ανάλογο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λοιπόν, τα λέμε αύριο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αφήνοντας τον τρομοκρατημένο Κούτα μόνο του, ο άκαρδος Κιταμούρα βγήκε γρήγορα από το σχολείο. Αντανακλαστικά, ο Κούτα ήταν έτοιμος να του φωνάξει να σταματήσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Όχι!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο Κούτα έσφιξε αποφασιστικά το απλωμένο του χέρι σε γροθιά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το πρόσωπο του κοριτσιού πέρασε σαν αστραπή από το μυαλό του. Μήπως δεν είχε αποφασίσει να τη σώσει όση κακοτυχία και αν του στοίχιζε αυτό; Αν ήταν έτσι, δε θα έπρεπε να τρομάζει απλώς και μόνο από την απειλή του Τακάσου. Ούτε έπρεπε να βασιστεί στον Κιταμούρα για βοήθεια. Αναγκάζοντας τον εαυτό του να φανεί δυνατός και κύριος του εαυτού του, ο Κούτα τσαλάκωσε στη στιγμή το χαρτάκι. Και χωρίς να κοιτάξει πού θα πήγαινε, το πέταξε εκεί που έπρεπε να είναι ένας σκουπιδοντενεκές.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Μπουαχαχα, μάλιστα κύριε! Το πέταξα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Φαίνεται πως το διασκεδάζεις.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όταν στράφηκε προς την ψυχρή φωνή, είδε τη Σουμίρε να στέκεται λίγο μακριά του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Πρόεδρε, τι κάνεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Καλή ερώτηση.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Με ένα κομματάκι τσαλακωμένο χαρτί να ισορροπεί σαν από θαύμα πάνω στο κεφάλι της, η Σουμίρε είχε κατσουφιάσει δυσοίωνα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αν ήταν χαλίκι ή κάτι ανάλογο, αυτή τη στιγμή το αίμα θα έτρεχε σαν βρύση από το κεφάλι μου και θα πέθαινα με φρικτό τρόπο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χα...Αν ήταν πιάτο, τώρα θα ήσουν κάππα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έγνεφε με το κεφάλι του όταν τελικά κατάλαβε πώς είχε η κατάσταση. Το χαρτάκι στο κεφάλι της ήταν αυτό που ο ίδιος είχε μόλις πετάξει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Φαίνεται πως κι εσύ είσαι λίγο κακότυχη, πρόεδρε. Κανονικά δε θα έπεφτε πάνω σου με τόση ακρίβεια, έτσι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μουρμουρίζοντας «Εντάξει, εγώ φταίω», πήγε κοντά της και έβγαλε το χαρτάκι από το κεφάλι της, έτοιμος να το πετάξει στο σκουπιδοντενεκέ. Όμως, ξαφνικά του ήρθε ένα περίεργο κύμα γέλιου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χιχι, έτσι όπως ήσουν μόλις τώρα πρόεδρε...Αχαχα, έτσι ακριβώς ήταν.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δεν άφηνε την απειλή του Τακάσου να τον αναστατώσει---Μια ξαφνική ευφορία αντικατέστησε το ασυνήθιστο άγχος του Κούτα. Βάζοντας το χαρτάκι που κρατούσε το κεφάλι του, γύρισε να κοιτάξει τη Σουμίρε. Μιμούμενος τη γελοία εμφάνισή της, δε μπορούσε να σταματήσει να γελάει. Η Σουμίρε απλώς τον κοίταζε για λίγο χωρίς να αλλάξει έκφραση. Άρχισε να σκέφτεται ‘Α, ίσως αυτό να παραείναι ανόητο’, αλλά, &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Παρόλο που είσαι κι όλας δεκαοκτώ, χαχαχαχα, έχεις σκουπίδια στο κεφάλι σου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Καθώς τρανταζόταν από τα γέλια, το σκουπιδάκι έπεσε από το κεφάλι του και του γρατζούνισε τη μύτη πέφτοντας κάτω. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χαχαχαχα, χαχαχα, χαχα...χα~α.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αφήνοντας τελικά έναν αναστεναγμό, πέρασε σχεδόν ένα λεπτό μέχρι να του περάσει το γέλιο. Έσκυψε και έπιασε το χαρτάκι, προτού το πετάξει στ’αλήθεια αυτή τη φορά. Μετά έκανε «ουφ», και σκούπισε το μέτωπό του που είχε ιδρώσει από τα γέλια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λοιπόν, αντίο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έτσι απλά γύρισε την πλάτη του στη Σουμίρε, έτοιμος να πάει σπίτι. Όμως,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι είναι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Σουμίρε τον κρατούσε σφιχτά απ’τον ώμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Κούτα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ένα χαμόγελο. Η ζωντανή, χαμογελαστή γιαπωνέζικη κούκλα έβαλε ένα κλειδί στο χέρι του Κούτα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αυτό είναι το κλειδί της αίθουσας του μαθητικού συμβουλίου. Πήγαινα στο γραφείο του αναπληρωτή λυκειάρχη να του το επιστρέψω, αλλά μόλις θυμήθηκα κάτι σημαντικό. Ξέρεις εκείνο το ντουλάπι, σωστά; Μέσα έχει σχεδόν εκατό τόμους από ημερολόγια δραστηριοτήτων που κρατούσε κάθε γενιά μαθητικών συμβουλίων. Σε κάθε τόμο πρέπει να αναγράφεται το έτος του, στο εξώφυλλο και στο δέσιμο, και να ταξινομηθούν χρονολογικά ώστε να είναι εύκολο να βρεθούν. Μέχρι αύριο...λοιπόν, το αφήνω σε σένα, βοηθέ.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Εε; Τώρα αμέσως; Μόνος μου, ολομόναχος;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ακριβώς. Θα το ελέγξω αύριο, και αν δεν είναι τελειωμένα...Κατάλαβες, έτσι; Λοιπόν, καλή τύχη.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Μα είναι αδύνατον.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Καλή τύχη.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μέσα στα ήρεμα, ωραία μάτια της, έλαμπε η οργή καθώς η Σουμίρε του έγνεφε αντίο με το λευκό της χέρι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
    &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;span style=&amp;quot;font-size: 300%; border: &amp;quot;&amp;gt;&amp;lt;center&amp;gt;* * *&amp;lt;/center&amp;gt;&amp;lt;/span&amp;gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πέρασαν πάνω από τρεις ώρες ώσπου να τελειώσει την έκτακτη εργασία που του ανάθεσαν. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όταν κοίταξε γύρω του πρόσεξε ότι ο ήλιος είχε δύσει τελείως και είχε νυχτώσει εδώ και αρκετή ώρα. Πέρασε τις πύλες του σχολείου και προχώρησε κατά μήκος του κεντρικού δρόμου, και μέχρι να φτάσει στη συνοικιακή περιοχή, το σκοτάδι είχε πέσει για τα καλά. Ο Κούτα περπατούσε με βιαστικά βήματα στον ασφάλτινο δρόμο που ήταν φωτισμένος αραιά από ηλεκτρικούς στύλους. Πρόσεχε όταν κυκλοφορείς τη νύχτα---Το σύντομο μήνυμα ξανάρθε απότομα στο μυαλό του καθώς βάδιζε στο μισοσκότεινο δρόμο πηγαίνοντας για το σπίτι του...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν και είχε μαζέψει όλο του το κουράγιο και είχε ορκιστεί να αντιμετωπίσει τα πράγματα καταπρόσωπο, τώρα που πράγματι περπατούσε σε ένα σκοτεινό δρόμο, κοιτούσε ολόγυρά του ανήσυχος. Πάντα τόσο ήσυχα ήταν; Ούτε ίχνος ζωής μπροστά του ή πίσω του. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ασυνείδητα, πάγωσε εκεί που στεκόταν,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Όχι. Εξάλλου δεν έχω κάνει και τίποτα μέχρι τώρα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ψιθύρισε σιγανά στον εαυτό του και σήκωσε αποφασιστικά το κεφάλι για να ξεπεράσει το άγχος του. Σωστά, δεν υπήρχε λόγος να ανησυχεί. Ούτε είχε τίποτα να φοβάται. Εντάξει, τον είχαν απειλήσει, αλλά αυτό δε σήμαινε πως θα του συνέβαινε κάτι---σκεφτόταν, όταν,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ουαα~.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Οι θάμνοι κουνήθηκαν. Κατατρομαγμένος, ο Κούτα πήδηξε στο πλάι. Ήταν έτοιμος να το βάλει στα πόδια, αλλά,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Νιά~ου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ακούστηκε μια μικρή φωνίτσα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι στο...γάτα είναι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σχεδόν ένα με τις σκιές, μια κατάμαυρη γάτα ξεπρόβαλε το κεφάλι της από τους θάμνους. Όταν προχώρησε λίγο πιο μπροστά, φάνηκε ότι μόνο οι πατούσες της ήταν άσπρες. Έμοιαζε σαν να φορούσε κάλτσες, πολύ χαριτωμένη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κοιτώντας προς τα πάνω τον Κούτα που αναστέναζε ανακουφισμένος, το γατί νιαούρισε γλυκά άλλη μια φορά. Μετά σήκωσε την ουρά του και τρίφτηκε στο μπατζάκι του παντελονιού του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η όλη κατάσταση ήταν πολύ χαριτωμένη, και ο Κούτα ασυναίσθητα ξέχασε τους φόβους του καθώς κοιτούσε κάτω. Όταν της κούνησε το δάχτυλο και έκανε «Ψιτ-ψιτ», η γάτα έτριψε το κεφάλι της στη γάμπα του. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έ, έλα, κόφτο, θα με γεμίσεις τρίχες...Α, κάτσε, αυτό είναι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Θυμήθηκε πως είχε ακόμα την ουρά από ένα τηγανητό σκουμπρί που είχε περισσέψει στο κουτί του μεσημεριανού του. Γονατίζοντας εκεί επιτόπου, ο Κούτα έβγαλε το κουτί του μεσημεριανού του από την τσάντα του. Προσπαθώντας να απομακρυνθεί λίγο από τη γάτα που συνέχιζε να τρίβεται πάνω του νιαουρίζοντας, έλυσε το μπογαλάκι, έβγαλε το καπάκι, και έβγαλε την ουρά απ’το σκουμπρί με τα δάχτυλά του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δεν του άρεσε η ιδέα να γεμίσει η στολή του τρίχες, γι’αυτό δεν μπορούσε να κάθεται εκεί να παίζει με τη γάτα όλη την ώρα. Γι’αυτό σκέφτηκε να πετάξει την ουρά του ψαριού στους θάμνους από όπου είχε βγει το γατί, σαν αποχαιρετιστήριο δώρο. Το γατί θα την ακολουθούσε και μετά θα γύρναγε στη φωλιά του, και τότε θα μπορούσε κι αυτός να πάει σπίτι του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ναι, ναι, θα στην δώσω τώρα. Να!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Με μια απότομη κίνηση, ο Κούτα σκόπευε να την πετάξει μπροστά και στο πλάι. Όμως τα χρυσαφιά μάτια της γάτας ήταν καρφωμένα κάπου πίσω από τον Κούτα. Η ουρά απ’το σκουμπρί ξέφυγε από το χέρι του και πέταξε με ορμή πίσω του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αγνοώντας τον Κούτα που μουρμούριζε «Να πάρει», το γατί όρμησε καταπάνω του. Όμως,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Νιάου...~»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όταν έφτασε κοντά στα γόνατα του Κούτα, ξαφνικά όλες οι τρίχες του ανορθώθηκαν. Φουσκώνοντας σχεδόν σε τριπλάσιο μέγεθος, καμπουριάζοντας την πλάτη του, και τραβώντας τ’αυτιά του προς τα πίσω, τρεμούλιασε και έκανε πίσω ένα βήμα, και μετά πήδηξε μέσα στους θάμνους σαν μπάλα που αναπηδούσε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Εε; Δεν το θέλεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Στάθηκε όρθιος διερωτόμενος τι συνέβαινε, και γύρισε να ψάξει για την πεταμένη ουρά του ψαριού---&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έμεινε άφωνος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ένα κορίτσι στεκόταν μπροστά του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Με την ουρά του μισοφαγωμένου σκουμπριού σαν από θαύμα καρφωμένη στο μέτωπό της, το κορίτσι που αγαπούσε στεκόταν ακριβώς εκεί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«---Τομίε, Κούτα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σαν ένα ανεπαίσθητο γρύλλισμα, ήταν μια τρομερά επίπεδη φωνή που σερνόταν στο έδαφος. Η συνάντηση ήταν τόσο ξαφνική, που η άμεση και προφανής ανάγκη να ζητήσει συγγνώμη εξαφανίστηκε μέσα στο σκοτάδι της νύχτας. Δε μπόρεσε καν να τη ρωτήσει πώς ήξερε το όνομά του ή οτιδήποτε άλλο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τα μάτια του κοριτσιού. Το βλέμμα της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ξέρεις, εγώ...σκόπευα στ’αλήθεια να σε συγχωρέσω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Οι άκρες του προσώπου του μούδιασαν καθώς άρχισε να πανικοβάλλεται, και ο Κούτα σκεφτόταν, «Τι παράξενο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Με τα μακριά της μαλλιά, το υπέροχο πρόσωπό της, και το μικρό της ανάστημα, ήταν σίγουρα αυτή. Το αιχμάλωτο κορίτσι που αγαπούσε ακόμα. Όμως, αναρωτήθηκε πώς βρέθηκε εκεί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Παρόλο που με έριξες κάτω και μου πάτησες το σάντουιτς, επειδή δε μου φάνηκε να το έκανες επίτηδες...Και επειδή είσαι βοηθός του Κιταμούρα-κουν...Σε μια σπάνια για μένα επίδειξη ανεκτικότητας, σκόπευα να σε συγχωρέσω μεγαλόψυχα για όλα αυτά.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το κορίτσι που ήταν σαν ένα γλυκό ανοιξιάτικο αεράκι, όταν την κοίταζε μετά που διασταυρώθηκαν στο σκοτεινό δρόμο, έμοιαζε να τρέμει από ασυνήθιστη ένταση, και αυτός...και αυτός...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α, α, α, αχ...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Image:Toradora vol02 291.jpg|thumb]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Παραμένοντας δίπλα της, αυτός---Γιατί, αναρωτήθηκε γιατί δεν μπορούσε να σταματήσει να τρέμει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Υπερβολικά τρομαγμένος για να κουνηθεί, αναρωτήθηκε γιατί ακόμα και η φωνή του δεν έβγαινε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Και μετά, όταν με χτύπησες στο κεφάλι με κείνο το κουτάκι καφέ, σκόπευα να το ανεχτώ και μάλιστα να σε συγχωρέσω και γι’αυτό. Επειδή ο Κιταμούρα-κουν μου ζήτησε γονατιστός συγγνώμη εκ μέρους σου. ‘Σε παρακαλώ συγχώρεσέ τον για χατήρι μου’, είπε...Τώρα που το σκέφτομαι, νομίζω πως ο Κιταμούρα-κουν παραήταν καλός μαζί σου...Κι εγώ το ίδιο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ένιωθε την παρουσία της να μεγαλώνει συνεχώς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Καθώς το σώμα του Κούτα άρχισε να παγώνει, ασυναίσθητα έκανε ένα βήμα πίσω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τα μάτια της έμοιαζαν άδεια, γεμάτα σκοτάδι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο Κούτα δε μπορούσε καν να αναπνεύσει καθώς προσπαθούσε απελπισμένα να καταλάβει τι συνέβαινε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ε, εμμ...Εε; Τ, τι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ακόμα και ο Ρυουτζί Τακάσου προσπάθησε να με σταματήσει. ‘Είναι πρωτοετής γι’αυτό μην τον πειράξεις,’ μου είπε...Και να’μαι τώρα εδώ, εντελώς κατά σύμπτωση. Έπρεπε να τελειώσω κάτι στα καλλιτεχνικά, και άργησα να γυρίσω σπίτι...Και να τύχει να περπατάς εσύ ακριβώς μπροστά μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τ, τι παράξενο ε...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η αδύναμη φωνή του Κούτα ακούστηκε σαν να μιλούσε μόνος του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τώρα μόλις, όταν γύρισα να δω, νόμισα πως δεν ήταν κανείς...Α, μη μου πεις πως...Ναι, πρέπει να ήταν επειδή είσαι πολύ κοντή, γι’αυτό δε σε είδα, νομίζω...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μονολογούσε---Όμως μάλλον το εν λόγω μικρόσωμο κορίτσι άκουσε κι αυτή τα λόγια του. Είδε το ωραίο της πρόσωπο να αρχίζει να συσπάται. Σίγουρα αυτό δεν ήταν καλό σημάδι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Έτσι δεν είναι; Ναι, καταλαβαίνω...Σωστά.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το κορίτσι έβγαλε με αργές κινήσεις την ουρά του σκουμπριού που είχε καρφωθεί για τα καλά στο μέτωπό της. Την κοίταξε μόνο για μια στιγμή, και γέλασε ειρωνικά με σουφρωμένα χείλη,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«---Δεν το βρίσκω αστείο!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σμακ! Την πέταξε στα πόδια του Κούτα με τρομακτική δύναμη. Ο Κούτα χωρίς να πει λέξη πήδηξε προς τα πίσω. Μέσα από τους θάμνους, το γατί με τις πατούσες σαν κάλτσες παρακολουθούσε καθώς η ουρά του σκουμπριού καρφώθηκε σαν σφαίρα στην άσφαλτο. Προσπάθησε διακριτικά να απλώσει ένα από τα τρεμάμενα μπροστινά ποδαράκια του,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τομίε...Κούτα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ακούγοντας τη λεπτή φωνή που ακουγόταν σαν δηλητηριώδης άρπα της κόλασης, ανατρίχιασε φοβισμένα και αποτραβήχτηκε αθόρυβα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ακόμα και η δική μου υπομονή έχει όρια.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σήκωσε σιωπηλά το πρόσωπό της. Αυτή η ματιά, διαπέρασε τον Κούτα πέρα ως πέρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Εε...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σκόνταψε στα ίδια του τα πόδια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έπεσε προς τα πίσω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τα μάτια της καθώς κοιτούσε κάτω προς αυτόν---Με ένα ίχνος τρέλας, έμοιαζαν έτοιμα για φόνο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η τρελή λάμψη στα μάτια της θύμιζε θηρίο που είχε αφηνιάσει επειδή μύρισε αίμα στον αέρα. Έλεγε πολύ απλά, «Υπάρχει θήραμα κοντά»---Θα δάγκωνε το θήραμά της μέχρι θανάτου και θα το καταβρόχθιζε, θα έσκιζε τις σάρκες του για να χορτάσει την πείνα της---Ο άγριος βρυχηθμός της,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Δε θα σε συγχωρέσω...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ήταν γεμάτος μελαγχολία καθώς χαμογελούσε μοχθηρά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Με τα κατακόκκινα σαν αίμα χείλη της να θυμίζουν τρομερά άγρια τίγρη,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Ε...;....Τίγρη...; Αχ;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τρομερή και βάναυση...Και μικρή...Κάπως, σαν μινιατούρα...;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Τίγρη...Μινιατούρα...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το μυαλό του άδειασε μέσα σε μια στιγμή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το ουρλιαχτό ενός αγοριού αντήχησε σε όλη τη γειτονιά μέχρι που τελικά---έσβησε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;span style=&amp;quot;font-size: 300%; border: &amp;quot;&amp;gt;&amp;lt;center&amp;gt;* * *&amp;lt;/center&amp;gt;&amp;lt;/span&amp;gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Εφτά και τέταρτο το πρωί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αφού δεν είχε έρθει κανένας άλλος μαθητής, κανείς δεν είδε τον Κούτα που έφτασε στην είσοδο όπου ήταν αραδιασμένα τα ντουλάπια παπουτσιών των δευτεροετών.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το πιο πάνω και αριστερά ντουλάπι των κοριτσιών της τάξης 2-Γ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όπως τον είχαν διατάξει, προσπάθησε να χώσει τη χαρτοσακούλα που κρατούσε και με τα δυο χέρια σε αυτό το μέρος. Όμως δε χώραγε, γι’αυτό προσπάθησε να τακτοποιήσει το περιεχόμενο ώστε να χωρέσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ένα ειδικό σετ σάντουιτς σε πακέτο και το πιο δημοφιλές σάντουιτς με ντομάτα, μπέικον και τυρί από το κατάστημα Μαρούγια που ήταν κοντά στη βόρεια είσοδο του σταθμού. Το δεύτερο πιο δημοφιλές σάντουιτς με κοτόπουλο τεριγιάκι. Και μαζί μ’αυτά, εκείνες οι πουτίγκες με σιρόπι που πουλιόντουσαν μόνο στο τοπικό παντοπωλείο, σε γεύσεις κρέμας και καφέ με γάλα. Ένα πακέτο με τρία γιαούρτια με σπόρους βανίλιας. Και ένα λίτρο γάλα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πρέπει να ήταν όλα εντάξει, αφού τα είχε ελέγξει ξανά και ξανά σαν να εξαρτιόταν η ζωή του απ’αυτό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Προσπάθησε να την ξαναβάλει αφού την τακτοποίησε κάπως, και ευτυχώς αυτή τη φορά η προσφορά του χώρεσε ακριβώς. Τέλος, έλεγξε ξανά το χώρο, και τσέκαρε για τελευταία φορά το όνομα στην ταμπέλα,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Χα...χαχαχα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έπεσε εξαντλημένος στα γόνατα. Εκείνο το κορίτσι ήταν πέρα από κάθε αμφιβολία ο ζωντανός θρύλος, η Τίγρη Μινιατούρα. Πάντως, το όνομά της ήταν Τάιγκα Αϊσάκα...Η μικροσκοπική Τάιγκα-σαν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ποιος στο καλό βρήκε ένα τόσο γελοίο παρατσούκλι...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δεν είχε τη δύναμη ούτε να γελάσει, και περιορίστηκε να κουλουριαστεί κάτω από το ντουλάπι της Τίγρης Μινιατούρας. Τα πράγματα που είχε χώσει εκεί ήταν αντικείμενα απλής πολυτέλειας που του είχε ζητήσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Εε; Κούτα, τι κάνεις εδώ τόσο πρωί...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γυρίζοντας προς τη φωνή που ακούστηκε πίσω του,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Μπουαχ!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο Κούτα κοίταξε τον Κιταμούρα που ξεσπούσε σε γέλια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ε, εσύ...Το πρόσωπό σου! Η Αϊσάκα στο έκανε αυτό;!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Το καταλαβαίνεις με το που με βλέπεις, έτσι δεν είναι...Κι εσύ, σενπάι;...Έχεις λέσχη;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Σωστά, λέσχη, λέσχ...Μπουαχ!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μπουαχαχαχα, ο Κιταμούρα γελούσε τόσο που πετάγονταν τα σάλια του, αλλά ο Κούτα δεν είχε δύναμη να απαντήσει. Απλά θα έπρεπε να μάθει να ζει μ’αυτό το πρόσωπο για λίγο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Χτες το βράδυ, αφού με μια υπερβολική χρήση βίας τον κατέστησε ανίκανο να αντιδράσει, η Τίγρη Μινιατούρα του είχε πει---«Ένας εκ φύσεως ηλίθιος σαν και σένα χρειάζεται λίγο φενγκ σούι για να μπορέσει να επιβιώσει!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κι έτσι, στο πρόσωπο του Κούτα, με τη μύτη του σαν κέντρο των σημείων του ορίζοντα...Προσεκτικά, με έναν ανεξίτηλο μαρκαδόρο, είχε αρχίσει με το πηγούνι του στη θέση του βορρά και είχε σχεδιάσει ένα αδρό οκτάγωνο σαν πυξίδα του φενγκ σούι στο πρόσωπό του. Όσο και να πλενόταν και να έτριβε το πρόσωπό του, η πυξίδα που φέρνει ευτυχία δεν εννοούσε να φύγει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Σο~βαρά, ήταν φρικτή εμπειρία. Είναι πραγματική τίγρη. Ένα ανεξέλεγκτο κτήνος. Επειδή είναι τόσο επικίνδυνο πλάσμα, γι’αυτό...Έγινε τόσο διάσημη που κατέληξε να γίνει θρύλος, μάλιστα...Και όλοι εσείς οι μεγαλύτεροι τα ξέρατε όλα αυτά, και παρόλα αυτά με ενθαρρύνατε να συνεχίσω, έτσι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δεν είχαμε τέτοιο σκοπό. Προσπάθησα να στο πω, αλλά εσύ δε μου είπες να σε αφήσω ήσυχο; Και η πρόεδρος είπε κι αυτή να μην ανακατευτούμε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Εσύ, θα ακολουθούσες τις εντολές της προέδρου ό,τι και να σου έλεγε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Χμ, μάλλον δίκιο είχε, ο Κιταμούρα έγνεφε ήρεμος,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Μπουχαχα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ξαφνικά ξέσπασε πάλι σε γέλια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όμως, τι πρόσωπο είναι αυτό που σου έφτιαξε! Σαν κωλοτρυπίδα μοιάζει!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Μ, μπορείς να γελάσεις αν το θέλεις τόσο πολύ...Εγώ πίστεψα στ’αλήθεια αυτά που μου λέγατε κι εσείς με κοροϊδεύατε...Τέλος πάντων, καταλαβαίνω τώρα ποια είναι στ’αλήθεια η Τίγρη Μινιατούρα, αλλά...οι άλλοι; Όπως η Κουσιέντα-σενπάι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Η Κουσιέντα είναι, να, όπως και να το δει κανείς, η πιο στενή φίλη της Αϊσάκα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Φ, φίλες;!...Αυτές οι δυο;! Είναι φίλες;!...Αυτό κι αν είναι έκπληξη. Τότε λοιπόν, αυτός ο τρομακτικός Τακάσου-σενπάι τι της είναι της Τίγρης Μινιατούρας; Κι αυτός φίλος; Ή μήπως...είναι το αγόρι της ή κάτι τέτοιο;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όταν το ρώτησε αυτό, το γέλιο του Κιταμούρα κόπηκε αμέσως.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Θέλεις στ’αλήθεια να μάθεις; Είναι κρίμα, αλλά αυτό είναι το μόνο για το οποίο δε μπορώ να σου πω τίποτα. Η σχέση αυτών των δυο είναι ίσως το μοναδικό πραγματικό μυστήριο του σχολείου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι είναι πάλι αυτό...Ω, δε βαριέσαι!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Στο τέλος τέλος, απλώς τον δούλευαν τα μέλη του μαθητικού συμβουλίου. Απλώς του έκαναν πλάκα. Αυτό τουλάχιστον το καταλάβαινε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο Κούτα γύρισε θυμωμένος την πλάτη του στον Κιταμούρα και έφυγε τρέχοντας. Όπως και να είχε, είχε μια κωλοτρυπίδα για πρόσωπο, και τελικά ήταν κακότυχος και με τη βούλα---!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α, Κούτα! Περίμενε!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έπρεπε να στραφεί και να κοιτάξει τώρα; Αγνοώντας εντελώς τη φωνή του Κιταμούρα, ο Κούτα συνέχισε να τρέχει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ώστε άγγιξες την Τίγρη Μινιατούρα! Πώς ήταν, νιώθεις καθόλου ευλογημένος;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«---~!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ανέβηκε γρήγορα και σιωπηλά τις σκάλες αγνοώντας την ερώτηση. Δεν ήθελε καν να του πει ‘Όχι’. Α ναι, και βέβαια είχε αγγίξει την Τίγρη Μινιατούρα. Είχε παλέψει να σπρώξει μακριά τον ανεξίτηλο μαρκαδόρο που πίεζε αυτή στο πρόσωπό του ενώ τον είχε καβαλήσει σαν άλογο, και είχε προβάλει απελπισμένη αντίσταση. Και, είχε αποδειχτεί ανώφελο. Ενάντια σ’αυτό το μικρόσωμο κορίτσι, δεν είχε καταφέρει να αντισταθεί ούτε στο ελάχιστο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μα τι είδους άνθρωπος ήταν---Δε μπορούσε να τη δει σαν τίποτα άλλο από εντελώς εκκεντρική. Αποδιώχνοντας την ενόχλησή του, ο δυστυχής Κούτα έτρεξε αποφασιστικά στο διάδρομο. Και μετά, όρμησε στην τάξη του που έπρεπε να είναι άδεια τέτοια ώρα,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αχ...~»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έκρυψε βιαστικά το πρόσωπό του με τα δυο του χέρια. Όμως μάλλον ήταν ήδη πολύ αργά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Οι λίγοι συμμαθητές του που για κάποιο λόγο ήταν στην τάξη νωρίτερα από το συνηθισμένο ξεφώνισαν με έκπληξη, κοιτώντας το πρόσωπό του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σωστά, στο κάτω κάτω, αν εμφανιστεί ξαφνικά κάποιος με τα σημεία της πυξίδας στο πρόσωπό του, όλοι θα ξαφνιαζόντουσαν, μάλλον. Ο Κούτα είχε πια απελπιστεί, και αφήνοντας το μουτζουρωμένο του πρόσωπο ακάλυπτο, πήγε στο θρανίο του και κάθισε. Ααχ, τώρα θα ήταν ακόμα πιο ξεκομμένος από την υπόλοιπη τάξη...αυτό σκεφτόταν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Μπουαχαχαχα! Τομίε, τι έπαθε το πρόσωπό σου;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Για να δούμε, για να δούμε, τι στο καλό έκανες;!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Χαρούμενες, γεμάτες γέλιο φωνές τριγύρισαν ξαφνικά τον Κούτα. Οι συμμαθητές του έτρεξαν κοντά του και άρχισαν να του τρίβουν δυνατά το πρόσωπο με τα δάχτυλά τους, όχι όμως και υπερβολικά δυνατά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ν, να, αυτό,»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Εε, τι, τι ήταν; Τι σου συνέβη;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έλα, πες μας! Πώς στο καλό έγινες έτσι;!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Περικυκλώνοντας το θρανίο του Κούτα, τον περίμεναν να μιλήσει με μάτια που έλαμπαν. Περίμεναν να ακούσουν τι στο καλό είχε συμβεί, γιατί ήταν σ’αυτά τα χάλια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Να, ξέρετε, αυτό είναι,»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κοιτάζοντάς τους καθώς έγερναν προς το μέρος του όλο προσδοκία, ο Κούτα ξεκίνησε από την αρχή όλων όσων έγιναν, μιλώντας γρήγορα. Οι άλλοι φάνηκαν να θεωρούν καταπληκτική την όλη φάση. Καθώς προχωρούσε η ιστορία, έκαναν σχόλια του τύπου «Γκαχ!», «Σοβαρά;!», «Φοβερό!», επιτείνοντας τον ενθουσιασμό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κι έτσι ο Κούτα αντιμετώπισε τη θρυλική Τίγρη Μινιατούρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μέχρι που μπόρεσε να την αγγίξει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο τρίτος όροφος του παλιού σχολικού κτιρίου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τα λέμε αύριο!» «Ναι, τα λέμε!»...Χωρίζοντας φασαριόζικα από τους συμμαθητές του, ο Κούτα προχώρησε βιαστικά στο διάδρομο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχε σκεφτεί να παραιτηθεί από το μαθητικό συμβούλιο, όμως τώρα, τα πόδια του τον πήγαιναν χωρίς να διστάσουν στην αίθουσα του μαθητικού συμβουλίου. Γι’αυτό σκεφτόταν να συνεχίσει για λίγο ακόμα. Στο κάτω κάτω είχε ένα δυο πραγματάκια να πει στους μοχθηρούς προϊσταμένους του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ότι είχε αγγίξει την Τίγρη Μινιατούρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ότι είχε βγει κάτι καλό απ’αυτό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Λέγοντας ‘κάτι καλό’, ήταν σίγουρος πως η Σουμίρε θα γελούσε μαζί του που το πίστευε, αλλά...αφότου είχε καθυστερήσει ένα μήνα να αρχίσει το λύκειο, και μόνο που μπόρεσε επιτέλους να μιλήσει με άλλους ήταν αρκετή ευλογία για τον Κούτα για να τον κάνει να πιστέψει στο θαύμα της Τίγρης Μινιατούρας. Ένιωθε πως είχε γελάσει τρεις φορές περισσότερο σήμερα από ότι όλο το μήνα από τότε που ξεκίνησε το λύκειο μέχρι χτες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γι’αυτό τα μάτια του Κούτα ήταν πιο λαμπερά από συνήθως καθώς άνοιγε τη γνώριμη πόρτα. Σαν να είχε αρχίσει μια καινούρια ζωή γι’αυτόν, έτσι ένιωθε---&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Συγγνώμη που άργησα...Ουα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σε μια στιγμή, ένα εκτυφλωτικό φως τον τύφλωσε, και γύρισε από την άλλη ξαφνιασμένος. Τι στο καλό...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έ, ένα φλας;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τζάκποτ! Την έβγαλα την αναμνηστική!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Με το που άνοιξε τα μάτια του μια χαραμάδα, η Σουμίρε είχε έτοιμη την ψηφιακή κάμερα και το φλας άστραψε πάλι. Πίσω της ήταν οι δευτεροετείς, οι γραμματείς και οι γενικοί βοηθοί που χειριζόντουσαν με ευκολία το φόρτο της δουλειάς όπως πάντα. Κι ακόμα,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Μπράβο, πρόεδρε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δίπλα στη Σουμίρε, ο Κιταμούρα χειροκροτούσε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τ, Τι κάνετε;!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Το πρόσωπό σου είναι πολύ ενδιαφέρον τώρα, γι’αυτό σκέφτηκα πως πρέπει να του βγάλουμε μερικές αναμνηστικές φωτογραφίες...Όχι, ακόμα κι έτσι, αλήθεια...Μπουχου! Τι φάτσα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μπουχαχαχαχα! Μουχαχαχαχα!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το υπερβολικό ξέσπασμα γέλιου της ήταν δυο φορές πιο αντρίκειο από συνήθως καθώς αντηχούσε στην αίθουσα του μαθητικού συμβουλίου. Και έτσι απλά, στο τέλος ο Κούτα ξαναφοβήθηκε τώρα που την είχε ακριβώς μπροστά του,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αχ Θεέ μου, πόσο γέλασα! Εντάξει, τώρα που βγάλαμε τις αναμνηστικές φωτογραφίες, άντε να το βγάλεις μ’αυτό!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σκουπίζοντας τα δάκρυά της, η Σουμίρε πέταξε στον Κούτα ένα μικρό σωληνάριο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι είναι αυτό;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αυτή η μάρκα διαλυτικού λέγεται ότι είναι από τις καλύτερες τις αγοράς. Όπως και να έχει, διαλύει ακόμα και βαφή νυχιών, και αν δε βγει ούτε μ’αυτήν, πρέπει να έχεις κάποια δερματική ασθένεια. Να, πάρε κι αυτό.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Του πέταξε μια πετσέτα, και ο Κούτα την έριξε στον ώμο του. Συνήθως, σε μια τέτοια κατάσταση, θα έλεγε «Εντάξει, εντάξει, το κατάλαβα», όμως,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Πρόεδρε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Στράφηκε προς τα πίσω καθώς το έλεγε αυτό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Είσαι πολύ καλή.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ξαφνικά, τα μάτια της Σουμίρε έγιναν ολοστρόγγυλα. Τα χείλη της έμοιαζαν να μη μπορούν να σχηματίσουν λέξεις, με το στόμα της να μένει ελάχιστα ανοιχτό---Και ο Κούτα έτσι απλά έφυγε απ’το δωμάτιο. Προχωρώντας στο διάδρομο, πήρε μια μικρή νικητήρια πόζα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Της την έφερα...!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Σουμίρε να πάρει τέτοιο ύφος...Ναι, ήταν η πρώτη φορά που είχε ξαφνιάσει την προσωποποίηση του ‘μεγάλου αδελφού’ και την είχε κάνει μάλιστα να χάσει τα λόγια της. Την είχε αφήσει ανίκανη να του απαντήσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ένιωθε αρκετά καλά. Μπορεί να είχε μουτζουρωμένο πρόσωπο, αλλά ακόμα κι έτσι, η σημερινή μέρα είχε αποδειχτεί πολύ καλή. Ίσως να είχε αλλάξει στ’αλήθεια η τύχη του μετά που άγγιξε την Τίγρη Μινιατούρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ίσως επειδή το έβλεπε έτσι, δεν ένιωθε καθόλου μίσος για την Τίγρη Μινιατούρα, παρόλο που τον είχε κάνει να υποφέρει αρκετά. Φυσικά, ήταν τρομακτική, και δεν είχε καμία όρεξη να μπλέξει μαζί της για δεύτερη φορά, αλλά,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όπως και να το κάνουμε, η ομορφιά είναι ομορφιά.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κοιτάζοντάς την από κοντά, η Τίγρη Μινιατούρα ήταν ένα ασυνήθιστα όμορφο κορίτσι. Ένιωθε πως καταλάβαινε λιγάκι γιατί οι προϊστάμενοί του τη φώναζαν μ’αυτό το παρατσούκλι. Τρομακτική, κάποια που δε θες να μπλέξεις μαζί της ή να την κάνεις να θυμώσει, αλλά που δεν μπορείς να αγνοήσεις μόνο και μόνο επειδή φοβάσαι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν δεν μπορούσε να την αγνοήσει, θα παρακολουθούσε αυτό το όμορφο κορίτσι μαζί με όλους τους άλλους από απόσταση---Χωρίς να παρεμβαίνει, από απόσταση ασφαλείας. Αν την πλησίαζε παραπάνω από όσο έπρεπε, θα τον κυνηγούσε. Χωρίς να γνωρίζει αυτούς τους κινδύνους, ο Κούτα την είχε πλησιάσει υπερβολικά χωρίς να το θέλει. Και το αποτέλεσμα ήταν ότι τώρα ήταν ένα αγόρι με τα σημεία της πυξίδας στο πρόσωπο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Λοιπόν, τι αποφάσισε να κάνει ο Κούτα τώρα που τα ήξερε όλα;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αποφάσισε να κρατήσει μια απόσταση ασφαλείας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ό,τι ατυχίες κι αν τραβούσε πάνω του εξαιτίας της δικής του κακοτυχίας, ήταν αποφασισμένος να παραμείνει τουλάχιστον αρκετά μακριά από την Τίγρη Μινιατούρα ώστε να μην την προκαλέσει περισσότερο από όσο είχε ήδη κάνει, και να την παρακολουθεί διακριτικά. Η άνεση της ζώνης ασφαλείας δεν ήταν και τόσο άσχημη. Με τέτοια περίπλοκα αισθήματα στην καρδιά του, θα άρχιζε επιτέλους να ζει τη ζωή του μαθητή λυκείου από δω και πέρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σιγοτραγουδώντας ευχαριστημένος μέσα στη διπλανή τουαλέτα, ο Κούτα άνοιξε με δύναμη το παράθυρο διάπλατα. Για την ακρίβεια, το άνοιξε με λίγο υπερβολική δύναμη,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Να πάρει!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κατέληξε να του πέσει έξω απ’το παράθυρο το σωληνάριο που του έδωσε η Σουμίρε. Καθώς έγειρε σαστισμένος έξω απ’το παράθυρο και κοίταξε κάτω, ξαφνικά πέτρωσε. Είχε παγώσει ολόκληρος. Δε γινόταν να μη συμβεί αυτό, έτσι; Και παρόλο που είχε αποφασίσει να παραμείνει σε ασφαλή θέση, η ίδια η κακοτυχία του αγνοούσε επιδεικτικά τις επιθυμίες του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α, αουα, αουαουα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Εκεί κάτω, κάτω απ’το ανοιχτό παράθυρο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μοιάζοντας με τίγρη, αυτή που κρατούσε με το ένα χεράκι το κεφάλι της και με το άλλο το σωληνάριο ήταν---&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;noinclude&amp;gt;&lt;br /&gt;
{| border=&amp;quot;1&amp;quot; cellpadding=&amp;quot;5&amp;quot; cellspacing=&amp;quot;0&amp;quot; style=&amp;quot;margin: 1em 1em 1em 0; background: #f9f9f9; border: 1px #aaaaaa solid; padding: 0.2em; border-collapse: collapse;&amp;quot;&lt;br /&gt;
|-&lt;br /&gt;
| Πίσω σε [[Toradora! (Greek):Volume2_Spin-off|Δευτερεύουσα ιστορία]]&lt;br /&gt;
| Επιστροφή σε [[Toradora! (Greek)|Αρχική σελίδα]]&lt;br /&gt;
| Εμπρός σε [[Toradora! (Greek):Volume2_Author&#039;s Notes|Σημειώσεις του Συγγραφέα]]&lt;br /&gt;
|-&lt;br /&gt;
|}&lt;br /&gt;
&amp;lt;/noinclude&amp;gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Eirini kl</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Toradora!_(Greek):Volume2_Spin-off&amp;diff=105556</id>
		<title>Toradora! (Greek):Volume2 Spin-off</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Toradora!_(Greek):Volume2_Spin-off&amp;diff=105556"/>
		<updated>2011-07-17T10:21:35Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Eirini kl: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&#039;&#039;&#039;Δευτερεύουσα ιστορία&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Ο θρύλος της Τίγρης Μινιατούρας που φέρνει ευτυχία&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο τρίτος όροφος του παλιού σχολικού κτιρίου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αν και τα μαθήματα είχαν μόλις τελειώσει, ο διάδρομος ήταν κιόλας μισοσκότεινος και δε φαινόταν κανένας άλλος μαθητής. Οι λάμπες φθορισμού στο ταβάνι κατά διαστήματα βούιζαν και αναβόσβηναν, φωτίζοντας με ένα καταθλιπτικό φως το ήδη μελαγχολικό πρόσωπο του Τομίε Κούτα καθώς βάδιζε στο διάδρομο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κάποια στιγμή έφτασε επιτέλους μπροστά σε μια πόρτα που είχε πάνω της ένα χαρτί κολλημένο με σελοτέιπ. Πάνω στο χαρτί ήταν γραμμένες βιαστικά με μολύβι μερικές λέξεις.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το χαρτί έγραφε, «Αίθουσα μαθητικού συμβουλίου».&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Χαα». Ο Κούτα αναστέναξε και κοίταξε με κουρασμένα μάτια το παλιό πόμολο της πόρτας. Αναρωτήθηκε, τι νόημα είχε να έρχεται εδώ κάθε μέρα---&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μπουαχαχαχα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Αυτή πρέπει να είναι η πρόεδρος.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οπισθοχώρησε άθελά του καθώς άκουσε το βροντερό γέλιο πίσω από την πόρτα, και δίστασε να μπει μέσα. Χωρίς να το σκεφτεί, στο μυαλό του ήρθε η εικόνα του ιδιοκτήτη αυτού του γέλιου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα αξιόπιστο άτομο που μερικές φορές επιδείκνυε μια πατρική, αυστηρή αγάπη...Κάτι σαν μεγαλύτερος αδελφός ή προπονητής, τέτοιοι όροι ταίριαζαν στην χαρακτηριστικά ‘αρρενωπή’ προσωπικότητα αυτού του ατόμου. Ο Κούτα είχε αποφασίσει ότι δεν μισούσε αυτό το είδος του ανθρώπου. Ωστόσο,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Με συγχωρείτε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με μια συνεχόμενη κίνηση άνοιξε την πόρτα και μπήκε στο δωμάτιο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έι! Άργησες, πρωτοετή! Άντε, κάτσε, κάτσε εκεί!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Εντάξει.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Είχαν ήδη μεσολαβήσει λίγες εβδομάδες από την πρώτη τους συνάντηση, αλλά ακόμα δε μπορούσε να το συνηθίσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι ξεψυχισμένη απάντηση είναι αυτή;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τσκ, έκανε η αρρενωπή προσωπικότητα που λεγόταν Σουμίρε Κάνου, συνοδεύοντας το πλατάγισμα της γλώσσας με ένα χαρούμενο, καλοσυνάτο χαμόγελο. Λέγοντάς του «Άντε, φάε», του πέταξε ένα γλυκό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όμως πέρα απ’αυτά, αυτό το άτομο ήταν,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Με συγχωρείς, πρόεδρε, έχω εδώ τα οικονομικά στοιχεία του προηγούμενου έτους.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ααα, δώστα να τους ρίξω μια ματιά.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με μακριά μεταξένια μαύρα μαλλιά που έπεφταν στους λεπτούς ώμους της, ωχρό πρόσωπο, και σοβαρό ύφος, ήταν η τέλεια εικόνα μιας Γιαπωνέζας καλλονής.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήταν η Σουμίρε Κάνου, η πρόεδρος του μαθητικού συμβουλίου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήταν επίσης μια άριστη μαθήτρια, που ποτέ δεν είχε παραχωρήσει σε άλλον την πρώτη θέση στη βαθμολογία από τότε που είχε έρθει στο σχολείο. Παρεμπιπτόντως, η αδελφή της Σάκουρα Κάνου που ήταν δύο χρόνια μικρότερη, ήταν πρωτοετής στο σχολείο, και όλοι οι μαθητές τις αποκαλούσαν ‘οι αδελφές Κάνου’. Αν και, σαν πρόεδρος και μεγαλύτερη, η Σουμίρε έμοιαζε περισσότερο σαν μεγαλύτερος αδελφός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έι, Κούτα. Πάλι έτρωγες μόνος σου σήμερα, έτσι δεν είναι; Έτυχε να περάσω από την τάξη σου και σε είδα ολομόναχο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Σε παρακαλώ να κοιτάς τη δουλειά σου.» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καθισμένη δίπλα στο παράθυρο με τα πόδια ανοιχτά και κρατώντας τα έγγραφα στο ένα χέρι, η Σουμίρε τον κοίταζε με ένα ειρωνικό χαμόγελο. Δε φαινόταν διατεθειμένη να τον αφήσει στην ησυχία του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ακόμα δεν έχεις κάνει φίλους; Παρόλο που κοντεύει να τελειώσει ο Μάιος; Δεν πάνε κιόλας δυο μήνες από τότε που ξεκίνησες το λύκειο;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν υπήρχε ίχνος συμπόνοιας στα λόγια που έβγαιναν από τα ρόδινα χείλη της. Ο Κούτα έμεινε σιωπηλός, γυρίζοντάς της την πλάτη του και κοιτάζοντας επίμονα την ατζέντα του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εσύ, ένας πρωτοετής, τολμάς να αγνοείς εμένα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έλα τώρα, πρόεδρε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αυτός που έσπευσε σε βοήθειά του ήταν ο δευτεροετής αντιπρόεδρος, ο Γιουσάκου Κιταμούρα. Με τα σοβαρά γυαλιά του με τον ασημένιο σκελετό να λάμπουν στον ήλιο, παρενέβη μιλώντας ήρεμα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ο Κούτα ξεκίνησε με ένα μήνα καθυστέρηση, επομένως πάει μόλις ένας μήνας που άρχισε το σχολείο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ααα, ναι, σωστά!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Σουμίρε χτύπησε τα χέρια της σαν να χειροκροτούσε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι έγινε, σε χτύπησε αυτοκίνητο τη μέρα πριν την τελετή έναρξης...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Όχι. Με χτύπησε αυτοκίνητο τη μέρα πριν τις εξετάσεις για το λύκειο που ήταν η πρώτη επιλογή μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Σωστά, σωστά, χμμ, α ναι θυμήθηκα τώρα, το σπίτι του γείτονά σας έπιασε φωτιά και εξαιτίας αυτού το δικό σου σπίτι πλημμύρισε...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Αυτό συνέβη την παραμονή της εκδρομής μου στο γυμνάσιο. Τη μέρα πριν την τελετή έναρξης του λυκείου, είχα έναν έντονο πονόκοιλο που τελικά αποδείχτηκε πως ήταν σκωληκοειδίτιδα, με αποτέλεσμα να πάθω κρίση σκωληκοειδίτιδας την ώρα που είχαμε βγει για φαγητό για να το γιορτάσουμε, και μετά να χτυπήσω πάνω σε ένα από τα γειτονικά τραπέζια και να λιποθυμήσω...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ααα! Και μετά μπήκες στο νοσοκομείο για ένα μήνα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
--- Ο Κούτα μπορούσε μόνο να κρεμάσει σιωπηλά το κεφάλι του καθώς τον έδειχνε με το δάχτυλο. Ήξερε ήδη τι θα έλεγε μετά η Σουμίρε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Σοβαρά τώρα, τραβάς τα ατυχήματα σαν μαγνήτης!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μπουαχαχαχα!...Μα τόσο αστείο το έβρισκε;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πρόεδρε, μη γελάς τόσο. Κάνεις τον Κούτα να αισθάνεται άσχημα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα ακατάσχετο γέλιο συνέχισε να ακούγεται μέχρι που παρενέβη ο Κιταμούρα, και μια δυο γενικές γραμματείς – δευτεροετείς – έκαναν πως ήταν πολύ απορροφημένες από τη δουλειά τους, όμως οι ώμοι τους τραντάζονταν από το σιωπηλό γέλιο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
‘Γέλα όσο θέλεις’, κατέβασε μούτρα ο Κούτα και γύρισε από την άλλη. Συγγνώμη που είμαι τόσο άτυχος. Πάντως, πραγματικά ήταν άτυχος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όποτε επρόκειτο να του συμβεί κάτι σημαντικό, ο Κούτα αναπόφευκτα θα υπέφερε από κάποιο ανελέητο χτύπημα της μοίρας. Από τότε που είχε γεννηθεί μέχρι σήμερα, έτσι ήταν πάντα. Παρεμπιπτόντως, η βιντεοκάμερα του πατέρα του είχε μείνει από μπαταρία τη στιγμή που γεννιόταν ο Κούτα, κι αυτό είχε αποσπάσει την προσοχή του μαιευτήρα, με αποτέλεσμα να του πέσει το νεογέννητο πάνω στο τραπέζι της αίθουσας τοκετών.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και έτσι είχε πάντοτε προβλήματα μέχρι σήμερα. Όπως και να είχε όμως, ήταν δική του η απόφαση να συμμετάσχει στο μαθητικό συμβούλιο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Επειδή είχε ξεκινήσει καθυστερημένα τη ζωτικής σημασίας είσοδό του στο λύκειο, ο Κούτα , χωρίς να το συνειδητοποιήσει, είχε ξεκόψει από τους υπόλοιπους. Μια και δεν ήταν εξαρχής ιδιαίτερα εύθυμος και ζωηρός, είχε σκεφτεί να γίνει μέλος μιας λέσχης για να κάνει φίλους, όμως είχε χάσει την περίοδο εγγραφής των πρωτοετών σε λέσχες και έτσι δεν είχε την ευκαιρία να γίνει μέλος σε κάποια λέσχη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν τον μισούσαν ή τίποτα τέτοιο, αλλά εξαιτίας όλων αυτών είχε καταλήξει να μην έχει καθόλου φίλους για να περνάει τον ελεύθερο χρόνο του. Μια μέρα καθώς αναρωτιόταν πώς είχε βρεθεί σε μια τόσο αξιοθρήνητη κατάσταση, ο Κούτα είδε ένα πόστερ που έλεγε:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ζητούνται βοηθοί γενικών καθηκόντων! Οι πρωτοετείς είναι ευπρόσδεκτοι! Μαθητικό συμβούλιο»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Βοηθός γενικών καθηκόντων...Βασικά, θεώρησε ότι αυτό σήμαινε απλώς να βοηθάει σε διάφορες δραστηριότητες. Δεν ήταν πως ενδιαφερόταν ιδιαίτερα να βοηθάει το μαθητικό συμβούλιο στις δουλειές του. Όμως, οι λέξεις ‘οι πρωτοετείς είναι ευπρόσδεκτοι’, του έκαναν μεγάλη εντύπωση εκείνη τη στιγμή. Σαν να ήταν ανοιχτή η πόρτα του τελευταίου βαγονιού του τρένου που είχε μόλις χάσει---Έτσι ένιωθε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Είχε ελπίσει πως θα μπορούσε να γίνει φίλος με άλλους πρωτοετείς βοηθούς. Ή τουλάχιστον, πως αν γινόταν μέλος του μαθητικού συμβουλίου, θα έπαυε να είναι ένα τίποτα όπως ήταν τώρα. Έτσι είχε νομίσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ακόμα θυμόταν καθαρά τη στιγμή που, αφού είχε μαζέψει όλο του το κουράγιο μπροστά στην πόρτα του μαθητικού συμβουλίου, είχε ανοίξει αυτή την πόρτα για πρώτη φορά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θυμήθηκε την πανέμορφη μαυρομάλλα Yamato Nadeshiko που είχε γυρίσει ξαφνιασμένη να τον κοιτάξει. Ούτε στα πιο τρελά του όνειρα δεν είχε φανταστεί πως θα δούλευε μαζί με μια τέτοια καλλονή στο μαθητικό συμβούλιο. Τι τυχερός που ήταν---έτσι είχε νομίσει. Όμως αυτή τον χαιρέτησε σαν άντρας, κραυγάζοντας «Γειαχαραντάν!» και σηκώνοντας ψηλά το χέρι της. Μετά έπεσε άκομψα σε μια καρέκλα με ανοιχτά τα πόδια, και είπε «Πρωτοετής, έτσι; Τι χαμπάρια; Έλα, κάτσε!», και έδειξε μια άδεια καρέκλα...Τα πόδια του Κούτα λύγιζαν. Μπροστά του είχε έναν αξιόπιστο ‘μεγάλο αδελφό’ μεταμφιεσμένο σε Yamato Nadeshiko.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Επιπλέον, δεν υπήρχαν άλλοι πρωτοετείς βοηθοί και ακόμα και ο υπεύθυνος καθηγητής της τάξης του αγνοούσε ότι υπήρχε τέτοια θέση στο μαθητικό συμβούλιο, γι’αυτό και αντέδρασε λέγοντας «Ε; Είσαι βοηθός είπες;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όμως δε μπορούσε να παραιτηθεί επειδή τα πράγματα δεν είχαν έρθει όπως ήλπιζε, κι έτσι ο Κούτα ήταν υποχρεωμένος να πηγαίνει στην αίθουσα του μαθητικού συμβουλίου κάθε μέρα χωρίς άλλο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πραγματικά ήταν άτυχος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«---Ααχ, αν μόνο μπορούσα να αγγίξω την Τίγρη Μινιατούρα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μονολόγησε φωναχτά, αφήνοντας ένα βαθύ αναστεναγμό. Όμως,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Χμ;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Κιταμούρα ανταποκρίθηκε αμέσως.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τώρα μόλις, είπες κάτι για την Τίγρη Μινιατούρα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Κιταμούρα-σενπάι, ξέρεις για την Τίγρη Μινιατούρα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μην απαντάς σε μια ερώτηση με μια άλλη ερώτηση.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Κιταμούρα έδωσε μια ελαφριά καρπαζιά στο κεφάλι του Κούτα με την άκρη του σημειωματάριου της Σουμίρε, εν είδει φιλικής επίπληξης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έι!...Τι κάνεις; Δεν μπόρεσα να κρατηθώ, γιατί θέλω πολύ να μάθω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με την άκρη του σημειωματάριου ακουμπισμένη στο κεφάλι του Κούτα, άρχισε να το σέρνει γρήγορα μπρος πίσω, σαν πριόνι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ααχ, κ-καίει!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μην παίρνεις αψήφιστα το σημειωματάριο, κατά βάση είναι ξύλο ξέρεις. Τι θέλεις να μάθεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τ, τι βίαιος...Απλώς πρόκειται για κάτι που έλεγαν τα παιδιά στην τάξη μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
---Με δυο λόγια, είχε ακούσει ότι αν άγγιζε κανείς την Τίγρη Μινιατούρα, θα είχε καλοτυχία για όλα του τα χρόνια στο λύκειο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Κούτα είχε ακούσει γι’αυτό σαν ένα από τα επτά θαύματα του σχολείου εκείνη τη μέρα, την ώρα περίπου που η Σουμίρε τον είχε δει να κάθεται μόνο του στο απογευματινό διάλειμμα. Το είχε ακούσει από μια παρέα αγοριών που φλυαρούσε πίσω του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Χμμ. Και επειδή είσαι τόσο άτυχος, σκέφτηκες να το δοκιμάσεις, αλλά επειδή δεν είστε φίλοι, δε μπορούσες να τους ζητήσεις λεπτομέρειες, τώρα κατάλαβα τι έγινε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι ντροπιάρης.» Όταν άκουσε τη Σουμίρε που ξανάρχισε να μιλάει, ο Κούτα της γύρισε την πλάτη για άλλη μια φορά και μουρμούρισε κατσουφιασμένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εντάξει, φτάνει. Σταματήστε μ’αυτό το θέμα σας παρακαλώ...Απλώς αναρωτιόμουν γι’αυτό. Έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα. Είναι σίγουρα απλώς μια ιστορία.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Όχι, κάνεις λάθος.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η φωνή του Κιταμούρα αντήχησε απόκοσμα στο δωμάτιο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Η Τίγρη Μινιατούρα υπάρχει στ’αλήθεια. Την έχω δει με τα μάτια μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εε;! Μου λες αλήθεια;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Προς μεγάλη του έκπληξη, η Σουμίρε σήκωσε κι αυτή το χέρι της,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Κι εγώ την έχω δει.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κι άλλα μέλη σήκωσαν τα χέρια τους μετά την πρόεδρο και είπαν πως υπάρχει, ανταλλάσσοντας ματιές μεταξύ τους.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ώστε όλοι εσείς από τις μεγαλύτερες τάξεις λέτε πως την έχετε δει;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ναι, είναι πολύ γνωστή σε μας τους δευτεροετείς...Όμως να υπάρχει θρύλος που να λέει ότι η Τίγρη Μινιατούρα φέρνει ευτυχία...Ώστε έχει πάρει τέτοιες διαστάσεις...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σαν να μη μπορούσε να κρατηθεί άλλο, ο Κιταμούρα άφησε ένα σιγανό γέλιο. Ακόμα και η Σουμίρε και οι άλλοι χαμογελούσαν παράξενα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Τ, τι σας έπιασε όλους...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μην καταλαβαίνοντας τι γινόταν και προσπαθώντας να βγάλει άκρη, ο Κούτα κοίταξε γύρω του με αβοήθητο ύφος, αλλά, &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Αυτό είναι!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αναφώνησε ξαφνικά η Σουμίρε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Κούτα, να πας να αγγίξεις την Τίγρη Μινιατούρα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Εε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Αν έχουμε κάποιον τόσο επιρρεπή στην ατυχία όσο εσύ εδώ, μπορεί να μεταδώσεις την κακοτυχία σου και στο υπόλοιπο συμβούλιο, σωστά; Λοιπόν, ως πρόεδρος σου δίνω αυτή την εντολή: οφείλεις να αγγίξεις την Τίγρη Μινιατούρα και να θεραπεύσεις την κακοτυχία σου, και δεν επιτρέπεται να αποτύχεις.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Ακόμα κι αν μου λες να θεραπεύσω την κακοτυχία μου, δεν ξέρω ούτε καν τι είναι η Τίγρη Μινιατούρα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Θα μπορούσες να ρωτήσεις τους συμμαθητές σου. Ξεκίνα να συγκεντρώνεις πληροφορίες το συντομότερο δυνατόν, από αύριο κιόλας.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Σαν δύσκολο μου φαίνεται.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κάνοντας «Τι πρά~γμα;», τα μάτια της Σουμίρε έγιναν κοφτερά σαν μαχαίρια, μέχρι που ο Κιταμούρα μπήκε πάλι στη μέση λέγοντας «Έλα τώρα,»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Υποθέτω πως είναι δύσκολο να σε ρίξουμε έτσι αβοήθητο στα βαθιά, τελικά. Κούτα, θα σου δώσω ένα στοιχείο για να σε βοηθήσω. Στην τάξη μου, τη 2-Γ, υπάρχει κάποια που λέγεται Κουσιέντα. Καλό θα ήταν να μιλήσεις μαζί της. Από όσο ξέρω, αυτή ξέρει περισσότερα από κάθε άλλον στο σχολείο για την Τίγρη Μινιατούρα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Κουσιέντα...σενπάι, έτσι τη λένε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Γνέφοντας καταφατικά, ο Κιταμούρα κοίταξε τον Κούτα με ένα καλοσυνάτο χαμόγελο, αλλά,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Κιταμούρα-σενπάι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Χμ;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Φαίνεται σαν να το διασκεδάζεις.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ναι, λιγάκι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα έξυπνα μάτια πίσω από εκείνα τα γυαλιά, έμοιαζαν να έχουν απύθμενο βάθος. Ακόμα και τώρα που χαμογελούσε, η ήρεμη ματιά του έμοιαζε να διαπερνά τον Κούτα ως τα βάθη της ψυχής του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Κούτα έβλεπε πάντα τον Κιταμούρα σαν έναν ευγενικό δευτεροετή, αλλά στην τελική, ήταν το δεξί χέρι της Σουμίρε---Ή μάλλον, για κάποιο λόγο ένιωθε ότι κάτι έτρεχε με όλους τους συγκεντρωμένους στην αίθουσα του μαθητικού συμβουλίου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο πρωταθλητής της γκαντεμιάς Κούτα έβαλε κατά μέρος τη δική του παραξενιά και έμεινε να κοιτάζει καχύποπτα τα πρόσωπα των μεγαλύτερων συμμαθητών του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;span style=&amp;quot;font-size: 300%; border: &amp;quot;&amp;gt;&amp;lt;center&amp;gt;* * *&amp;lt;/center&amp;gt;&amp;lt;/span&amp;gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κατάλαβες, Κούτα; Πρώτα απ’όλα, η Τίγρη Μινιατούρα είναι πραγματική. Δεύτερον, είναι πολύ άγρια, και γι’αυτό θα είναι πολύ δύσκολο να την αγγίξεις.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
---Αυτά τα στοιχεία του είχε δώσει η Σουμίρε, αποκαλώντας τα ‘ειδική προσφορά’. Όμως μόνο μ’αυτά, εξακολουθούσε να μη γνωρίζει τι ακριβώς ήταν αυτή η Τίγρη Μινιατούρα. Συνήθως, σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις, επρόκειτο για κανένα μπρούτζινο αγαλματάκι ή κάτι ανάλογο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Με δουλεύουν, το ξέρω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήταν την επόμενη μέρα, και ο Κούτα στεκόταν υπάκουα έξω από την πόρτα της τάξης 2-Γ. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όπως και να είχε, είχε αυστηρές διαταγές από τη Σουμίρε---Του είχε δηλώσει ξεκάθαρα ότι αν αγνοούσε τις εντολές της, οι συνέπειες θα ήταν πολύ δυσάρεστες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εμμ, με άλλα λόγια...Θα με απολύσεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αν επρόκειτο μόνο γι’αυτό, δε θα τον πείραζε και τόσο. Όμως,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Όχι. Θα σε υποχρεώσω να γίνεις ο επόμενος πρόεδρος του μαθητικού συμβουλίου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Δε θα έπρεπε ο επόμενος πρόεδρος να είναι ένας από τους δευτεροετείς;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Συγχαρητήρια! Θα είσαι ο πρώτος πρωτοετής πρόεδρος.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Δεν υπάρχει περίπτωση.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έτσι, κοιτάζοντας θλιμμένα το πάτωμα, κατευθύνθηκε ολομόναχος προς την τάξη της δευτέρας λυκείου. Εδώ και λίγη ώρα έριχνε κλεφτές ματιές μέσα, αλλά μη μπορώντας να βρει τον αξιόπιστο Κιταμούρα, είχε βρεθεί σε αδιέξοδο. Δε φαινόταν να μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο εκτός από το να φωνάξει κάποιον μόνος του και να του ζητήσει να τον πάει στην Κουσιέντα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εμμ, με συγχωρείτε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ναι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μαζεύοντας όλο του το θάρρος, φώναξε μια δευτεροετή που περνούσε. Γυρίζοντας να τον κοιτάξει, &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι συμβαίνει;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Είχε ένα φωτεινό χαμόγελο, και κοιτούσε τον Κούτα με καλοσυνάτα καστανά μάτια. Με το στρογγυλό της πρόσωπο να αστράφτει από ένα λαμπερό χαμόγελο, τα απαλά και γυαλιστερά ρόδινα χείλη, και την ειλικρινή και υγιή εμφάνισή της, ήταν τελείως διαφορετική από την τύπου ‘μεγάλος αδελφός’ εμφάνιση της προέδρου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Α, εμμ...ε, εγώ ψάχνω την Κουσιέντα-σενπάι που πρέπει να είναι σ’αυτήν»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εδώ~!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«την τάξη...Ε, ναι λοιπόν.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κοιτούσε το κορίτσι μπροστά του που είχε σηκώσει ψηλά το χέρι της. Ο Κούτα έγειρε ελαφρά το κεφάλι του. Χμμ, καθώς ξανασκεφτόταν τι είχε συμβεί, αυτή που φώναξε ξαφνικά «Εδώ~!» ήταν,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εγώ είμαι η Κουσιέντα~.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ναι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πραγματικά, ήταν ένα χαριτωμένο αλλά κάπως παράξενο κορίτσι...Ένιωσε να τον κυριεύει η απογοήτευση για άλλη μια φορά. Όλοι όσοι συναντούσε εδώ φαινόντουσαν να είναι παράξενοι, κι ο Κούτα αναρωτήθηκε αν αυτό ήταν άλλη μια εκδήλωση της συνεχούς κακοτυχίας του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έλα τώρα, τι είναι αυτό το ‘ναι’! Εσύ ήσουν που με φώναξες, ξέρεις!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τον σκούντησε στον ώμο με κάπως υπερβολική οικειότητα, κάνοντάς τον να παραπατήσει. Κατάφερε όμως να κρατηθεί όρθιος και κοίταξε κατευθείαν μπροστά. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Ο Κιταμούρα-σενπάι μου σύστησε να σε βρω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν ήθελε να υποστεί τις επιπλήξεις της Σουμίρε, επομένως για την ώρα έπρεπε να τα βγάλει πέρα με την Κουσιέντα. Όμως, &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ο Κιταμούρα-κουν; Μμμ, όμως εγώ δεν ξέρω τίποτα γι’αυτό, ξέρεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εε...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Κούτα έμεινε εκεί άφωνος, καθώς ξανάφερνε στη μνήμη του το πρόσωπο του διοπτροφόρου αντιπρόεδρου. Σκεφτόταν ότι θα έπρεπε να της εξηγήσει από την αρχή γιατί και πώς αναζητούσε την Τίγρη Μινιατούρα. Το όλο πράγμα ήταν αρκετά ντροπιαστικό. Ένας πρωτοετής να έρχεται στα καλά καθούμενα σε μια τάξη της δευτέρας και να ρωτάει «Πού μπορώ να βρω την Τίγρη Μινιατούρα;»---αυτό ήταν, πράγματι, κάπως...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έι, Κουσιέντα! Αυτός εκεί είναι ένας πρωτοετής, ο Τομίε Κούτα. Θέλει να μάθει για την Τίγρη Μινιατούρα, γι’αυτό του σύστησα εσένα. Θέλω να πω, εσύ ξέρεις τα πάντα γι’αυτό το θέμα. Λοιπόν, τα λέμε!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σαν περαστικό αεράκι, ο Κιταμούρα εμφανίστηκε από το πουθενά και εξήγησε όλα αυτά που ο Κούτα ντρεπόταν να ξεστομίσει και μετά εξαφανίστηκε εξίσου γρήγορα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το ίδιο γρήγορα, τα μάτια της Κουσιέντα έγιναν συννεφιασμένα και απόμακρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ώστε θέλεις να μάθεις για την Τίγρη Μινιατούρα...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Σενπάι, τι ύφος είναι αυτό;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μη μιλάς.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σαν για να κόψει το δρόμο διαφυγής του Κούτα, η Κουσιέντα άπλωσε τα μπράτσα της παραμένοντας μπροστά στην πόρτα. Το προηγούμενο λαμπερό χαμόγελό της είχε χαθεί εντελώς, και το είχε αντικαταστήσει μια αδειανή έκφραση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Όταν μάθεις για την Τίγρη Μινιατούρα, τι σκοπεύεις να κάνεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μιλώντας με μια επίτηδες χαμηλωμένη και βραχνή φωνή, τον κοίταξε ερευνητικά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Α, αυτό που...να προσπαθήσω να την αγγίξω...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Να αγγίξεις. Να την αγγίξεις. Θέλεις να αγγίξεις. Θέλεις να την αγγίξεις.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Το είπες τέσσερεις φορές, έτσι δεν είναι; Ε ναι λοιπόν.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Φιου~. Ο βαθύς αναστεναγμός που άφησε η Κουσιέντα χάιδεψε τα μαλλιά του Κούτα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Έχεις ασφάλεια; Εννοείται πως μιλάω για ασφάλεια ατυχημάτων.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έχω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Λόγω της κακοτυχίας που τον κυνηγούσε, είχε φροντίσει να ασφαλιστεί για ατυχήματα πάσης φύσεως.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ακούγοντας την απάντησή του, η Κουσιέντα έγνεψε καταφατικά με αποφασιστικότητα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Υποθέτω πως είναι εντάξει, στο κάτω κάτω είσαι νέος...Φαίνεται πως ακόμα δεν ξέρεις τι ακριβώς είναι η Τίγρη Μινιατούρα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ναι. Γι’αυτό ήρθα να ρωτήσω εσένα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ό,τι και να σου πει μια γριά σαν και μένα, δε θα μπορέσεις να καταλάβεις...Ένα μόνο πράγμα μπορεί να σου μάθει αυτή η γριά...Η λέξη ‘μινιατούρα’ έχει να κάνει με το μέγεθος της Τίγρης Μινιατούρας...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
...Γριά;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και μπροστά στα μάτια του μπερδεμένου Κούτα,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ουχ~! Γκουχ! Γκουχ, γκουχ!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Κου, Κουσιέντα-σενπάι, είσαι καλά;...Εεε;!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Γκουχ, γκουχ, βήχοντας ακατάπαυστα, η υποτιθέμενη γριά Κουσιέντα έπεσε στο ένα γόνατο με τα μαλλιά της ανακατεμένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εμμ, ψέματα το κάνεις, έτσι δεν είναι;  Με δουλεύεις, αυτό είναι, σωστά;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ήρθε το τέλος...γι’αυτή τη γριά...Τώρα πρέπει...να ρωτήσεις αυτόν...που λέγεται Τακάσου...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κι έτσι απλά, έκανε την πεθαμένη εκεί στο διάδρομο την ώρα του διαλείμματος, πέφτοντας με πάταγο στο πάτωμα. Η φούστα της σηκώθηκε αποκαλύπτοντας το πίσω μέρος από το άσπρο κιλοτάκι της, αλλά δεν έδειξε να προβληματίζεται καθόλου από αυτό ή να προσπαθεί να το καλύψει, κάτι που υπό φυσιολογικές συνθήκες θα τον έκανε να αισθανθεί τυχερός και ίσως να ανοίξει η μύτη του, όμως τώρα...Είχε τρομερή νευρικότητα καθώς αναρωτιόταν τι έπρεπε να κάνει...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Εμμ...ποιος είναι πάλι αυτός ο Τακάσου;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ευτυχώς, πέρασε επιτέλους από δίπλα τους ένα κορίτσι από την τάξη της Κουσιέντα και έσκυψε από πάνω της λέγοντας «Έι, φαίνεται το βρακί σου.»&lt;br /&gt;
και της έφτιαξε τη φούστα. Ακόμα και τότε, η Κουσιέντα παρέμεινε στο έδαφος, όμως του έδειξε με το δάχτυλό της μια από τις γωνίες της τάξης. Ακολουθώντας το με το βλέμμα του, είδε μια παρέα δευτεροετών αγοριών που φλυαρούσαν εύθυμα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και τότε ο Κούτα ξεροκατάπιε και κράτησε την ανάσα του. Ένας από την παρέα τον πρόσεξε και στράφηκε προς το μέρος του,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Τι κάνει εκεί η Κουσιέντα...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Κούτα σκέφτηκε πως έφτασε η τελευταία του ώρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το χαμηλό και βαθύ μουρμουρητό του τύπου δημιουργούσε τρομακτική ατμόσφαιρα. Επίσης, η κοφτερή ματιά του έδειχνε ότι δεν ήταν τύπος που έπαιζε κανείς μαζί του. Το πρόσωπό του έμοιαζε συσπασμένο από εκνευρισμό και η όλη εμφάνισή του ήταν πολύ σκληρή για ανθρώπινο ον. Χτυπούσε νευρικά το πάτωμα με το πόδι του και όλο του το σώμα ανέδινε μια σκοτεινή, επικίνδυνη αύρα που κάλυπτε όλα και όλους γύρω του. Ο Κούτα αναρωτήθηκε πώς βρέθηκε ένας τέτοιος τρομερός αλήτης σε αυτό το λύκειο, που όσο να πεις ήταν αρκετά καλού επιπέδου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και τότε κατάλαβε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Χωρίς άλλο, αυτός ο αλήτης έπρεπε να είναι ο Τακάσου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μοίρα του Κούτα αναπόφευκτα ακολουθούσε πάντοτε το χειρότερο δυνατό σενάριο με μαθηματική ακρίβεια. Έτσι ήταν σίγουρος πως είχε δίκιο. Δεν άντεχε άλλο, και ήταν έτοιμος να τα παρατήσει και να γυρίσει στην τάξη του. Ο Κούτα πίστευε, ήταν βέβαιος για την ακρίβεια, ότι αυτό θα ήταν το καλύτερο, αλλά...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τακάσου-κουν...Ο νεαρός από δω, φαίνεται πως έχει κάτι να σου πει...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ουα;!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα δευτερόλεπτο πριν προλάβει να το σκάσει, η υποτίθεται νεκρή Κουσιέντα φώναξε ευγενικά τον Τακάσου εκ μέρους του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Φυσικά, ο Κούτα δεν απόρησε καθόλου όταν ο αλήτης απάντησε στα λόγια της με ένα «Τι είναι;». Με μάτια που γυάλιζαν, έκανε πίσω την καρέκλα του και σηκώθηκε. Δεν ήταν ιδιαίτερα σωματώδης, αλλά η τρομακτική δύναμη που ανέδινε καθώς σηκωνόταν έμοιαζε να παραμορφώνει και τον ίδιο το χώρο γύρω του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Γλείφοντας τα ξεραμένα χείλη του, ο Τακάσου τον πλησίασε. Περπατώντας με μεγάλα γρήγορα βήματα, έκλεισε γρήγορα την απόσταση ανάμεσά τους.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ε, εε!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ενστικτωδώς, ο Κούτα έκανε μεταβολή. Στρίβοντας σαν να επρόκειτο να κάνει άλμα, ήταν έτοιμος να το βάλει στα πόδια---&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Αχ!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...~!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένιωσε ένα ελαφρό χτύπημα στο στήθος του. Είχε σκουντήσει κάποιον κατά λάθος. Κάνοντας πίσω, γύρισε από την άλλη,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Συγγνώμη!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σκύβοντας αμήχανα το κεφάλι, ετοιμάστηκε να το σκάσει. Όμως,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Α, άουτς...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Φαίνεται πως το δυστύχημα ήταν πιο σοβαρό από όσο είχε νομίσει. Ένα μικρόσωμο κορίτσι ήταν σκυμμένο στο πλάι του διαδρόμου. Ο Κούτα πρέπει να την είχε ρίξει κάτω όταν τη σκούντησε. Ξαφνιασμένος, έτρεξε κοντά της,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Γκαχ!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σκουίς, ένιωσε μια δυσάρεστη γλιστερή αίσθηση κάτω από τα πόδια του---Ήταν πιθανότατα αυτό που κρατούσε το κορίτσι, ένα σάντουιτς που είχε πέσει στο πάτωμα, και που μετά αυτός το είχε πατήσει. Όμως, με τον Τακάσου να πλησιάζει και το κορίτσι ακόμα πεσμένο, δεν υπήρχε χρόνος να ασχοληθεί με το σάντουιτς. Άπλωσε το χέρι του να τη βοηθήσει να σηκωθεί,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Είσαι εντάξ...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Του κόπηκε η μιλιά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σαν κούκλα, τα μακριά μαλλιά της τύλιγαν απαλά το μικρό σώμα της. Κοιτώντας λίγο προς τα πάνω, τα μάτια της καρφώθηκαν στον Κούτα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το πρόσωπό της ήταν τόσο λευκό, σχεδόν διάφανο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα μάτια της έλαμπαν απόκοσμα σαν το νυχτερινό ουρανό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα χείλη της ήταν σαν μισάνοιχτο ρόδινο τριαντάφυλλο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Βλέποντας την απίστευτη ομορφιά της ανάμεσα από τα κενά που άφηναν οι μπούκλες των μαλλιών της, για μια στιγμή ξέχασε στην κυριολεξία να πάρει ανάσα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Ουα...αου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Νιώθοντας σαν να τον είχε χτυπήσει κεραυνός, ο Κούτα ξέχασε στη στιγμή όλες τις ατυχίες του μέχρι εκείνη την ώρα και την κοίταζε μαγεμένος από τη ματιά της. Σαν να χοροπηδούσε γυμνός μέσα σε ένα νυχτερινό ουρανό διάστικτο από αστέρια, τέτοια ήταν η επικίνδυνη παρόρμηση που ένιωθε---Έχασε κάθε επαφή με το περιβάλλον. Οι δευτεροετείς που είχαν συγκεντρωθεί έμοιαζαν να έχουν παγώσει κι αυτός κρατούσε την ανάσα του, μη μπορώντας να σκεφτεί τίποτα άλλο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έτσι απλά, ήταν γοητευμένος από την ομορφιά που είχε μπροστά του...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τρέχα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...~;!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήταν ο Τακάσου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Προτού το καταλάβει, ο αλήτης ο Τακάσου τον είχε φτάσει και πήδηξε μπροστά του. Μπαίνοντας μπροστά του σαν να προσπαθούσε να κρύψει το κορίτσι πίσω από την πλάτη του, φαινόταν απίστευτα τρομακτικός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Φύγε, αν αγαπάς τη ζωή σου, φύγε!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Εε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Του ούρλιαξε. Έγνεψε με μανία στον Κούτα να φύγει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μη στέκεσαι έτσι, φύγε γρήγορα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ε, εντάξει!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σίγουρα αυτό ήταν απειλή. Παρόλο που δεν καταλάβαινε τίποτα, ο Κούτα δε μπόρεσε να αντισταθεί στη φωνή του Τακάσου και αναγκάστηκε να αφήσει το κορίτσι εκεί που ήταν και να φύγει τρέχοντας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με άλλα λόγια, αυτό το κορίτσι ήταν αιχμάλωτο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με βάση τα γεγονότα, αυτό ήταν το συμπέρασμα που έβγαλε ο Κούτα. Αυτός ο αλήτης ο Τακάσου την ανάγκαζε να είναι σκλάβα του. Δεν ήξερε όλες τις λεπτομέρειες, αλλά ήταν βέβαιος πως έτσι είχαν τα πράγματα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Στ’αλήθεια θέλω να τη σώσω...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αααχ~...Αναστενάζοντας βαθιά καθώς φανταζόταν το μαρτύριό της, ο Κούτα βρισκόταν στην αίθουσα του μαθητικού συμβουλίου μετά το σχολείο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δυο άτομα στράφηκαν με αναπάντεχη ταχύτητα να κοιτάξουν το πρόσωπο του Κούτα από το πλάι, χωρίς ωστόσο να τον κοιτάξουν κατάφατσα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ακριβώς ό,τι θα περίμενα από τον Κούτα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μουρμούρισε η Σουμίρε με ένα ίχνος θαυμασμού. Διπλώνοντας τα χέρια του δίπλα της, &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τρέχει κατευθείαν προς την καταστροφή λες και τον τραβάει μαγνήτης...Το πώς πέφτει στα τυφλά  ακριβώς πάνω στον κίνδυνο είναι πέρα από κάθε προσδοκία.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτό έλεγε κι ο Κιταμούρα. Ακόμα και τα άλλα μέλη συμφωνούσαν λέγοντας «Ναι, ναι», δημιουργώντας μια παράξενη αίσθηση ομοφωνίας μέσα στην πολυκοσμία της αίθουσας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Μπορείτε να λέτε ό,τι θέλετε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Νιώθοντας ξαφνικά ξεκομμένος από όλους, ο Κούτα συνέχισε να έχει την πλάτη του γυρισμένη στους μεγαλύτερους συμμαθητές τους.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, ο Κούτα εκείνη τη στιγμή δε φοβόταν ούτε κακοτυχίες ούτε τίποτα. Μάλλον, αν το να υποστεί λίγη ακόμα κακοτυχία θα του επέτρεπε να σώσει εκείνη την πανέμορφη δευτεροετή, θα το δεχόταν ξανά και ξανά---Το σημαντικό ήταν ότι την είχε ερωτευτεί με την πρώτη ματιά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δε μπορούσε παρά να μετανιώνει πικρά που το είχε σκάσει και την είχε αφήσει εκεί. Ακόμα κι αν τον είχε αγριοκοιτάξει εκείνος ο αλήτης...Όχι, δεν τον ένοιαζε ποιον αντίπαλο θα έπρεπε να αντιμετωπίσει. Αν μπορούσε να αντέξει αυτό το λίγο πόνο, πίστευε πως θα υπήρχε ένα πραγματικά ευτυχισμένο τέλος γι’αυτόν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Πρόεδρε, θα το κάνω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σηκώνοντας σταθερά το κεφάλι του, ο Κούτα κοίταξε αποφασιστικά τα μεγάλα μάτια της Σουμίρε. Αυτή έμεινε σιωπηλή για λίγο, αλλά μετά άρχισε να κουνάει αρνητικά το κεφάλι της. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Μην το κάνεις. Παράτα τα. Μην κάνεις κάτι τόσο απερίσκεπτο. Ανατριχιάζω και μόνο που το σκέφτομαι...Με την κακοτυχία που σε δέρνει, καλύτερα να κρατήσεις όσο πιο χαμηλό προφίλ γίνεται.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αποκλείεται! Θα το κάνω. Θα τα καταφέρω ό,τι και να γίνει. Θα σώσω αυτό το φτωχό κορίτσι. Και μετά θα αγγίξω την Τίγρη Μινιατούρα και θα γίνω ευτυχισμένος!...Θα την αγγίξω μαζί της...για να γίνουμε και οι δυο ευτυχισμένοι μαζί...Κι ύστερα, εσύ ήσουν που μου είπες να το κάνω αυτό από την αρχή, πρόεδρε, έτσι δεν είναι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Μα, δε μου φαίνεται πως αυτό το φτωχό κορίτσι ή οποιοσδήποτε άλλος εδώ που τα λέμε σου ζήτησε να τον σώσεις.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως ο Κούτα πετούσε στα σύννεφα, και δεν άκουγε λέξη από όσα του έλεγαν. Σκεφτόταν το υπέροχο πρόσωπο αυτού του κοριτσιού. Και τα μάτια της που έμοιαζαν σαν τον έναστρο ουρανό. Και την εύθραυστη σαν γυαλί έκφραση του προσώπου της. Τα χαρακτηριστικά της που θύμιζαν νεράιδα...ήταν σίγουρος πως δεν υπήρχε καμιά στον κόσμο σαν κι αυτήν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Εμμ. Κούτα, ξέρεις, υπάρχει κάτι που νομίζω πως πρέπει να μάθεις...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Σας παρακαλώ αφήστε με ήσυχο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο Κιταμούρα προσπάθησε μάταια να διαλύσει τις ρόδινες φαντασιώσεις του Κούτα,αλλά αυτός πλέον ήταν αμετάπειστος. Ο Κούτα ήταν χαμένος στον κόσμο των ονείρων του. Το κορίτσι, αυτός, και η Τίγρη Μινιατούρα, όλα μαζί σε ένα όραμα ευτυχίας,είχαν κυριεύσει το μυαλό του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αχ, εντάξει. Δεν πειράζει, Κιταμούρα, μην ασχολείσαι άλλο. Αφού είναι έτσι τα πράγματα, άστον να κάνει ό,τι θέλει μέχρι να τελειώσουν όλα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ακόμα και η σταθερή φωνή της Σουμίρε δεν έφτανε στ’αυτιά του Κούτα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ο Κούτα είπε ήδη ότι θέλει να τον αφήσουμε ήσυχο. Δεν πρόκειται να ακούσει καμία συμβουλή από μας. Λοιπόν, καλή του τύχη κι όλα τα σχετικά.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Θα είναι άραγε στ’αλήθεια εντάξει; Τέλος πάντων...τι να γίνει.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;span style=&amp;quot;font-size: 300%; border: &amp;quot;&amp;gt;&amp;lt;center&amp;gt;* * *&amp;lt;/center&amp;gt;&amp;lt;/span&amp;gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ε, εκεί! &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Συγκρατώντας τον εαυτό του για να μη φωνάξει, ο Κούτα πέρασε μπροστά από την τάξη προσπαθώντας να περάσει απαρατήρητος. Εδώ και λίγη ώρα είχε περάσει αρκετές φορές από την είσοδο της τάξης 2-Γ, πηγαίνοντας πάνω κάτω στο διάδρομο και ρίχνοντας κλεφτές ματιές από το παράθυρο, και επιτέλους την είχε εντοπίσει. Ευτυχώς που δεν τον είχε δει η Κουσιέντα ή ο Τακάσου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ζάρωσε στη γωνιά ενός τοίχου για να κρυφτεί καλύτερα, και σκέφτηκε αυτά που είχε δει. Αν και ήταν διάλειμμα, αυτή καθόταν σιωπηλά μόνη στο κάθισμά της χωρίς να μιλάει σε κανέναν. Οι λεπτοί της ώμοι έτρεμαν μέσα στη μοναξιά της, όμως έμοιαζε με αρωματικό τριαντάφυλλο. Δεν είχε φίλους, όπως κι αυτός...Αυτό σκέφτηκε για μια στιγμή, όμως αμέσως κούνησε το κεφάλι του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σίγουρα την απειλούσε αυτός ο ζηλιάρης ο Τακάσου, και δεν την άφηνε να πιάσει φιλίες με κανέναν. Ήταν σίγουρος. Τι απαίσιος αυτός ο Τακάσου. Πώς μπορούσε να είναι τόσο σκληρόκαρδος. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Σε παρακαλώ, μην τα παρατάς. Γιατί θα βρω την Τίγρη Μινιατούρα και θα στη φέρω σύντομα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αφού μουρμούρισε αυτά τα λόγια, άρχισε να προχωράει γρήγορα στο διάδρομο με ανέμελο ύφος. Με τα χέρια στις τσέπες έπιασε σφιχτά το δώρο του γι’αυτήν. Ζεστό ακόμα, ήταν ένα κουτάκι καφέ που είχε μόλις αγοράσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Φυσικά θα ήταν υπέροχο να μπορούσε να της το δώσει ο ίδιος, αλλά δεν είχαν ακόμα τόσο στενή σχέση. Γι’αυτό όπως είχαν τα πράγματα τώρα, διατηρώντας την ανωνυμία του,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Πιάσε!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το έστειλε με τέλεια ακρίβεια---Σημαδεύοντας μέσα απ’το παράθυρο, πέταξε το ζεστό κουτάκι καφέ στο κορίτσι των ονείρων του. Στο μυαλό του είχε φανταστεί μια σκηνή: «Να, πιες αυτό!» «Εε;» Πέταγμα...Μια περιστροφή, δύο, τρεις...Το έπιανε. Και μετά θα έλεγε «Είναι...είναι ζεστό...» κρατώντας το και με τα δύο χέρια...Ή κάτι τέτοιο. Όπως στη φαντασίωσή του, το κουτάκι ακολούθησε τέλεια την τροχιά και κατευθύνθηκε κατευθείαν στο κεφάλι του κοριτσιού. Όταν βεβαιώθηκε γι’αυτό, έφυγε τρέχοντας από τη σκηνή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ακούστηκε ένας γδούπος πίσω του, αλλά ο Κούτα ούτε που τον πρόσεξε καθώς έτρεχε συνεπαρμένος. Όπως και να είχε, ούτε κι ο ίδιος δεν το πίστευε πως είχε κάνει κάτι τόσο ακραίο. Ότι αυτός που ήταν τόσο συνηθισμένος και ντροπαλός μπόρεσε να κάνει κάτι τόσο δραματικό. Ααχ, τώρα που είχε γνωρίσει τον έρωτα, σιγά σιγά ένιωθε περισσότερο άντρας...Βέβαια έτσι όπως κάλυπτε το κατακόκκινο πρόσωπό του με τα δύο χέρια και έτρεχε, έμοιαζε περισσότερο με κορίτσι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Στο μυαλό του Κούτα, αυτό το κουτάκι καφέ είχε βαθύτερο νόημα. Σήμαινε ότι κάποια μέρα, κάτι ακόμα πιο ζεστό...θα της έδινε κάτι ακόμα καλύτερο. Ναι, θα της χάριζε ευτυχία κάθε μέρα. Με άλλα λόγια, θα την έσωζε από την τυραννία του Τακάσου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όπως πήγαινε το πράγμα, ακόμα και η μέρα που θα άγγιζε την Τίγρη Μινιατούρα μαζί με το κορίτσι που θα είχε σώσει δεν ήταν και τόσο μακρινή. Το μικροσκοπικό αγαλματάκι ή ζωγραφιά τίγρης ή ότι άλλο ήταν, θα το άγγιζαν οι δυο τους αργά και απαλά, δίπλα δίπλα και πιασμένοι χέρι χέρι. «Έλα να γίνουμε ευτυχισμένοι[[Image:Toradora_vol02_heart.png]],» θα έλεγε αυτός. «Ναι[[Image:Toradora_vol02_heart.png]],» θα έλεγε αυτή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Ω ναι. Επιτέλους η τύχη μου άρχισε να αλλάζει...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο Κούτα ανατρίχιασε από συγκίνηση---&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«~»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Οι ανατριχίλες του σύντομα αντικαταστάθηκαν από ένα άλλου είδους τρέμουλο μέσα στην ξαφνική ησυχία του απομεσήμερου. Η όπως πάντα βαρετή ώρα στην αίθουσα του μαθητικού συμβουλίου είχε περάσει, και στεκόταν μπροστά από το ντουλάπι των παπουτσιών του, μέσα στο οποίο είχε κοιτάξει όταν ετοιμαζόταν για να πάει σπίτι. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μέσα στο ντουλάπι παπουτσιών του Κούτα ήταν ένα προσεκτικά διπλωμένο χαρτάκι, κάτι που τον έκανε να απορήσει. Το άνοιξε διερωτόμενος τι να έλεγε, και η καρδιά του ξαφνικά πάγωσε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Με βιαστικά γράμματα, ήταν γραμμένο,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πρόσεχε όταν κυκλοφορείς νύχτα 2-Γ Τακάσου&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μόνο αυτά τα λόγια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ουα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αναπήδησε ακούγοντας τη φωνή που τον φώναξε. Ο Κούτα σφίχτηκε ολόκληρος και έπεσε με την πλάτη στα ντουλάπια των παπουτσιών κάνοντας πάταγο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τ, τι συμβαίνει;! Εσύ, δεν έχεις λέσχη σήμερα;!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Σήμερα έχουμε αργία.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν και τον είχε πει ‘εσύ’, το ευγενικό χαμόγελο του Κιταμούρα δεν άλλαξε ούτε στο ελάχιστο καθώς κοίταζε το χαρτάκι που κρατούσε ο Κούτα στα χέρια πίσω από την πλάτη του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Προειδοποίηση από τον Τακάσου; Πρέπει να ανησυχεί κι αυτός πολύ.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτή την ανοησία μουρμούρισε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δεν είναι έτσι! Α, αυτό, στην πραγματικότητα...Με άλλα λόγια, ξέρεις τι είναι, σωστά;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Βασικά, λέει να προσέχεις όταν κυκλοφορείς τη νύχτα, σωστά; Τι καλός που είναι ο Τακάσου, να προειδοποιεί έναν πρωτοετή που δεν ξέρει καν.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αντιμέτωπος με τέτοια υπερβολική αισιοδοξία, ο Κούτα δε βρήκε τη δύναμη να απαντήσει. Να του λέει να προσέχει όταν κυκλοφορεί τη νύχτα, αυτό δεν ήταν σαν απειλή μαφιόζου; Ήταν σαν να του έλεγε ότι δε θα τον αφήσουν έτσι γι’αυτό που έκανε, ή να φυλάει τα νώτα του, ή κάτι τέτοιο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ωωχ...~»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μια ανατριχίλα διαπέρασε τη ραχοκοκκαλιά του. Ήταν αποφασισμένος να αντιμετωπίσει ακόμα και τον Τακάσου για το χατήρι αυτού του κοριτσιού, αλλά τώρα, καθώς ξαναθυμόταν τη διαπεραστική, επικίνδυνη ματιά του, δε μπορούσε να σταματήσει να τρέμει από το φόβο του. Δε θα του έκανε εντύπωση αν αυτός ο τύπος με το μανιακό βλέμμα έφτανε στο σημείο να στήσει ενέδρα σε έναν αθώο πρωτοετή τη νύχτα στο δρόμο. Κάτι τέτοιο φαινόταν παιχνιδάκι για κάποιον σαν κι αυτόν. Ο Κούτα μπορούσε να φανταστεί μια χαρά τον Τακάσου να έρχεται να τον σκοτώσει κραδαίνοντας ένα τραχύ ξύλινο σπαθί ή κάτι ανάλογο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λοιπόν, τα λέμε αύριο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αφήνοντας τον τρομοκρατημένο Κούτα μόνο του, ο άκαρδος Κιταμούρα βγήκε γρήγορα από το σχολείο. Αντανακλαστικά, ο Κούτα ήταν έτοιμος να του φωνάξει να σταματήσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Όχι!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο Κούτα έσφιξε αποφασιστικά το απλωμένο του χέρι σε γροθιά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το πρόσωπο του κοριτσιού πέρασε σαν αστραπή από το μυαλό του. Μήπως δεν είχε αποφασίσει να τη σώσει όση κακοτυχία και αν του στοίχιζε αυτό; Αν ήταν έτσι, δε θα έπρεπε να τρομάζει απλώς και μόνο από την απειλή του Τακάσου. Ούτε έπρεπε να βασιστεί στον Κιταμούρα για βοήθεια. Αναγκάζοντας τον εαυτό του να φανεί δυνατός και κύριος του εαυτού του, ο Κούτα τσαλάκωσε στη στιγμή το χαρτάκι. Και χωρίς να κοιτάξει πού θα πήγαινε, το πέταξε εκεί που έπρεπε να είναι ένας σκουπιδοντενεκές.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Μπουαχαχα, μάλιστα κύριε! Το πέταξα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Φαίνεται πως το διασκεδάζεις.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όταν στράφηκε προς την ψυχρή φωνή, είδε τη Σουμίρε να στέκεται λίγο μακριά του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Πρόεδρε, τι κάνεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Καλή ερώτηση.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Με ένα κομματάκι τσαλακωμένο χαρτί να ισορροπεί σαν από θαύμα πάνω στο κεφάλι της, η Σουμίρε είχε κατσουφιάσει δυσοίωνα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αν ήταν χαλίκι ή κάτι ανάλογο, αυτή τη στιγμή το αίμα θα έτρεχε σαν βρύση από το κεφάλι μου και θα πέθαινα με φρικτό τρόπο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χα...Αν ήταν πιάτο, τώρα θα ήσουν κάππα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έγνεφε με το κεφάλι του όταν τελικά κατάλαβε πώς είχε η κατάσταση. Το χαρτάκι στο κεφάλι της ήταν αυτό που ο ίδιος είχε μόλις πετάξει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Φαίνεται πως κι εσύ είσαι λίγο κακότυχη, πρόεδρε. Κανονικά δε θα έπεφτε πάνω σου με τόση ακρίβεια, έτσι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μουρμουρίζοντας «Εντάξει, εγώ φταίω», πήγε κοντά της και έβγαλε το χαρτάκι από το κεφάλι της, έτοιμος να το πετάξει στο σκουπιδοντενεκέ. Όμως, ξαφνικά του ήρθε ένα περίεργο κύμα γέλιου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χιχι, έτσι όπως ήσουν μόλις τώρα πρόεδρε...Αχαχα, έτσι ακριβώς ήταν.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δεν άφηνε την απειλή του Τακάσου να τον αναστατώσει---Μια ξαφνική ευφορία αντικατέστησε το ασυνήθιστο άγχος του Κούτα. Βάζοντας το χαρτάκι που κρατούσε το κεφάλι του, γύρισε να κοιτάξει τη Σουμίρε. Μιμούμενος τη γελοία εμφάνισή της, δε μπορούσε να σταματήσει να γελάει. Η Σουμίρε απλώς τον κοίταζε για λίγο χωρίς να αλλάξει έκφραση. Άρχισε να σκέφτεται ‘Α, ίσως αυτό να παραείναι ανόητο’, αλλά, &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Παρόλο που είσαι κι όλας δεκαοκτώ, χαχαχαχα, έχεις σκουπίδια στο κεφάλι σου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Καθώς τρανταζόταν από τα γέλια, το σκουπιδάκι έπεσε από το κεφάλι του και του γρατζούνισε τη μύτη πέφτοντας κάτω. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χαχαχαχα, χαχαχα, χαχα...χα~α.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αφήνοντας τελικά έναν αναστεναγμό, πέρασε σχεδόν ένα λεπτό μέχρι να του περάσει το γέλιο. Έσκυψε και έπιασε το χαρτάκι, προτού το πετάξει στ’αλήθεια αυτή τη φορά. Μετά έκανε «ουφ», και σκούπισε το μέτωπό του που είχε ιδρώσει από τα γέλια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λοιπόν, αντίο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έτσι απλά γύρισε την πλάτη του στη Σουμίρε, έτοιμος να πάει σπίτι. Όμως,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι είναι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Σουμίρε τον κρατούσε σφιχτά απ’τον ώμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Κούτα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ένα χαμόγελο. Η ζωντανή, χαμογελαστή γιαπωνέζικη κούκλα έβαλε ένα κλειδί στο χέρι του Κούτα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αυτό είναι το κλειδί της αίθουσας του μαθητικού συμβουλίου. Πήγαινα στο γραφείο του αναπληρωτή λυκειάρχη να του το επιστρέψω, αλλά μόλις θυμήθηκα κάτι σημαντικό. Ξέρεις εκείνο το ντουλάπι, σωστά; Μέσα έχει σχεδόν εκατό τόμους από ημερολόγια δραστηριοτήτων που κρατούσε κάθε γενιά μαθητικών συμβουλίων. Σε κάθε τόμο πρέπει να αναγράφεται το έτος του, στο εξώφυλλο και στο δέσιμο, και να ταξινομηθούν χρονολογικά ώστε να είναι εύκολο να βρεθούν. Μέχρι αύριο...λοιπόν, το αφήνω σε σένα, βοηθέ.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Εε; Τώρα αμέσως; Μόνος μου, ολομόναχος;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ακριβώς. Θα το ελέγξω αύριο, και αν δεν είναι τελειωμένα...Κατάλαβες, έτσι; Λοιπόν, καλή τύχη.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Μα είναι αδύνατον.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Καλή τύχη.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μέσα στα ήρεμα, ωραία μάτια της, έλαμπε η οργή καθώς η Σουμίρε του έγνεφε αντίο με το λευκό της χέρι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
    &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;span style=&amp;quot;font-size: 300%; border: &amp;quot;&amp;gt;&amp;lt;center&amp;gt;* * *&amp;lt;/center&amp;gt;&amp;lt;/span&amp;gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πέρασαν πάνω από τρεις ώρες ώσπου να τελειώσει την έκτακτη εργασία που του ανάθεσαν. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όταν κοίταξε γύρω του πρόσεξε ότι ο ήλιος είχε δύσει τελείως και είχε νυχτώσει εδώ και αρκετή ώρα. Πέρασε τις πύλες του σχολείου και προχώρησε κατά μήκος του κεντρικού δρόμου, και μέχρι να φτάσει στη συνοικιακή περιοχή, το σκοτάδι είχε πέσει για τα καλά. Ο Κούτα περπατούσε με βιαστικά βήματα στον ασφάλτινο δρόμο που ήταν φωτισμένος αραιά από ηλεκτρικούς στύλους. Πρόσεχε όταν κυκλοφορείς τη νύχτα---Το σύντομο μήνυμα ξανάρθε απότομα στο μυαλό του καθώς βάδιζε στο μισοσκότεινο δρόμο πηγαίνοντας για το σπίτι του...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν και είχε μαζέψει όλο του το κουράγιο και είχε ορκιστεί να αντιμετωπίσει τα πράγματα καταπρόσωπο, τώρα που πράγματι περπατούσε σε ένα σκοτεινό δρόμο, κοιτούσε ολόγυρά του ανήσυχος. Πάντα τόσο ήσυχα ήταν; Ούτε ίχνος ζωής μπροστά του ή πίσω του. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ασυνείδητα, πάγωσε εκεί που στεκόταν,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Όχι. Εξάλλου δεν έχω κάνει και τίποτα μέχρι τώρα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ψιθύρισε σιγανά στον εαυτό του και σήκωσε αποφασιστικά το κεφάλι για να ξεπεράσει το άγχος του. Σωστά, δεν υπήρχε λόγος να ανησυχεί. Ούτε είχε τίποτα να φοβάται. Εντάξει, τον είχαν απειλήσει, αλλά αυτό δε σήμαινε πως θα του συνέβαινε κάτι---σκεφτόταν, όταν,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ουαα~.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Οι θάμνοι κουνήθηκαν. Κατατρομαγμένος, ο Κούτα πήδηξε στο πλάι. Ήταν έτοιμος να το βάλει στα πόδια, αλλά,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Νιά~ου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ακούστηκε μια μικρή φωνίτσα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι στο...γάτα είναι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σχεδόν ένα με τις σκιές, μια κατάμαυρη γάτα ξεπρόβαλε το κεφάλι της από τους θάμνους. Όταν προχώρησε λίγο πιο μπροστά, φάνηκε ότι μόνο οι πατούσες της ήταν άσπρες. Έμοιαζε σαν να φορούσε κάλτσες, πολύ χαριτωμένη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κοιτώντας προς τα πάνω τον Κούτα που αναστέναζε ανακουφισμένος, το γατί νιαούρισε γλυκά άλλη μια φορά. Μετά σήκωσε την ουρά του και τρίφτηκε στο μπατζάκι του παντελονιού του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η όλη κατάσταση ήταν πολύ χαριτωμένη, και ο Κούτα ασυναίσθητα ξέχασε τους φόβους του καθώς κοιτούσε κάτω. Όταν της κούνησε το δάχτυλο και έκανε «Ψιτ-ψιτ», η γάτα έτριψε το κεφάλι της στη γάμπα του. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έ, έλα, κόφτο, θα με γεμίσεις τρίχες...Α, κάτσε, αυτό είναι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Θυμήθηκε πως είχε ακόμα την ουρά από ένα τηγανητό σκουμπρί που είχε περισσέψει στο κουτί του μεσημεριανού του. Γονατίζοντας εκεί επιτόπου, ο Κούτα έβγαλε το κουτί του μεσημεριανού του από την τσάντα του. Προσπαθώντας να απομακρυνθεί λίγο από τη γάτα που συνέχιζε να τρίβεται πάνω του νιαουρίζοντας, έλυσε το μπογαλάκι, έβγαλε το καπάκι, και έβγαλε την ουρά απ’το σκουμπρί με τα δάχτυλά του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δεν του άρεσε η ιδέα να γεμίσει η στολή του τρίχες, γι’αυτό δεν μπορούσε να κάθεται εκεί να παίζει με τη γάτα όλη την ώρα. Γι’αυτό σκέφτηκε να πετάξει την ουρά του ψαριού στους θάμνους από όπου είχε βγει το γατί, σαν αποχαιρετιστήριο δώρο. Το γατί θα την ακολουθούσε και μετά θα γύρναγε στη φωλιά του, και τότε θα μπορούσε κι αυτός να πάει σπίτι του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ναι, ναι, θα στην δώσω τώρα. Να!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Με μια απότομη κίνηση, ο Κούτα σκόπευε να την πετάξει μπροστά και στο πλάι. Όμως τα χρυσαφιά μάτια της γάτας ήταν καρφωμένα κάπου πίσω από τον Κούτα. Η ουρά απ’το σκουμπρί ξέφυγε από το χέρι του και πέταξε με ορμή πίσω του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αγνοώντας τον Κούτα που μουρμούριζε «Να πάρει», το γατί όρμησε καταπάνω του. Όμως,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Νιάου...~»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όταν έφτασε κοντά στα γόνατα του Κούτα, ξαφνικά όλες οι τρίχες του ανορθώθηκαν. Φουσκώνοντας σχεδόν σε τριπλάσιο μέγεθος, καμπουριάζοντας την πλάτη του, και τραβώντας τ’αυτιά του προς τα πίσω, τρεμούλιασε και έκανε πίσω ένα βήμα, και μετά πήδηξε μέσα στους θάμνους σαν μπάλα που αναπηδούσε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Εε; Δεν το θέλεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Στάθηκε όρθιος διερωτόμενος τι συνέβαινε, και γύρισε να ψάξει για την πεταμένη ουρά του ψαριού---&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έμεινε άφωνος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ένα κορίτσι στεκόταν μπροστά του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Με την ουρά του μισοφαγωμένου σκουμπριού σαν από θαύμα καρφωμένη στο μέτωπό της, το κορίτσι που αγαπούσε στεκόταν ακριβώς εκεί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«---Τομίε, Κούτα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σαν ένα ανεπαίσθητο γρύλλισμα, ήταν μια τρομερά επίπεδη φωνή που σερνόταν στο έδαφος. Η συνάντηση ήταν τόσο ξαφνική, που η άμεση και προφανής ανάγκη να ζητήσει συγγνώμη εξαφανίστηκε μέσα στο σκοτάδι της νύχτας. Δε μπόρεσε καν να τη ρωτήσει πώς ήξερε το όνομά του ή οτιδήποτε άλλο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τα μάτια του κοριτσιού. Το βλέμμα της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ξέρεις, εγώ...σκόπευα στ’αλήθεια να σε συγχωρέσω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Οι άκρες του προσώπου του μούδιασαν καθώς άρχισε να πανικοβάλλεται, και ο Κούτα σκεφτόταν, «Τι παράξενο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Με τα μακριά της μαλλιά, το υπέροχο πρόσωπό της, και το μικρό της ανάστημα, ήταν σίγουρα αυτή. Το αιχμάλωτο κορίτσι που αγαπούσε ακόμα. Όμως, αναρωτήθηκε πώς βρέθηκε εκεί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Παρόλο που με έριξες κάτω και μου πάτησες το σάντουιτς, επειδή δε μου φάνηκε να το έκανες επίτηδες...Και επειδή είσαι βοηθός του Κιταμούρα-κουν...Σε μια σπάνια για μένα επίδειξη ανεκτικότητας, σκόπευα να σε συγχωρέσω μεγαλόψυχα για όλα αυτά.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το κορίτσι που ήταν σαν ένα γλυκό ανοιξιάτικο αεράκι, όταν την κοίταζε μετά που διασταυρώθηκαν στο σκοτεινό δρόμο, έμοιαζε να τρέμει από ασυνήθιστη ένταση, και αυτός...και αυτός...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α, α, α, αχ...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Image:Toradora vol02 291.jpg|thumb]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Παραμένοντας δίπλα της, αυτός---Γιατί, αναρωτήθηκε γιατί δεν μπορούσε να σταματήσει να τρέμει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Υπερβολικά τρομαγμένος για να κουνηθεί, αναρωτήθηκε γιατί ακόμα και η φωνή του δεν έβγαινε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Και μετά, όταν με χτύπησες στο κεφάλι με κείνο το κουτάκι καφέ, σκόπευα να το ανεχτώ και μάλιστα να σε συγχωρέσω και γι’αυτό. Επειδή ο Κιταμούρα-κουν μου ζήτησε γονατιστός συγγνώμη εκ μέρους σου. ‘Σε παρακαλώ συγχώρεσέ τον για χατήρι μου’, είπε...Τώρα που το σκέφτομαι, νομίζω πως ο Κιταμούρα-κουν παραήταν καλός μαζί σου...Κι εγώ το ίδιο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ένιωθε την παρουσία της να μεγαλώνει συνεχώς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Καθώς το σώμα του Κούτα άρχισε να παγώνει, ασυναίσθητα έκανε ένα βήμα πίσω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τα μάτια της έμοιαζαν άδεια, γεμάτα σκοτάδι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο Κούτα δε μπορούσε καν να αναπνεύσει καθώς προσπαθούσε απελπισμένα να καταλάβει τι συνέβαινε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ε, εμμ...Εε; Τ, τι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ακόμα και ο Ρυουτζί Τακάσου προσπάθησε να με σταματήσει. ‘Είναι πρωτοετής γι’αυτό μην τον πειράξεις,’ μου είπε...Και να’μαι τώρα εδώ, εντελώς κατά σύμπτωση. Έπρεπε να τελειώσω κάτι στα καλλιτεχνικά, και άργησα να γυρίσω σπίτι...Και να τύχει να περπατάς εσύ ακριβώς μπροστά μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τ, τι παράξενο ε...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η αδύναμη φωνή του Κούτα ακούστηκε σαν να μιλούσε μόνος του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τώρα μόλις, όταν γύρισα να δω, νόμισα πως δεν ήταν κανείς...Α, μη μου πεις πως...Ναι, πρέπει να ήταν επειδή είσαι πολύ κοντή, γι’αυτό δε σε είδα, νομίζω...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μονολογούσε---Όμως μάλλον το εν λόγω μικρόσωμο κορίτσι άκουσε κι αυτή τα λόγια του. Είδε το ωραίο της πρόσωπο να αρχίζει να συσπάται. Σίγουρα αυτό δεν ήταν καλό σημάδι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Έτσι δεν είναι; Ναι, καταλαβαίνω...Σωστά.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το κορίτσι έβγαλε με αργές κινήσεις την ουρά του σκουμπριού που είχε καρφωθεί για τα καλά στο μέτωπό της. Την κοίταξε μόνο για μια στιγμή, και γέλασε ειρωνικά με σουφρωμένα χείλη,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«---Δεν το βρίσκω αστείο!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σμακ! Την πέταξε στα πόδια του Κούτα με τρομακτική δύναμη. Ο Κούτα χωρίς να πει λέξη πήδηξε προς τα πίσω. Μέσα από τους θάμνους, το γατί με τις πατούσες σαν κάλτσες παρακολουθούσε καθώς η ουρά του σκουμπριού καρφώθηκε σαν σφαίρα στην άσφαλτο. Προσπάθησε διακριτικά να απλώσει ένα από τα τρεμάμενα μπροστινά ποδαράκια του,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τομίε...Κούτα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ακούγοντας τη λεπτή φωνή που ακουγόταν σαν δηλητηριώδης άρπα της κόλασης, ανατρίχιασε φοβισμένα και αποτραβήχτηκε αθόρυβα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ακόμα και η δική μου υπομονή έχει όρια.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σήκωσε σιωπηλά το πρόσωπό της. Αυτή η ματιά, διαπέρασε τον Κούτα πέρα ως πέρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Εε...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σκόνταψε στα ίδια του τα πόδια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έπεσε προς τα πίσω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τα μάτια της καθώς κοιτούσε κάτω προς αυτόν---Με ένα ίχνος τρέλας, έμοιαζαν έτοιμα για φόνο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η τρελή λάμψη στα μάτια της θύμιζε θηρίο που είχε αφηνιάσει επειδή μύρισε αίμα στον αέρα. Έλεγε πολύ απλά, «Υπάρχει θήραμα κοντά»---Θα δάγκωνε το θήραμά της μέχρι θανάτου και θα το καταβρόχθιζε, θα έσκιζε τις σάρκες του για να χορτάσει την πείνα της---Ο άγριος βρυχηθμός της,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Δε θα σε συγχωρέσω...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ήταν γεμάτος μελαγχολία καθώς χαμογελούσε μοχθηρά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Με τα κατακόκκινα σαν αίμα χείλη της να θυμίζουν τρομερά άγρια τίγρη,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Ε...;....Τίγρη...; Αχ;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τρομερή και βάναυση...Και μικρή...Κάπως, σαν μινιατούρα...;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Τίγρη...Μινιατούρα...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το μυαλό του άδειασε μέσα σε μια στιγμή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το ουρλιαχτό ενός αγοριού αντήχησε σε όλη τη γειτονιά μέχρι που τελικά---έσβησε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;span style=&amp;quot;font-size: 300%; border: &amp;quot;&amp;gt;&amp;lt;center&amp;gt;* * *&amp;lt;/center&amp;gt;&amp;lt;/span&amp;gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Εφτά και τέταρτο το πρωί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αφού δεν είχε έρθει κανένας άλλος μαθητής, κανείς δεν είδε τον Κούτα που έφτασε στην είσοδο όπου ήταν αραδιασμένα τα ντουλάπια παπουτσιών των δευτεροετών.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το πιο πάνω και αριστερά ντουλάπι των κοριτσιών της τάξης 2-Γ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όπως τον είχαν διατάξει, προσπάθησε να χώσει τη χαρτοσακούλα που κρατούσε και με τα δυο χέρια σε αυτό το μέρος. Όμως δε χώραγε, γι’αυτό προσπάθησε να τακτοποιήσει το περιεχόμενο ώστε να χωρέσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ένα ειδικό σετ σάντουιτς σε πακέτο και το πιο δημοφιλές σάντουιτς με ντομάτα, μπέικον και τυρί από το κατάστημα Μαρούγια που ήταν κοντά στη βόρεια είσοδο του σταθμού. Το δεύτερο πιο δημοφιλές σάντουιτς με κοτόπουλο τεριγιάκι. Και μαζί μ’αυτά, εκείνες οι πουτίγκες με σιρόπι που πουλιόντουσαν μόνο στο τοπικό παντοπωλείο, σε γεύσεις κρέμας και καφέ με γάλα. Ένα πακέτο με τρία γιαούρτια με σπόρους βανίλιας. Και ένα λίτρο γάλα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πρέπει να ήταν όλα εντάξει, αφού τα είχε ελέγξει ξανά και ξανά σαν να εξαρτιόταν η ζωή του απ’αυτό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Προσπάθησε να την ξαναβάλει αφού την τακτοποίησε κάπως, και ευτυχώς αυτή τη φορά η προσφορά του χώρεσε ακριβώς. Τέλος, έλεγξε ξανά το χώρο, και τσέκαρε για τελευταία φορά το όνομα στην ταμπέλα,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Χα...χαχαχα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έπεσε εξαντλημένος στα γόνατα. Εκείνο το κορίτσι ήταν πέρα από κάθε αμφιβολία ο ζωντανός θρύλος, η Τίγρη Μινιατούρα. Πάντως, το όνομά της ήταν Τάιγκα Αϊσάκα...Η μικροσκοπική Τάιγκα-σαν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ποιος στο καλό βρήκε ένα τόσο γελοίο παρατσούκλι...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δεν είχε τη δύναμη ούτε να γελάσει, και περιορίστηκε να κουλουριαστεί κάτω από το ντουλάπι της Τίγρης Μινιατούρας. Τα πράγματα που είχε χώσει εκεί ήταν αντικείμενα απλής πολυτέλειας που του είχε ζητήσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Εε; Κούτα, τι κάνεις εδώ τόσο πρωί...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γυρίζοντας προς τη φωνή που ακούστηκε πίσω του,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Μπουαχ!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο Κούτα κοίταξε τον Κιταμούρα που ξεσπούσε σε γέλια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ε, εσύ...Το πρόσωπό σου! Η Αϊσάκα στο έκανε αυτό;!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Το καταλαβαίνεις με το που με βλέπεις, έτσι δεν είναι...Κι εσύ, σενπάι;...Έχεις λέσχη;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Σωστά, λέσχη, λέσχ...Μπουαχ!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μπουαχαχαχα, ο Κιταμούρα γελούσε τόσο που πετάγονταν τα σάλια του, αλλά ο Κούτα δεν είχε δύναμη να απαντήσει. Απλά θα έπρεπε να μάθει να ζει μ’αυτό το πρόσωπο για λίγο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Χτες το βράδυ, αφού με μια υπερβολική χρήση βίας τον κατέστησε ανίκανο να αντιδράσει, η Τίγρη Μινιατούρα του είχε πει---«Ένας εκ φύσεως ηλίθιος σαν και σένα χρειάζεται λίγο φενγκ σούι για να μπορέσει να επιβιώσει!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κι έτσι, στο πρόσωπο του Κούτα, με τη μύτη του σαν κέντρο των σημείων του ορίζοντα...Προσεκτικά, με έναν ανεξίτηλο μαρκαδόρο, είχε αρχίσει με το πηγούνι του στη θέση του βορρά και είχε σχεδιάσει ένα αδρό οκτάγωνο σαν πυξίδα του φενγκ σούι στο πρόσωπό του. Όσο και να πλενόταν και να έτριβε το πρόσωπό του, η πυξίδα που φέρνει ευτυχία δεν εννοούσε να φύγει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Σο~βαρά, ήταν φρικτή εμπειρία. Είναι πραγματική τίγρη. Ένα ανεξέλεγκτο κτήνος. Επειδή είναι τόσο επικίνδυνο πλάσμα, γι’αυτό...Έγινε τόσο διάσημη που κατέληξε να γίνει θρύλος, μάλιστα...Και όλοι εσείς οι μεγαλύτεροι τα ξέρατε όλα αυτά, και παρόλα αυτά με ενθαρρύνατε να συνεχίσω, έτσι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δεν είχαμε τέτοιο σκοπό. Προσπάθησα να στο πω, αλλά εσύ δε μου είπες να σε αφήσω ήσυχο; Και η πρόεδρος είπε κι αυτή να μην ανακατευτούμε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Εσύ, θα ακολουθούσες τις εντολές της προέδρου ό,τι και να σου έλεγε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Χμ, μάλλον δίκιο είχε, ο Κιταμούρα έγνεφε ήρεμος,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Μπουχαχα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ξαφνικά ξέσπασε πάλι σε γέλια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όμως, τι πρόσωπο είναι αυτό που σου έφτιαξε! Σαν κωλοτρυπίδα μοιάζει!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Μ, μπορείς να γελάσεις αν το θέλεις τόσο πολύ...Εγώ πίστεψα στ’αλήθεια αυτά που μου λέγατε κι εσείς με κοροϊδεύατε...Τέλος πάντων, καταλαβαίνω τώρα ποια είναι στ’αλήθεια η Τίγρη Μινιατούρα, αλλά...οι άλλοι; Όπως η Κουσιέντα-σενπάι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Η Κουσιέντα είναι, να, όπως και να το δει κανείς, η πιο στενή φίλη της Αϊσάκα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Φ, φίλες;!...Αυτές οι δυο;! Είναι φίλες;!...Αυτό κι αν είναι έκπληξη. Τότε λοιπόν, αυτός ο τρομακτικός Τακάσου-σενπάι τι της είναι της Τίγρης Μινιατούρας; Κι αυτός φίλος; Ή μήπως...είναι το αγόρι της ή κάτι τέτοιο;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όταν το ρώτησε αυτό, το γέλιο του Κιταμούρα κόπηκε αμέσως.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Θέλεις στ’αλήθεια να μάθεις; Είναι κρίμα, αλλά αυτό είναι το μόνο για το οποίο δε μπορώ να σου πω τίποτα. Η σχέση αυτών των δυο είναι ίσως το μοναδικό πραγματικό μυστήριο του σχολείου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι είναι πάλι αυτό...Ω, δε βαριέσαι!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Στο τέλος τέλος, απλώς τον δούλευαν τα μέλη του μαθητικού συμβουλίου. Απλώς του έκαναν πλάκα. Αυτό τουλάχιστον το καταλάβαινε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο Κούτα γύρισε θυμωμένος την πλάτη του στον Κιταμούρα και έφυγε τρέχοντας. Όπως και να είχε, είχε μια κωλοτρυπίδα για πρόσωπο, και τελικά ήταν κακότυχος και με τη βούλα---!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α, Κούτα! Περίμενε!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έπρεπε να στραφεί και να κοιτάξει τώρα; Αγνοώντας εντελώς τη φωνή του Κιταμούρα, ο Κούτα συνέχισε να τρέχει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ώστε άγγιξες την Τίγρη Μινιατούρα! Πώς ήταν, νιώθεις καθόλου ευλογημένος;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«---~!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ανέβηκε γρήγορα και σιωπηλά τις σκάλες αγνοώντας την ερώτηση. Δεν ήθελε καν να του πει ‘Όχι’. Α ναι, και βέβαια είχε αγγίξει την Τίγρη Μινιατούρα. Είχε παλέψει να σπρώξει μακριά τον ανεξίτηλο μαρκαδόρο που πίεζε αυτή στο πρόσωπό του ενώ τον είχε καβαλήσει σαν άλογο, και είχε προβάλει απελπισμένη αντίσταση. Και, είχε αποδειχτεί ανώφελο. Ενάντια σ’αυτό το μικρόσωμο κορίτσι, δεν είχε καταφέρει να αντισταθεί ούτε στο ελάχιστο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μα τι είδους άνθρωπος ήταν---Δε μπορούσε να τη δει σαν τίποτα άλλο από εντελώς εκκεντρική. Αποδιώχνοντας την ενόχλησή του, ο δυστυχής Κούτα έτρεξε αποφασιστικά στο διάδρομο. Και μετά, όρμησε στην τάξη του που έπρεπε να είναι άδεια τέτοια ώρα,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αχ...~»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έκρυψε βιαστικά το πρόσωπό του με τα δυο του χέρια. Όμως μάλλον ήταν ήδη πολύ αργά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Οι λίγοι συμμαθητές του που για κάποιο λόγο ήταν στην τάξη νωρίτερα από το συνηθισμένο ξεφώνισαν με έκπληξη, κοιτώντας το πρόσωπό του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σωστά, στο κάτω κάτω, αν εμφανιστεί ξαφνικά κάποιος με τα σημεία της πυξίδας στο πρόσωπό του, όλοι θα ξαφνιαζόντουσαν, μάλλον. Ο Κούτα είχε πια απελπιστεί, και αφήνοντας το μουτζουρωμένο του πρόσωπο ακάλυπτο, πήγε στο θρανίο του και κάθισε. Ααχ, τώρα θα ήταν ακόμα πιο ξεκομμένος από την υπόλοιπη τάξη...αυτό σκεφτόταν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Μπουαχαχαχα! Τομίε, τι έπαθε το πρόσωπό σου;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Για να δούμε, για να δούμε, τι στο καλό έκανες;!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Χαρούμενες, γεμάτες γέλιο φωνές τριγύρισαν ξαφνικά τον Κούτα. Οι συμμαθητές του έτρεξαν κοντά του και άρχισαν να του τρίβουν δυνατά το πρόσωπο με τα δάχτυλά τους, όχι όμως και υπερβολικά δυνατά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ν, να, αυτό,»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Εε, τι, τι ήταν; Τι σου συνέβη;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έλα, πες μας! Πώς στο καλό έγινες έτσι;!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Περικυκλώνοντας το θρανίο του Κούτα, τον περίμεναν να μιλήσει με μάτια που έλαμπαν. Περίμεναν να ακούσουν τι στο καλό είχε συμβεί, γιατί ήταν σ’αυτά τα χάλια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Να, ξέρετε, αυτό είναι,»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κοιτάζοντάς τους καθώς έγερναν προς το μέρος του όλο προσδοκία, ο Κούτα ξεκίνησε από την αρχή όλων όσων έγιναν, μιλώντας γρήγορα. Οι άλλοι φάνηκαν να θεωρούν καταπληκτική την όλη φάση. Καθώς προχωρούσε η ιστορία, έκαναν σχόλια του τύπου «Γκαχ!», «Σοβαρά;!», «Φοβερό!», επιτείνοντας τον ενθουσιασμό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κι έτσι ο Κούτα αντιμετώπισε τη θρυλική Τίγρη Μινιατούρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μέχρι που μπόρεσε να την αγγίξει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο τρίτος όροφος του παλιού σχολικού κτιρίου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τα λέμε αύριο!» «Ναι, τα λέμε!»...Χωρίζοντας φασαριόζικα από τους συμμαθητές του, ο Κούτα προχώρησε βιαστικά στο διάδρομο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχε σκεφτεί να παραιτηθεί από το μαθητικό συμβούλιο, όμως τώρα, τα πόδια του τον πήγαιναν χωρίς να διστάσουν στην αίθουσα του μαθητικού συμβουλίου. Γι’αυτό σκεφτόταν να συνεχίσει για λίγο ακόμα. Στο κάτω κάτω είχε ένα δυο πραγματάκια να πει στους μοχθηρούς προϊσταμένους του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ότι είχε αγγίξει την Τίγρη Μινιατούρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ότι είχε βγει κάτι καλό απ’αυτό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Λέγοντας ‘κάτι καλό’, ήταν σίγουρος πως η Σουμίρε θα γελούσε μαζί του που το πίστευε, αλλά...αφότου είχε καθυστερήσει ένα μήνα να αρχίσει το λύκειο, και μόνο που μπόρεσε επιτέλους να μιλήσει με άλλους ήταν αρκετή ευλογία για τον Κούτα για να τον κάνει να πιστέψει στο θαύμα της Τίγρης Μινιατούρας. Ένιωθε πως είχε γελάσει τρεις φορές περισσότερο σήμερα από ότι όλο το μήνα από τότε που ξεκίνησε το λύκειο μέχρι χτες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γι’αυτό τα μάτια του Κούτα ήταν πιο λαμπερά από συνήθως καθώς άνοιγε τη γνώριμη πόρτα. Σαν να είχε αρχίσει μια καινούρια ζωή γι’αυτόν, έτσι ένιωθε---&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Συγγνώμη που άργησα...Ουα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σε μια στιγμή, ένα εκτυφλωτικό φως τον τύφλωσε, και γύρισε από την άλλη ξαφνιασμένος. Τι στο καλό...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έ, ένα φλας;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τζάκποτ! Την έβγαλα την αναμνηστική!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Με το που άνοιξε τα μάτια του μια χαραμάδα, η Σουμίρε είχε έτοιμη την ψηφιακή κάμερα και το φλας άστραψε πάλι. Πίσω της ήταν οι δευτεροετείς, οι γραμματείς και οι γενικοί βοηθοί που χειριζόντουσαν με ευκολία το φόρτο της δουλειάς όπως πάντα. Κι ακόμα,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Μπράβο, πρόεδρε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δίπλα στη Σουμίρε, ο Κιταμούρα χειροκροτούσε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τ, Τι κάνετε;!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Το πρόσωπό σου είναι πολύ ενδιαφέρον τώρα, γι’αυτό σκέφτηκα πως πρέπει να του βγάλουμε μερικές αναμνηστικές φωτογραφίες...Όχι, ακόμα κι έτσι, αλήθεια...Μπουχου! Τι φάτσα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μπουχαχαχαχα! Μουχαχαχαχα!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το υπερβολικό ξέσπασμα γέλιου της ήταν δυο φορές πιο αντρίκειο από συνήθως καθώς αντηχούσε στην αίθουσα του μαθητικού συμβουλίου. Και έτσι απλά, στο τέλος ο Κούτα ξαναφοβήθηκε τώρα που την είχε ακριβώς μπροστά του,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αχ Θεέ μου, πόσο γέλασα! Εντάξει, τώρα που βγάλαμε τις αναμνηστικές φωτογραφίες, άντε να το βγάλεις μ’αυτό!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σκουπίζοντας τα δάκρυά της, η Σουμίρε πέταξε στον Κούτα ένα μικρό σωληνάριο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι είναι αυτό;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αυτή η μάρκα διαλυτικού λέγεται ότι είναι από τις καλύτερες τις αγοράς. Όπως και να έχει, διαλύει ακόμα και βαφή νυχιών, και αν δε βγει ούτε μ’αυτήν, πρέπει να έχεις κάποια δερματική ασθένεια. Να, πάρε κι αυτό.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Του πέταξε μια πετσέτα, και ο Κούτα την έριξε στον ώμο του. Συνήθως, σε μια τέτοια κατάσταση, θα έλεγε «Εντάξει, εντάξει, το κατάλαβα», όμως,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Πρόεδρε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Στράφηκε προς τα πίσω καθώς το έλεγε αυτό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Είσαι πολύ καλή.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ξαφνικά, τα μάτια της Σουμίρε έγιναν ολοστρόγγυλα. Τα χείλη της έμοιαζαν να μη μπορούν να σχηματίσουν λέξεις, με το στόμα της να μένει ελάχιστα ανοιχτό---Και ο Κούτα έτσι απλά έφυγε απ’το δωμάτιο. Προχωρώντας στο διάδρομο, πήρε μια μικρή νικητήρια πόζα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Της την έφερα...!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Σουμίρε να πάρει τέτοιο ύφος...Ναι, ήταν η πρώτη φορά που είχε ξαφνιάσει την προσωποποίηση του ‘μεγάλου αδελφού’ και την είχε κάνει μάλιστα να χάσει τα λόγια της. Την είχε αφήσει ανίκανη να του απαντήσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ένιωθε αρκετά καλά. Μπορεί να είχε μουτζουρωμένο πρόσωπο, αλλά ακόμα κι έτσι, η σημερινή μέρα είχε αποδειχτεί πολύ καλή. Ίσως να είχε αλλάξει στ’αλήθεια η τύχη του μετά που άγγιξε την Τίγρη Μινιατούρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ίσως επειδή το έβλεπε έτσι, δεν ένιωθε καθόλου μίσος για την Τίγρη Μινιατούρα, παρόλο που τον είχε κάνει να υποφέρει αρκετά. Φυσικά, ήταν τρομακτική, και δεν είχε καμία όρεξη να μπλέξει μαζί της για δεύτερη φορά, αλλά,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όπως και να το κάνουμε, η ομορφιά είναι ομορφιά.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κοιτάζοντάς την από κοντά, η Τίγρη Μινιατούρα ήταν ένα ασυνήθιστα όμορφο κορίτσι. Ένιωθε πως καταλάβαινε λιγάκι γιατί οι προϊστάμενοί του τη φώναζαν μ’αυτό το παρατσούκλι. Τρομακτική, κάποια που δε θες να μπλέξεις μαζί της ή να την κάνεις να θυμώσει, αλλά που δεν μπορείς να αγνοήσεις μόνο και μόνο επειδή φοβάσαι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν δεν μπορούσε να την αγνοήσει, θα παρακολουθούσε αυτό το όμορφο κορίτσι μαζί με όλους τους άλλους από απόσταση---Χωρίς να παρεμβαίνει, από απόσταση ασφαλείας. Αν την πλησίαζε παραπάνω από όσο έπρεπε, θα τον κυνηγούσε. Χωρίς να γνωρίζει αυτούς τους κινδύνους, ο Κούτα την είχε πλησιάσει υπερβολικά χωρίς να το θέλει. Και το αποτέλεσμα ήταν ότι τώρα ήταν ένα αγόρι με τα σημεία της πυξίδας στο πρόσωπο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Λοιπόν, τι αποφάσισε να κάνει ο Κούτα τώρα που τα ήξερε όλα;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αποφάσισε να κρατήσει μια απόσταση ασφαλείας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ό,τι ατυχίες κι αν τραβούσε πάνω του εξαιτίας της δικής του κακοτυχίας, ήταν αποφασισμένος να παραμείνει τουλάχιστον αρκετά μακριά από την Τίγρη Μινιατούρα ώστε να μην την προκαλέσει περισσότερο από όσο είχε ήδη κάνει, και να την παρακολουθεί διακριτικά. Η άνεση της ζώνης ασφαλείας δεν ήταν και τόσο άσχημη. Με τέτοια περίπλοκα αισθήματα στην καρδιά του, θα άρχιζε επιτέλους να ζει τη ζωή του μαθητή λυκείου από δω και πέρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σιγοτραγουδώντας ευχαριστημένος μέσα στη διπλανή τουαλέτα, ο Κούτα άνοιξε με δύναμη το παράθυρο διάπλατα. Για την ακρίβεια, το άνοιξε με λίγο υπερβολική δύναμη,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Να πάρει!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κατέληξε να του πέσει έξω απ’το παράθυρο το σωληνάριο που του έδωσε η Σουμίρε. Καθώς έγειρε σαστισμένος έξω απ’το παράθυρο και κοίταξε κάτω, ξαφνικά πέτρωσε. Είχε παγώσει ολόκληρος. Δε γινόταν να μη συμβεί αυτό, έτσι; Και παρόλο που είχε αποφασίσει να παραμείνει σε ασφαλή θέση, η ίδια η κακοτυχία του αγνοούσε επιδεικτικά τις επιθυμίες του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α, αουα, αουαουα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Εκεί κάτω, κάτω απ’το ανοιχτό παράθυρο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μοιάζοντας με τίγρη, αυτή που κρατούσε με το ένα χεράκι το κεφάλι της και με το άλλο το σωληνάριο ήταν---&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;noinclude&amp;gt;{| border=&amp;quot;1&amp;quot; cellpadding=&amp;quot;5&amp;quot; cellspacing=&amp;quot;0&amp;quot; style=&amp;quot;margin: 1em 1em 1em 0; background: #f9f9f9; border: 1px #aaaaaa solid; padding: 0.2em; border-collapse: collapse;&amp;quot;|-| Πίσω σε [[Toradora! (Greek):Volume2_Spin-off|Δευτερεύουσα ιστορία]]| Επιστροφή σε [[Toradora! (Greek)|Αρχική σελίδα]]| Εμπρός σε [[Toradora! (Greek):Volume2_Author&#039;s Notes|Σημειώσεις του Συγγραφέα]]|-|}&amp;lt;/noinclude&amp;gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Eirini kl</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Toradora!_(Greek)&amp;diff=105555</id>
		<title>Toradora! (Greek)</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Toradora!_(Greek)&amp;diff=105555"/>
		<updated>2011-07-17T10:14:41Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Eirini kl: /* Τόμος 2 */&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;[[Image:Toradora! novel cover.jpg|200px|thumb|Volume 01 cover.]]&lt;br /&gt;
Ιστοσελίδα του έργου Toradora! (とらドラ！). &#039;Ολοι είναι ευπρόσδεκτοι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μπορείτε να διαβάσετε τη σειρά Toradora!  και στις ακόλουθες γλώσσες:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*[[Toradora!|English (Αγγλικά)]]&lt;br /&gt;
*[[Toradora! (German)|Deutsch (Γερμανικά)]]&lt;br /&gt;
*[[Toradora! (Español)|Español (Ισπανικά)]]&lt;br /&gt;
*[[Toradora (Italian)|Italiano (Ιταλικά)]]&lt;br /&gt;
*[[Toradora! (Russian)|Русский (Ρωσικά)]]&lt;br /&gt;
*[[Toradora! (Romanian)|Română (Ρουμανικά)]]&lt;br /&gt;
*[[Toradora (Saling Tagalog)|Wikang Tagalog (Ταγκαλόγκ)]]&lt;br /&gt;
*[[Toradora! (Turkish)|Türkçe (Τουρκικά)]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
(Σημείωση: Η πρόοδος της μετάφρασης διαφέρει για κάθε γλώσσα.) &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Περίληψη ιστορίας==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Ρυουτζί Τακάσου ξεκινάει το δεύτερο έτος του λυκείου προσπαθώντας να κάνει όσο καλύτερη εντύπωση μπορεί. Ωστόσο υπάρχει κάτι που τον βασανίζει: παρά την ευγενική του προσωπικότητα έχει κληρονομήσει τα τρομακτικά μάτια του μαφιόζου πατέρα του, κάτι που συχνά κάνει τους συμμαθητές του να τον παρεξηγούν. Όμως αυτό θα αλλάξει την πρώτη ημέρα της νέας σχολικής χρονιάς όταν κατά λάθος πέφτει πάνω στο πιο επικίνδυνο πλάσμα του σχολείου - την Τάιγκα Αισάκα, γνωστή και ως Τίγρη Μινιατούρα. Παρά το μικροσκοπικό της μέγεθος, η Τάιγκα έχει πολύ ατίθαση συμπεριφορά και όπου πάει την ακολουθεί η αιματηρή της φήμη, από την οποία προήλθε και το παρατσούκλι της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μετά την άτυχη συνάντησή του με την Τάιγκα, ο Ρυουτζί κάνει ό,τι μπορεί για να την αποφύγει. Ωστόσο κατά τύχη ανακαλύπτει ότι η Τάιγκα είναι ερωτευμένη με τον καλύτερό του φίλο Γιουσάκου Κιταμούρα, ενώ και η Τάιγκα μαθαίνει ότι είναι ερωτευμένος με τη δική της καλύτερη φίλη Μινόρι Κουσιέντα. Και έτσι η Τάιγκα αποφασίζει να κάνει τον Ρυουτζί ένα είδος &amp;quot;προσωπικού υπηρέτη&amp;quot; που θα τη βοηθήσει να τα φτιάξει με τον Κιταμούρα, και σε αντάλλαγμα, προσφέρεται να τον βοηθήσει να έρθει πιο κοντά με τη Μινόρι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μια και τα σπίτια τους τυχαίνει να βρίσκονται κοντά, και λόγω της μανίας του Ρυουτζί για την καθαριότητα και τη νοικοκυροσύνη, η Τάιγκα καταλήγει να περνάει σχεδόν όλο το χρόνο της στο σπίτι του Ρυουτζί, εκτός από τις ώρες του ύπνου. Με τον καιρό, ο Ρυουτζί βλέπει μια πλευρά της Τάιγκα που οι περισσότεροι αγνοούν, και η σχέση τους γίνεται τόσο στενή ώστε αρχίζουν να κυκλοφορούν φήμες ότι οι δυο τους είναι ζευγάρι.&lt;br /&gt;
Έτσι ξεκινάει η σύγκρουση ανάμεσα στην Τίγρη και το Δράκο - το Toradora!&lt;br /&gt;
== Μετάφραση ==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
=== [[Toradora! (Greek): Registration Page|Ελληνικά]] ===&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όσοι επιθυμούν να συμβάλλουν οφείλουν να ειδοποιήσουν έναν υπεύθυνο πρωτύτερα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Ζητάμε από τους μεταφραστές να αναφέρουν στη [[Toradora! (Greek): Registration Page|σελίδα εγγραφών]] τα κεφάλαια πάνω στα οποία εργάζονται&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Οδηγίες διαμόρφωσης===&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Κάθε Κεφάλαιο (μετά τη διόρθωση) πρέπει να συμβαδίζει με τις γενικές οδηγίες διαμόρφωσης.&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
*[[Format_guideline|Γενικές οδηγίες διαμόρφωσης]] (English)&lt;br /&gt;
*[[Toradora!: Naming Conventions|Αναγνωρισμένη ονοματολογία Toradora!]] (English)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Πρόοδος==&lt;br /&gt;
*Σεπτέμβριος 11, 2009 - Έναρξη έργου.&lt;br /&gt;
*Ιανουάριος 31, 2010 - Ολοκλήρωση Τόμου 1&lt;br /&gt;
*Φεβρουάριος 28, 2010 - Ολοκλήρωση Κεφαλαίου 1, Τόμος 2&lt;br /&gt;
*Απρίλιος 17, 2010 - Ολοκλήρωση Κεφαλαίου 2, Τόμος 2&lt;br /&gt;
*Μάιος 24, 2010 - Ολοκλήρωση Κεφαλαίου 3, Τόμος 2&lt;br /&gt;
*Ιούλιος 16, 2010 - Ολοκλήρωση Κεφαλαίου 4, Τόμος 2&lt;br /&gt;
*Οκτώβριος 11, 2010 - Ολοκλήρωση Κεφαλαίου 5 Τόμος 2&lt;br /&gt;
*Δεκέμβριος 24, 2010 - Ολοκλήρωση Κεφαλαίου 6, Τόμος 2&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Η σειρά &#039;&#039;Toradora!&#039;&#039; από την [http://en.wikipedia.org/wiki/Yuyuko_Takemiya Yuyuko Takemiya]==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 1===&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1 Illustrations|Εικόνες Μυθιστορήματος]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Chapter1|Κεφάλαιο 1]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Chapter2|Κεφάλαιο 2]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Chapter3|Κεφάλαιο 3]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Chapter4|Κεφάλαιο 4]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Chapter5|Κεφάλαιο 5]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Chapter6|Κεφάλαιο 6]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Author&#039;s Notes|Σημειώσεις του συγγραφέα]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Translator&#039;s Notes|Σημειώσεις του Μεταφραστή]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 2===&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2 Illustrations|Εικόνες Μυθιστορήματος]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Chapter1|Κεφάλαιο 1]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Chapter2|Κεφάλαιο 2]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Chapter3|Κεφάλαιο 3]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Chapter4|Κεφάλαιο 4]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Chapter5|Κεφάλαιο 5]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Chapter6|Κεφάλαιο 6]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Spin-off|Δευτερεύουσα ιστορία]]&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 3===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 4===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 5===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Πρόλογος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 7&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 6===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 7===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 8===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 9===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Πρόλογος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 10===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Πρόλογος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Δευτερεύουσα ιστορία- Ο Ανεμοστρόβιλος της Ευτυχίας στο Χρώμα της Κερασιάς===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Ο Ανεμοστρόβιλος της Ευτυχίας στο Χρώμα της Κερασιάς&lt;br /&gt;
:::*Μέρος 1 - Μηχανισμός Πυροδότησης&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
:::*Μέρος 2 - Συναγερμός Εκτάκτου Ανάγκης&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
:::*Μέρος 3 - Ανεμοστρόβιλος F12 &lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Ο Θρύλος του Γρουσούζικου Αγοριού&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του Συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Δευτερεύουσα ιστορία 2  Καλοθρεμμένη Τίγρη το Φθινόπωρο===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Καλοθρεμμένη Τίγρη το Φθινόπωρο&lt;br /&gt;
::*Όταν φτάνει η άνοιξη, ας πάμε στη Γκούνμα！ &lt;br /&gt;
::*Το τέλος των καλοκαιρινών διακοπών&lt;br /&gt;
::*Ήρθε το φθινόπωρο, ας πάμε στο αγρόκτημα！&lt;br /&gt;
::*Το κατοικίδιο του καθηγητή&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Δευτερεύουσα ιστορία 3  Δες το Μεσημεριανό μου===&lt;br /&gt;
::*[[Toradora!:Spin-Off_3_Illustrations|Εικόνες Μυθιστορήματος]]&lt;br /&gt;
::*Δες το Μεσημεριανό μου&lt;br /&gt;
::*Τίγρη Τίγρη&lt;br /&gt;
::*Κυριακή αλά Toradora&lt;br /&gt;
::*Καλωσήρθατε στην Ταβέρνα ο Δράκος&lt;br /&gt;
::*Καταφύγιο για τη Βροχή αλά Toradora&lt;br /&gt;
::*Η Επιτομή του Πολύ Άσχημου Τέλους&lt;br /&gt;
::*Γιάσουκο η Δράκαινα&lt;br /&gt;
::*Ο Αρχηγός&lt;br /&gt;
::*Τίγρη Μαϊμού&lt;br /&gt;
::*Ο Αόρατος Καταβροχθιστής Ράμεν&lt;br /&gt;
::*Υστερόγραφο&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Προσωπικό έργου==&lt;br /&gt;
&amp;lt;!--replace placeholder names with links to real ones, if any--&amp;gt;&lt;br /&gt;
*Project Administrator: &amp;lt;!--[[user:Administrator|Administrator]]--&amp;gt; (not assigned)&lt;br /&gt;
*Project Supervisor: [[user:Const2k|Const2k]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Μεταφραστές===&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
:*[[user:Eirini kl|Eirini kl]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Διορθωτές===&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
:&amp;lt;!--*[[user:Editor|Editor]]--&amp;gt; (not assigned)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όσοι editors γνωρίζουν καλά Αγγλικά και Ελληνικά είναι ευπρόσδεκτοι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Category:Alternative Languages]]&lt;br /&gt;
[[category:Greek]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Eirini kl</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Toradora!_(Greek):Volume2_Spin-off&amp;diff=105552</id>
		<title>Toradora! (Greek):Volume2 Spin-off</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Toradora!_(Greek):Volume2_Spin-off&amp;diff=105552"/>
		<updated>2011-07-17T09:38:23Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Eirini kl: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&#039;&#039;&#039;Δευτερεύουσα ιστορία&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Ο θρύλος της Τίγρης Μινιατούρας που φέρνει ευτυχία&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο τρίτος όροφος του παλιού σχολικού κτιρίου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αν και τα μαθήματα είχαν μόλις τελειώσει, ο διάδρομος ήταν κιόλας μισοσκότεινος και δε φαινόταν κανένας άλλος μαθητής. Οι λάμπες φθορισμού στο ταβάνι κατά διαστήματα βούιζαν και αναβόσβηναν, φωτίζοντας με ένα καταθλιπτικό φως το ήδη μελαγχολικό πρόσωπο του Τομίε Κούτα καθώς βάδιζε στο διάδρομο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κάποια στιγμή έφτασε επιτέλους μπροστά σε μια πόρτα που είχε πάνω της ένα χαρτί κολλημένο με σελοτέιπ. Πάνω στο χαρτί ήταν γραμμένες βιαστικά με μολύβι μερικές λέξεις.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το χαρτί έγραφε, «Αίθουσα μαθητικού συμβουλίου».&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Χαα». Ο Κούτα αναστέναξε και κοίταξε με κουρασμένα μάτια το παλιό πόμολο της πόρτας. Αναρωτήθηκε, τι νόημα είχε να έρχεται εδώ κάθε μέρα---&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μπουαχαχαχα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Αυτή πρέπει να είναι η πρόεδρος.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οπισθοχώρησε άθελά του καθώς άκουσε το βροντερό γέλιο πίσω από την πόρτα, και δίστασε να μπει μέσα. Χωρίς να το σκεφτεί, στο μυαλό του ήρθε η εικόνα του ιδιοκτήτη αυτού του γέλιου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα αξιόπιστο άτομο που μερικές φορές επιδείκνυε μια πατρική, αυστηρή αγάπη...Κάτι σαν μεγαλύτερος αδελφός ή προπονητής, τέτοιοι όροι ταίριαζαν στην χαρακτηριστικά ‘αρρενωπή’ προσωπικότητα αυτού του ατόμου. Ο Κούτα είχε αποφασίσει ότι δεν μισούσε αυτό το είδος του ανθρώπου. Ωστόσο,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Με συγχωρείτε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με μια συνεχόμενη κίνηση άνοιξε την πόρτα και μπήκε στο δωμάτιο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έι! Άργησες, πρωτοετή! Άντε, κάτσε, κάτσε εκεί!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Εντάξει.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Είχαν ήδη μεσολαβήσει λίγες εβδομάδες από την πρώτη τους συνάντηση, αλλά ακόμα δε μπορούσε να το συνηθίσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι ξεψυχισμένη απάντηση είναι αυτή;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τσκ, έκανε η αρρενωπή προσωπικότητα που λεγόταν Σουμίρε Κάνου, συνοδεύοντας το πλατάγισμα της γλώσσας με ένα χαρούμενο, καλοσυνάτο χαμόγελο. Λέγοντάς του «Άντε, φάε», του πέταξε ένα γλυκό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όμως πέρα απ’αυτά, αυτό το άτομο ήταν,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Με συγχωρείς, πρόεδρε, έχω εδώ τα οικονομικά στοιχεία του προηγούμενου έτους.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ααα, δώστα να τους ρίξω μια ματιά.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με μακριά μεταξένια μαύρα μαλλιά που έπεφταν στους λεπτούς ώμους της, ωχρό πρόσωπο, και σοβαρό ύφος, ήταν η τέλεια εικόνα μιας Γιαπωνέζας καλλονής.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήταν η Σουμίρε Κάνου, η πρόεδρος του μαθητικού συμβουλίου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήταν επίσης μια άριστη μαθήτρια, που ποτέ δεν είχε παραχωρήσει σε άλλον την πρώτη θέση στη βαθμολογία από τότε που είχε έρθει στο σχολείο. Παρεμπιπτόντως, η αδελφή της Σάκουρα Κάνου που ήταν δύο χρόνια μικρότερη, ήταν πρωτοετής στο σχολείο, και όλοι οι μαθητές τις αποκαλούσαν ‘οι αδελφές Κάνου’. Αν και, σαν πρόεδρος και μεγαλύτερη, η Σουμίρε έμοιαζε περισσότερο σαν μεγαλύτερος αδελφός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έι, Κούτα. Πάλι έτρωγες μόνος σου σήμερα, έτσι δεν είναι; Έτυχε να περάσω από την τάξη σου και σε είδα ολομόναχο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Σε παρακαλώ να κοιτάς τη δουλειά σου.» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καθισμένη δίπλα στο παράθυρο με τα πόδια ανοιχτά και κρατώντας τα έγγραφα στο ένα χέρι, η Σουμίρε τον κοίταζε με ένα ειρωνικό χαμόγελο. Δε φαινόταν διατεθειμένη να τον αφήσει στην ησυχία του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ακόμα δεν έχεις κάνει φίλους; Παρόλο που κοντεύει να τελειώσει ο Μάιος; Δεν πάνε κιόλας δυο μήνες από τότε που ξεκίνησες το λύκειο;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν υπήρχε ίχνος συμπόνοιας στα λόγια που έβγαιναν από τα ρόδινα χείλη της. Ο Κούτα έμεινε σιωπηλός, γυρίζοντάς της την πλάτη του και κοιτάζοντας επίμονα την ατζέντα του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εσύ, ένας πρωτοετής, τολμάς να αγνοείς εμένα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έλα τώρα, πρόεδρε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αυτός που έσπευσε σε βοήθειά του ήταν ο δευτεροετής αντιπρόεδρος, ο Γιουσάκου Κιταμούρα. Με τα σοβαρά γυαλιά του με τον ασημένιο σκελετό να λάμπουν στον ήλιο, παρενέβη μιλώντας ήρεμα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ο Κούτα ξεκίνησε με ένα μήνα καθυστέρηση, επομένως πάει μόλις ένας μήνας που άρχισε το σχολείο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ααα, ναι, σωστά!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Σουμίρε χτύπησε τα χέρια της σαν να χειροκροτούσε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι έγινε, σε χτύπησε αυτοκίνητο τη μέρα πριν την τελετή έναρξης...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Όχι. Με χτύπησε αυτοκίνητο τη μέρα πριν τις εξετάσεις για το λύκειο που ήταν η πρώτη επιλογή μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Σωστά, σωστά, χμμ, α ναι θυμήθηκα τώρα, το σπίτι του γείτονά σας έπιασε φωτιά και εξαιτίας αυτού το δικό σου σπίτι πλημμύρισε...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Αυτό συνέβη την παραμονή της εκδρομής μου στο γυμνάσιο. Τη μέρα πριν την τελετή έναρξης του λυκείου, είχα έναν έντονο πονόκοιλο που τελικά αποδείχτηκε πως ήταν σκωληκοειδίτιδα, με αποτέλεσμα να πάθω κρίση σκωληκοειδίτιδας την ώρα που είχαμε βγει για φαγητό για να το γιορτάσουμε, και μετά να χτυπήσω πάνω σε ένα από τα γειτονικά τραπέζια και να λιποθυμήσω...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ααα! Και μετά μπήκες στο νοσοκομείο για ένα μήνα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
--- Ο Κούτα μπορούσε μόνο να κρεμάσει σιωπηλά το κεφάλι του καθώς τον έδειχνε με το δάχτυλο. Ήξερε ήδη τι θα έλεγε μετά η Σουμίρε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Σοβαρά τώρα, τραβάς τα ατυχήματα σαν μαγνήτης!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μπουαχαχαχα!...Μα τόσο αστείο το έβρισκε;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πρόεδρε, μη γελάς τόσο. Κάνεις τον Κούτα να αισθάνεται άσχημα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα ακατάσχετο γέλιο συνέχισε να ακούγεται μέχρι που παρενέβη ο Κιταμούρα, και μια δυο γενικές γραμματείς – δευτεροετείς – έκαναν πως ήταν πολύ απορροφημένες από τη δουλειά τους, όμως οι ώμοι τους τραντάζονταν από το σιωπηλό γέλιο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
‘Γέλα όσο θέλεις’, κατέβασε μούτρα ο Κούτα και γύρισε από την άλλη. Συγγνώμη που είμαι τόσο άτυχος. Πάντως, πραγματικά ήταν άτυχος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όποτε επρόκειτο να του συμβεί κάτι σημαντικό, ο Κούτα αναπόφευκτα θα υπέφερε από κάποιο ανελέητο χτύπημα της μοίρας. Από τότε που είχε γεννηθεί μέχρι σήμερα, έτσι ήταν πάντα. Παρεμπιπτόντως, η βιντεοκάμερα του πατέρα του είχε μείνει από μπαταρία τη στιγμή που γεννιόταν ο Κούτα, κι αυτό είχε αποσπάσει την προσοχή του μαιευτήρα, με αποτέλεσμα να του πέσει το νεογέννητο πάνω στο τραπέζι της αίθουσας τοκετών.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και έτσι είχε πάντοτε προβλήματα μέχρι σήμερα. Όπως και να είχε όμως, ήταν δική του η απόφαση να συμμετάσχει στο μαθητικό συμβούλιο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Επειδή είχε ξεκινήσει καθυστερημένα τη ζωτικής σημασίας είσοδό του στο λύκειο, ο Κούτα , χωρίς να το συνειδητοποιήσει, είχε ξεκόψει από τους υπόλοιπους. Μια και δεν ήταν εξαρχής ιδιαίτερα εύθυμος και ζωηρός, είχε σκεφτεί να γίνει μέλος μιας λέσχης για να κάνει φίλους, όμως είχε χάσει την περίοδο εγγραφής των πρωτοετών σε λέσχες και έτσι δεν είχε την ευκαιρία να γίνει μέλος σε κάποια λέσχη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν τον μισούσαν ή τίποτα τέτοιο, αλλά εξαιτίας όλων αυτών είχε καταλήξει να μην έχει καθόλου φίλους για να περνάει τον ελεύθερο χρόνο του. Μια μέρα καθώς αναρωτιόταν πώς είχε βρεθεί σε μια τόσο αξιοθρήνητη κατάσταση, ο Κούτα είδε ένα πόστερ που έλεγε:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ζητούνται βοηθοί γενικών καθηκόντων! Οι πρωτοετείς είναι ευπρόσδεκτοι! Μαθητικό συμβούλιο»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Βοηθός γενικών καθηκόντων...Βασικά, θεώρησε ότι αυτό σήμαινε απλώς να βοηθάει σε διάφορες δραστηριότητες. Δεν ήταν πως ενδιαφερόταν ιδιαίτερα να βοηθάει το μαθητικό συμβούλιο στις δουλειές του. Όμως, οι λέξεις ‘οι πρωτοετείς είναι ευπρόσδεκτοι’, του έκαναν μεγάλη εντύπωση εκείνη τη στιγμή. Σαν να ήταν ανοιχτή η πόρτα του τελευταίου βαγονιού του τρένου που είχε μόλις χάσει---Έτσι ένιωθε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Είχε ελπίσει πως θα μπορούσε να γίνει φίλος με άλλους πρωτοετείς βοηθούς. Ή τουλάχιστον, πως αν γινόταν μέλος του μαθητικού συμβουλίου, θα έπαυε να είναι ένα τίποτα όπως ήταν τώρα. Έτσι είχε νομίσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ακόμα θυμόταν καθαρά τη στιγμή που, αφού είχε μαζέψει όλο του το κουράγιο μπροστά στην πόρτα του μαθητικού συμβουλίου, είχε ανοίξει αυτή την πόρτα για πρώτη φορά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θυμήθηκε την πανέμορφη μαυρομάλλα Yamato Nadeshiko που είχε γυρίσει ξαφνιασμένη να τον κοιτάξει. Ούτε στα πιο τρελά του όνειρα δεν είχε φανταστεί πως θα δούλευε μαζί με μια τέτοια καλλονή στο μαθητικό συμβούλιο. Τι τυχερός που ήταν---έτσι είχε νομίσει. Όμως αυτή τον χαιρέτησε σαν άντρας, κραυγάζοντας «Γειαχαραντάν!» και σηκώνοντας ψηλά το χέρι της. Μετά έπεσε άκομψα σε μια καρέκλα με ανοιχτά τα πόδια, και είπε «Πρωτοετής, έτσι; Τι χαμπάρια; Έλα, κάτσε!», και έδειξε μια άδεια καρέκλα...Τα πόδια του Κούτα λύγιζαν. Μπροστά του είχε έναν αξιόπιστο ‘μεγάλο αδελφό’ μεταμφιεσμένο σε Yamato Nadeshiko.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Επιπλέον, δεν υπήρχαν άλλοι πρωτοετείς βοηθοί και ακόμα και ο υπεύθυνος καθηγητής της τάξης του αγνοούσε ότι υπήρχε τέτοια θέση στο μαθητικό συμβούλιο, γι’αυτό και αντέδρασε λέγοντας «Ε; Είσαι βοηθός είπες;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όμως δε μπορούσε να παραιτηθεί επειδή τα πράγματα δεν είχαν έρθει όπως ήλπιζε, κι έτσι ο Κούτα ήταν υποχρεωμένος να πηγαίνει στην αίθουσα του μαθητικού συμβουλίου κάθε μέρα χωρίς άλλο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πραγματικά ήταν άτυχος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«---Ααχ, αν μόνο μπορούσα να αγγίξω την Τίγρη Μινιατούρα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μονολόγησε φωναχτά, αφήνοντας ένα βαθύ αναστεναγμό. Όμως,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Χμ;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Κιταμούρα ανταποκρίθηκε αμέσως.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τώρα μόλις, είπες κάτι για την Τίγρη Μινιατούρα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Κιταμούρα-σενπάι, ξέρεις για την Τίγρη Μινιατούρα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μην απαντάς σε μια ερώτηση με μια άλλη ερώτηση.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Κιταμούρα έδωσε μια ελαφριά καρπαζιά στο κεφάλι του Κούτα με την άκρη του σημειωματάριου της Σουμίρε, εν είδει φιλικής επίπληξης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έι!...Τι κάνεις; Δεν μπόρεσα να κρατηθώ, γιατί θέλω πολύ να μάθω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με την άκρη του σημειωματάριου ακουμπισμένη στο κεφάλι του Κούτα, άρχισε να το σέρνει γρήγορα μπρος πίσω, σαν πριόνι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ααχ, κ-καίει!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μην παίρνεις αψήφιστα το σημειωματάριο, κατά βάση είναι ξύλο ξέρεις. Τι θέλεις να μάθεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τ, τι βίαιος...Απλώς πρόκειται για κάτι που έλεγαν τα παιδιά στην τάξη μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
---Με δυο λόγια, είχε ακούσει ότι αν άγγιζε κανείς την Τίγρη Μινιατούρα, θα είχε καλοτυχία για όλα του τα χρόνια στο λύκειο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Κούτα είχε ακούσει γι’αυτό σαν ένα από τα επτά θαύματα του σχολείου εκείνη τη μέρα, την ώρα περίπου που η Σουμίρε τον είχε δει να κάθεται μόνο του στο απογευματινό διάλειμμα. Το είχε ακούσει από μια παρέα αγοριών που φλυαρούσε πίσω του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Χμμ. Και επειδή είσαι τόσο άτυχος, σκέφτηκες να το δοκιμάσεις, αλλά επειδή δεν είστε φίλοι, δε μπορούσες να τους ζητήσεις λεπτομέρειες, τώρα κατάλαβα τι έγινε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι ντροπιάρης.» Όταν άκουσε τη Σουμίρε που ξανάρχισε να μιλάει, ο Κούτα της γύρισε την πλάτη για άλλη μια φορά και μουρμούρισε κατσουφιασμένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εντάξει, φτάνει. Σταματήστε μ’αυτό το θέμα σας παρακαλώ...Απλώς αναρωτιόμουν γι’αυτό. Έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα. Είναι σίγουρα απλώς μια ιστορία.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Όχι, κάνεις λάθος.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η φωνή του Κιταμούρα αντήχησε απόκοσμα στο δωμάτιο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Η Τίγρη Μινιατούρα υπάρχει στ’αλήθεια. Την έχω δει με τα μάτια μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εε;! Μου λες αλήθεια;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Προς μεγάλη του έκπληξη, η Σουμίρε σήκωσε κι αυτή το χέρι της,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Κι εγώ την έχω δει.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κι άλλα μέλη σήκωσαν τα χέρια τους μετά την πρόεδρο και είπαν πως υπάρχει, ανταλλάσσοντας ματιές μεταξύ τους.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ώστε όλοι εσείς από τις μεγαλύτερες τάξεις λέτε πως την έχετε δει;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ναι, είναι πολύ γνωστή σε μας τους δευτεροετείς...Όμως να υπάρχει θρύλος που να λέει ότι η Τίγρη Μινιατούρα φέρνει ευτυχία...Ώστε έχει πάρει τέτοιες διαστάσεις...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σαν να μη μπορούσε να κρατηθεί άλλο, ο Κιταμούρα άφησε ένα σιγανό γέλιο. Ακόμα και η Σουμίρε και οι άλλοι χαμογελούσαν παράξενα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Τ, τι σας έπιασε όλους...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μην καταλαβαίνοντας τι γινόταν και προσπαθώντας να βγάλει άκρη, ο Κούτα κοίταξε γύρω του με αβοήθητο ύφος, αλλά, &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Αυτό είναι!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αναφώνησε ξαφνικά η Σουμίρε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Κούτα, να πας να αγγίξεις την Τίγρη Μινιατούρα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Εε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Αν έχουμε κάποιον τόσο επιρρεπή στην ατυχία όσο εσύ εδώ, μπορεί να μεταδώσεις την κακοτυχία σου και στο υπόλοιπο συμβούλιο, σωστά; Λοιπόν, ως πρόεδρος σου δίνω αυτή την εντολή: οφείλεις να αγγίξεις την Τίγρη Μινιατούρα και να θεραπεύσεις την κακοτυχία σου, και δεν επιτρέπεται να αποτύχεις.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Ακόμα κι αν μου λες να θεραπεύσω την κακοτυχία μου, δεν ξέρω ούτε καν τι είναι η Τίγρη Μινιατούρα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Θα μπορούσες να ρωτήσεις τους συμμαθητές σου. Ξεκίνα να συγκεντρώνεις πληροφορίες το συντομότερο δυνατόν, από αύριο κιόλας.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Σαν δύσκολο μου φαίνεται.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κάνοντας «Τι πρά~γμα;», τα μάτια της Σουμίρε έγιναν κοφτερά σαν μαχαίρια, μέχρι που ο Κιταμούρα μπήκε πάλι στη μέση λέγοντας «Έλα τώρα,»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Υποθέτω πως είναι δύσκολο να σε ρίξουμε έτσι αβοήθητο στα βαθιά, τελικά. Κούτα, θα σου δώσω ένα στοιχείο για να σε βοηθήσω. Στην τάξη μου, τη 2-Γ, υπάρχει κάποια που λέγεται Κουσιέντα. Καλό θα ήταν να μιλήσεις μαζί της. Από όσο ξέρω, αυτή ξέρει περισσότερα από κάθε άλλον στο σχολείο για την Τίγρη Μινιατούρα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Κουσιέντα...σενπάι, έτσι τη λένε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Γνέφοντας καταφατικά, ο Κιταμούρα κοίταξε τον Κούτα με ένα καλοσυνάτο χαμόγελο, αλλά,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Κιταμούρα-σενπάι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Χμ;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Φαίνεται σαν να το διασκεδάζεις.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ναι, λιγάκι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα έξυπνα μάτια πίσω από εκείνα τα γυαλιά, έμοιαζαν να έχουν απύθμενο βάθος. Ακόμα και τώρα που χαμογελούσε, η ήρεμη ματιά του έμοιαζε να διαπερνά τον Κούτα ως τα βάθη της ψυχής του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Κούτα έβλεπε πάντα τον Κιταμούρα σαν έναν ευγενικό δευτεροετή, αλλά στην τελική, ήταν το δεξί χέρι της Σουμίρε---Ή μάλλον, για κάποιο λόγο ένιωθε ότι κάτι έτρεχε με όλους τους συγκεντρωμένους στην αίθουσα του μαθητικού συμβουλίου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο πρωταθλητής της γκαντεμιάς Κούτα έβαλε κατά μέρος τη δική του παραξενιά και έμεινε να κοιτάζει καχύποπτα τα πρόσωπα των μεγαλύτερων συμμαθητών του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;span style=&amp;quot;font-size: 300%; border: &amp;quot;&amp;gt;&amp;lt;center&amp;gt;* * *&amp;lt;/center&amp;gt;&amp;lt;/span&amp;gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κατάλαβες, Κούτα; Πρώτα απ’όλα, η Τίγρη Μινιατούρα είναι πραγματική. Δεύτερον, είναι πολύ άγρια, και γι’αυτό θα είναι πολύ δύσκολο να την αγγίξεις.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
---Αυτά τα στοιχεία του είχε δώσει η Σουμίρε, αποκαλώντας τα ‘ειδική προσφορά’. Όμως μόνο μ’αυτά, εξακολουθούσε να μη γνωρίζει τι ακριβώς ήταν αυτή η Τίγρη Μινιατούρα. Συνήθως, σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις, επρόκειτο για κανένα μπρούτζινο αγαλματάκι ή κάτι ανάλογο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Με δουλεύουν, το ξέρω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήταν την επόμενη μέρα, και ο Κούτα στεκόταν υπάκουα έξω από την πόρτα της τάξης 2-Γ. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όπως και να είχε, είχε αυστηρές διαταγές από τη Σουμίρε---Του είχε δηλώσει ξεκάθαρα ότι αν αγνοούσε τις εντολές της, οι συνέπειες θα ήταν πολύ δυσάρεστες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εμμ, με άλλα λόγια...Θα με απολύσεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αν επρόκειτο μόνο γι’αυτό, δε θα τον πείραζε και τόσο. Όμως,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Όχι. Θα σε υποχρεώσω να γίνεις ο επόμενος πρόεδρος του μαθητικού συμβουλίου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Δε θα έπρεπε ο επόμενος πρόεδρος να είναι ένας από τους δευτεροετείς;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Συγχαρητήρια! Θα είσαι ο πρώτος πρωτοετής πρόεδρος.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Δεν υπάρχει περίπτωση.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έτσι, κοιτάζοντας θλιμμένα το πάτωμα, κατευθύνθηκε ολομόναχος προς την τάξη της δευτέρας λυκείου. Εδώ και λίγη ώρα έριχνε κλεφτές ματιές μέσα, αλλά μη μπορώντας να βρει τον αξιόπιστο Κιταμούρα, είχε βρεθεί σε αδιέξοδο. Δε φαινόταν να μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο εκτός από το να φωνάξει κάποιον μόνος του και να του ζητήσει να τον πάει στην Κουσιέντα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εμμ, με συγχωρείτε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ναι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μαζεύοντας όλο του το θάρρος, φώναξε μια δευτεροετή που περνούσε. Γυρίζοντας να τον κοιτάξει, &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι συμβαίνει;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Είχε ένα φωτεινό χαμόγελο, και κοιτούσε τον Κούτα με καλοσυνάτα καστανά μάτια. Με το στρογγυλό της πρόσωπο να αστράφτει από ένα λαμπερό χαμόγελο, τα απαλά και γυαλιστερά ρόδινα χείλη, και την ειλικρινή και υγιή εμφάνισή της, ήταν τελείως διαφορετική από την τύπου ‘μεγάλος αδελφός’ εμφάνιση της προέδρου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Α, εμμ...ε, εγώ ψάχνω την Κουσιέντα-σενπάι που πρέπει να είναι σ’αυτήν»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εδώ~!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«την τάξη...Ε, ναι λοιπόν.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κοιτούσε το κορίτσι μπροστά του που είχε σηκώσει ψηλά το χέρι της. Ο Κούτα έγειρε ελαφρά το κεφάλι του. Χμμ, καθώς ξανασκεφτόταν τι είχε συμβεί, αυτή που φώναξε ξαφνικά «Εδώ~!» ήταν,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εγώ είμαι η Κουσιέντα~.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ναι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πραγματικά, ήταν ένα χαριτωμένο αλλά κάπως παράξενο κορίτσι...Ένιωσε να τον κυριεύει η απογοήτευση για άλλη μια φορά. Όλοι όσοι συναντούσε εδώ φαινόντουσαν να είναι παράξενοι, κι ο Κούτα αναρωτήθηκε αν αυτό ήταν άλλη μια εκδήλωση της συνεχούς κακοτυχίας του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έλα τώρα, τι είναι αυτό το ‘ναι’! Εσύ ήσουν που με φώναξες, ξέρεις!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τον σκούντησε στον ώμο με κάπως υπερβολική οικειότητα, κάνοντάς τον να παραπατήσει. Κατάφερε όμως να κρατηθεί όρθιος και κοίταξε κατευθείαν μπροστά. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Ο Κιταμούρα-σενπάι μου σύστησε να σε βρω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν ήθελε να υποστεί τις επιπλήξεις της Σουμίρε, επομένως για την ώρα έπρεπε να τα βγάλει πέρα με την Κουσιέντα. Όμως, &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ο Κιταμούρα-κουν; Μμμ, όμως εγώ δεν ξέρω τίποτα γι’αυτό, ξέρεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εε...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Κούτα έμεινε εκεί άφωνος, καθώς ξανάφερνε στη μνήμη του το πρόσωπο του διοπτροφόρου αντιπρόεδρου. Σκεφτόταν ότι θα έπρεπε να της εξηγήσει από την αρχή γιατί και πώς αναζητούσε την Τίγρη Μινιατούρα. Το όλο πράγμα ήταν αρκετά ντροπιαστικό. Ένας πρωτοετής να έρχεται στα καλά καθούμενα σε μια τάξη της δευτέρας και να ρωτάει «Πού μπορώ να βρω την Τίγρη Μινιατούρα;»---αυτό ήταν, πράγματι, κάπως...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έι, Κουσιέντα! Αυτός εκεί είναι ένας πρωτοετής, ο Τομίε Κούτα. Θέλει να μάθει για την Τίγρη Μινιατούρα, γι’αυτό του σύστησα εσένα. Θέλω να πω, εσύ ξέρεις τα πάντα γι’αυτό το θέμα. Λοιπόν, τα λέμε!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σαν περαστικό αεράκι, ο Κιταμούρα εμφανίστηκε από το πουθενά και εξήγησε όλα αυτά που ο Κούτα ντρεπόταν να ξεστομίσει και μετά εξαφανίστηκε εξίσου γρήγορα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το ίδιο γρήγορα, τα μάτια της Κουσιέντα έγιναν συννεφιασμένα και απόμακρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ώστε θέλεις να μάθεις για την Τίγρη Μινιατούρα...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Σενπάι, τι ύφος είναι αυτό;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μη μιλάς.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σαν για να κόψει το δρόμο διαφυγής του Κούτα, η Κουσιέντα άπλωσε τα μπράτσα της παραμένοντας μπροστά στην πόρτα. Το προηγούμενο λαμπερό χαμόγελό της είχε χαθεί εντελώς, και το είχε αντικαταστήσει μια αδειανή έκφραση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Όταν μάθεις για την Τίγρη Μινιατούρα, τι σκοπεύεις να κάνεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μιλώντας με μια επίτηδες χαμηλωμένη και βραχνή φωνή, τον κοίταξε ερευνητικά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Α, αυτό που...να προσπαθήσω να την αγγίξω...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Να αγγίξεις. Να την αγγίξεις. Θέλεις να αγγίξεις. Θέλεις να την αγγίξεις.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Το είπες τέσσερεις φορές, έτσι δεν είναι; Ε ναι λοιπόν.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Φιου~. Ο βαθύς αναστεναγμός που άφησε η Κουσιέντα χάιδεψε τα μαλλιά του Κούτα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Έχεις ασφάλεια; Εννοείται πως μιλάω για ασφάλεια ατυχημάτων.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έχω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Λόγω της κακοτυχίας που τον κυνηγούσε, είχε φροντίσει να ασφαλιστεί για ατυχήματα πάσης φύσεως.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ακούγοντας την απάντησή του, η Κουσιέντα έγνεψε καταφατικά με αποφασιστικότητα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Υποθέτω πως είναι εντάξει, στο κάτω κάτω είσαι νέος...Φαίνεται πως ακόμα δεν ξέρεις τι ακριβώς είναι η Τίγρη Μινιατούρα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ναι. Γι’αυτό ήρθα να ρωτήσω εσένα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ό,τι και να σου πει μια γριά σαν και μένα, δε θα μπορέσεις να καταλάβεις...Ένα μόνο πράγμα μπορεί να σου μάθει αυτή η γριά...Η λέξη ‘μινιατούρα’ έχει να κάνει με το μέγεθος της Τίγρης Μινιατούρας...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
...Γριά;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και μπροστά στα μάτια του μπερδεμένου Κούτα,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ουχ~! Γκουχ! Γκουχ, γκουχ!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Κου, Κουσιέντα-σενπάι, είσαι καλά;...Εεε;!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Γκουχ, γκουχ, βήχοντας ακατάπαυστα, η υποτιθέμενη γριά Κουσιέντα έπεσε στο ένα γόνατο με τα μαλλιά της ανακατεμένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εμμ, ψέματα το κάνεις, έτσι δεν είναι;  Με δουλεύεις, αυτό είναι, σωστά;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ήρθε το τέλος...γι’αυτή τη γριά...Τώρα πρέπει...να ρωτήσεις αυτόν...που λέγεται Τακάσου...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κι έτσι απλά, έκανε την πεθαμένη εκεί στο διάδρομο την ώρα του διαλείμματος, πέφτοντας με πάταγο στο πάτωμα. Η φούστα της σηκώθηκε αποκαλύπτοντας το πίσω μέρος από το άσπρο κιλοτάκι της, αλλά δεν έδειξε να προβληματίζεται καθόλου από αυτό ή να προσπαθεί να το καλύψει, κάτι που υπό φυσιολογικές συνθήκες θα τον έκανε να αισθανθεί τυχερός και ίσως να ανοίξει η μύτη του, όμως τώρα...Είχε τρομερή νευρικότητα καθώς αναρωτιόταν τι έπρεπε να κάνει...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Εμμ...ποιος είναι πάλι αυτός ο Τακάσου;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ευτυχώς, πέρασε επιτέλους από δίπλα τους ένα κορίτσι από την τάξη της Κουσιέντα και έσκυψε από πάνω της λέγοντας «Έι, φαίνεται το βρακί σου.»&lt;br /&gt;
και της έφτιαξε τη φούστα. Ακόμα και τότε, η Κουσιέντα παρέμεινε στο έδαφος, όμως του έδειξε με το δάχτυλό της μια από τις γωνίες της τάξης. Ακολουθώντας το με το βλέμμα του, είδε μια παρέα δευτεροετών αγοριών που φλυαρούσαν εύθυμα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και τότε ο Κούτα ξεροκατάπιε και κράτησε την ανάσα του. Ένας από την παρέα τον πρόσεξε και στράφηκε προς το μέρος του,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Τι κάνει εκεί η Κουσιέντα...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Κούτα σκέφτηκε πως έφτασε η τελευταία του ώρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το χαμηλό και βαθύ μουρμουρητό του τύπου δημιουργούσε τρομακτική ατμόσφαιρα. Επίσης, η κοφτερή ματιά του έδειχνε ότι δεν ήταν τύπος που έπαιζε κανείς μαζί του. Το πρόσωπό του έμοιαζε συσπασμένο από εκνευρισμό και η όλη εμφάνισή του ήταν πολύ σκληρή για ανθρώπινο ον. Χτυπούσε νευρικά το πάτωμα με το πόδι του και όλο του το σώμα ανέδινε μια σκοτεινή, επικίνδυνη αύρα που κάλυπτε όλα και όλους γύρω του. Ο Κούτα αναρωτήθηκε πώς βρέθηκε ένας τέτοιος τρομερός αλήτης σε αυτό το λύκειο, που όσο να πεις ήταν αρκετά καλού επιπέδου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και τότε κατάλαβε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Χωρίς άλλο, αυτός ο αλήτης έπρεπε να είναι ο Τακάσου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μοίρα του Κούτα αναπόφευκτα ακολουθούσε πάντοτε το χειρότερο δυνατό σενάριο με μαθηματική ακρίβεια. Έτσι ήταν σίγουρος πως είχε δίκιο. Δεν άντεχε άλλο, και ήταν έτοιμος να τα παρατήσει και να γυρίσει στην τάξη του. Ο Κούτα πίστευε, ήταν βέβαιος για την ακρίβεια, ότι αυτό θα ήταν το καλύτερο, αλλά...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τακάσου-κουν...Ο νεαρός από δω, φαίνεται πως έχει κάτι να σου πει...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ουα;!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα δευτερόλεπτο πριν προλάβει να το σκάσει, η υποτίθεται νεκρή Κουσιέντα φώναξε ευγενικά τον Τακάσου εκ μέρους του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Φυσικά, ο Κούτα δεν απόρησε καθόλου όταν ο αλήτης απάντησε στα λόγια της με ένα «Τι είναι;». Με μάτια που γυάλιζαν, έκανε πίσω την καρέκλα του και σηκώθηκε. Δεν ήταν ιδιαίτερα σωματώδης, αλλά η τρομακτική δύναμη που ανέδινε καθώς σηκωνόταν έμοιαζε να παραμορφώνει και τον ίδιο το χώρο γύρω του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Γλείφοντας τα ξεραμένα χείλη του, ο Τακάσου τον πλησίασε. Περπατώντας με μεγάλα γρήγορα βήματα, έκλεισε γρήγορα την απόσταση ανάμεσά τους.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ε, εε!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ενστικτωδώς, ο Κούτα έκανε μεταβολή. Στρίβοντας σαν να επρόκειτο να κάνει άλμα, ήταν έτοιμος να το βάλει στα πόδια---&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Αχ!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...~!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένιωσε ένα ελαφρό χτύπημα στο στήθος του. Είχε σκουντήσει κάποιον κατά λάθος. Κάνοντας πίσω, γύρισε από την άλλη,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Συγγνώμη!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σκύβοντας αμήχανα το κεφάλι, ετοιμάστηκε να το σκάσει. Όμως,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Α, άουτς...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Φαίνεται πως το δυστύχημα ήταν πιο σοβαρό από όσο είχε νομίσει. Ένα μικρόσωμο κορίτσι ήταν σκυμμένο στο πλάι του διαδρόμου. Ο Κούτα πρέπει να την είχε ρίξει κάτω όταν τη σκούντησε. Ξαφνιασμένος, έτρεξε κοντά της,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Γκαχ!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σκουίς, ένιωσε μια δυσάρεστη γλιστερή αίσθηση κάτω από τα πόδια του---Ήταν πιθανότατα αυτό που κρατούσε το κορίτσι, ένα σάντουιτς που είχε πέσει στο πάτωμα, και που μετά αυτός το είχε πατήσει. Όμως, με τον Τακάσου να πλησιάζει και το κορίτσι ακόμα πεσμένο, δεν υπήρχε χρόνος να ασχοληθεί με το σάντουιτς. Άπλωσε το χέρι του να τη βοηθήσει να σηκωθεί,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Είσαι εντάξ...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Του κόπηκε η μιλιά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σαν κούκλα, τα μακριά μαλλιά της τύλιγαν απαλά το μικρό σώμα της. Κοιτώντας λίγο προς τα πάνω, τα μάτια της καρφώθηκαν στον Κούτα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το πρόσωπό της ήταν τόσο λευκό, σχεδόν διάφανο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα μάτια της έλαμπαν απόκοσμα σαν το νυχτερινό ουρανό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα χείλη της ήταν σαν μισάνοιχτο ρόδινο τριαντάφυλλο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Βλέποντας την απίστευτη ομορφιά της ανάμεσα από τα κενά που άφηναν οι μπούκλες των μαλλιών της, για μια στιγμή ξέχασε στην κυριολεξία να πάρει ανάσα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Ουα...αου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Νιώθοντας σαν να τον είχε χτυπήσει κεραυνός, ο Κούτα ξέχασε στη στιγμή όλες τις ατυχίες του μέχρι εκείνη την ώρα και την κοίταζε μαγεμένος από τη ματιά της. Σαν να χοροπηδούσε γυμνός μέσα σε ένα νυχτερινό ουρανό διάστικτο από αστέρια, τέτοια ήταν η επικίνδυνη παρόρμηση που ένιωθε---Έχασε κάθε επαφή με το περιβάλλον. Οι δευτεροετείς που είχαν συγκεντρωθεί έμοιαζαν να έχουν παγώσει κι αυτός κρατούσε την ανάσα του, μη μπορώντας να σκεφτεί τίποτα άλλο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έτσι απλά, ήταν γοητευμένος από την ομορφιά που είχε μπροστά του...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τρέχα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...~;!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήταν ο Τακάσου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Προτού το καταλάβει, ο αλήτης ο Τακάσου τον είχε φτάσει και πήδηξε μπροστά του. Μπαίνοντας μπροστά του σαν να προσπαθούσε να κρύψει το κορίτσι πίσω από την πλάτη του, φαινόταν απίστευτα τρομακτικός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Φύγε, αν αγαπάς τη ζωή σου, φύγε!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Εε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Του ούρλιαξε. Έγνεψε με μανία στον Κούτα να φύγει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μη στέκεσαι έτσι, φύγε γρήγορα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ε, εντάξει!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σίγουρα αυτό ήταν απειλή. Παρόλο που δεν καταλάβαινε τίποτα, ο Κούτα δε μπόρεσε να αντισταθεί στη φωνή του Τακάσου και αναγκάστηκε να αφήσει το κορίτσι εκεί που ήταν και να φύγει τρέχοντας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με άλλα λόγια, αυτό το κορίτσι ήταν αιχμάλωτο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με βάση τα γεγονότα, αυτό ήταν το συμπέρασμα που έβγαλε ο Κούτα. Αυτός ο αλήτης ο Τακάσου την ανάγκαζε να είναι σκλάβα του. Δεν ήξερε όλες τις λεπτομέρειες, αλλά ήταν βέβαιος πως έτσι είχαν τα πράγματα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Στ’αλήθεια θέλω να τη σώσω...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αααχ~...Αναστενάζοντας βαθιά καθώς φανταζόταν το μαρτύριό της, ο Κούτα βρισκόταν στην αίθουσα του μαθητικού συμβουλίου μετά το σχολείο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δυο άτομα στράφηκαν με αναπάντεχη ταχύτητα να κοιτάξουν το πρόσωπο του Κούτα από το πλάι, χωρίς ωστόσο να τον κοιτάξουν κατάφατσα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ακριβώς ό,τι θα περίμενα από τον Κούτα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μουρμούρισε η Σουμίρε με ένα ίχνος θαυμασμού. Διπλώνοντας τα χέρια του δίπλα της, &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τρέχει κατευθείαν προς την καταστροφή λες και τον τραβάει μαγνήτης...Το πώς πέφτει στα τυφλά  ακριβώς πάνω στον κίνδυνο είναι πέρα από κάθε προσδοκία.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτό έλεγε κι ο Κιταμούρα. Ακόμα και τα άλλα μέλη συμφωνούσαν λέγοντας «Ναι, ναι», δημιουργώντας μια παράξενη αίσθηση ομοφωνίας μέσα στην πολυκοσμία της αίθουσας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Μπορείτε να λέτε ό,τι θέλετε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Νιώθοντας ξαφνικά ξεκομμένος από όλους, ο Κούτα συνέχισε να έχει την πλάτη του γυρισμένη στους μεγαλύτερους συμμαθητές τους.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, ο Κούτα εκείνη τη στιγμή δε φοβόταν ούτε κακοτυχίες ούτε τίποτα. Μάλλον, αν το να υποστεί λίγη ακόμα κακοτυχία θα του επέτρεπε να σώσει εκείνη την πανέμορφη δευτεροετή, θα το δεχόταν ξανά και ξανά---Το σημαντικό ήταν ότι την είχε ερωτευτεί με την πρώτη ματιά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δε μπορούσε παρά να μετανιώνει πικρά που το είχε σκάσει και την είχε αφήσει εκεί. Ακόμα κι αν τον είχε αγριοκοιτάξει εκείνος ο αλήτης...Όχι, δεν τον ένοιαζε ποιον αντίπαλο θα έπρεπε να αντιμετωπίσει. Αν μπορούσε να αντέξει αυτό το λίγο πόνο, πίστευε πως θα υπήρχε ένα πραγματικά ευτυχισμένο τέλος γι’αυτόν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Πρόεδρε, θα το κάνω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σηκώνοντας σταθερά το κεφάλι του, ο Κούτα κοίταξε αποφασιστικά τα μεγάλα μάτια της Σουμίρε. Αυτή έμεινε σιωπηλή για λίγο, αλλά μετά άρχισε να κουνάει αρνητικά το κεφάλι της. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Μην το κάνεις. Παράτα τα. Μην κάνεις κάτι τόσο απερίσκεπτο. Ανατριχιάζω και μόνο που το σκέφτομαι...Με την κακοτυχία που σε δέρνει, καλύτερα να κρατήσεις όσο πιο χαμηλό προφίλ γίνεται.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αποκλείεται! Θα το κάνω. Θα τα καταφέρω ό,τι και να γίνει. Θα σώσω αυτό το φτωχό κορίτσι. Και μετά θα αγγίξω την Τίγρη Μινιατούρα και θα γίνω ευτυχισμένος!...Θα την αγγίξω μαζί της...για να γίνουμε και οι δυο ευτυχισμένοι μαζί...Κι ύστερα, εσύ ήσουν που μου είπες να το κάνω αυτό από την αρχή, πρόεδρε, έτσι δεν είναι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Μα, δε μου φαίνεται πως αυτό το φτωχό κορίτσι ή οποιοσδήποτε άλλος εδώ που τα λέμε σου ζήτησε να τον σώσεις.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως ο Κούτα πετούσε στα σύννεφα, και δεν άκουγε λέξη από όσα του έλεγαν. Σκεφτόταν το υπέροχο πρόσωπο αυτού του κοριτσιού. Και τα μάτια της που έμοιαζαν σαν τον έναστρο ουρανό. Και την εύθραυστη σαν γυαλί έκφραση του προσώπου της. Τα χαρακτηριστικά της που θύμιζαν νεράιδα...ήταν σίγουρος πως δεν υπήρχε καμιά στον κόσμο σαν κι αυτήν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Εμμ. Κούτα, ξέρεις, υπάρχει κάτι που νομίζω πως πρέπει να μάθεις...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Σας παρακαλώ αφήστε με ήσυχο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο Κιταμούρα προσπάθησε μάταια να διαλύσει τις ρόδινες φαντασιώσεις του Κούτα,αλλά αυτός πλέον ήταν αμετάπειστος. Ο Κούτα ήταν χαμένος στον κόσμο των ονείρων του. Το κορίτσι, αυτός, και η Τίγρη Μινιατούρα, όλα μαζί σε ένα όραμα ευτυχίας,είχαν κυριεύσει το μυαλό του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αχ, εντάξει. Δεν πειράζει, Κιταμούρα, μην ασχολείσαι άλλο. Αφού είναι έτσι τα πράγματα, άστον να κάνει ό,τι θέλει μέχρι να τελειώσουν όλα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ακόμα και η σταθερή φωνή της Σουμίρε δεν έφτανε στ’αυτιά του Κούτα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ο Κούτα είπε ήδη ότι θέλει να τον αφήσουμε ήσυχο. Δεν πρόκειται να ακούσει καμία συμβουλή από μας. Λοιπόν, καλή του τύχη κι όλα τα σχετικά.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Θα είναι άραγε στ’αλήθεια εντάξει; Τέλος πάντων...τι να γίνει.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;span style=&amp;quot;font-size: 300%; border: &amp;quot;&amp;gt;&amp;lt;center&amp;gt;* * *&amp;lt;/center&amp;gt;&amp;lt;/span&amp;gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ε, εκεί! &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Συγκρατώντας τον εαυτό του για να μη φωνάξει, ο Κούτα πέρασε μπροστά από την τάξη προσπαθώντας να περάσει απαρατήρητος. Εδώ και λίγη ώρα είχε περάσει αρκετές φορές από την είσοδο της τάξης 2-Γ, πηγαίνοντας πάνω κάτω στο διάδρομο και ρίχνοντας κλεφτές ματιές από το παράθυρο, και επιτέλους την είχε εντοπίσει. Ευτυχώς που δεν τον είχε δει η Κουσιέντα ή ο Τακάσου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ζάρωσε στη γωνιά ενός τοίχου για να κρυφτεί καλύτερα, και σκέφτηκε αυτά που είχε δει. Αν και ήταν διάλειμμα, αυτή καθόταν σιωπηλά μόνη στο κάθισμά της χωρίς να μιλάει σε κανέναν. Οι λεπτοί της ώμοι έτρεμαν μέσα στη μοναξιά της, όμως έμοιαζε με αρωματικό τριαντάφυλλο. Δεν είχε φίλους, όπως κι αυτός...Αυτό σκέφτηκε για μια στιγμή, όμως αμέσως κούνησε το κεφάλι του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σίγουρα την απειλούσε αυτός ο ζηλιάρης ο Τακάσου, και δεν την άφηνε να πιάσει φιλίες με κανέναν. Ήταν σίγουρος. Τι απαίσιος αυτός ο Τακάσου. Πώς μπορούσε να είναι τόσο σκληρόκαρδος. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Σε παρακαλώ, μην τα παρατάς. Γιατί θα βρω την Τίγρη Μινιατούρα και θα στη φέρω σύντομα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αφού μουρμούρισε αυτά τα λόγια, άρχισε να προχωράει γρήγορα στο διάδρομο με ανέμελο ύφος. Με τα χέρια στις τσέπες έπιασε σφιχτά το δώρο του γι’αυτήν. Ζεστό ακόμα, ήταν ένα κουτάκι καφέ που είχε μόλις αγοράσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Φυσικά θα ήταν υπέροχο να μπορούσε να της το δώσει ο ίδιος, αλλά δεν είχαν ακόμα τόσο στενή σχέση. Γι’αυτό όπως είχαν τα πράγματα τώρα, διατηρώντας την ανωνυμία του,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Πιάσε!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το έστειλε με τέλεια ακρίβεια---Σημαδεύοντας μέσα απ’το παράθυρο, πέταξε το ζεστό κουτάκι καφέ στο κορίτσι των ονείρων του. Στο μυαλό του είχε φανταστεί μια σκηνή: «Να, πιες αυτό!» «Εε;» Πέταγμα...Μια περιστροφή, δύο, τρεις...Το έπιανε. Και μετά θα έλεγε «Είναι...είναι ζεστό...» κρατώντας το και με τα δύο χέρια...Ή κάτι τέτοιο. Όπως στη φαντασίωσή του, το κουτάκι ακολούθησε τέλεια την τροχιά και κατευθύνθηκε κατευθείαν στο κεφάλι του κοριτσιού. Όταν βεβαιώθηκε γι’αυτό, έφυγε τρέχοντας από τη σκηνή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ακούστηκε ένας γδούπος πίσω του, αλλά ο Κούτα ούτε που τον πρόσεξε καθώς έτρεχε συνεπαρμένος. Όπως και να είχε, ούτε κι ο ίδιος δεν το πίστευε πως είχε κάνει κάτι τόσο ακραίο. Ότι αυτός που ήταν τόσο συνηθισμένος και ντροπαλός μπόρεσε να κάνει κάτι τόσο δραματικό. Ααχ, τώρα που είχε γνωρίσει τον έρωτα, σιγά σιγά ένιωθε περισσότερο άντρας...Βέβαια έτσι όπως κάλυπτε το κατακόκκινο πρόσωπό του με τα δύο χέρια και έτρεχε, έμοιαζε περισσότερο με κορίτσι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Στο μυαλό του Κούτα, αυτό το κουτάκι καφέ είχε βαθύτερο νόημα. Σήμαινε ότι κάποια μέρα, κάτι ακόμα πιο ζεστό...θα της έδινε κάτι ακόμα καλύτερο. Ναι, θα της χάριζε ευτυχία κάθε μέρα. Με άλλα λόγια, θα την έσωζε από την τυραννία του Τακάσου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όπως πήγαινε το πράγμα, ακόμα και η μέρα που θα άγγιζε την Τίγρη Μινιατούρα μαζί με το κορίτσι που θα είχε σώσει δεν ήταν και τόσο μακρινή. Το μικροσκοπικό αγαλματάκι ή ζωγραφιά τίγρης ή ότι άλλο ήταν, θα το άγγιζαν οι δυο τους αργά και απαλά, δίπλα δίπλα και πιασμένοι χέρι χέρι. «Έλα να γίνουμε ευτυχισμένοι[[Image:Toradora_vol02_heart.png]],» θα έλεγε αυτός. «Ναι[[Image:Toradora_vol02_heart.png]],» θα έλεγε αυτή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Ω ναι. Επιτέλους η τύχη μου άρχισε να αλλάζει...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο Κούτα ανατρίχιασε από συγκίνηση---&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«~»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Οι ανατριχίλες του σύντομα αντικαταστάθηκαν από ένα άλλου είδους τρέμουλο μέσα στην ξαφνική ησυχία του απομεσήμερου. Η όπως πάντα βαρετή ώρα στην αίθουσα του μαθητικού συμβουλίου είχε περάσει, και στεκόταν μπροστά από το ντουλάπι των παπουτσιών του, μέσα στο οποίο είχε κοιτάξει όταν ετοιμαζόταν για να πάει σπίτι. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μέσα στο ντουλάπι παπουτσιών του Κούτα ήταν ένα προσεκτικά διπλωμένο χαρτάκι, κάτι που τον έκανε να απορήσει. Το άνοιξε διερωτόμενος τι να έλεγε, και η καρδιά του ξαφνικά πάγωσε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Με βιαστικά γράμματα, ήταν γραμμένο,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πρόσεχε όταν κυκλοφορείς νύχτα 2-Γ Τακάσου&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μόνο αυτά τα λόγια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ουα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αναπήδησε ακούγοντας τη φωνή που τον φώναξε. Ο Κούτα σφίχτηκε ολόκληρος και έπεσε με την πλάτη στα ντουλάπια των παπουτσιών κάνοντας πάταγο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τ, τι συμβαίνει;! Εσύ, δεν έχεις λέσχη σήμερα;!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Σήμερα έχουμε αργία.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν και τον είχε πει ‘εσύ’, το ευγενικό χαμόγελο του Κιταμούρα δεν άλλαξε ούτε στο ελάχιστο καθώς κοίταζε το χαρτάκι που κρατούσε ο Κούτα στα χέρια πίσω από την πλάτη του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Προειδοποίηση από τον Τακάσου; Πρέπει να ανησυχεί κι αυτός πολύ.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτή την ανοησία μουρμούρισε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δεν είναι έτσι! Α, αυτό, στην πραγματικότητα...Με άλλα λόγια, ξέρεις τι είναι, σωστά;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Βασικά, λέει να προσέχεις όταν κυκλοφορείς τη νύχτα, σωστά; Τι καλός που είναι ο Τακάσου, να προειδοποιεί έναν πρωτοετή που δεν ξέρει καν.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αντιμέτωπος με τέτοια υπερβολική αισιοδοξία, ο Κούτα δε βρήκε τη δύναμη να απαντήσει. Να του λέει να προσέχει όταν κυκλοφορεί τη νύχτα, αυτό δεν ήταν σαν απειλή μαφιόζου; Ήταν σαν να του έλεγε ότι δε θα τον αφήσουν έτσι γι’αυτό που έκανε, ή να φυλάει τα νώτα του, ή κάτι τέτοιο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ωωχ...~»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μια ανατριχίλα διαπέρασε τη ραχοκοκκαλιά του. Ήταν αποφασισμένος να αντιμετωπίσει ακόμα και τον Τακάσου για το χατήρι αυτού του κοριτσιού, αλλά τώρα, καθώς ξαναθυμόταν τη διαπεραστική, επικίνδυνη ματιά του, δε μπορούσε να σταματήσει να τρέμει από το φόβο του. Δε θα του έκανε εντύπωση αν αυτός ο τύπος με το μανιακό βλέμμα έφτανε στο σημείο να στήσει ενέδρα σε έναν αθώο πρωτοετή τη νύχτα στο δρόμο. Κάτι τέτοιο φαινόταν παιχνιδάκι για κάποιον σαν κι αυτόν. Ο Κούτα μπορούσε να φανταστεί μια χαρά τον Τακάσου να έρχεται να τον σκοτώσει κραδαίνοντας ένα τραχύ ξύλινο σπαθί ή κάτι ανάλογο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λοιπόν, τα λέμε αύριο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αφήνοντας τον τρομοκρατημένο Κούτα μόνο του, ο άκαρδος Κιταμούρα βγήκε γρήγορα από το σχολείο. Αντανακλαστικά, ο Κούτα ήταν έτοιμος να του φωνάξει να σταματήσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Όχι!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο Κούτα έσφιξε αποφασιστικά το απλωμένο του χέρι σε γροθιά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το πρόσωπο του κοριτσιού πέρασε σαν αστραπή από το μυαλό του. Μήπως δεν είχε αποφασίσει να τη σώσει όση κακοτυχία και αν του στοίχιζε αυτό; Αν ήταν έτσι, δε θα έπρεπε να τρομάζει απλώς και μόνο από την απειλή του Τακάσου. Ούτε έπρεπε να βασιστεί στον Κιταμούρα για βοήθεια. Αναγκάζοντας τον εαυτό του να φανεί δυνατός και κύριος του εαυτού του, ο Κούτα τσαλάκωσε στη στιγμή το χαρτάκι. Και χωρίς να κοιτάξει πού θα πήγαινε, το πέταξε εκεί που έπρεπε να είναι ένας σκουπιδοντενεκές.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Μπουαχαχα, μάλιστα κύριε! Το πέταξα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Φαίνεται πως το διασκεδάζεις.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όταν στράφηκε προς την ψυχρή φωνή, είδε τη Σουμίρε να στέκεται λίγο μακριά του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Πρόεδρε, τι κάνεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Καλή ερώτηση.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Με ένα κομματάκι τσαλακωμένο χαρτί να ισορροπεί σαν από θαύμα πάνω στο κεφάλι της, η Σουμίρε είχε κατσουφιάσει δυσοίωνα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αν ήταν χαλίκι ή κάτι ανάλογο, αυτή τη στιγμή το αίμα θα έτρεχε σαν βρύση από το κεφάλι μου και θα πέθαινα με φρικτό τρόπο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χα...Αν ήταν πιάτο, τώρα θα ήσουν κάππα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έγνεφε με το κεφάλι του όταν τελικά κατάλαβε πώς είχε η κατάσταση. Το χαρτάκι στο κεφάλι της ήταν αυτό που ο ίδιος είχε μόλις πετάξει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Φαίνεται πως κι εσύ είσαι λίγο κακότυχη, πρόεδρε. Κανονικά δε θα έπεφτε πάνω σου με τόση ακρίβεια, έτσι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μουρμουρίζοντας «Εντάξει, εγώ φταίω», πήγε κοντά της και έβγαλε το χαρτάκι από το κεφάλι της, έτοιμος να το πετάξει στο σκουπιδοντενεκέ. Όμως, ξαφνικά του ήρθε ένα περίεργο κύμα γέλιου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χιχι, έτσι όπως ήσουν μόλις τώρα πρόεδρε...Αχαχα, έτσι ακριβώς ήταν.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δεν άφηνε την απειλή του Τακάσου να τον αναστατώσει---Μια ξαφνική ευφορία αντικατέστησε το ασυνήθιστο άγχος του Κούτα. Βάζοντας το χαρτάκι που κρατούσε το κεφάλι του, γύρισε να κοιτάξει τη Σουμίρε. Μιμούμενος τη γελοία εμφάνισή της, δε μπορούσε να σταματήσει να γελάει. Η Σουμίρε απλώς τον κοίταζε για λίγο χωρίς να αλλάξει έκφραση. Άρχισε να σκέφτεται ‘Α, ίσως αυτό να παραείναι ανόητο’, αλλά, &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Παρόλο που είσαι κι όλας δεκαοκτώ, χαχαχαχα, έχεις σκουπίδια στο κεφάλι σου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Καθώς τρανταζόταν από τα γέλια, το σκουπιδάκι έπεσε από το κεφάλι του και του γρατζούνισε τη μύτη πέφτοντας κάτω. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χαχαχαχα, χαχαχα, χαχα...χα~α.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αφήνοντας τελικά έναν αναστεναγμό, πέρασε σχεδόν ένα λεπτό μέχρι να του περάσει το γέλιο. Έσκυψε και έπιασε το χαρτάκι, προτού το πετάξει στ’αλήθεια αυτή τη φορά. Μετά έκανε «ουφ», και σκούπισε το μέτωπό του που είχε ιδρώσει από τα γέλια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λοιπόν, αντίο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έτσι απλά γύρισε την πλάτη του στη Σουμίρε, έτοιμος να πάει σπίτι. Όμως,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι είναι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Σουμίρε τον κρατούσε σφιχτά απ’τον ώμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Κούτα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ένα χαμόγελο. Η ζωντανή, χαμογελαστή γιαπωνέζικη κούκλα έβαλε ένα κλειδί στο χέρι του Κούτα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αυτό είναι το κλειδί της αίθουσας του μαθητικού συμβουλίου. Πήγαινα στο γραφείο του αναπληρωτή λυκειάρχη να του το επιστρέψω, αλλά μόλις θυμήθηκα κάτι σημαντικό. Ξέρεις εκείνο το ντουλάπι, σωστά; Μέσα έχει σχεδόν εκατό τόμους από ημερολόγια δραστηριοτήτων που κρατούσε κάθε γενιά μαθητικών συμβουλίων. Σε κάθε τόμο πρέπει να αναγράφεται το έτος του, στο εξώφυλλο και στο δέσιμο, και να ταξινομηθούν χρονολογικά ώστε να είναι εύκολο να βρεθούν. Μέχρι αύριο...λοιπόν, το αφήνω σε σένα, βοηθέ.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Εε; Τώρα αμέσως; Μόνος μου, ολομόναχος;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ακριβώς. Θα το ελέγξω αύριο, και αν δεν είναι τελειωμένα...Κατάλαβες, έτσι; Λοιπόν, καλή τύχη.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Μα είναι αδύνατον.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Καλή τύχη.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μέσα στα ήρεμα, ωραία μάτια της, έλαμπε η οργή καθώς η Σουμίρε του έγνεφε αντίο με το λευκό της χέρι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
    &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;span style=&amp;quot;font-size: 300%; border: &amp;quot;&amp;gt;&amp;lt;center&amp;gt;* * *&amp;lt;/center&amp;gt;&amp;lt;/span&amp;gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πέρασαν πάνω από τρεις ώρες ώσπου να τελειώσει την έκτακτη εργασία που του ανάθεσαν. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όταν κοίταξε γύρω του πρόσεξε ότι ο ήλιος είχε δύσει τελείως και είχε νυχτώσει εδώ και αρκετή ώρα. Πέρασε τις πύλες του σχολείου και προχώρησε κατά μήκος του κεντρικού δρόμου, και μέχρι να φτάσει στη συνοικιακή περιοχή, το σκοτάδι είχε πέσει για τα καλά. Ο Κούτα περπατούσε με βιαστικά βήματα στον ασφάλτινο δρόμο που ήταν φωτισμένος αραιά από ηλεκτρικούς στύλους. Πρόσεχε όταν κυκλοφορείς τη νύχτα---Το σύντομο μήνυμα ξανάρθε απότομα στο μυαλό του καθώς βάδιζε στο μισοσκότεινο δρόμο πηγαίνοντας για το σπίτι του...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν και είχε μαζέψει όλο του το κουράγιο και είχε ορκιστεί να αντιμετωπίσει τα πράγματα καταπρόσωπο, τώρα που πράγματι περπατούσε σε ένα σκοτεινό δρόμο, κοιτούσε ολόγυρά του ανήσυχος. Πάντα τόσο ήσυχα ήταν; Ούτε ίχνος ζωής μπροστά του ή πίσω του. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ασυνείδητα, πάγωσε εκεί που στεκόταν,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Όχι. Εξάλλου δεν έχω κάνει και τίποτα μέχρι τώρα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ψιθύρισε σιγανά στον εαυτό του και σήκωσε αποφασιστικά το κεφάλι για να ξεπεράσει το άγχος του. Σωστά, δεν υπήρχε λόγος να ανησυχεί. Ούτε είχε τίποτα να φοβάται. Εντάξει, τον είχαν απειλήσει, αλλά αυτό δε σήμαινε πως θα του συνέβαινε κάτι---σκεφτόταν, όταν,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ουαα~.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Οι θάμνοι κουνήθηκαν. Κατατρομαγμένος, ο Κούτα πήδηξε στο πλάι. Ήταν έτοιμος να το βάλει στα πόδια, αλλά,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Νιά~ου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ακούστηκε μια μικρή φωνίτσα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι στο...γάτα είναι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σχεδόν ένα με τις σκιές, μια κατάμαυρη γάτα ξεπρόβαλε το κεφάλι της από τους θάμνους. Όταν προχώρησε λίγο πιο μπροστά, φάνηκε ότι μόνο οι πατούσες της ήταν άσπρες. Έμοιαζε σαν να φορούσε κάλτσες, πολύ χαριτωμένη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κοιτώντας προς τα πάνω τον Κούτα που αναστέναζε ανακουφισμένος, το γατί νιαούρισε γλυκά άλλη μια φορά. Μετά σήκωσε την ουρά του και τρίφτηκε στο μπατζάκι του παντελονιού του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η όλη κατάσταση ήταν πολύ χαριτωμένη, και ο Κούτα ασυναίσθητα ξέχασε τους φόβους του καθώς κοιτούσε κάτω. Όταν της κούνησε το δάχτυλο και έκανε «Ψιτ-ψιτ», η γάτα έτριψε το κεφάλι της στη γάμπα του. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έ, έλα, κόφτο, θα με γεμίσεις τρίχες...Α, κάτσε, αυτό είναι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Θυμήθηκε πως είχε ακόμα την ουρά από ένα τηγανητό σκουμπρί που είχε περισσέψει στο κουτί του μεσημεριανού του. Γονατίζοντας εκεί επιτόπου, ο Κούτα έβγαλε το κουτί του μεσημεριανού του από την τσάντα του. Προσπαθώντας να απομακρυνθεί λίγο από τη γάτα που συνέχιζε να τρίβεται πάνω του νιαουρίζοντας, έλυσε το μπογαλάκι, έβγαλε το καπάκι, και έβγαλε την ουρά απ’το σκουμπρί με τα δάχτυλά του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δεν του άρεσε η ιδέα να γεμίσει η στολή του τρίχες, γι’αυτό δεν μπορούσε να κάθεται εκεί να παίζει με τη γάτα όλη την ώρα. Γι’αυτό σκέφτηκε να πετάξει την ουρά του ψαριού στους θάμνους από όπου είχε βγει το γατί, σαν αποχαιρετιστήριο δώρο. Το γατί θα την ακολουθούσε και μετά θα γύρναγε στη φωλιά του, και τότε θα μπορούσε κι αυτός να πάει σπίτι του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ναι, ναι, θα στην δώσω τώρα. Να!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Με μια απότομη κίνηση, ο Κούτα σκόπευε να την πετάξει μπροστά και στο πλάι. Όμως τα χρυσαφιά μάτια της γάτας ήταν καρφωμένα κάπου πίσω από τον Κούτα. Η ουρά απ’το σκουμπρί ξέφυγε από το χέρι του και πέταξε με ορμή πίσω του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αγνοώντας τον Κούτα που μουρμούριζε «Να πάρει», το γατί όρμησε καταπάνω του. Όμως,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Νιάου...~»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όταν έφτασε κοντά στα γόνατα του Κούτα, ξαφνικά όλες οι τρίχες του ανορθώθηκαν. Φουσκώνοντας σχεδόν σε τριπλάσιο μέγεθος, καμπουριάζοντας την πλάτη του, και τραβώντας τ’αυτιά του προς τα πίσω, τρεμούλιασε και έκανε πίσω ένα βήμα, και μετά πήδηξε μέσα στους θάμνους σαν μπάλα που αναπηδούσε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Εε; Δεν το θέλεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Στάθηκε όρθιος διερωτόμενος τι συνέβαινε, και γύρισε να ψάξει για την πεταμένη ουρά του ψαριού---&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έμεινε άφωνος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ένα κορίτσι στεκόταν μπροστά του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Με την ουρά του μισοφαγωμένου σκουμπριού σαν από θαύμα καρφωμένη στο μέτωπό της, το κορίτσι που αγαπούσε στεκόταν ακριβώς εκεί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«---Τομίε, Κούτα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σαν ένα ανεπαίσθητο γρύλλισμα, ήταν μια τρομερά επίπεδη φωνή που σερνόταν στο έδαφος. Η συνάντηση ήταν τόσο ξαφνική, που η άμεση και προφανής ανάγκη να ζητήσει συγγνώμη εξαφανίστηκε μέσα στο σκοτάδι της νύχτας. Δε μπόρεσε καν να τη ρωτήσει πώς ήξερε το όνομά του ή οτιδήποτε άλλο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τα μάτια του κοριτσιού. Το βλέμμα της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ξέρεις, εγώ...σκόπευα στ’αλήθεια να σε συγχωρέσω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Οι άκρες του προσώπου του μούδιασαν καθώς άρχισε να πανικοβάλλεται, και ο Κούτα σκεφτόταν, «Τι παράξενο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Με τα μακριά της μαλλιά, το υπέροχο πρόσωπό της, και το μικρό της ανάστημα, ήταν σίγουρα αυτή. Το αιχμάλωτο κορίτσι που αγαπούσε ακόμα. Όμως, αναρωτήθηκε πώς βρέθηκε εκεί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Παρόλο που με έριξες κάτω και μου πάτησες το σάντουιτς, επειδή δε μου φάνηκε να το έκανες επίτηδες...Και επειδή είσαι βοηθός του Κιταμούρα-κουν...Σε μια σπάνια για μένα επίδειξη ανεκτικότητας, σκόπευα να σε συγχωρέσω μεγαλόψυχα για όλα αυτά.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το κορίτσι που ήταν σαν ένα γλυκό ανοιξιάτικο αεράκι, όταν την κοίταζε μετά που διασταυρώθηκαν στο σκοτεινό δρόμο, έμοιαζε να τρέμει από ασυνήθιστη ένταση, και αυτός...και αυτός...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α, α, α, αχ...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Image:Toradora vol02 291.jpg|thumb]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Παραμένοντας δίπλα της, αυτός---Γιατί, αναρωτήθηκε γιατί δεν μπορούσε να σταματήσει να τρέμει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Υπερβολικά τρομαγμένος για να κουνηθεί, αναρωτήθηκε γιατί ακόμα και η φωνή του δεν έβγαινε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Και μετά, όταν με χτύπησες στο κεφάλι με κείνο το κουτάκι καφέ, σκόπευα να το ανεχτώ και μάλιστα να σε συγχωρέσω και γι’αυτό. Επειδή ο Κιταμούρα-κουν μου ζήτησε γονατιστός συγγνώμη εκ μέρους σου. ‘Σε παρακαλώ συγχώρεσέ τον για χατήρι μου’, είπε...Τώρα που το σκέφτομαι, νομίζω πως ο Κιταμούρα-κουν παραήταν καλός μαζί σου...Κι εγώ το ίδιο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ένιωθε την παρουσία της να μεγαλώνει συνεχώς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Καθώς το σώμα του Κούτα άρχισε να παγώνει, ασυναίσθητα έκανε ένα βήμα πίσω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τα μάτια της έμοιαζαν άδεια, γεμάτα σκοτάδι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο Κούτα δε μπορούσε καν να αναπνεύσει καθώς προσπαθούσε απελπισμένα να καταλάβει τι συνέβαινε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ε, εμμ...Εε; Τ, τι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ακόμα και ο Ρυουτζί Τακάσου προσπάθησε να με σταματήσει. ‘Είναι πρωτοετής γι’αυτό μην τον πειράξεις,’ μου είπε...Και να’μαι τώρα εδώ, εντελώς κατά σύμπτωση. Έπρεπε να τελειώσω κάτι στα καλλιτεχνικά, και άργησα να γυρίσω σπίτι...Και να τύχει να περπατάς εσύ ακριβώς μπροστά μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τ, τι παράξενο ε...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η αδύναμη φωνή του Κούτα ακούστηκε σαν να μιλούσε μόνος του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τώρα μόλις, όταν γύρισα να δω, νόμισα πως δεν ήταν κανείς...Α, μη μου πεις πως...Ναι, πρέπει να ήταν επειδή είσαι πολύ κοντή, γι’αυτό δε σε είδα, νομίζω...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μονολογούσε---Όμως μάλλον το εν λόγω μικρόσωμο κορίτσι άκουσε κι αυτή τα λόγια του. Είδε το ωραίο της πρόσωπο να αρχίζει να συσπάται. Σίγουρα αυτό δεν ήταν καλό σημάδι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Έτσι δεν είναι; Ναι, καταλαβαίνω...Σωστά.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το κορίτσι έβγαλε με αργές κινήσεις την ουρά του σκουμπριού που είχε καρφωθεί για τα καλά στο μέτωπό της. Την κοίταξε μόνο για μια στιγμή, και γέλασε ειρωνικά με σουφρωμένα χείλη,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«---Δεν το βρίσκω αστείο!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σμακ! Την πέταξε στα πόδια του Κούτα με τρομακτική δύναμη. Ο Κούτα χωρίς να πει λέξη πήδηξε προς τα πίσω. Μέσα από τους θάμνους, το γατί με τις πατούσες σαν κάλτσες παρακολουθούσε καθώς η ουρά του σκουμπριού καρφώθηκε σαν σφαίρα στην άσφαλτο. Προσπάθησε διακριτικά να απλώσει ένα από τα τρεμάμενα μπροστινά ποδαράκια του,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τομίε...Κούτα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ακούγοντας τη λεπτή φωνή που ακουγόταν σαν δηλητηριώδης άρπα της κόλασης, ανατρίχιασε φοβισμένα και αποτραβήχτηκε αθόρυβα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ακόμα και η δική μου υπομονή έχει όρια.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σήκωσε σιωπηλά το πρόσωπό της. Αυτή η ματιά, διαπέρασε τον Κούτα πέρα ως πέρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Εε...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σκόνταψε στα ίδια του τα πόδια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έπεσε προς τα πίσω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τα μάτια της καθώς κοιτούσε κάτω προς αυτόν---Με ένα ίχνος τρέλας, έμοιαζαν έτοιμα για φόνο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η τρελή λάμψη στα μάτια της θύμιζε θηρίο που είχε αφηνιάσει επειδή μύρισε αίμα στον αέρα. Έλεγε πολύ απλά, «Υπάρχει θήραμα κοντά»---Θα δάγκωνε το θήραμά της μέχρι θανάτου και θα το καταβρόχθιζε, θα έσκιζε τις σάρκες του για να χορτάσει την πείνα της---Ο άγριος βρυχηθμός της,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Δε θα σε συγχωρέσω...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ήταν γεμάτος μελαγχολία καθώς χαμογελούσε μοχθηρά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Με τα κατακόκκινα σαν αίμα χείλη της να θυμίζουν τρομερά άγρια τίγρη,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Ε...;....Τίγρη...; Αχ;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τρομερή και βάναυση...Και μικρή...Κάπως, σαν μινιατούρα...;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Τίγρη...Μινιατούρα...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το μυαλό του άδειασε μέσα σε μια στιγμή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το ουρλιαχτό ενός αγοριού αντήχησε σε όλη τη γειτονιά μέχρι που τελικά---έσβησε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;span style=&amp;quot;font-size: 300%; border: &amp;quot;&amp;gt;&amp;lt;center&amp;gt;* * *&amp;lt;/center&amp;gt;&amp;lt;/span&amp;gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Εφτά και τέταρτο το πρωί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αφού δεν είχε έρθει κανένας άλλος μαθητής, κανείς δεν είδε τον Κούτα που έφτασε στην είσοδο όπου ήταν αραδιασμένα τα ντουλάπια παπουτσιών των δευτεροετών.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το πιο πάνω και αριστερά ντουλάπι των κοριτσιών της τάξης 2-Γ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όπως τον είχαν διατάξει, προσπάθησε να χώσει τη χαρτοσακούλα που κρατούσε και με τα δυο χέρια σε αυτό το μέρος. Όμως δε χώραγε, γι’αυτό προσπάθησε να τακτοποιήσει το περιεχόμενο ώστε να χωρέσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ένα ειδικό σετ σάντουιτς σε πακέτο και το πιο δημοφιλές σάντουιτς με ντομάτα, μπέικον και τυρί από το κατάστημα Μαρούγια που ήταν κοντά στη βόρεια είσοδο του σταθμού. Το δεύτερο πιο δημοφιλές σάντουιτς με κοτόπουλο τεριγιάκι. Και μαζί μ’αυτά, εκείνες οι πουτίγκες με σιρόπι που πουλιόντουσαν μόνο στο τοπικό παντοπωλείο, σε γεύσεις κρέμας και καφέ με γάλα. Ένα πακέτο με τρία γιαούρτια με σπόρους βανίλιας. Και ένα λίτρο γάλα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πρέπει να ήταν όλα εντάξει, αφού τα είχε ελέγξει ξανά και ξανά σαν να εξαρτιόταν η ζωή του απ’αυτό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Προσπάθησε να την ξαναβάλει αφού την τακτοποίησε κάπως, και ευτυχώς αυτή τη φορά η προσφορά του χώρεσε ακριβώς. Τέλος, έλεγξε ξανά το χώρο, και τσέκαρε για τελευταία φορά το όνομα στην ταμπέλα,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Χα...χαχαχα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έπεσε εξαντλημένος στα γόνατα. Εκείνο το κορίτσι ήταν πέρα από κάθε αμφιβολία ο ζωντανός θρύλος, η Τίγρη Μινιατούρα. Πάντως, το όνομά της ήταν Τάιγκα Αϊσάκα...Η μικροσκοπική Τάιγκα-σαν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ποιος στο καλό βρήκε ένα τόσο γελοίο παρατσούκλι...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δεν είχε τη δύναμη ούτε να γελάσει, και περιορίστηκε να κουλουριαστεί κάτω από το ντουλάπι της Τίγρης Μινιατούρας. Τα πράγματα που είχε χώσει εκεί ήταν αντικείμενα απλής πολυτέλειας που του είχε ζητήσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Εε; Κούτα, τι κάνεις εδώ τόσο πρωί...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γυρίζοντας προς τη φωνή που ακούστηκε πίσω του,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Μπουαχ!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο Κούτα κοίταξε τον Κιταμούρα που ξεσπούσε σε γέλια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ε, εσύ...Το πρόσωπό σου! Η Αϊσάκα στο έκανε αυτό;!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Το καταλαβαίνεις με το που με βλέπεις, έτσι δεν είναι...Κι εσύ, σενπάι;...Έχεις λέσχη;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Σωστά, λέσχη, λέσχ...Μπουαχ!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μπουαχαχαχα, ο Κιταμούρα γελούσε τόσο που πετάγονταν τα σάλια του, αλλά ο Κούτα δεν είχε δύναμη να απαντήσει. Απλά θα έπρεπε να μάθει να ζει μ’αυτό το πρόσωπο για λίγο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Χτες το βράδυ, αφού με μια υπερβολική χρήση βίας τον κατέστησε ανίκανο να αντιδράσει, η Τίγρη Μινιατούρα του είχε πει---«Ένας εκ φύσεως ηλίθιος σαν και σένα χρειάζεται λίγο φενγκ σούι για να μπορέσει να επιβιώσει!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κι έτσι, στο πρόσωπο του Κούτα, με τη μύτη του σαν κέντρο των σημείων του ορίζοντα...Προσεκτικά, με έναν ανεξίτηλο μαρκαδόρο, είχε αρχίσει με το πηγούνι του στη θέση του βορρά και είχε σχεδιάσει ένα αδρό οκτάγωνο σαν πυξίδα του φενγκ σούι στο πρόσωπό του. Όσο και να πλενόταν και να έτριβε το πρόσωπό του, η πυξίδα που φέρνει ευτυχία δεν εννοούσε να φύγει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Σο~βαρά, ήταν φρικτή εμπειρία. Είναι πραγματική τίγρη. Ένα ανεξέλεγκτο κτήνος. Επειδή είναι τόσο επικίνδυνο πλάσμα, γι’αυτό...Έγινε τόσο διάσημη που κατέληξε να γίνει θρύλος, μάλιστα...Και όλοι εσείς οι μεγαλύτεροι τα ξέρατε όλα αυτά, και παρόλα αυτά με ενθαρρύνατε να συνεχίσω, έτσι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δεν είχαμε τέτοιο σκοπό. Προσπάθησα να στο πω, αλλά εσύ δε μου είπες να σε αφήσω ήσυχο; Και η πρόεδρος είπε κι αυτή να μην ανακατευτούμε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Εσύ, θα ακολουθούσες τις εντολές της προέδρου ό,τι και να σου έλεγε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Χμ, μάλλον δίκιο είχε, ο Κιταμούρα έγνεφε ήρεμος,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Μπουχαχα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ξαφνικά ξέσπασε πάλι σε γέλια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όμως, τι πρόσωπο είναι αυτό που σου έφτιαξε! Σαν κωλοτρυπίδα μοιάζει!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Μ, μπορείς να γελάσεις αν το θέλεις τόσο πολύ...Εγώ πίστεψα στ’αλήθεια αυτά που μου λέγατε κι εσείς με κοροϊδεύατε...Τέλος πάντων, καταλαβαίνω τώρα ποια είναι στ’αλήθεια η Τίγρη Μινιατούρα, αλλά...οι άλλοι; Όπως η Κουσιέντα-σενπάι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Η Κουσιέντα είναι, να, όπως και να το δει κανείς, η πιο στενή φίλη της Αϊσάκα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Φ, φίλες;!...Αυτές οι δυο;! Είναι φίλες;!...Αυτό κι αν είναι έκπληξη. Τότε λοιπόν, αυτός ο τρομακτικός Τακάσου-σενπάι τι της είναι της Τίγρης Μινιατούρας; Κι αυτός φίλος; Ή μήπως...είναι το αγόρι της ή κάτι τέτοιο;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όταν το ρώτησε αυτό, το γέλιο του Κιταμούρα κόπηκε αμέσως.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Θέλεις στ’αλήθεια να μάθεις; Είναι κρίμα, αλλά αυτό είναι το μόνο για το οποίο δε μπορώ να σου πω τίποτα. Η σχέση αυτών των δυο είναι ίσως το μοναδικό πραγματικό μυστήριο του σχολείου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι είναι πάλι αυτό...Ω, δε βαριέσαι!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Στο τέλος τέλος, απλώς τον δούλευαν τα μέλη του μαθητικού συμβουλίου. Απλώς του έκαναν πλάκα. Αυτό τουλάχιστον το καταλάβαινε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο Κούτα γύρισε θυμωμένος την πλάτη του στον Κιταμούρα και έφυγε τρέχοντας. Όπως και να είχε, είχε μια κωλοτρυπίδα για πρόσωπο, και τελικά ήταν κακότυχος και με τη βούλα---!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α, Κούτα! Περίμενε!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έπρεπε να στραφεί και να κοιτάξει τώρα; Αγνοώντας εντελώς τη φωνή του Κιταμούρα, ο Κούτα συνέχισε να τρέχει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ώστε άγγιξες την Τίγρη Μινιατούρα! Πώς ήταν, νιώθεις καθόλου ευλογημένος;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«---~!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ανέβηκε γρήγορα και σιωπηλά τις σκάλες αγνοώντας την ερώτηση. Δεν ήθελε καν να του πει ‘Όχι’. Α ναι, και βέβαια είχε αγγίξει την Τίγρη Μινιατούρα. Είχε παλέψει να σπρώξει μακριά τον ανεξίτηλο μαρκαδόρο που πίεζε αυτή στο πρόσωπό του ενώ τον είχε καβαλήσει σαν άλογο, και είχε προβάλει απελπισμένη αντίσταση. Και, είχε αποδειχτεί ανώφελο. Ενάντια σ’αυτό το μικρόσωμο κορίτσι, δεν είχε καταφέρει να αντισταθεί ούτε στο ελάχιστο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μα τι είδους άνθρωπος ήταν---Δε μπορούσε να τη δει σαν τίποτα άλλο από εντελώς εκκεντρική. Αποδιώχνοντας την ενόχλησή του, ο δυστυχής Κούτα έτρεξε αποφασιστικά στο διάδρομο. Και μετά, όρμησε στην τάξη του που έπρεπε να είναι άδεια τέτοια ώρα,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αχ...~»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έκρυψε βιαστικά το πρόσωπό του με τα δυο του χέρια. Όμως μάλλον ήταν ήδη πολύ αργά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Οι λίγοι συμμαθητές του που για κάποιο λόγο ήταν στην τάξη νωρίτερα από το συνηθισμένο ξεφώνισαν με έκπληξη, κοιτώντας το πρόσωπό του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σωστά, στο κάτω κάτω, αν εμφανιστεί ξαφνικά κάποιος με τα σημεία της πυξίδας στο πρόσωπό του, όλοι θα ξαφνιαζόντουσαν, μάλλον. Ο Κούτα είχε πια απελπιστεί, και αφήνοντας το μουτζουρωμένο του πρόσωπο ακάλυπτο, πήγε στο θρανίο του και κάθισε. Ααχ, τώρα θα ήταν ακόμα πιο ξεκομμένος από την υπόλοιπη τάξη...αυτό σκεφτόταν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Μπουαχαχαχα! Τομίε, τι έπαθε το πρόσωπό σου;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Για να δούμε, για να δούμε, τι στο καλό έκανες;!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Χαρούμενες, γεμάτες γέλιο φωνές τριγύρισαν ξαφνικά τον Κούτα. Οι συμμαθητές του έτρεξαν κοντά του και άρχισαν να του τρίβουν δυνατά το πρόσωπο με τα δάχτυλά τους, όχι όμως και υπερβολικά δυνατά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ν, να, αυτό,»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Εε, τι, τι ήταν; Τι σου συνέβη;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έλα, πες μας! Πώς στο καλό έγινες έτσι;!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Περικυκλώνοντας το θρανίο του Κούτα, τον περίμεναν να μιλήσει με μάτια που έλαμπαν. Περίμεναν να ακούσουν τι στο καλό είχε συμβεί, γιατί ήταν σ’αυτά τα χάλια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Να, ξέρετε, αυτό είναι,»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κοιτάζοντάς τους καθώς έγερναν προς το μέρος του όλο προσδοκία, ο Κούτα ξεκίνησε από την αρχή όλων όσων έγιναν, μιλώντας γρήγορα. Οι άλλοι φάνηκαν να θεωρούν καταπληκτική την όλη φάση. Καθώς προχωρούσε η ιστορία, έκαναν σχόλια του τύπου «Γκαχ!», «Σοβαρά;!», «Φοβερό!», επιτείνοντας τον ενθουσιασμό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κι έτσι ο Κούτα αντιμετώπισε τη θρυλική Τίγρη Μινιατούρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μέχρι που μπόρεσε να την αγγίξει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο τρίτος όροφος του παλιού σχολικού κτιρίου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τα λέμε αύριο!» «Ναι, τα λέμε!»...Χωρίζοντας φασαριόζικα από τους συμμαθητές του, ο Κούτα προχώρησε βιαστικά στο διάδρομο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχε σκεφτεί να παραιτηθεί από το μαθητικό συμβούλιο, όμως τώρα, τα πόδια του τον πήγαιναν χωρίς να διστάσουν στην αίθουσα του μαθητικού συμβουλίου. Γι’αυτό σκεφτόταν να συνεχίσει για λίγο ακόμα. Στο κάτω κάτω είχε ένα δυο πραγματάκια να πει στους μοχθηρούς προϊσταμένους του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ότι είχε αγγίξει την Τίγρη Μινιατούρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ότι είχε βγει κάτι καλό απ’αυτό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Λέγοντας ‘κάτι καλό’, ήταν σίγουρος πως η Σουμίρε θα γελούσε μαζί του που το πίστευε, αλλά...αφότου είχε καθυστερήσει ένα μήνα να αρχίσει το λύκειο, και μόνο που μπόρεσε επιτέλους να μιλήσει με άλλους ήταν αρκετή ευλογία για τον Κούτα για να τον κάνει να πιστέψει στο θαύμα της Τίγρης Μινιατούρας. Ένιωθε πως είχε γελάσει τρεις φορές περισσότερο σήμερα από ότι όλο το μήνα από τότε που ξεκίνησε το λύκειο μέχρι χτες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γι’αυτό τα μάτια του Κούτα ήταν πιο λαμπερά από συνήθως καθώς άνοιγε τη γνώριμη πόρτα. Σαν να είχε αρχίσει μια καινούρια ζωή γι’αυτόν, έτσι ένιωθε---&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Συγγνώμη που άργησα...Ουα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σε μια στιγμή, ένα εκτυφλωτικό φως τον τύφλωσε, και γύρισε από την άλλη ξαφνιασμένος. Τι στο καλό...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έ, ένα φλας;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τζάκποτ! Την έβγαλα την αναμνηστική!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Με το που άνοιξε τα μάτια του μια χαραμάδα, η Σουμίρε είχε έτοιμη την ψηφιακή κάμερα και το φλας άστραψε πάλι. Πίσω της ήταν οι δευτεροετείς, οι γραμματείς και οι γενικοί βοηθοί που χειριζόντουσαν με ευκολία το φόρτο της δουλειάς όπως πάντα. Κι ακόμα,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Μπράβο, πρόεδρε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δίπλα στη Σουμίρε, ο Κιταμούρα χειροκροτούσε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τ, Τι κάνετε;!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Το πρόσωπό σου είναι πολύ ενδιαφέρον τώρα, γι’αυτό σκέφτηκα πως πρέπει να του βγάλουμε μερικές αναμνηστικές φωτογραφίες...Όχι, ακόμα κι έτσι, αλήθεια...Μπουχου! Τι φάτσα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μπουχαχαχαχα! Μουχαχαχαχα!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το υπερβολικό ξέσπασμα γέλιου της ήταν δυο φορές πιο αντρίκειο από συνήθως καθώς αντηχούσε στην αίθουσα του μαθητικού συμβουλίου. Και έτσι απλά, στο τέλος ο Κούτα ξαναφοβήθηκε τώρα που την είχε ακριβώς μπροστά του,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αχ Θεέ μου, πόσο γέλασα! Εντάξει, τώρα που βγάλαμε τις αναμνηστικές φωτογραφίες, άντε να το βγάλεις μ’αυτό!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σκουπίζοντας τα δάκρυά της, η Σουμίρε πέταξε στον Κούτα ένα μικρό σωληνάριο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι είναι αυτό;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αυτή η μάρκα διαλυτικού λέγεται ότι είναι από τις καλύτερες τις αγοράς. Όπως και να έχει, διαλύει ακόμα και βαφή νυχιών, και αν δε βγει ούτε μ’αυτήν, πρέπει να έχεις κάποια δερματική ασθένεια. Να, πάρε κι αυτό.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Του πέταξε μια πετσέτα, και ο Κούτα την έριξε στον ώμο του. Συνήθως, σε μια τέτοια κατάσταση, θα έλεγε «Εντάξει, εντάξει, το κατάλαβα», όμως,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Πρόεδρε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Στράφηκε προς τα πίσω καθώς το έλεγε αυτό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Είσαι πολύ καλή.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ξαφνικά, τα μάτια της Σουμίρε έγιναν ολοστρόγγυλα. Τα χείλη της έμοιαζαν να μη μπορούν να σχηματίσουν λέξεις, με το στόμα της να μένει ελάχιστα ανοιχτό---Και ο Κούτα έτσι απλά έφυγε απ’το δωμάτιο. Προχωρώντας στο διάδρομο, πήρε μια μικρή νικητήρια πόζα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Της την έφερα...!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Σουμίρε να πάρει τέτοιο ύφος...Ναι, ήταν η πρώτη φορά που είχε ξαφνιάσει την προσωποποίηση του ‘μεγάλου αδελφού’ και την είχε κάνει μάλιστα να χάσει τα λόγια της. Την είχε αφήσει ανίκανη να του απαντήσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ένιωθε αρκετά καλά. Μπορεί να είχε μουτζουρωμένο πρόσωπο, αλλά ακόμα κι έτσι, η σημερινή μέρα είχε αποδειχτεί πολύ καλή. Ίσως να είχε αλλάξει στ’αλήθεια η τύχη του μετά που άγγιξε την Τίγρη Μινιατούρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ίσως επειδή το έβλεπε έτσι, δεν ένιωθε καθόλου μίσος για την Τίγρη Μινιατούρα, παρόλο που τον είχε κάνει να υποφέρει αρκετά. Φυσικά, ήταν τρομακτική, και δεν είχε καμία όρεξη να μπλέξει μαζί της για δεύτερη φορά, αλλά,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όπως και να το κάνουμε, η ομορφιά είναι ομορφιά.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κοιτάζοντάς την από κοντά, η Τίγρη Μινιατούρα ήταν ένα ασυνήθιστα όμορφο κορίτσι. Ένιωθε πως καταλάβαινε λιγάκι γιατί οι προϊστάμενοί του τη φώναζαν μ’αυτό το παρατσούκλι. Τρομακτική, κάποια που δε θες να μπλέξεις μαζί της ή να την κάνεις να θυμώσει, αλλά που δεν μπορείς να αγνοήσεις μόνο και μόνο επειδή φοβάσαι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν δεν μπορούσε να την αγνοήσει, θα παρακολουθούσε αυτό το όμορφο κορίτσι μαζί με όλους τους άλλους από απόσταση---Χωρίς να παρεμβαίνει, από απόσταση ασφαλείας. Αν την πλησίαζε παραπάνω από όσο έπρεπε, θα τον κυνηγούσε. Χωρίς να γνωρίζει αυτούς τους κινδύνους, ο Κούτα την είχε πλησιάσει υπερβολικά χωρίς να το θέλει. Και το αποτέλεσμα ήταν ότι τώρα ήταν ένα αγόρι με τα σημεία της πυξίδας στο πρόσωπο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Λοιπόν, τι αποφάσισε να κάνει ο Κούτα τώρα που τα ήξερε όλα;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αποφάσισε να κρατήσει μια απόσταση ασφαλείας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ό,τι ατυχίες κι αν τραβούσε πάνω του εξαιτίας της δικής του κακοτυχίας, ήταν αποφασισμένος να παραμείνει τουλάχιστον αρκετά μακριά από την Τίγρη Μινιατούρα ώστε να μην την προκαλέσει περισσότερο από όσο είχε ήδη κάνει, και να την παρακολουθεί διακριτικά. Η άνεση της ζώνης ασφαλείας δεν ήταν και τόσο άσχημη. Με τέτοια περίπλοκα αισθήματα στην καρδιά του, θα άρχιζε επιτέλους να ζει τη ζωή του μαθητή λυκείου από δω και πέρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σιγοτραγουδώντας ευχαριστημένος μέσα στη διπλανή τουαλέτα, ο Κούτα άνοιξε με δύναμη το παράθυρο διάπλατα. Για την ακρίβεια, το άνοιξε με λίγο υπερβολική δύναμη,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Να πάρει!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κατέληξε να του πέσει έξω απ’το παράθυρο το σωληνάριο που του έδωσε η Σουμίρε. Καθώς έγειρε σαστισμένος έξω απ’το παράθυρο και κοίταξε κάτω, ξαφνικά πέτρωσε. Είχε παγώσει ολόκληρος. Δε γινόταν να μη συμβεί αυτό, έτσι; Και παρόλο που είχε αποφασίσει να παραμείνει σε ασφαλή θέση, η ίδια η κακοτυχία του αγνοούσε επιδεικτικά τις επιθυμίες του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α, αουα, αουαουα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Εκεί κάτω, κάτω απ’το ανοιχτό παράθυρο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μοιάζοντας με τίγρη, αυτή που κρατούσε με το ένα χεράκι το κεφάλι της και με το άλλο το σωληνάριο ήταν---&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Eirini kl</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Nogizaka_Haruka_no_Himitsu_(Greek):Volume1_Chapter2&amp;diff=102598</id>
		<title>Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek):Volume1 Chapter2</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Nogizaka_Haruka_no_Himitsu_(Greek):Volume1_Chapter2&amp;diff=102598"/>
		<updated>2011-06-26T21:23:18Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Eirini kl: /* 1 */&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;  &lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Κεφάλαιο 2&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
==&#039;&#039;&#039;0&#039;&#039;&#039;==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Ήταν μια καυτή Κυριακή του Μαΐου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στεκόμουν μπροστά από ένα κατάστημα που βρισκόταν στο μεγαλύτερο δρόμο μαγαζιών με ηλεκτρονικά στην Ιαπωνία. &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Κοιτώντας το παράξενο θέαμα μπροστά μου, δεν μπόρεσα να μην αφήσω ένα σιωπηλό αναστεναγμό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Γιατί δε βγήκε ακόμα; Τόση ώρα παίζω...» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα πανέμορφο κορίτσι μουρμούρισε με απογοήτευση στα μάτια της γέρνοντας το κεφαλάκι της στο πλάι. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αυτή η έκφραση δεν ήταν και τόσο παράδοξη, μια και το όμορφο κορίτσι είναι, κατά βάση, άνθρωπος (αν και αρκετοί θα διαφωνούσαν ως προς αυτό), και μοιάζει να βασανίζεται από ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα. Στην πραγματικότητα, το πράγμα δεν ήταν και τόσο περίπλοκο, απλώς...  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Απλώς, η ουσία του προβλήματος είναι.......το αντικείμενο που το όμορφο κορίτσι κρατούσε στο δεξί της χέρι, και το αντικείμενο μπροστά στα μάτια της. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πάλι δεν το πέτυχα...» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα ντελικάτα δάχτυλα κρατούσαν σφιχτά ένα σφαιρικό αντικείμενο κάπου 6 εκ. σε διάμετρο, που είχε βγει από ένα μηχάνημα με κερματοδέκτη. Αυτό και άλλα παρόμοια αντικείμενα έβγαιναν το ένα πίσω από το άλλο εδώ και αρκετή ώρα, από κάτι που ο απλός κόσμος αποκαλεί μηχάνημα με κάψουλες. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι παράξενο...» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κάθε φορά που τσέκαρε το παιχνίδι μέσα στην ωοειδή κάψουλα, η φωνή της Χάρουκα γινόταν όλο και πιο αδύναμη, αλλά παρόλα αυτά, το χέρι που γύριζε συνεχώς το χερούλι του μηχανήματος δεν εννοούσε να σταματήσει. Ποιος θα φανταζόταν ότι είχε τέτοια προδιάθεση για εθισμό στο τζόγο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Άλλη μια φορά...Σίγουρα θα το πετύχω την επόμενη φορά...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τέλος πάντων...Αυτό το πανέμορφο κορίτσι που έριχνε μανιωδώς κέρματα στον κερματοδέκτη του μηχανήματος με κάψουλες λες και εξαρτιόταν η ζωή της απ’αυτό προκαλούσε στους άλλους μια αφόρητη αίσθηση αντιφατικότητας. Όλοι όσοι περνούσαν δίπλα μας άθελά τους γύριζαν να κοιτάξουν το περίεργο θέαμα που παρουσιάζαμε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Χάρουκα...Αρκετά δεν έπαιξες;»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήδη υπήρχαν πάνω από δέκα κάψουλες που κυλούσαν στο έδαφος γύρω της, αλλά η Χάρουκα εξακολούθησε να κουνάει αρνητικά το κεφάλι της. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Μα η Άκι-τσαν που παίζει πιάνο δε βγήκε ακόμα...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με άλλα λόγια, δε θα φύγουμε από δω αν δε βγει η Άκι-τσαν που παίζει πιάνο; Αχ βρε Χάρουκα, μην πέφτεις στην παγίδα των ύπουλων εμπορικών τεχνασμάτων......  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κλανκ κλανκ, ακούστηκε πάλι ο μοχλός. Η Χάρουκα κοίταξε το αντικείμενο μέσα στην κάψουλα και συνοφρυώθηκε έντονα με πένθιμο ύφος.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πάλι δεν το πέτυχα...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν ήξερα πια τι να κάνω και κοιτούσα αβοήθητος τη Χάρουκα να ρίχνει το ένα κέρμα μετά το άλλο στο μηχάνημα, μόνο και μόνο για να αφήνει κάθε φορά ένα αναστεναγμό βαθύ σαν το Ρήγμα Μαριάνα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τι κάνω...Τι κάθομαι και κάνω εδώ!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ούτε εγώ ο ίδιος δεν καταλαβαίνω. Είχα μια τόσο σπάνια ευκαιρία να πάω για ψώνια με τη Χάρουκα, πώς έγινε και καταλήξαμε εδώ; Εκείνη τη στιγμή, ένιωσα μια ακατανίκητη ανάγκη να ξανασκεφτώ την απόφασή μου να ακολουθήσω το νέο δρόμο που ανοίχτηκε στη ζωή μου, που είχα πάρει πριν από ένα μήνα περίπου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πώς βρέθηκα εγώ σ’αυτή την κατάσταση;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θα πρέπει να αρχίσω...από τρεις μέρες πριν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==&#039;&#039;&#039;1&#039;&#039;&#039;==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όταν τέλειωσαν οι διακοπές της Χρυσής Εβδομάδας, όλοι στο σχολείο άρχισαν να ετοιμάζονται με φούρια για τις επερχόμενες εξετάσεις του εξαμήνου. Μια μέρα, μετά το σχολείο, η καθηγήτρια μουσικής που ήταν και αναπληρώτρια υπεύθυνη καθηγήτριά μου, με είχε μισοϋποχρεώσει να κάνω το βοηθό της (για την ακρίβεια με έβαλε να καθαρίσω τις τουαλέτες του προσωπικού ολομόναχος). Όταν γύρισα στην τάξη, λαχανιασμένος από την κοπιαστική εργασία, βρήκα ένα σημείωμα στο συρτάρι του θρανίου μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αν έχεις χρόνο μετά το σχολείο, έλα στο δωμάτιο μουσικής, έχω κάτι να σου πω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πώς βρέθηκε αυτό το γράμμα στο συρτάρι μου; Ο γραφικός χαρακτήρας ήταν άψογος, δε θα μου έκανε καμία εντύπωση αν οποιοσδήποτε άλλος το περνούσε για ερωτικό ραβασάκι ή κάτι ανάλογο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχε μόνο ένα ελάττωμα αυτό το γράμμα. Ένα ζώο με μάτια δαίμονα (ήταν ζώο, σωστά;) ήταν ζωγραφισμένο δίπλα στις λέξεις. Αν ένα αθώο παιδί έβλεπε κατά τύχη αυτό το σχέδιο, η ψυχούλα του θα τραυματιζόταν ανεπανόρθωτα και θα καταλάβαινε για πρώτη φορά την απανθρωπιά του κόσμου έξω απ’το καταφύγιο του σπιτιού του. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μια ματιά μου έφτασε για να καταλάβω ποιος ήταν ο συγγραφέας του γράμματος. Μόνο ένα άτομο ήξερα που μπορούσε να φτιάχνει τέτοια σατανικά σκίτσα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έπρεπε να το περιμένω...η Χάρουκα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όπως το φαντάστηκα, η υπογραφή στο γράμμα ήταν ‘Νογκιζάκα Χάρουκα’.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είναι η συμμαθήτριά μου, η πολυτάλαντη κόρη πλούσιας και ισχυρής οικογένειας, αυτή που όλοι φωνάζουν το ‘Άστρο της Νύχτας’, το πιο διάσημο κορίτσι στο σχολείο με τριψήφιο νούμερο μελών στο φαν κλαμπ της. Μπορεί να υπάρχουν κάποιοι στο Λύκειο Χακούτζου που να μην ξέρουν το όνομα του λυκειάρχη τους, αλλά κανείς που δεν ξέρει το όνομα της Χάρουκα Νογκιζάκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί κάποιος τόσο διάσημος όσο αυτή, να καλέσει έναν κοινό θνητό σαν εμένα στο δωμάτιο μουσικής μετά το σχολείο; Επειδή ήξερα ένα μυστικό της...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κοιτάζοντας το ρολόι, είδα ότι ήταν σχεδόν πέντε το απόγευμα, κοντά μιάμισι ώρα μετά το τέλος των μαθημάτων. Αν και δεν είχα κανένα τρόπο να αποφύγω την αγγαρεία που μου φόρτωσαν, φοβόμουν πως η πριγκίπισσά μου μάλλον θα είχε ήδη πάει σπίτι αφού θα περίμενε μάταια τόση ώρα να έρθω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έτρεξα στο δωμάτιο μουσικής. Δεν ήταν ψυχή στους φωτισμένους από το ηλιοβασίλεμα διαδρόμους, και οι μόνοι ήχοι που ακούγονταν ήταν από τις αθλητικές λέσχες που έκαναν προπόνηση κάτω από τα παράθυρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν και ήταν ακόμα Μάιος, έκανε ήδη πολύ ζέστη, τόσο που ακόμα και ένα σύντομο τρέξιμο το απογευματάκι με έκανε να ιδρώνω. Έβγαλα μια πετσέτα από την τσάντα μου και σκούπισα το μέτωπό μου, αποφασίζοντας να πάρω ένα κουτάκι χυμό μάνγκο (περιορισμένη έκδοση ειδικά για το καλοκαίρι) από τους αυτόματους πωλητές αναψυκτικών. Πουφ, τι ζέστη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όταν έφτασα στην πόρτα του δωμάτιου μουσικής, μπορούσα να ακούσω ομιλίες εκτός από τον ήχο του πιάνου. Φαινόταν να είναι κόσμος μαζεμένος στο δωμάτιο μουσικής. Μη μου πεις ότι είναι κι άλλοι εδώ εκτός από τη Χάρουκα; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έσπρωξα τη χοντρή, μονωμένη πόρτα. Από την άλλη μεριά της πόρτας ήταν...ο απαγορευμένος κήπος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο πρώτος άνθρωπος που αντίκρυσα ήταν η Χάρουκα. Φυσικό ήταν, αφού αυτή ήταν που&lt;br /&gt;
με κάλεσε. Θα ήταν πρόβλημα αν δεν την έβλεπα εκεί. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως...γιατί υπήρχαν τόσα κορίτσια γύρω από τη Χάρουκα;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχαν περικυκλώσει τελείως τη Χάρουκα που έπαιζε πιάνο. Με μια πρώτη ματιά, υπήρχαν πάνω από δέκα κορίτσια από όλες τις τάξεις, από την πρώτη ως την τρίτη λυκείου. Λες να ζήλευαν τη δημοτικότητα του ‘Άστρου της Νύχτας’; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
...Μπα, αδύνατον, κανείς ποτέ δε ζηλεύει τη Χάρουκα. Κρίνοντας από τις εκφράσεις στα πρόσωπά τους καθώς κοίταζαν τα ντελικάτα δάχτυλα της Χάρουκα να χορεύουν πάνω στα πλήκτρα του πιάνου, προφανώς ξεχείλιζαν από θαυμασμό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έτσι έμενε μόνο μια απάντηση. Η Χάρουκα Νογκιζάκα, το ‘Άστρο της Νύχτας’, ήταν εξίσου δημοφιλής με τα κορίτσια όπως ήταν και με τα αγόρια. Με άλλα λόγια, στα μάτια των άλλων κοριτσιών, η Χάρουκα είχε απίστευτη επιρροή. Τόσο που απλώς παίζοντας πιάνο στο δωμάτιο μουσικής μάζευε κόσμο γύρω της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Στο τέλος του κομματιού, όλα τα κορίτσια χειροκρότησαν με ενθουσιασμό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χάρουκα-σενπάι, αυτό ήταν πολύ ωραίο κομμάτι, πως λέγεται;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αυτό ήταν το ‘Jeux d’eau’ (παιχνίδια του νερού), του Γάλλου συνθέτη Μωρίς Ραβέλ.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ουάου, μπορούσες να νιώσεις στ’αλήθεια το κυμάτισμα του νερού! Εγώ καταγοητεύτηκα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Πραγματικά μου έδωσε την αίσθηση ενός κελαρυστού ρυακιού.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τα κορίτσια αντάλλασσαν συνεπαρμένα τις απόψεις τους πάνω στο κομμάτι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Χμμ...Ώστε αυτός είναι ο κόσμος των κοριτσιών! Ένα λιβάδι με κρίνους ήταν το σκηνικό αυτού του κόσμου, που σε τραβούσε σαν μαγνήτης. Εκείνη τη στιγμή, τα κορίτσια ήταν απασχολημένα να θαυμάζουν τη Χάρουκα, κι αυτή ήταν απασχολημένη να απαντάει στις ερωτήσεις τους, κι έτσι κανείς δεν είχε προσέξει πως είχα μπει στο δωμάτιο...Κάτι που με έκανε να νιώθω παραγκωνισμένος και ασήμαντος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δεν είχα άλλη επιλογή από του να ανακοινώσω την παρουσία μου στο δωμάτιο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έι, Χάρουκα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Της έγνεψα από τη γωνιά του δωματίου. Όπως το περίμενα...τα λόγια μου άλλαξαν μεμιάς την ατμόσφαιρα στο δωμάτιο, αν και δεν ήταν αυτή η πρόθεσή μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Ποιος είναι αυτός;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Φώναξε τη Χάρουκα-σενπάι με το μικρό της, τι σχέσεις έχουν;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ο Αγιάσε είναι, από την τάξη 1...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πάνω από δέκα δολοφονικές ματιές καρφώθηκαν ταυτόχρονα πάνω μου. Μ...μήπως έκανα κάτι που δεν έπρεπε;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κρύος ιδρώτας με έλουσε, και άθελά μου έκανα ένα βήμα πίσω. Εκείνη τη στιγμή, η Χάρουκα πρόσεξε επιτέλους την παρουσία μου και μου χαμογέλασε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α, Γιούτο-σαν, ήρθες, συγγνώμη που σε έκανα να περιμένεις!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Η Χάρουκα-σενπάι τον φώναξε με το μικρό του...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Η Χάρουκα-σενπάι μοιάζει πολύ χαρούμενη...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ποιος νομίζει πως είναι για να κάνει κάτι τέτοιο!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Οι διαπεραστικές ματιές των κοριτσιών έγιναν ακόμα πιο κοφτερές, και ένιωσα σαν να με έβαλαν να γονατίσω στο χαλί από βελόνες από το ‘Θρύλο του Βασιλιά Αρθούρου’ με ένα βράχο στα γόνατά μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λυπάμαι πολύ, αλλά είχαμε κανονίσει να συναντηθούμε. Θα σταματήσουμε εδώ για σήμερα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα έκλινε απολογητικά το κεφάλι της καθώς τα κορίτσια εξέφραζαν τις αντιρρήσεις&lt;br /&gt;
τους με φωνές του τύπου ‘Όχι!’, ‘Θέλουμε να ακούσουμε κι άλλο τη σενπάι να&lt;br /&gt;
παίζει πιάνο’. Παρόλα αυτά, έφυγαν από το δωμάτιο μουσικής, μην τολμώντας να&lt;br /&gt;
αντιταχθούν στην απόφαση της Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Καθώς περνούσαν από δίπλα μου, κάποιες μου έριχναν φαρμακερά βλέμματα, κι άλλες πάλι εκτόξευαν χαμηλόφωνα μια ποικιλία θανάσιμων απειλών που ξεκινούσαν από ‘Έτσι και κάνεις τίποτα περίεργο στη Χάρουκα-σενπάι, θα σε μαχαιρώσω!», και έφταναν μέχρι ‘Να προσέχεις όταν περπατάς μόνος σου το βράδυ!’ ή και μέχρι πολύ ακραίες όπως ‘Έχε το νου σου για κανένα αδέσποτο σωλήνα με βιτριόλι!’&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Τι ήθελες να μου πεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αφού βεβαιώθηκα ότι οι Ερινύες, τα κορίτσια ήθελα να πω, είχαν όντως φύγει από το δωμάτιο (θα ήταν πολύ επικίνδυνα τα πράγματα αν δεν είχαν φύγει), μπήκα στο θέμα για το οποίο είχα έρθει ως εκεί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα χαμήλωσε το κεφάλι της και με ρώτησε ντροπαλά,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιούτο-σαν...Είσαι ελεύθερος αυτή την Κυριακή;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Την Κυριακή; Ναι, δεν έχω κανονίσει τίποτα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν και αναρωτιόμουν γιατί με ρώτησε κάτι τέτοιο η Χάρουκα, προφανώς δε μπορούσα να της πω ότι είχα να κάνω τη μπουγάδα της βλαμμένης της αδερφής μου τις Κυριακές (και γενικά τις δουλειές του νοικοκυριού). Εν τω μεταξύ, η Χάρουκα πήρε πολύ ευτυχισμένο ύφος μόλις άκουσε την απάντησή μου, και μετά μου έκανε ανήσυχα άλλη μια ερώτηση...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τ...Τότε, θα μπορούσες να βγεις μαζί μου;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Εκείνη τη στιγμή, το μυαλό μου άδειασε τελείως καθώς προσπαθούσα απεγνωσμένα να επεξεργαστώ το νόημα πίσω από τα λόγια της Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γκαχ...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτή η αναπάντεχη πρόταση είχε κυριολεκτικά βραχυκυκλώσει το μυαλό μου. Μη μου πεις πως αυτό ήταν...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ραντεβού;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα μόλις μου ζήτησε να βγούμε ραντεβού;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Όχι όχι όχι, δεν είναι αυτό, όχι ραντεβού...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα έγνεψε έντονα αρνητικά, κατακόκκινη σαν αστακός. Βλέποντας πόσο πεισματικά αρνιόταν ότι επρόκειτο για ραντεβού...ένιωσα ένα τσίμπημα απογοήτευσης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δεν είναι ραντεβού, απλώς ήθελα να αγοράσω κάτι και θα ήθελα να έρθεις μαζί μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μου εξήγησε η κατακόκκινη Χάρουκα. Αν και έχουμε εξαιρετικά καλές σχέσεις εδώ και ένα μήνα, δεν υπήρχε περίπτωση να μου ζητήσει το ‘Άστρο της Νύχτας’ να βγούμε ραντεβού. Αλλά...από την άλλη, οι περισσότεροι κάτι τέτοιο (να πάνε δυο άνθρωποι για ψώνια μαζί) δε θα το θεωρούσαν ραντεβού;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λοιπόν...Λοιπόν τι λες; Φυ...φυσικά αν δε θέλεις, δεν έχεις καμία υποχρέωση να...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όχι, εντάξει είμαι, θα έρθω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Απάντησα πιο γρήγορα κι από την ταχύτητα του φωτός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όποιος τολμούσε να αρνηθεί μια πρόσκληση από τη Χάρουκα θα του άξιζε να τον φάνε χίλιοι δαίμονες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αλήθεια;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ξαφνικά η Χάρουκα άστραψε από χαρά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Σε...σ’ευχαριστώ. Επειδή είναι η πρώτη φορά που θα πάω εκεί, δε θα ένιωθα καθόλου ασφαλής μόνη μου...Αναρωτιόμουν τι θα έκανα αν αρνιόσουν, Γιούτο-σαν.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Χμμ, για κάποιο λόγο θα δεχόμουν με μεγάλη μου χαρά. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι πετούσα στα σύννεφα από τη χαρά μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όταν λες για ψώνια, εννοείς...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όταν έκανα αυτή την κρίσιμη ερώτηση, μου απάντησε με ένα τόσο ωραίο χαμόγελο που θα έκανε κάθε έφηβο αγόρι στο δρόμο να ερωτευτεί το ‘Άστρο της Νύχτας’.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ναι, στην Ακιχαμπάρα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Εντάξει...Τα καταλάβαινα όλα τώρα. Αυτό είναι το μυστικό της Χάρουκα Νογκιζάκα. Ο παράξενος δεσμός που την ενώνει μαζί μου, η αναπάντεχη πλευρά του ‘Άστρου της Νύχτας’ που δε γνωρίζει κανείς εκτός από μένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πώς να το κάνουμε...η Χάρουκα Νογκιζάκα...είναι οτάκου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==&#039;&#039;&#039;2&#039;&#039;&#039;==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κι έτσι ήταν που αποφάσισα πώς θα περνούσα εκείνη την Κυριακή μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Για να είμαι ειλικρινής, δεν ήμουν και τόσο ενθουσιασμένος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Φυσικά, δεν ήταν ότι δεν ήθελα να περάσω την Κυριακή παρέα με τη Χάρουκα. Θα έπρεπε να πετάω από χαρά γι’αυτή της την πρόσκληση, μια που έτσι θα περνούσα την Κυριακή μόνος μου με το ‘Άστρο της Νύχτας’, κάτι που ήταν σαφώς καλύτερο από το να πλένω ρούχα στο σπίτι. Και η Χάρουκα είναι πανέμορφη, άρα θα έπρεπε να είμαι στον έβδομο ουρανό και μόνο που θα ήμουν μαζί της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο λόγος για την έλλειψη ενθουσιασμού μου ήταν ότι μέχρι σήμερα είχα μόνο κακές αναμνήσεις από την Ακιχαμπάρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Εκείνη η μέρα ήταν η τρίτη φορά στη ζωή μου που βρισκόμουν στην Ακιχαμπάρα. Οι δυο προηγούμενες φορές ήταν μάλλον οδυνηρές εμπειρίες, και λίγα λέω...βέβαια γι’αυτό δεν έφταιγε η Ακιχαμπάρα αλλά ο ηλίθιος που με κουβάλησε εκεί. Όμως οι τραυματικές αναμνήσεις που είχα από τις δυο πρώτες επισκέψεις μου στην Ακιχαμπάρα δεν ήταν δυνατό να φύγουν τόσο εύκολα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Την πρώτη φορά που είχα έρθει εδώ πήγαινα στην πρώτη δημοτικού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τότε είχα δεχτεί την πρόσκληση του Νομπουνάγκα, και άφησα την ασφάλεια του σπιτιού μου για να έρθω σ’αυτό τον πελώριο δρόμο με τη διάθεση να ζήσω την περιπέτεια. Όμως μόλις μια ώρα αργότερα, είχα μετανιώσει πικρά γι’αυτή μου την απόφαση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί χάθηκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ήμουν ολομόναχος μέσα στον πολύβουο, κατάμεστο από ανθρώπους δρόμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο λόγος γι’αυτό ήταν απλούστατα ότι ο τύπος που με είχε φέρει μέχρι εκεί ξέχασε εντελώς την ύπαρξή μου με το που έτρεξε να αγοράσει τα πράγματα που ήθελε. Είχαμε την ίδια ηλικία, όμως αυτός στην Ακιχαμπάρα ένιωθε σαν στο σπίτι του, ενώ εγώ από την άλλη έχασα τελείως τον προσανατολισμό μου μόλις βρέθηκα εκεί (κάτι που μου συμβαίνει αρκετά συχνά), κι έτσι δεν άργησα να χαθώ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κι αφού είχα χαθεί, προφανώς δε μπορούσα να βρω το δρόμο για το σταθμό του τραίνου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μετά από δυο ατέλειωτες ώρες κλαυθμού και οδυρμού, με περιμάζεψε ένας αστυνομικός και με βοήθησε να πάω σπίτι μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η δεύτερη φορά ήταν μετά από λίγα χρόνια, όταν πήγαινα στην έκτη δημοτικού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν και είχα ορκιστεί να μην ξαναπατήσω ποτέ στην Ακιχαμπάρα, για μια ακόμα φορά δέχτηκα την πρόσκληση του φίλου μου. Και για μια ακόμα φορά ο τύπος με παράτησε στα κρύα του λουτρού την ώρα που ψωνίζαμε. Εκείνες οι ώρες είναι μια πολύ σκοτεινή περίοδος της ζωής μου ακόμα και τώρα, παρόλο που εκείνη τη φορά κατάφερα να βρω μόνος μου το δρόμο για το σπίτι μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Και γι’αυτό ακόμα και τώρα έχω ένα αίσθημα φόβου και ανασφάλειας γι’αυτό το δρόμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχαμε συμφωνήσει να συναντηθούμε μπροστά στο σταθμό του τραίνου στην Ακιχαμπάρα. Επειδή ήταν Κυριακή, ο σταθμός ήταν πλημμυρισμένος από κόσμο. Α ναι, η Χάρουκα είχε πει ότι ήταν η πρώτη φορά που πήγαινε στην Ακιχαμπάρα. Ξαφνιάστηκα όταν το άκουσα, αλλά όταν το ξανασκέφτηκα, δεν ήταν και τόσο περίεργο. Στον ένα μήνα της γνωριμίας μας, γνώριζα ήδη καλά ότι η Χάρουκα ήταν μια όμορφη, έξυπνη, καλόκαρδη και ταλαντούχα κόρη πλούσιας και ισχυρής οικογένειας, πράγμα που σήμαινε ότι σαν οτάκου δεν είχε μεγάλη εμπειρία, αλλά μπορούσα να καταλάβω ότι οι δυνατότητες εξέλιξής της στον τομέα αυτό ήταν μεγαλύτερες κι από το Έβερεστ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όπως ήμουν χαμένος στις σκέψεις μου...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Περιμένεις πολλή ώρα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κατά φωνή, όσο εγώ ήμουν απορροφημένος από τις σκέψεις μου, η Χάρουκα είχε ήδη φτάσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Με συγχωρείς, προσπάθησα να είμαι στην ώρα μου...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όχι, δεν άργησες, εγώ ήρθα νωρίς.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αλήθεια έλεγα. Για να είμαι ακριβής, ανυπομονούσα τόσο να περάσω τη μέρα με τη Χάρουκα, που σηκώθηκα από τα άγρια χαράματα. Ήμουν ενθουσιασμένος σαν σχολιαρόπαιδο πριν την εκδρομή του σχολείου. Επειδή ντρεπόμουν λιγάκι γι’αυτό, δεν τόλμησα να το πω στη Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως ακόμα κι έτσι!!!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Μμ...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σήμερα ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα τη Χάρουκα με τα καθημερινά της ρούχα...Πώς να την περιγράψω; Είναι πραγματικά απίστευτα χαριτωμένη. Μια λευκή κορδέλα ήταν δεμένη γύρω από τα μεταξένια μακριά μαλλιά της, και φορούσε ένα λευκό φόρεμα δυτικού τύπου και μια κρεμ ζακετούλα, στ’αλήθεια ήταν η απόλυτη ενσάρκωση μιας κόρης πλούσιας και ισχυρής οικογένειας.  Τα ρούχα αυτά ενίσχυαν τη γοητεία της τουλάχιστον 2.5 φορές περισσότερο συγκριτικά με τις άλλες κόρες πλουσίων οικογενειών (προσωπική μου άποψη αυτό). Κάθε εκατοστό της ύπαρξής της ανέδινε αριστοκρατικότητα.......Αχ! δεν είχα λόγια για την περιγράψω, γι’αυτό ας πούμε απλώς πως ήταν αρκετά χαριτωμένη για να μαγέψει ολόκληρο το γαλαξία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι...Τι συμβαίνει; Θα με κάνεις να ντραπώ αν συνεχίσεις να με κοιτάς έτσι...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α, συγγνώμη.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ανίκανος να αντισταθώ, την κοιτούσα σαν χαμένος. Όμως ο τρόπος που η Χάρουκα ανασήκωσε τις γωνίες των ματιών της και με κοίταξε κοκκινίζοντας ήταν τόσο γλυκός...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όχι, δε μπορώ να συνεχίσω με τις φαντασιώσεις! Φοβάμαι πως θα πάθω καμιά εγκεφαλική βλάβη αν συνεχίσω έτσι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κούνησα βίαια το κεφάλι μου, αποδιώχνοντας όλες τις προηγούμενες σκέψεις μου. Η Χάρουκα από την άλλη, με κοίταξε ανήσυχα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Έχω τίποτα; Είναι η πρώτη φορά που φοράω αυτό το φόρεμα...Μήπως είναι άσχημο;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όχι, και βέβαια όχι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Και βέβαια δεν συνέβαινε τίποτα τέτοιο, το φόρεμα ταίριαζε τέλεια στη Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα μπορεί να μην το είχε αντιληφθεί, αλλά απ’την ώρα που εμφανίστηκε, όλα&lt;br /&gt;
τα μάτια (ιδίως των αντρών) είχαν καρφωθεί πάνω της. Με κάθε ειλικρίνεια, όπου&lt;br /&gt;
κι αν πήγαινε η Χάρουκα, πάντα θα ήταν το κέντρο της προσοχής του κόσμου. Πάντα&lt;br /&gt;
ξεχώριζε, σαν ένας υπέροχος κύκνος μέσα σ’ένα κοπάδι από ασχημόπαπα (εμού&lt;br /&gt;
συμπεριλαμβανομένου).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Πάμε!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α,ναι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Ακούγοντας την πρότασή μου, η Χάρουκα χαμογέλασε ντροπαλά καθώς το φόρεμά της ανέμιζε ελαφρά στον άνεμο. Αυτή η απλή κίνηση έκανε τους πάντες γύρω της να αναστενάξουν με θαυμασμό, γιατί ήταν..........πολύ πολύ πολύ πολύ πολύ πολύ χαριτωμένη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τι τυχερός που είμαι που μπόρεσα να την δω έτσι! Φώναξα από μέσα μου καθώς ξεκινούσα μαζί με τη Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Νομίζω πως πρέπει να εξηγήσω το λόγο για την εξόρμησή μας στην Ακιχαμπάρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όχι, θέλω να πω, προφανώς ήρθαμε για να αγοράσουμε κάτι. Απλώς θα ήθελα να περιγράψω με περισσότερες λεπτομέρειες τι ήταν αυτό που θέλαμε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτή ήταν λίγο πολύ η συζήτηση που είχα με τη Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Να...θέλω να πάρω ένα ασημί Portable Toys Advance.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το ‘Portable Toys Advance’ που ανέφερε η Χάρουκα ήταν μια πολύ δημοφιλής φορητή παιχνιδομηχανή, που για συντομία συνήθως την αποκαλούσαν ‘ΡΤΑ’.  Από όσο ήξερα, το ασημί ΡΤΑ ήταν ένα εξαιρετικά σπάνιο μοντέλο περιορισμένης έκδοσης, κάτι που ακόμα κι ο Νομπουνάγκα θα ήθελε να αποκτήσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τότε καλύτερα να πάμε σε ένα κατάστημα παιχνιδιών, έτσι δεν είναι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Σωστά, νομίζω πως οποιοδήποτε κατάστημα παιχνιδιών ή ηλεκτρονικών θα πρέπει να το έχει. Δεν είμαι και πολύ σίγουρη δηλαδή, απλώς σου λέω τι έγραφε το περιοδικό.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δεν είναι και πολύ αξιόπιστη τελικά...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τότε πάμε να κοιτάξουμε στα καταστήματα ηλεκτρονικών, μια που σχεδόν όλα τα καταστήματα σ’αυτό το δρόμο είναι καταστήματα ηλεκτρονικών...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Εδώ που τα λέμε, πιο δύσκολο θα ήταν να βρούμε ένα κατάστημα σ’αυτό το δρόμο που να μην είναι κατάστημα ηλεκτρονικών.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λοιπόν ας ξεκινήσουμε από το κατάστημα ηλεκτρονικών σ’αυτή τη γωνία, εντάξει;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Και πήγα να μας οδηγήσω προς τη σωστή κατεύθυνση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α, περίμενε μια στιγμή.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η πρότασή μου απορρίφθηκε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...ξέρεις, έχω ετοιμάσει κάτι ειδικά για σήμερα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα ψαχούλεψε για λίγο στην τσάντα της και μετά έβγαλε από μέσα δυο&lt;br /&gt;
κομμάτια χαρτί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...Γιούτο-σαν, αυτό είναι το δικό σου, ελπίζω να σου φανεί χρήσιμο...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Τι είναι αυτό;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Οδηγός για ψώνια.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα χαμογέλασε περήφανα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αχά...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τι στο καλό ήταν αυτό;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αυτός είναι ένας οδηγός που έφτιαξα ειδικά για σήμερα. Έχω υπολογίσει ήδη τα μέρη που θα επισκεφτούμε, τη διαδρομή που θα ακολουθήσουμε, και την αναμενόμενη ώρα άφιξής μας σ’αυτό το χαρτί, οπότε είναι ένας γενικός χάρτης. Έφαγα τρεις ώρες για να φτιάξω αυτό τον οδηγό, χε χε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα γέλασε σεμνότυφα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ώστε ήταν χάρτης τελικά. Ήταν καλή ιδέα να σχεδιάσει από πριν το πρόγραμμά μας, αλλά αφού έριξα μια ματιά στις μπερδεμένες γραμμές που θύμιζαν έντονα πύθωνες που πάλευαν, δεν ήμουν και τόσο σίγουρος ότι θα μπορούσε αυτό το πράγμα να περάσει για χάρτης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Προσπάθησα να μη φανερώσω τις ανησυχίες μου καθώς ανασήκωσα τον οδηγό για να τον δω καλύτερα. Αν και είχα χάσει κάθε ελπίδα σε ό,τι αφορούσε το χάρτη, τα άλλα μέρη φαινόντουσαν σωστά φτιαγμένα, οπότε λογικά δε θα χανόμασταν με βάση τις πληροφορίες που ήταν γραμμένες εκεί. Εφόσον θα μπορούσαμε να φτάσουμε στον προορισμό μας χωρίς απρόοπτα, δε νομίζω να υπήρχε κανένα πρόβλημα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σύμφωνα με το πρόγραμμα του οδηγού, η Χάρουκα είχε βάλει την αγορά του ΡΤΑ (γύρω στις 5 το απόγευμα) σαν την τελευταία δραστηριότητα της ημέρας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιατί έβαλες το πιο σημαντικό πράγμα τελευταίο στο πρόγραμμα; Αν θέλεις στ’αλήθεια να το αγοράσεις, δεν πρέπει να το αναζητήσεις νωρίτερα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχα την εντύπωση ότι ο μέσος Ιάπωνας προσπαθούσε συνήθως να αποκτήσει το αντικείμενο που είχε βάλει στόχο το συντομότερο δυνατό. Ίσως όμως η Χάρουκα να είχε άλλους σκοπούς όταν το έβαλε τελευταίο στο πρόγραμμα, μπορεί να της αρέσει να αφήνει το καλύτερο για το τέλος;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Απαντώντας στην ερώτησή μου, η Χάρουκα μισόκλεισε παιχνιδιάρικα τα μάτια της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αν το πάρουμε στην αρχή της ημέρας, αυτό θα σήμαινε ότι το ταξίδι μας θα έχει τελειώσει. Και είναι κάτι που περίμενα με τόση λαχτάρα...θα είναι κρίμα να τελειώσει έτσι γρήγορα. Κι έπειτα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Κι έπειτα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Κι έπειτα...νομίζω πως είναι καλύτερα να αφήσουμε την πιο σημαντική δραστηριότητα για το τέλος της ημέρας.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Φαίνεται πως η Χάρουκα είναι απ’αυτούς που αφήνουν το καλύτερο μέρος για το τέλος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όπως και να είχε, η αγορά του ΡΤΑ ήταν ο κύριος στόχος της ημέρας. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως πριν απ’τον κύριο στόχο, φαινόταν πως είχαμε αρκετούς δευτερεύοντες στόχους να εκπληρώσουμε. Έτσι οι δυο μας αρχίσαμε τα ψώνια μας στην Ακιχαμπάρα ακολουθώντας το πρόγραμμα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτό το μέρος...είναι όπως πάντα γεμάτο κόσμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όπου και να γυρίζαμε, βλέπαμε πόστερ από άνιμε και βιντεοπαιχνίδια, ακόμα και μερικές διαφημίσεις σε φυσικό μέγεθος. Εδώ ήταν σαν να περνούσες σε άλλη διάσταση, σου έδινε την αίσθηση ενός τελείως διαφορετικού κόσμου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...Θα στρίψουμε αριστερά σ’αυτή τη διασταύρωση, θα προχωρήσουμε ευθεία για λίγο, και μετά θα στρίψουμε δεξιά...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα κοιτούσε το χάρτη καθώς με οδηγούσε μέσα απ’αυτό τον περίεργο καινούριο&lt;br /&gt;
κόσμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
...Μα πώς τον διαβάζει αυτό το χάρτη; Εμένα αυτός ο χάρτης μου θύμιζε όλο και περισσότερο χέλια με στομάχια μπλεγμένα μεταξύ τους, και ασφαλώς χρειαζόταν κάποιου είδους ταλέντο για να μπορέσει κανείς να σχεδιάσει κάτι τέτοιο. Ωστόσο, χρειαζόταν ακόμα μεγαλύτερο ταλέντο για να μπορέσει κανείς να αποκρυπτογραφήσει αυτό το χάρτη...Αν και εγώ προσωπικά δε θα ήθελα ποτέ να έχω ένα τέτοιο ταλέντο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Και αφού στρίψουμε δεξιά εδώ, πρέπει να δούμε ένα άσπρο κτίριο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Χάρη στη Χάρουκα, δε χαθήκαμε και φτάσαμε με ασφάλεια σε καθένα από τους προορισμούς μας, εκπληρώνοντας σύντομα όλους τους δευτερεύοντες στόχους μας (ψώνια σε μαγαζιά άνιμε, αγορά ειδών οτάκου κλπ.). Τώρα πηγαίναμε για τον τέταρτο στόχο μας – ένα βιβλιοπωλείο άνιμε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Καθώς διασχίζαμε τον τεράστιο δρόμο, πέσαμε πάνω σε πολλές μικρές ομάδες ανθρώπων. Υπήρχαν κάπου τριάντα σαράντα άνθρωποι που σχημάτιζαν ουρές έξω από κάποια μαγαζιά. Ίσως να συμμετείχαν σε κάποια εκδήλωση; Μια τόσο ζεστή μέρα, χαρά στο κουράγιο τους. Θα ήθελα να τους κρατήσω τη θέση στην ουρά να πάρουν μια ανάσα για λίγο. Αλλά βέβαια, αυτό δεν ήταν δυνατό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Καθώς τους κοίταζα,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αχ! Αυτό είναι!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα, που στεκόταν δίπλα μου, ξαφνικά έφυγε τρέχοντας. Αχ, όχι πάλι! Στόχος της&lt;br /&gt;
ήταν ακόμα ένα κατάστημα, και μπορούσα μόνο να κοιτάζω σιωπηλά την&lt;br /&gt;
ενθουσιασμένη της σιλουέτα που έτρεχε ολοταχώς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ήταν ήδη η τρίτη φορά που συνέβαινε αυτό, οπότε δεν με ξάφνιαζε πλέον.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αργά αργά κατευθύνθηκα προς τα κει που είχε πάει η Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα είχε κολλήσει ολόκληρη πάνω στη βιτρίνα του μαγαζιού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι όμορφη...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η ματιά της ήταν καρφωμένη σε μια φιγούρα ενός κοκκινομάλικου κοριτσιού που έπαιζε πιάνο (η τιμή του ήταν πανάκριβη, εικοσιπέντε χιλιάδες γεν.......) Το ύφος της ήταν σαν ενός νεαρού που περνάει κάθε μέρα από το οργανοπωλείο για να χαζέψει την αγαπημένη του τρομπέτα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα ορμούσε σαν ταύρος μπροστά στο κόκκινο πανί κάθε φορά που έβλεπε κάτι&lt;br /&gt;
που της άρεσε, αγνοώντας οτιδήποτε συνέβαινε γύρω της. Ακόμα και μένα δίπλα της&lt;br /&gt;
με ξεχνούσε εντελώς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γι’αυτό και αρκετές φορές ήδη είχα βρεθεί σε μια άβολη κατάσταση κατά την οποία κουβαλούσα κάμποσες τσάντες πράγματα αλλά με είχε εγκαταλείψει η συνοδός μου, κάτι που μου έδινε μια αίσθηση κενού και μοναξιάς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί είμαι εδώ; Άρχισα να αναρωτιέμαι το λόγο της ύπαρξής μου εδώ...Όμως όσο περνούσε η ώρα, σιγά σιγά συμφιλιώθηκα μ’αυτό το αίσθημα κενού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δεν είναι ένα είδος ευτυχίας που μπορώ να δω κάτι τόσο χαριτωμένο;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ωστόσο, δε με πείραζε και τόσο η εγκατάλειψή μου από τη Χάρουκα τώρα που έβλεπα πόσο ευτυχισμένη ήταν, κάτι που σίγουρα δε θα έβλεπα ποτέ στο σχολείο. Γιατί και μόνο που έβλεπα ένα τόσο αθώο και χαρούμενο ‘Άστρο της Νύχτας’ ήταν η καλύτερη ανταμοιβή για μένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μετά από ένα τέταρτο, η Χάρουκα ακόμα δεν έδειχνε διατεθειμένη να ξεκολλήσει από τη βιτρίνα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Εμμ...αν σου αρέσει τόσο, γιατί δεν το αγοράζεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν συνεχιστεί αυτό, θα παρεμποδίσουμε τη λειτουργία του καταστήματος. Όμως όταν έκανα αυτή την πρόταση στη Χάρουκα, μου απάντησε με θλιμμένο ύφος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Υπάρχουν τόσα που θέλω να αγοράσω, αλλά...δεν έχω αρκετά χρήματα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χρήματα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ποιος θα το περίμενε ότι η κόρη μιας οικογένειας πιο πλούσιας κι απ’τον αυτοκράτορα θα έλεγε ποτέ κάτι τέτοιο. Κρίνοντας από τον τρόπο ζωής τους, το χαρτζηλίκι της Χάρουκα πρέπει να ήταν τουλάχιστον ένα εκατομμύριο γεν το μήνα, και το δώρο της για την Πρωτοχρονιά τουλάχιστον πέντε εκατομμύρια γεν, σωστά;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όταν τη ρώτησα σχετικά,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ό...όχι, κάθε άλλο!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα κούνησε έντονα αρνητικά το κεφάλι της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Το χαρτζηλίκι μου είναι πολύ μικρό...Με μεγάλη δυσκολία καταφέρνω να βάζω στην άκρη λίγα χρήματα κάθε μήνα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δηλαδή πόσα σου δίνουν το μήνα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ήθελα να μάθω περισσότερα, για να ξέρω για άλλη φορά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Να...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το ποσό που βγήκε από τα χείλη της Χάρουκα παραδόξως δεν διέφερε και πολύ από το δικό μου χαρτζηλίκι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αυτό κι αν είναι έκπληξη...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχα πραγματικά εκπλαγεί. Η μεγαλύτερη κόρη της πλούσιας και ισχυρής οικογένειας Νογκιζάκα να παίρνει περίπου το ίδιο χαρτζηλίκι με το γιο της μικροαστικής οικογένειας Αγιάσε, που δεν ήξερε ούτε το γενεαλογικό της δέντρο πέρα από λίγες γενιές, αυτό ήταν κάτι που θα ξάφνιαζε τον καθένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ο πατέρας μου είναι πολύ αυστηρός...Για σήμερα μόνο, έβγαλα μέχρι και το μονάκριβο χαρτονόμισμά μου των δέκα χιλιάδων γεν από το κουτί με τις οικονομίες μου...ακόμα και το γουρουνάκι μου πήγε να συναντήσει τον Κύριο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γουρουνάκι...Τον κουμπαρά της εννοούσε;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γι’αυτό δεν μπορώ να ξοδέψω τα χρήματά μου ασυλλόγιστα...Δεν πειράζει, χαίρομαι και μόνο που το κοιτάζω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα γέλασε χαρούμενα. Στ’αλήθεια καταφέρνει πάντα να κερδίζει τη στοργή των άλλων και μόνο μ’αυτό. Χάρουκα, σου υπόσχομαι να σ’αφήσω να κοιτάξεις τη βιτρίνα όσο θες (τουλάχιστον μέχρι να έρθουν οι υπάλληλοι να μας διώξουν)!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Και έτσι, μείναμε για άλλα δέκα λεπτά περίπου μπροστά στη βιτρίνα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Σ’ευχαριστώ που με άφησες να ζήσω μια τόσο υπέροχη εμπειρία.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Επιτέλους η Χάρουκα ικανοποιήθηκε. Όμως, πάνω που ετοιμαζόμασταν να ξεκινήσουμε για τον επόμενο προορισμό μας...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αχ!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πάλι κάτι τράβηξε την προσοχή της Χάρουκα, και όρμησε στο πλάι του κεντρικού δρόμου για τέταρτη φορά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτή τη φορά, ο στόχος της ήταν ένα κατάστημα που πουλούσε είδη άνιμε. Ωστόσο δεν μπήκε στο κατάστημα, αλλά πήγε γραμμή σε κάτι ορθογώνια αντικείμενα που ήταν παραταγμένα απέξω. Α! Ήταν αυτόματοι πωλητές που έβγαζαν κάψουλες, σωστά; Πόσες αναμνήσεις, θυμάμαι που πήγαινα όλη την ώρα σε τέτοια μηχανήματα όταν ήμουν στο δημοτικό. Οι κάψουλες περιείχαν πλαστικές φιγούρες με ήρωες άνιμε και ορισμένους μπρατσωμένους υπερήρωες που αγαπούσα, και αν έψαχνα τα παλιά μου πράγματα, σίγουρα θα ξέθαβα αρκετές τέτοιες φιγούρες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αυτά είναι που έλεγες, έτσι δεν είναι; Αν βάλεις ένα κέρμα θα βγει μια κάψουλα...Α! Αυτή δεν είναι η ‘Αδέξια Άκι-τσαν’;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
...Κάπου το είχα ξανακούσει αυτό το όνομα. Το ορθογώνιο κουτί που έδειχνε η Χάρουκα με το δάχτυλό της είχε τη φωτογραφία της φιγούρας ενός γνώριμου κοριτσιού με μπλε μαλλιά που έπαιζε πιάνο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αυτό είναι...πολύ χαριτωμένο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα είχε μια παιδιάστικη έκφραση στα μάτια της. Αισθάνθηκα ότι τα ενδιαφέροντά της μου ήταν όλο και πιο οικεία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιατί δεν το δοκιμάζεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτό ήταν διαφορετικό από αυτό που κοιτούσε μόλις πριν από λίγο, γι’αυτό δε φανταζόμουν να ήταν πρόβλημα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ; Να το δοκιμάσω; Εννοείς να δοκιμάσω αυτό το μηχάνημα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ακριβώς.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...Αλλά...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Την ενθάρρυνα να δοκιμάσει το μηχάνημα, αλλά για κάποιο λόγο που δεν καταλάβαινα, η Χάρουκα δίσταζε πολύ να δεχτεί την πρότασή μου. Α! Λες να μην την ενδιαφέρουν αυτά τα πράγματα;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Απαντώντας στην ερώτησή μου, η Χάρουκα είπε με σιγανή φωνή,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Εμμ...Για να σου πω την αλήθεια, είναι η πρώτη φορά που δοκιμάζω κάτι τέτοιο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Η πρώτη σου φορά;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η πρώτη φορά που έπαιζε με μηχάνημα για κάψουλες;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ναι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα έγνεψε ντροπαλά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Σήμερα είναι η πρώτη φορά που είδα κάτι τέτοιο, και επίσης η πρώτη μου επαφή μαζί του. Χμμ...Πώς να το πω...Αυτή πρέπει να είναι η πρώτη μου εμπειρία, σωστά; Γι’αυτό ανησυχώ λίγο...θα τα καταφέρω άραγε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η λέξη που χρησιμοποίησε δεν ήταν και τόσο λάθος, ωστόσο θα προτιμούσα να σταματήσει να μιλάει για την πρώτη της εμπειρία μεσημεριάτικα με τόσο κόσμο τριγύρω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τ...τι νομίζεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...μάλλον έχεις δίκιο. Πάντως δεν είναι και τίποτα δύσκολο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Απλώς ρίχνεις το κέρμα και γυρίζεις το χερούλι να βγει η κάψουλα. Ακόμα και παιδάκια του νηπιαγωγείου μπορούν να το κάνουν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λες, ε; Τότε να κάνω μια προσπάθεια.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα φάνηκε επιτέλους να το παίρνει απόφαση. Έβγαλε το πορτοφόλι της από την τσάντα της και πλησίασε το μηχάνημα με δέος ανάλογο με ενός μεσόκοπου, άσχετου με την τεχνολογία υπαλλήλου όταν αντικρίζει τον τελευταίο μοντέλο υπολογιστή της εταιρείας πάνω στο γραφείο του. Μάλλον θα χρειαστεί να την παρακολουθώ διακριτικά για λίγο...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α...αχ; Αχ; Περίεργο...τι συμβαίνει;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ξαφνικά, η Χάρουκα πήρε μπερδεμένο ύφος. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι τρέχει;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιούτο-σαν...Είναι χαλασμένο το μηχάνημα; Δεν μπορώ να βάλω χρήματα μέσα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δε φαίνεται χαλασμένο...Άσε με να ρίξω μια ματιά.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πλησίασα για να δω καλύτερα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μόνο όταν πλησίασα είδα ότι η Χάρουκα προσπαθούσε να χώσει ένα χαρτονόμισμα των δέκα χιλιάδων γεν στο άνοιγμα για κέρματα. Χάρουκα, ξεφτέρι μου, δε θα μπορούσες ποτέ να χώσεις ένα χαρτονόμισμα σε άνοιγμα για κέρματα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«;;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Χάρουκα, δε μπορείς να χρησιμοποιήσεις χαρτονομίσματα σ’αυτά τα μηχανήματα, δέχονται μόνο κέρματα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α ναι; Αλήθεια;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Ναι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σε ικετεύω, μην κάνεις τέτοιες ερωτήσεις σαν να μην τρέχει τίποτα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Κατάλαβα, δέχονται μόνο κέρματα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα άνοιξε για άλλη μια φορά το πορτοφόλι της, μόνο και μόνο για να κατσουφιάσει, σαν να έχει το αγαπημένο της φαγητό μπροστά της και να μην μπορεί να το φάει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Δεν έχω κέρματα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Θα σου δανείσω εγώ!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν συνεχίσουμε έτσι, ένας Θεός ξέρει πότε η Χάρουκα θα γυρίσει επιτέλους το χερούλι του μηχανήματος, γι’αυτό της έκανα αυτή την πρόταση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Συγγνώμη για την αναστάτωση.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έβαλα ένα χαρτονόμισμα των χιλίων γεν στο μηχάνημα ανταλλαγής κερμάτων και πήρα σε αντάλλαγμα δέκα κέρματα των εκατό γεν. Καθώς κοίταζα τη μετατροπή του χαρτονομίσματός μου σε κέρματα, είχα την αίσθηση ότι τα χρήματά μου είχαν χαθεί, μια που, στο τέλος τέλος, είμαι ένας συνηθισμένος τσιγκούνης κάτοικος μεγαλούπολης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έλα, πάρτα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ε...Ευχαριστώ.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα πήρε νευρικά ένα κέρμα των εκατό γεν από το χέρι μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Και κάπως έτσι η Χάρουκα ξεκίνησε την πρώτη της εμπειρία με τα μηχανήματα για κάψουλες...Αν και...εγώ είχα ένα προαίσθημα ότι αυτή η πρώτη εμπειρία θα ήταν μάλλον επικίνδυνη γι’αυτήν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Φοβόμουν πως θα εθιστεί στο μηχάνημα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Από προηγούμενες εμπειρίες, ήξερα ότι οποιοσδήποτε χρησιμοποιούσε μηχανήματα για κάψουλες, ήταν εξαιρετικά δύσκολο να σταματήσει από τη στιγμή που είχε διαλέξει ένα στόχο. Αν δεν αποκτούσε το αντικείμενο που είχε βάλει στο μάτι, ο χρήστης του μηχανήματος συχνά δεν κατάφερνε να σταματήσει να παίζει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν ο χρήστης είναι παιδί του δημοτικού, τα πράγματα δεν είναι και τόσο άσχημα, γιατί όσο και να θέλει να συνεχίσει να παίζει, θα αναγκαστεί να σταματήσει όταν του τελειώσουν τα χρήματα. Με άλλα λόγια, τα πορτοφόλια των παιδιών του δημοτικού είναι από μόνα τους περιορισμός. Αν τη στιγμή που ξεμείνει από κέρματα, κάποιος δίπλα στο παιδάκι του δημοτικού κατά σύμπτωση πετύχει τη φιγούρα που ήθελε, το παιδί κατά πάσα πιθανότατα θα βάλει τα κλάματα εκεί επιτόπου. Όμως, αφού περάσει αμέτρητες παρόμοιες δοκιμασίες και βάσανα, το παιδί του δημοτικού τελικά θα μεγαλώσει και θα ωριμάσει...Αλλά για στάσου, νομίζω πως έφυγα απ’το θέμα μας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τέλος πάντων, αυτό που θέλω να πω είναι ότι, αν αυτός που παίζει είναι ένας μαθητής λυκείου με σημαντικά μεγαλύτερο πορτοφόλι, πώς θα εξελιχτεί η κατάσταση;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Και μόνο που σκέφτηκα την πιθανή κατάληξη με έπιασε πονοκέφαλος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν και ευχόμουν με όλη μου την ψυχή να έκανα λάθος στις προβλέψεις μου, η πραγματικότητα είναι ανελέητη...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όπως το περίμενα, για να πετύχει η Χάρουκα το αντικείμενο-στόχο της (την ‘Αδέξια Άκι-τσαν’ που έπαιζε πιάνο), έστειλε τέσσερις Νατσούμε Σοσέκι (χαρτονομίσματα των χιλίων γεν) να συναντήσουν τον Κύριο, ενώ οι άδειες κάψουλες κυλούσαν στο έδαφος γύρω μας σαν βότσαλα στην όχθη ενός ποταμού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==&#039;&#039;&#039;3&#039;&#039;&#039;==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και μετά ήταν ώρα για μεσημεριανό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σύμφωνα με το πρόγραμμά μας, το μέρος όπου θα τρώγαμε μεσημεριανό ήταν ένα εστιατόριο που λεγόταν ‘Calotte-culotte’.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι είδους εστιατόριο είναι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μπορεί να ήταν οικογενειακό εστιατόριο, αλλά ήταν αδύνατο καταλάβω περισσότερα από το όνομά του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα μου χάρισε ένα μυστηριώδες χαμόγελο, σαν να περίμενε εδώ και πολλή ώρα αυτή την ερώτηση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Είναι ένα καφέ για το οποίο διάβασα σε ένα περιοδικό, ένα μέρος στο οποίο ήθελα να έρθω εδώ και πολύ καιρό. Αυτή είναι η δεύτερη πιο σημαντική δραστηριότητα της μέρας, γι’αυτό να την περιμένεις με ανυπομονησία!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η δεύτερη πιο σημαντική δραστηριότητα της μέρας; Χμμ, τώρα που το ξανακοίταζα, υπήρχε ένα μικρό σύμβολο σε σχήμα λουλουδιού δίπλα στο όνομα του καφέ, που δεν είχα προσέξει πριν (ή είχα υποσυνείδητα διαγράψει από το οπτικό μου πεδίο). Κι ακόμα, ένα ‘τέρας’ ήταν σχεδιασμένο δίπλα στο μεγάλο κατάστημα ηλεκτρονικών που ήταν ο αντικειμενικός σκοπός του ταξιδιού μας. Αυτό το ‘τέρας’ είχε μια γενειάδα μυτερή σαν βελόνα, κοφτερά νύχια και κατακόκκινα μάτια...Μάλλον η Χάρουκα προσπάθησε να ζωγραφίσει μια γάτα, σωστά;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λαλαλα...♪»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα σιγοτραγουδούσε το σκοπό της ‘Προσευχής μιας Νεαρής Παρθένας’ καθώς προχωρούσε χοροπηδώντας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως εγώ δεν μπορούσα να χαλαρώσω. Με είχε κυριεύσει μια ακατανόητη δυσάρεστη αίσθηση, σαν την ξαφνική εμφάνιση σύννεφων βροχής, μαζί με αστραπόβροντα και κεραυνούς μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Φτάσαμε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η φωνή της Χάρουκα με επανέφερε στην πραγματικότητα. Φαίνεται πως είχαμε φτάσει στον προορισμό μας όσο εγώ ήμουν χαμένος στις σκέψεις μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δε φαίνεται να έχει πολύ κόσμο, τέλεια! Πάμε μέσα, Γιούτο-σαν!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η φωνή της Χάρουκα έμοιαζε εξαιρετικά χαρούμενη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σε τι είδους παράξενο (συγγνώμη για την αγένεια) μέρος με έφερε η Χάρουκα; Κοίταξα πάνω παλεύοντας με τις προκαταλήψεις μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Εε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ήταν μια εντελώς φυσιολογική καφετέρια!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το εξωτερικό της καφετέριας έδινε μια εντύπωση χαριτωμένης κομψότητας, του είδους που αρέσει στα κορίτσια. Κοιτώντας μέσα από τη τζαμαρία, και η εσωτερική διακόσμηση δεν ήταν πολύ φανταχτερή, ώστε να αποθαρρύνει πιθανούς υποψήφιους πελάτες. Αφού μπήκα μέσα, δεν βρήκα τίποτα ιδιαίτερα ασυνήθιστο ή απαράδεκτο. Η εσωτερική διακόσμηση ήταν βασισμένη στο λευκό, δίνοντας μια απλοϊκή αίσθηση στην καφετέρια. Αν και με ανησύχησε λίγο το γεγονός ότι οι περισσότεροι πελάτες ήταν άντρες, μια και όλα τα άλλα ήταν αποδεκτά, δεν έκατσα να το πολυσκεφτώ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Καθίσαμε σε ένα τραπέζι δίπλα στο παράθυρο και ανοίξαμε τους καταλόγους. Το μενού είχε...αρκετά ευφάνταστα πιάτα, αλλά...και πάλι, υποθέτω πως ήταν αρκετά φυσιολογικό!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Χμμ...μάλλον τσάμπα ανησύχησα. Η Χάρουκα μάλλον έβαλε αυτό το καφέ σαν δεύτερη πιο σημαντική δραστηριότητα επειδή ήταν χαριτωμένο. Ναι, αυτό πρέπει να ήταν, στο κάτω κάτω και η Χάρουκα ήταν ένα κορίτσι σαν όλα τα άλλα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πάνω που αναστέναζα με ανακούφιση και ετοιμαζόμουν να παραγγείλω, μια γυναικεία φωνή ακούστηκε πάνω απ’το κεφάλι μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Καλωσήρθατε, θα παραγγείλετε τώρα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Α, η σερβιτόρα ήρθε να πάρει παραγγελία. Ακόμα δεν είχα αποφασίσει ανάμεσα στην ‘Μακαρονάδα του απίστευτου βασιλείου’ και τη ‘Μηλόπιτα των εφτά νάνων’, ενώ και η Χάρουκα δυσκολευόταν να αποφασίσει τι θα πάρει. Καλύτερα λοιπόν να ζητήσω από τη σερβιτόρα να περιμένει λίγο!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ακούμπησα κάτω τον κατάλογο και σήκωσα το κεφάλι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ, με συγχωρείτε, αλλά θα θέλαμε λίγο ακόμα χρόνο να αποφασίσουμε, παρακαλώ...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δεν κατάφερα να τελειώσω τη φράση μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί αυτό που είδα έκανε όλες τις σωματικές λειτουργίες μου να σταματήσουν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ακόμα και το μυαλό μου σταμάτησε να δουλεύει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Τι συμβαίνει, κύριε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί μπροστά στα μάτια μου στεκόταν μια...πως να το πω...μια υπηρέτρια. Φορούσε μια ποδιά και μια ασορτί κορδέλα στα μαλλιά (έμοιαζε με κορδέλα, δεν ξέρω πως λέγεται στην πραγματικότητα) και επίσης είχε κάτι που έμοιαζε με αυτιά γάτας στο κεφάλι της. Μήπως είχα παραισθήσεις;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Η φίλη σας δεν έχει αποφασίσει τι θα παραγγείλει;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α, ναι. Μπορείτε να περιμένετε λίγο ακόμα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Εντάξει~~Με την ησυχία σας.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η υπηρέτρια με τα αυτιά γάτας και το δίσκο έγνεψε. Μια υπηρέτρια με αυτιά γάτας...Αν έπρεπε να την περιγράψω, θα έλεγα πως η εμφάνισή της ήταν πολύ εντυπωσιακή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τότε παρακαλώ φωνάξτε με όταν αποφασίσετε...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η υπηρέτρια με τα αυτιά γάτας χαμογέλασε ευγενικά και απομακρύνθηκε, με την ουρά της να κουνιέται δεξιά αριστερά από πίσω της. Για να βεβαιωθώ ότι δεν έκαναν πουλάκια τα μάτια μου, ρώτησα αμέσως τη Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χάρουκα...τι μέρος είναι αυτό;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Καφετέρια δεν είναι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το ξέρω αυτό...Όχι, θέλω να πω, από πότε οι υπηρέτριες με αυτιά γάτας είναι κάτι συνηθισμένο στις γιαπωνέζικες καφετέριες;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Οι στολές των σερβιτόρων εδώ είναι πολύ χαριτωμένες, όλοι έρχονται εδώ για  να δουν τις υπηρέτριες.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
...Για μια στιγμή, η Χάρουκα είπε ‘όλοι’;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έτρεξα έξω για να ξανακοιτάξω την ταμπέλα της καφετέριας, και συνειδητοποίησα ότι πράγματι έγραφε ‘Καφέ υπηρετριών Calotte-culotte’.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ώστε αυτό ήταν...πράγματι ήταν τέτοιο είδος καφετέριας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ξανακάθισα νιώθοντας ψυχολογικά εξουθενωμένος. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ένα καφέ υπηρετριών! Μια και η αλήθεια ήταν πλέον μπροστά στα μάτια μου, δε μπορούσα παρά να συμφωνήσω με την απόφαση του καταστήματος να ντύσει τις σερβιτόρες υπηρέτριες, αφού αυτό ήταν το κύριο χαρακτηριστικό του. Δε θα είχε και πολύ νόημα ένα καφέ υπηρετριών χωρίς υπηρέτριες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Επομένως το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να συμφιλιωθώ με την κατάσταση. Όχι πως δεν είχα αναστατωθεί, αλλά αν επέτρεπα στον εαυτό μου να αναστατωθεί υπερβολικά δε θα μπορούσαμε να φάμε μεσημεριανό. Όμως...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Έι, γιατί φοράνε όλες τους αυτιά γάτας;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτή ήταν η μεγαλύτερη απορία μου. Και τώρα που τις κοίταζα προσεκτικότερα, μερικές από τις υπηρέτριες είχαν μέχρι και ουρές...Από εντελώς θεωρητική άποψη, σε τι τους χρησίμευε ένα τέτοιο αξεσουάρ;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δεν είναι επειδή είναι πολύ χαριτωμένα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η απάντηση της Χάρουκα ήταν λακωνική και γλυκιά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Η στολή της υπηρέτριας από μόνη της είναι ήδη πολύ χαριτωμένη, αλλά προσθέτοντας και ένα ζευγάρι αυτιά γάτας η γοητεία αυξάνεται ακόμα περισσότερο. Αυτό είναι ένα τέλειο παράδειγμα όπου ένα κι ένα δεν κάνει δύο, αλλά τρία, ίσως και τέσσερα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα χαμογέλασε. Συμφωνούσα με τη λογική της, αλλά...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι χαριτωμένες που είναι...Θέλω κι εγώ να δοκιμάσω μια στολή υπηρέτριας. Νομίζω πως θα δανειστώ μια από τη Χαζούκι καμιά φορά...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα κοιτούσε τις υπηρέτριες με ονειροπόλο ύφος. Χμμ...Τώρα που το φαντάζομαι...πώς θα ήταν άραγε η Χάρουκα με μια στολή υπηρέτριας. Η Χάρουκα με στολή υπηρέτριας και ένα ζευγάρι αυτιά γάτας να χαμογελάει λέγοντας ‘Κύριε♪’...Ωραίο ακούγεται.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
...Μα τι κάθομαι και σκέφτομαι τώρα!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δε μου αρέσει να σκέφτομαι τέτοια ανήθικα πράγματα. Για να διώξω αυτές τις ανόσιες σκέψεις από το μυαλό μου, στριφογύρισα έντονα στην καρέκλα μου και κοίταξα με την άκρη του ματιού μου τη Χάρουκα, που κοιτούσε ακόμα τις υπηρέτριες με ονειροπόλο ύφος. Ξαφνικά, η Χάρουκα χτύπησε την παλάμη της με τη γροθιά του άλλου χεριού της, σαν να θυμήθηκε ξαφνικά κάτι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιούτο-σαν...έχω μια καλή ιδέα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Τι καλή ιδέα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δε νομίζω πως θα ήταν κάτι καλό για μένα, γι’αυτό φοβόμουν λιγάκι την απάντηση της Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Θέλω να τους ζητήσω να μ’αφήσουν να τις βγάλω φωτογραφία.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Εε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Είναι μια τόσο σπάνια ευκαιρία να βρίσκομαι εδώ, γι’αυτό θέλω να βγάλω μια φωτογραφία με τις υπηρέτριες.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Περίμενε ένα λεπτό...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πριν προλάβω να τη σταματήσω η Χάρουκα σηκώθηκε με μια ψηφιακή κάμερα που είχε εμφανιστεί από το πουθενά στο χέρι της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Με συγχωρείτε, αλλά...θα μπορούσα να βγω μια φωτογραφία μαζί σας;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα φώναξε μια υπηρέτρια και έκανε την ερώτησή της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λυπάμαι πολύ, αλλά δεν επιτρέπεται η φωτογράφηση σ’αυτή την καφετέρια...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η υπηρέτρια με τα αυτιά γάτας απέρριψε ευγενικά το αίτημα της Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ; Ώστε έτσι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ναι, λυπάμαι πολύ...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η υπηρέτρια υποκλίθηκε απολογητικά. Καλύτερα έτσι, αν και σκέφτηκα πως δεν ήταν και τόσο ευχάριστο για τη Χάρουκα, αλλά τουλάχιστον δε θα υποχρεωθώ να γίνω ρεζίλι βγαίνοντας φωτογραφία σε ένα τέτοιου είδους καφέ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως, μάλλον βιάστηκα πολύ να χαλαρώσω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Στ’αλήθεια...δε γίνεται; Και ήθελα τόσο μα τόσο πολύ να βγάλω μια φωτογραφία με τις υπηρέτριες με αυτιά γάτας...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα θύμιζε εγκαταλελειμμένο γατάκι. Μάλλον η υπηρέτρια με τα αυτιά γάτας δεν άντεξε να βλέπει έναν πελάτη να έχει πέσει σε τέτοια κατάθλιψη, γιατί αφού σκέφτηκε λίγο είπε στη Χάρουκα, ‘Χμμ, παρακαλώ περιμένετε λίγο, ίσως υπάρχει τρόπος,’ και μετά έτρεξε προς το χώρο του προσωπικού της καφετέριας. Ευχόμουν με όλη μου την ψυχή να ξαναγυρίσει άπρακτη...αλλά πριν προλάβω να κάνω τίποτα, η υπηρέτρια με τα αυτιά γάτας ξαναγύρισε τρέχοντας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Κύριε, δεσποινίς, ελάτε μαζί μου παρακαλώ.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«;;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ξέρετε, είπα στον διευθυντή το αίτημά σας, και σας επιτρέπει να βγάλετε φωτογραφίες. Αν δεν έχετε πρόβλημα, μπορώ εγώ να βγω φωτογραφία μαζί σας. Αλλά για να μην ενοχλήσουμε τους άλλους πελάτες, θα πρέπει να πάμε στο χώρο του προσωπικού για να βγάλουμε τις φωτογραφίες...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αλήθεια; Και βέβαια δεν υπάρχει πρόβλημα. Σας ευχαριστώ πολύ.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα έγνεψε με ευγνωμοσύνη χαμογελώντας χαρούμενα, κάνοντας την υπηρέτρια με αυτιά γάτας να κοκκινίσει από ντροπή. Κατά τα φαινόμενα, το αγγελικό χαμόγελο της Χάρουκα (ακατανίκητο όπλο) ήταν αποτελεσματικό και για τα δύο φύλα. Χμμ...ίσως να είχε προστεθεί μια ακόμα γυναίκα στο φαν κλαμπ της, που αποτελούνταν κυρίως από άντρες. (Παρεμπιπτόντως, η αναλογία αντρών:γυναικών του φαν κλαμπ της Χάρουκα Νογκιζάκα στο Λύκειο Χακούτζου είναι 5:1).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όπως και να είχε, εκείνη τη μέρα, το ‘Άστρο της Νύχτας’, η υπηρέτρια με τα αυτιά γάτας κι εγώ ποζάραμε για το φακό της κάμερας (το δικό μου πρόσωπο είχε μια περίεργη γκριμάτσα), και αποκτήσαμε μια φωτογραφία που θα περνούσε και στις επερχόμενες γενιές, μόνο που δε θα το μάθαιναν γιατί ήταν πολύ ντροπιαστική για να μιλήσουμε σε κανέναν γι’αυτή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κάτω από το χαμόγελο της υπηρέτριας με τα αυτιά γάτας, άφησα το καφέ υπηρετριών εξαντλημένος. Όμως σχεδόν αμέσως, η Χάρουκα είδε πάλι κάτι που της άρεσε, και έτρεξε για την πέμπτη έκτακτη αποστολή της για εκείνη τη μέρα. Μπορούσα μόνο να καθίσω στο βρώμικο παγκάκι μπροστά στο μαγαζί, κοιτώντας με αδειανό βλέμμα τη Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α! Εσύ είσαι, Γιούτο;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μια φωνή που δε θα έπρεπε λογικά να ακούσω εδώ έφτασε ως εμένα μέσα από το πλήθος. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έκανα πως δε γνώριζα αυτό το άτομο και γύρισα από την άλλη. Όμως αυτός ο τύπος πάντα του ήταν ξεροκέφαλος και ποτέ δεν τα παρατούσε εύκολα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έι, Γιούτο...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιούτο;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α, ώστε με αγνοείς επίτηδες! Εντάξει λοιπόν, αν αυτή είναι η τακτική σου, έχω κι εγώ τη δική μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...ακούσατε, ακούσατε! Ο Αγιάσε Γιούτο, του Λυκείου Χακούτζου, Πρώτο έτος, Τάξη 1, όταν πήγαινε στο νηπιαγωγείο, μια φορά...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Εντάξει, εντάξει, Νομπουνάγκα, συγγνώμη.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Βλέποντας ότι παραδόθηκα άνευ όρων, ο παιδικός μου φίλος είπε με παιδιάστικο ύφος ‘Τώρα μάλιστα.’&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όμως...Νομπουνάγκα, τι κάνεις εσύ εδώ;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ε; Τι ερώτηση είναι αυτή; Εφόσον δεν έχω σχολείο, πάντα εδώ είμαι. Εσύ πρέπει να ξέρεις καλύτερα από όλους ότι εδώ είναι η Γη της Επαγγελίας για μένα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Σωστά, τώρα που το λες.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
...Υποθέτω πως έτσι είναι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Απλώς έτυχε να έχει μια εκδήλωση εδώ σήμερα! Όχι, για την ακρίβεια, έχει αρχίσει από χτες...Το περίεργο είναι που είσαι εσύ εδώ. Ποτέ δεν έρχεσαι μαζί μου όταν σε καλώ εδώ πέρα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δεν έρχομαι ακριβώς γιατί είναι αυτός που με προσκαλεί. Για μένα, ο συνδυασμός του εν λόγω ατόμου και αυτού του δρόμου είναι ο χειρότερος δυνατός. Ιδιαίτερα την Πρωτοχρονιά και τις γιορτές, όλοι εδώ μοιάζουν σαν να πηγαίνουν σε καμιά κηδεία ή τίποτα τέτοιο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως είχε δίκιο, δεν ήταν καμιά έκπληξη που ήταν αυτός εδώ, ήταν σαν να έβλεπες ένα ψάρι στη θάλασσα, ένα απόλυτα φυσιολογικό φαινόμενο. Γιατί πού αλλού θα ήταν ένας οτάκου αν όχι στην Ακιχαμπάρα;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το πρόβλημα ήταν, ότι είχα ξεχάσει ότι ήμουν για ψώνια μαζί με τη Χάρουκα. Ωχ, τώρα που θυμήθηκα γιατί ήμουν εγώ εδώ, πρέπει να σκεφτώ κάτι για να σώσω την κατάσταση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι συμβαίνει; Γιούτο, δε φαίνεσαι καλά.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έχω λίγο πονοκέφαλο...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Κακό αυτό, θες να σου δώσω ένα χάπι; Το μισό περιεχόμενο του χαπιού είναι η καλοσύνη μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πώς μπορεί να λέει κάτι τέτοιο σε κάποιον με πονοκέφαλο!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αλήθεια, Νομπουνάγκα, δεν έχεις κάτι να κάνεις; Μην ασχολείσαι μαζί μου, πήγαινε στη δουλειά σου!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δεν έχω να κάνω τίποτα. Η εκδήλωση τελείωσε, οπότε είμαι ελεύθερος.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Μα δε βαριέσαι να κάθεσαι εδώ μαζί μου; Μια Κυριακή έχεις, θα’πρεπε να ανοίξεις τα φτερά σου και να διασκεδάσεις όσο μπορείς!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιούτο, γιατί έχω την εντύπωση ότι προσπαθείς να με ξεφορτωθείς;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όχι, γιατί να κάνω κάτι τέτοιο...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πολύ άσχημη η κατάσταση. Πρέπει να κάνω αυτόν τον τύπο να εξαφανιστεί προτού γυρίσει η Χάρουκα αλλιώς θα μπλέξουμε άσχημα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...Όπως νομίζεις! Η εκδήλωση τέλειωσε και είμαι πτώμα, οπότε καλύτερα να πάω σπίτι να κοιμηθώ.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο νυσταγμένος Νομπουνάγκα άφησε ένα βαθύ χασμουρητό, σπάνιο πράγμα για κάποιον τόσο υγιή όσο αυτός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Επειδή η εκδήλωση άρχισε χτες, δεν έχω κλείσει μάτι από χτες. Ευτυχώς που όλα πήγαν καλά με τη διανομή, χαχαχα,»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Φαίνεται πως είναι πολύ κουρασμένος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λοιπόν, να πηγαίνω εγώ. Τα λέμε αύριο στο σχολείο, Γιούτο!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο Νομπουνάγκα ανέμισε τη χαρτοσακούλα στο δεξί του χέρι καθώς προχώραγε προς το σταθμό.&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Eirini kl</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Nogizaka_Haruka_no_Himitsu_(Greek):Volume1_Chapter2&amp;diff=102597</id>
		<title>Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek):Volume1 Chapter2</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Nogizaka_Haruka_no_Himitsu_(Greek):Volume1_Chapter2&amp;diff=102597"/>
		<updated>2011-06-26T20:50:28Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Eirini kl: /* 3 */&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;  &lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Κεφάλαιο 2&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
==&#039;&#039;&#039;0&#039;&#039;&#039;==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Ήταν μια καυτή Κυριακή του Μαΐου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στεκόμουν μπροστά από ένα κατάστημα που βρισκόταν στο μεγαλύτερο δρόμο μαγαζιών με ηλεκτρονικά στην Ιαπωνία. &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Κοιτώντας το παράξενο θέαμα μπροστά μου, δεν μπόρεσα να μην αφήσω ένα σιωπηλό αναστεναγμό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Γιατί δε βγήκε ακόμα; Τόση ώρα παίζω...» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα πανέμορφο κορίτσι μουρμούρισε με απογοήτευση στα μάτια της γέρνοντας το κεφαλάκι της στο πλάι. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αυτή η έκφραση δεν ήταν και τόσο παράδοξη, μια και το όμορφο κορίτσι είναι, κατά βάση, άνθρωπος (αν και αρκετοί θα διαφωνούσαν ως προς αυτό), και μοιάζει να βασανίζεται από ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα. Στην πραγματικότητα, το πράγμα δεν ήταν και τόσο περίπλοκο, απλώς...  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Απλώς, η ουσία του προβλήματος είναι.......το αντικείμενο που το όμορφο κορίτσι κρατούσε στο δεξί της χέρι, και το αντικείμενο μπροστά στα μάτια της. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πάλι δεν το πέτυχα...» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα ντελικάτα δάχτυλα κρατούσαν σφιχτά ένα σφαιρικό αντικείμενο κάπου 6 εκ. σε διάμετρο, που είχε βγει από ένα μηχάνημα με κερματοδέκτη. Αυτό και άλλα παρόμοια αντικείμενα έβγαιναν το ένα πίσω από το άλλο εδώ και αρκετή ώρα, από κάτι που ο απλός κόσμος αποκαλεί μηχάνημα με κάψουλες. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι παράξενο...» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κάθε φορά που τσέκαρε το παιχνίδι μέσα στην ωοειδή κάψουλα, η φωνή της Χάρουκα γινόταν όλο και πιο αδύναμη, αλλά παρόλα αυτά, το χέρι που γύριζε συνεχώς το χερούλι του μηχανήματος δεν εννοούσε να σταματήσει. Ποιος θα φανταζόταν ότι είχε τέτοια προδιάθεση για εθισμό στο τζόγο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Άλλη μια φορά...Σίγουρα θα το πετύχω την επόμενη φορά...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τέλος πάντων...Αυτό το πανέμορφο κορίτσι που έριχνε μανιωδώς κέρματα στον κερματοδέκτη του μηχανήματος με κάψουλες λες και εξαρτιόταν η ζωή της απ’αυτό προκαλούσε στους άλλους μια αφόρητη αίσθηση αντιφατικότητας. Όλοι όσοι περνούσαν δίπλα μας άθελά τους γύριζαν να κοιτάξουν το περίεργο θέαμα που παρουσιάζαμε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Χάρουκα...Αρκετά δεν έπαιξες;»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήδη υπήρχαν πάνω από δέκα κάψουλες που κυλούσαν στο έδαφος γύρω της, αλλά η Χάρουκα εξακολούθησε να κουνάει αρνητικά το κεφάλι της. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Μα η Άκι-τσαν που παίζει πιάνο δε βγήκε ακόμα...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με άλλα λόγια, δε θα φύγουμε από δω αν δε βγει η Άκι-τσαν που παίζει πιάνο; Αχ βρε Χάρουκα, μην πέφτεις στην παγίδα των ύπουλων εμπορικών τεχνασμάτων......  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κλανκ κλανκ, ακούστηκε πάλι ο μοχλός. Η Χάρουκα κοίταξε το αντικείμενο μέσα στην κάψουλα και συνοφρυώθηκε έντονα με πένθιμο ύφος.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πάλι δεν το πέτυχα...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν ήξερα πια τι να κάνω και κοιτούσα αβοήθητος τη Χάρουκα να ρίχνει το ένα κέρμα μετά το άλλο στο μηχάνημα, μόνο και μόνο για να αφήνει κάθε φορά ένα αναστεναγμό βαθύ σαν το Ρήγμα Μαριάνα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τι κάνω...Τι κάθομαι και κάνω εδώ!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ούτε εγώ ο ίδιος δεν καταλαβαίνω. Είχα μια τόσο σπάνια ευκαιρία να πάω για ψώνια με τη Χάρουκα, πώς έγινε και καταλήξαμε εδώ; Εκείνη τη στιγμή, ένιωσα μια ακατανίκητη ανάγκη να ξανασκεφτώ την απόφασή μου να ακολουθήσω το νέο δρόμο που ανοίχτηκε στη ζωή μου, που είχα πάρει πριν από ένα μήνα περίπου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πώς βρέθηκα εγώ σ’αυτή την κατάσταση;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θα πρέπει να αρχίσω...από τρεις μέρες πριν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==&#039;&#039;&#039;1&#039;&#039;&#039;==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όταν τέλειωσαν οι διακοπές της Χρυσής Εβδομάδας, όλοι στο σχολείο άρχισαν να ετοιμάζονται με φούρια για τις επερχόμενες εξετάσεις του τριμήνου. Μια μέρα, μετά το σχολείο, η καθηγήτρια μουσικής που ήταν και αναπληρώτρια υπεύθυνη καθηγήτριά μου, με είχε μισοϋποχρεώσει να κάνω το βοηθό της (για την ακρίβεια με έβαλε να καθαρίσω τις τουαλέτες του προσωπικού ολομόναχος). Όταν γύρισα στην τάξη, λαχανιασμένος από την κοπιαστική εργασία, βρήκα ένα σημείωμα στο συρτάρι του θρανίου μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αν έχεις χρόνο μετά το σχολείο, έλα στο δωμάτιο μουσικής, έχω κάτι να σου πω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πώς βρέθηκε αυτό το γράμμα στο συρτάρι μου; Ο γραφικός χαρακτήρας ήταν άψογος, δε θα μου έκανε καμία εντύπωση αν οποιοσδήποτε άλλος το περνούσε για ερωτικό ραβασάκι ή κάτι ανάλογο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχε μόνο ένα ελάττωμα αυτό το γράμμα. Ένα ζώο με μάτια δαίμονα (ήταν ζώο, σωστά;) ήταν ζωγραφισμένο δίπλα στις λέξεις. Αν ένα αθώο παιδί έβλεπε κατά τύχη αυτό το σχέδιο, η ψυχούλα του θα τραυματιζόταν ανεπανόρθωτα και θα καταλάβαινε για πρώτη φορά την απανθρωπιά του κόσμου έξω απ’το καταφύγιο του σπιτιού του. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μια ματιά μου έφτασε για να καταλάβω ποιος ήταν ο συγγραφέας του γράμματος. Μόνο ένα άτομο ήξερα που μπορούσε να φτιάχνει τέτοια σατανικά σκίτσα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έπρεπε να το περιμένω...η Χάρουκα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όπως το φαντάστηκα, η υπογραφή στο γράμμα ήταν ‘Νογκιζάκα Χάρουκα’.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είναι η συμμαθήτριά μου, η πολυτάλαντη κόρη πλούσιας και ισχυρής οικογένειας, αυτή που όλοι φωνάζουν το ‘Άστρο της Νύχτας’, το πιο διάσημο κορίτσι στο σχολείο με τριψήφιο νούμερο μελών στο φαν κλαμπ της. Μπορεί να υπάρχουν κάποιοι στο Λύκειο Χακούτζου που να μην ξέρουν το όνομα του λυκειάρχη τους, αλλά κανείς που δεν ξέρει το όνομα της Χάρουκα Νογκιζάκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί κάποιος τόσο διάσημος όσο αυτή, να καλέσει έναν κοινό θνητό σαν εμένα στο δωμάτιο μουσικής μετά το σχολείο; Επειδή ήξερα ένα μυστικό της...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κοιτάζοντας το ρολόι, είδα ότι ήταν σχεδόν πέντε το απόγευμα, κοντά μιάμισι ώρα μετά το τέλος των μαθημάτων. Αν και δεν είχα κανένα τρόπο να αποφύγω την αγγαρεία που μου φόρτωσαν, φοβόμουν πως η πριγκίπισσά μου μάλλον θα είχε ήδη πάει σπίτι αφού θα περίμενε μάταια τόση ώρα να έρθω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έτρεξα στο δωμάτιο μουσικής. Δεν ήταν ψυχή στους φωτισμένους από το ηλιοβασίλεμα διαδρόμους, και οι μόνοι ήχοι που ακούγονταν ήταν από τις αθλητικές λέσχες που έκαναν προπόνηση κάτω από τα παράθυρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν και ήταν ακόμα Μάιος, έκανε ήδη πολύ ζέστη, τόσο που ακόμα και ένα σύντομο τρέξιμο το απογευματάκι με έκανε να ιδρώνω. Έβγαλα μια πετσέτα από την τσάντα μου και σκούπισα το μέτωπό μου, αποφασίζοντας να πάρω ένα κουτάκι χυμό μάνγκο (περιορισμένη έκδοση ειδικά για το καλοκαίρι) από τους αυτόματους πωλητές αναψυκτικών. Πουφ, τι ζέστη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όταν έφτασα στην πόρτα του δωμάτιου μουσικής, μπορούσα να ακούσω ομιλίες εκτός από τον ήχο του πιάνου. Φαινόταν να είναι κόσμος μαζεμένος στο δωμάτιο μουσικής. Μη μου πεις ότι είναι κι άλλοι εδώ εκτός από τη Χάρουκα; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έσπρωξα τη χοντρή, μονωμένη πόρτα. Από την άλλη μεριά της πόρτας ήταν...ο απαγορευμένος κήπος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο πρώτος άνθρωπος που αντίκρυσα ήταν η Χάρουκα. Φυσικό ήταν, αφού αυτή ήταν που&lt;br /&gt;
με κάλεσε. Θα ήταν πρόβλημα αν δεν την έβλεπα εκεί. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως...γιατί υπήρχαν τόσα κορίτσια γύρω από τη Χάρουκα;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχαν περικυκλώσει τελείως τη Χάρουκα που έπαιζε πιάνο. Με μια πρώτη ματιά, υπήρχαν πάνω από δέκα κορίτσια από όλες τις τάξεις, από την πρώτη ως την τρίτη λυκείου. Λες να ζήλευαν τη δημοτικότητα του ‘Άστρου της Νύχτας’; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
...Μπα, αδύνατον, κανείς ποτέ δε ζηλεύει τη Χάρουκα. Κρίνοντας από τις εκφράσεις στα πρόσωπά τους καθώς κοίταζαν τα ντελικάτα δάχτυλα της Χάρουκα να χορεύουν πάνω στα πλήκτρα του πιάνου, προφανώς ξεχείλιζαν από θαυμασμό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έτσι έμενε μόνο μια απάντηση. Η Χάρουκα Νογκιζάκα, το ‘Άστρο της Νύχτας’, ήταν εξίσου δημοφιλής με τα κορίτσια όπως ήταν και με τα αγόρια. Με άλλα λόγια, στα μάτια των άλλων κοριτσιών, η Χάρουκα είχε απίστευτη επιρροή. Τόσο που απλώς παίζοντας πιάνο στο δωμάτιο μουσικής μάζευε κόσμο γύρω της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Στο τέλος του κομματιού, όλα τα κορίτσια χειροκρότησαν με ενθουσιασμό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χάρουκα-σενπάι, αυτό ήταν πολύ ωραίο κομμάτι, πως λέγεται;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αυτό ήταν το ‘Jeux d’eau’ (παιχνίδια του νερού), του Γάλλου συνθέτη Μωρίς Ραβέλ.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ουάου, μπορούσες να νιώσεις στ’αλήθεια το κυμάτισμα του νερού! Εγώ καταγοητεύτηκα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Πραγματικά μου έδωσε την αίσθηση ενός κελαρυστού ρυακιού.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τα κορίτσια αντάλλασσαν συνεπαρμένα τις απόψεις τους πάνω στο κομμάτι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Χμμ...Ώστε αυτός είναι ο κόσμος των κοριτσιών! Ένα λιβάδι με κρίνους ήταν το σκηνικό αυτού του κόσμου, που σε τραβούσε σαν μαγνήτης. Εκείνη τη στιγμή, τα κορίτσια ήταν απασχολημένα να θαυμάζουν τη Χάρουκα, κι αυτή ήταν απασχολημένη να απαντάει στις ερωτήσεις τους, κι έτσι κανείς δεν είχε προσέξει πως είχα μπει στο δωμάτιο...Κάτι που με έκανε να νιώθω παραγκωνισμένος και ασήμαντος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δεν είχα άλλη επιλογή από του να ανακοινώσω την παρουσία μου στο δωμάτιο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έι, Χάρουκα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Της έγνεψα από τη γωνιά του δωματίου. Όπως το περίμενα...τα λόγια μου άλλαξαν μεμιάς την ατμόσφαιρα στο δωμάτιο, αν και δεν ήταν αυτή η πρόθεσή μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Ποιος είναι αυτός;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Φώναξε τη Χάρουκα-σενπάι με το μικρό της, τι σχέσεις έχουν;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ο Αγιάσε είναι, από την τάξη 1...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πάνω από δέκα δολοφονικές ματιές καρφώθηκαν ταυτόχρονα πάνω μου. Μ...μήπως έκανα κάτι που δεν έπρεπε;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κρύος ιδρώτας με έλουσε, και άθελά μου έκανα ένα βήμα πίσω. Εκείνη τη στιγμή, η Χάρουκα πρόσεξε επιτέλους την παρουσία μου και μου χαμογέλασε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α, Γιούτο-σαν, ήρθες, συγγνώμη που σε έκανα να περιμένεις!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Η Χάρουκα-σενπάι τον φώναξε με το μικρό του...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Η Χάρουκα-σενπάι μοιάζει πολύ χαρούμενη...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ποιος νομίζει πως είναι για να κάνει κάτι τέτοιο!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Οι διαπεραστικές ματιές των κοριτσιών έγιναν ακόμα πιο κοφτερές, και ένιωσα σαν να με έβαλαν να γονατίσω στο χαλί από βελόνες από το ‘Θρύλο του Βασιλιά Αρθούρου’ με ένα βράχο στα γόνατά μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λυπάμαι πολύ, αλλά είχαμε κανονίσει να συναντηθούμε. Θα σταματήσουμε εδώ για σήμερα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα έκλινε απολογητικά το κεφάλι της καθώς τα κορίτσια εξέφραζαν τις αντιρρήσεις&lt;br /&gt;
τους με φωνές του τύπου ‘Όχι!’, ‘Θέλουμε να ακούσουμε κι άλλο τη σενπάι να&lt;br /&gt;
παίζει πιάνο’. Παρόλα αυτά, έφυγαν από το δωμάτιο μουσικής, μην τολμώντας να&lt;br /&gt;
αντιταχθούν στην απόφαση της Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Καθώς περνούσαν από δίπλα μου, κάποιες μου έριχναν φαρμακερά βλέμματα, κι άλλες πάλι εκτόξευαν χαμηλόφωνα μια ποικιλία θανάσιμων απειλών που ξεκινούσαν από ‘Έτσι και κάνεις τίποτα περίεργο στη Χάρουκα-σενπάι, θα σε μαχαιρώσω!», και έφταναν μέχρι ‘Να προσέχεις όταν περπατάς μόνος σου το βράδυ!’ ή και μέχρι πολύ ακραίες όπως ‘Έχε το νου σου για κανένα αδέσποτο σωλήνα με βιτριόλι!’&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Τι ήθελες να μου πεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αφού βεβαιώθηκα ότι οι Ερινύες, τα κορίτσια ήθελα να πω, είχαν όντως φύγει από το δωμάτιο (θα ήταν πολύ επικίνδυνα τα πράγματα αν δεν είχαν φύγει), μπήκα στο θέμα για το οποίο είχα έρθει ως εκεί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα χαμήλωσε το κεφάλι της και με ρώτησε ντροπαλά,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιούτο-σαν...Είσαι ελεύθερος αυτή την Κυριακή;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Την Κυριακή; Ναι, δεν έχω κανονίσει τίποτα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν και αναρωτιόμουν γιατί με ρώτησε κάτι τέτοιο η Χάρουκα, προφανώς δε μπορούσα να της πω ότι είχα να κάνω τη μπουγάδα της βλαμμένης της αδερφής μου τις Κυριακές (και γενικά τις δουλειές του νοικοκυριού). Εν τω μεταξύ, η Χάρουκα πήρε πολύ ευτυχισμένο ύφος μόλις άκουσε την απάντησή μου, και μετά μου έκανε ανήσυχα άλλη μια ερώτηση...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τ...Τότε, θα μπορούσες να βγεις μαζί μου;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Εκείνη τη στιγμή, το μυαλό μου άδειασε τελείως καθώς προσπαθούσα απεγνωσμένα να επεξεργαστώ το νόημα πίσω από τα λόγια της Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γκαχ...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτή η αναπάντεχη πρόταση είχε κυριολεκτικά βραχυκυκλώσει το μυαλό μου. Μη μου πεις πως αυτό ήταν...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ραντεβού;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα μόλις μου ζήτησε να βγούμε ραντεβού;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Όχι όχι όχι, δεν είναι αυτό, όχι ραντεβού...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα έγνεψε έντονα αρνητικά, κατακόκκινη σαν αστακός. Βλέποντας πόσο πεισματικά αρνιόταν ότι επρόκειτο για ραντεβού...ένιωσα ένα τσίμπημα απογοήτευσης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δεν είναι ραντεβού, απλώς ήθελα να αγοράσω κάτι και θα ήθελα να έρθεις μαζί μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μου εξήγησε η κατακόκκινη Χάρουκα. Αν και έχουμε εξαιρετικά καλές σχέσεις εδώ και ένα μήνα, δεν υπήρχε περίπτωση να μου ζητήσει το ‘Άστρο της Νύχτας’ να βγούμε ραντεβού. Αλλά...από την άλλη, οι περισσότεροι κάτι τέτοιο (να πάνε δυο άνθρωποι για ψώνια μαζί) δε θα το θεωρούσαν ραντεβού;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λοιπόν...Λοιπόν τι λες; Φυ...φυσικά αν δε θέλεις, δεν έχεις καμία υποχρέωση να...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όχι, εντάξει είμαι, θα έρθω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Απάντησα πιο γρήγορα κι από την ταχύτητα του φωτός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όποιος τολμούσε να αρνηθεί μια πρόσκληση από τη Χάρουκα θα του άξιζε να τον φάνε χίλιοι δαίμονες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αλήθεια;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ξαφνικά η Χάρουκα άστραψε από χαρά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Σε...σ’ευχαριστώ. Επειδή είναι η πρώτη φορά που θα πάω εκεί, δε θα ένιωθα καθόλου ασφαλής μόνη μου...Αναρωτιόμουν τι θα έκανα αν αρνιόσουν, Γιούτο-σαν.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Χμμ, για κάποιο λόγο θα δεχόμουν με μεγάλη μου χαρά. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι πετούσα στα σύννεφα από τη χαρά μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όταν λες για ψώνια, εννοείς...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όταν έκανα αυτή την κρίσιμη ερώτηση, μου απάντησε με ένα τόσο ωραίο χαμόγελο που θα έκανε κάθε έφηβο αγόρι στο δρόμο να ερωτευτεί το ‘Άστρο της Νύχτας’.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ναι, στην Ακιχαμπάρα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Εντάξει...Τα καταλάβαινα όλα τώρα. Αυτό είναι το μυστικό της Χάρουκα Νογκιζάκα. Ο παράξενος δεσμός που την ενώνει μαζί μου, η αναπάντεχη πλευρά του ‘Άστρου της Νύχτας’ που δε γνωρίζει κανείς εκτός από μένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πώς να το κάνουμε...η Χάρουκα Νογκιζάκα...είναι οτάκου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==&#039;&#039;&#039;2&#039;&#039;&#039;==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κι έτσι ήταν που αποφάσισα πώς θα περνούσα εκείνη την Κυριακή μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Για να είμαι ειλικρινής, δεν ήμουν και τόσο ενθουσιασμένος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Φυσικά, δεν ήταν ότι δεν ήθελα να περάσω την Κυριακή παρέα με τη Χάρουκα. Θα έπρεπε να πετάω από χαρά γι’αυτή της την πρόσκληση, μια που έτσι θα περνούσα την Κυριακή μόνος μου με το ‘Άστρο της Νύχτας’, κάτι που ήταν σαφώς καλύτερο από το να πλένω ρούχα στο σπίτι. Και η Χάρουκα είναι πανέμορφη, άρα θα έπρεπε να είμαι στον έβδομο ουρανό και μόνο που θα ήμουν μαζί της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο λόγος για την έλλειψη ενθουσιασμού μου ήταν ότι μέχρι σήμερα είχα μόνο κακές αναμνήσεις από την Ακιχαμπάρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Εκείνη η μέρα ήταν η τρίτη φορά στη ζωή μου που βρισκόμουν στην Ακιχαμπάρα. Οι δυο προηγούμενες φορές ήταν μάλλον οδυνηρές εμπειρίες, και λίγα λέω...βέβαια γι’αυτό δεν έφταιγε η Ακιχαμπάρα αλλά ο ηλίθιος που με κουβάλησε εκεί. Όμως οι τραυματικές αναμνήσεις που είχα από τις δυο πρώτες επισκέψεις μου στην Ακιχαμπάρα δεν ήταν δυνατό να φύγουν τόσο εύκολα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Την πρώτη φορά που είχα έρθει εδώ πήγαινα στην πρώτη δημοτικού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τότε είχα δεχτεί την πρόσκληση του Νομπουνάγκα, και άφησα την ασφάλεια του σπιτιού μου για να έρθω σ’αυτό τον πελώριο δρόμο με τη διάθεση να ζήσω την περιπέτεια. Όμως μόλις μια ώρα αργότερα, είχα μετανιώσει πικρά γι’αυτή μου την απόφαση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί χάθηκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ήμουν ολομόναχος μέσα στον πολύβουο, κατάμεστο από ανθρώπους δρόμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο λόγος γι’αυτό ήταν απλούστατα ότι ο τύπος που με είχε φέρει μέχρι εκεί ξέχασε εντελώς την ύπαρξή μου με το που έτρεξε να αγοράσει τα πράγματα που ήθελε. Είχαμε την ίδια ηλικία, όμως αυτός στην Ακιχαμπάρα ένιωθε σαν στο σπίτι του, ενώ εγώ από την άλλη έχασα τελείως τον προσανατολισμό μου μόλις βρέθηκα εκεί (κάτι που μου συμβαίνει αρκετά συχνά), κι έτσι δεν άργησα να χαθώ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κι αφού είχα χαθεί, προφανώς δε μπορούσα να βρω το δρόμο για το σταθμό του τραίνου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μετά από δυο ατέλειωτες ώρες κλαυθμού και οδυρμού, με περιμάζεψε ένας αστυνομικός και με βοήθησε να πάω σπίτι μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η δεύτερη φορά ήταν μετά από λίγα χρόνια, όταν πήγαινα στην έκτη δημοτικού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν και είχα ορκιστεί να μην ξαναπατήσω ποτέ στην Ακιχαμπάρα, για μια ακόμα φορά δέχτηκα την πρόσκληση του φίλου μου. Και για μια ακόμα φορά ο τύπος με παράτησε στα κρύα του λουτρού την ώρα που ψωνίζαμε. Εκείνες οι ώρες είναι μια πολύ σκοτεινή περίοδος της ζωής μου ακόμα και τώρα, παρόλο που εκείνη τη φορά κατάφερα να βρω μόνος μου το δρόμο για το σπίτι μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Και γι’αυτό ακόμα και τώρα έχω ένα αίσθημα φόβου και ανασφάλειας γι’αυτό το δρόμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχαμε συμφωνήσει να συναντηθούμε μπροστά στο σταθμό του τραίνου στην Ακιχαμπάρα. Επειδή ήταν Κυριακή, ο σταθμός ήταν πλημμυρισμένος από κόσμο. Α ναι, η Χάρουκα είχε πει ότι ήταν η πρώτη φορά που πήγαινε στην Ακιχαμπάρα. Ξαφνιάστηκα όταν το άκουσα, αλλά όταν το ξανασκέφτηκα, δεν ήταν και τόσο περίεργο. Στον ένα μήνα της γνωριμίας μας, γνώριζα ήδη καλά ότι η Χάρουκα ήταν μια όμορφη, έξυπνη, καλόκαρδη και ταλαντούχα κόρη πλούσιας και ισχυρής οικογένειας, πράγμα που σήμαινε ότι σαν οτάκου δεν είχε μεγάλη εμπειρία, αλλά μπορούσα να καταλάβω ότι οι δυνατότητες εξέλιξής της στον τομέα αυτό ήταν μεγαλύτερες κι από το Έβερεστ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όπως ήμουν χαμένος στις σκέψεις μου...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Περιμένεις πολλή ώρα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κατά φωνή, όσο εγώ ήμουν απορροφημένος από τις σκέψεις μου, η Χάρουκα είχε ήδη φτάσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Με συγχωρείς, προσπάθησα να είμαι στην ώρα μου...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όχι, δεν άργησες, εγώ ήρθα νωρίς.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αλήθεια έλεγα. Για να είμαι ακριβής, ανυπομονούσα τόσο να περάσω τη μέρα με τη Χάρουκα, που σηκώθηκα από τα άγρια χαράματα. Ήμουν ενθουσιασμένος σαν σχολιαρόπαιδο πριν την εκδρομή του σχολείου. Επειδή ντρεπόμουν λιγάκι γι’αυτό, δεν τόλμησα να το πω στη Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως ακόμα κι έτσι!!!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Μμ...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σήμερα ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα τη Χάρουκα με τα καθημερινά της ρούχα...Πώς να την περιγράψω; Είναι πραγματικά απίστευτα χαριτωμένη. Μια λευκή κορδέλα ήταν δεμένη γύρω από τα μεταξένια μακριά μαλλιά της, και φορούσε ένα λευκό φόρεμα δυτικού τύπου και μια κρεμ ζακετούλα, στ’αλήθεια ήταν η απόλυτη ενσάρκωση μιας κόρης πλούσιας και ισχυρής οικογένειας.  Τα ρούχα αυτά ενίσχυαν τη γοητεία της τουλάχιστον 2.5 φορές περισσότερο συγκριτικά με τις άλλες κόρες πλουσίων οικογενειών (προσωπική μου άποψη αυτό). Κάθε εκατοστό της ύπαρξής της ανέδινε αριστοκρατικότητα.......Αχ! δεν είχα λόγια για την περιγράψω, γι’αυτό ας πούμε απλώς πως ήταν αρκετά χαριτωμένη για να μαγέψει ολόκληρο το γαλαξία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι...Τι συμβαίνει; Θα με κάνεις να ντραπώ αν συνεχίσεις να με κοιτάς έτσι...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α, συγγνώμη.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ανίκανος να αντισταθώ, την κοιτούσα σαν χαμένος. Όμως ο τρόπος που η Χάρουκα ανασήκωσε τις γωνίες των ματιών της και με κοίταξε κοκκινίζοντας ήταν τόσο γλυκός...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όχι, δε μπορώ να συνεχίσω με τις φαντασιώσεις! Φοβάμαι πως θα πάθω καμιά εγκεφαλική βλάβη αν συνεχίσω έτσι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κούνησα βίαια το κεφάλι μου, αποδιώχνοντας όλες τις προηγούμενες σκέψεις μου. Η Χάρουκα από την άλλη, με κοίταξε ανήσυχα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Έχω τίποτα; Είναι η πρώτη φορά που φοράω αυτό το φόρεμα...Μήπως είναι άσχημο;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όχι, και βέβαια όχι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Και βέβαια δεν συνέβαινε τίποτα τέτοιο, το φόρεμα ταίριαζε τέλεια στη Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα μπορεί να μην το είχε αντιληφθεί, αλλά απ’την ώρα που εμφανίστηκε, όλα&lt;br /&gt;
τα μάτια (ιδίως των αντρών) είχαν καρφωθεί πάνω της. Με κάθε ειλικρίνεια, όπου&lt;br /&gt;
κι αν πήγαινε η Χάρουκα, πάντα θα ήταν το κέντρο της προσοχής του κόσμου. Πάντα&lt;br /&gt;
ξεχώριζε, σαν ένας υπέροχος κύκνος μέσα σ’ένα κοπάδι από ασχημόπαπα (εμού&lt;br /&gt;
συμπεριλαμβανομένου).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Πάμε!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α,ναι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Ακούγοντας την πρότασή μου, η Χάρουκα χαμογέλασε ντροπαλά καθώς το φόρεμά της ανέμιζε ελαφρά στον άνεμο. Αυτή η απλή κίνηση έκανε τους πάντες γύρω της να αναστενάξουν με θαυμασμό, γιατί ήταν..........πολύ πολύ πολύ πολύ πολύ πολύ χαριτωμένη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τι τυχερός που είμαι που μπόρεσα να την δω έτσι! Φώναξα από μέσα μου καθώς ξεκινούσα μαζί με τη Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Νομίζω πως πρέπει να εξηγήσω το λόγο για την εξόρμησή μας στην Ακιχαμπάρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όχι, θέλω να πω, προφανώς ήρθαμε για να αγοράσουμε κάτι. Απλώς θα ήθελα να περιγράψω με περισσότερες λεπτομέρειες τι ήταν αυτό που θέλαμε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτή ήταν λίγο πολύ η συζήτηση που είχα με τη Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Να...θέλω να πάρω ένα ασημί Portable Toys Advance.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το ‘Portable Toys Advance’ που ανέφερε η Χάρουκα ήταν μια πολύ δημοφιλής φορητή παιχνιδομηχανή, που για συντομία συνήθως την αποκαλούσαν ‘ΡΤΑ’.  Από όσο ήξερα, το ασημί ΡΤΑ ήταν ένα εξαιρετικά σπάνιο μοντέλο περιορισμένης έκδοσης, κάτι που ακόμα κι ο Νομπουνάγκα θα ήθελε να αποκτήσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τότε καλύτερα να πάμε σε ένα κατάστημα παιχνιδιών, έτσι δεν είναι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Σωστά, νομίζω πως οποιοδήποτε κατάστημα παιχνιδιών ή ηλεκτρονικών θα πρέπει να το έχει. Δεν είμαι και πολύ σίγουρη δηλαδή, απλώς σου λέω τι έγραφε το περιοδικό.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δεν είναι και πολύ αξιόπιστη τελικά...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τότε πάμε να κοιτάξουμε στα καταστήματα ηλεκτρονικών, μια που σχεδόν όλα τα καταστήματα σ’αυτό το δρόμο είναι καταστήματα ηλεκτρονικών...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Εδώ που τα λέμε, πιο δύσκολο θα ήταν να βρούμε ένα κατάστημα σ’αυτό το δρόμο που να μην είναι κατάστημα ηλεκτρονικών.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λοιπόν ας ξεκινήσουμε από το κατάστημα ηλεκτρονικών σ’αυτή τη γωνία, εντάξει;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Και πήγα να μας οδηγήσω προς τη σωστή κατεύθυνση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α, περίμενε μια στιγμή.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η πρότασή μου απορρίφθηκε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...ξέρεις, έχω ετοιμάσει κάτι ειδικά για σήμερα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα ψαχούλεψε για λίγο στην τσάντα της και μετά έβγαλε από μέσα δυο&lt;br /&gt;
κομμάτια χαρτί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...Γιούτο-σαν, αυτό είναι το δικό σου, ελπίζω να σου φανεί χρήσιμο...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Τι είναι αυτό;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Οδηγός για ψώνια.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα χαμογέλασε περήφανα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αχά...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τι στο καλό ήταν αυτό;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αυτός είναι ένας οδηγός που έφτιαξα ειδικά για σήμερα. Έχω υπολογίσει ήδη τα μέρη που θα επισκεφτούμε, τη διαδρομή που θα ακολουθήσουμε, και την αναμενόμενη ώρα άφιξής μας σ’αυτό το χαρτί, οπότε είναι ένας γενικός χάρτης. Έφαγα τρεις ώρες για να φτιάξω αυτό τον οδηγό, χε χε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα γέλασε σεμνότυφα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ώστε ήταν χάρτης τελικά. Ήταν καλή ιδέα να σχεδιάσει από πριν το πρόγραμμά μας, αλλά αφού έριξα μια ματιά στις μπερδεμένες γραμμές που θύμιζαν έντονα πύθωνες που πάλευαν, δεν ήμουν και τόσο σίγουρος ότι θα μπορούσε αυτό το πράγμα να περάσει για χάρτης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Προσπάθησα να μη φανερώσω τις ανησυχίες μου καθώς ανασήκωσα τον οδηγό για να τον δω καλύτερα. Αν και είχα χάσει κάθε ελπίδα σε ό,τι αφορούσε το χάρτη, τα άλλα μέρη φαινόντουσαν σωστά φτιαγμένα, οπότε λογικά δε θα χανόμασταν με βάση τις πληροφορίες που ήταν γραμμένες εκεί. Εφόσον θα μπορούσαμε να φτάσουμε στον προορισμό μας χωρίς απρόοπτα, δε νομίζω να υπήρχε κανένα πρόβλημα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σύμφωνα με το πρόγραμμα του οδηγού, η Χάρουκα είχε βάλει την αγορά του ΡΤΑ (γύρω στις 5 το απόγευμα) σαν την τελευταία δραστηριότητα της ημέρας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιατί έβαλες το πιο σημαντικό πράγμα τελευταίο στο πρόγραμμα; Αν θέλεις στ’αλήθεια να το αγοράσεις, δεν πρέπει να το αναζητήσεις νωρίτερα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχα την εντύπωση ότι ο μέσος Ιάπωνας προσπαθούσε συνήθως να αποκτήσει το αντικείμενο που είχε βάλει στόχο το συντομότερο δυνατό. Ίσως όμως η Χάρουκα να είχε άλλους σκοπούς όταν το έβαλε τελευταίο στο πρόγραμμα, μπορεί να της αρέσει να αφήνει το καλύτερο για το τέλος;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Απαντώντας στην ερώτησή μου, η Χάρουκα μισόκλεισε παιχνιδιάρικα τα μάτια της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αν το πάρουμε στην αρχή της ημέρας, αυτό θα σήμαινε ότι το ταξίδι μας θα έχει τελειώσει. Και είναι κάτι που περίμενα με τόση λαχτάρα...θα είναι κρίμα να τελειώσει έτσι γρήγορα. Κι έπειτα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Κι έπειτα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Κι έπειτα...νομίζω πως είναι καλύτερα να αφήσουμε την πιο σημαντική δραστηριότητα για το τέλος της ημέρας.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Φαίνεται πως η Χάρουκα είναι απ’αυτούς που αφήνουν το καλύτερο μέρος για το τέλος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όπως και να είχε, η αγορά του ΡΤΑ ήταν ο κύριος στόχος της ημέρας. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως πριν απ’τον κύριο στόχο, φαινόταν πως είχαμε αρκετούς δευτερεύοντες στόχους να εκπληρώσουμε. Έτσι οι δυο μας αρχίσαμε τα ψώνια μας στην Ακιχαμπάρα ακολουθώντας το πρόγραμμα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτό το μέρος...είναι όπως πάντα γεμάτο κόσμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όπου και να γυρίζαμε, βλέπαμε πόστερ από άνιμε και βιντεοπαιχνίδια, ακόμα και μερικές διαφημίσεις σε φυσικό μέγεθος. Εδώ ήταν σαν να περνούσες σε άλλη διάσταση, σου έδινε την αίσθηση ενός τελείως διαφορετικού κόσμου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...Θα στρίψουμε αριστερά σ’αυτή τη διασταύρωση, θα προχωρήσουμε ευθεία για λίγο, και μετά θα στρίψουμε δεξιά...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα κοιτούσε το χάρτη καθώς με οδηγούσε μέσα απ’αυτό τον περίεργο καινούριο&lt;br /&gt;
κόσμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
...Μα πώς τον διαβάζει αυτό το χάρτη; Εμένα αυτός ο χάρτης μου θύμιζε όλο και περισσότερο χέλια με στομάχια μπλεγμένα μεταξύ τους, και ασφαλώς χρειαζόταν κάποιου είδους ταλέντο για να μπορέσει κανείς να σχεδιάσει κάτι τέτοιο. Ωστόσο, χρειαζόταν ακόμα μεγαλύτερο ταλέντο για να μπορέσει κανείς να αποκρυπτογραφήσει αυτό το χάρτη...Αν και εγώ προσωπικά δε θα ήθελα ποτέ να έχω ένα τέτοιο ταλέντο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Και αφού στρίψουμε δεξιά εδώ, πρέπει να δούμε ένα άσπρο κτίριο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Χάρη στη Χάρουκα, δε χαθήκαμε και φτάσαμε με ασφάλεια σε καθένα από τους προορισμούς μας, εκπληρώνοντας σύντομα όλους τους δευτερεύοντες στόχους μας (ψώνια σε μαγαζιά άνιμε, αγορά ειδών οτάκου κλπ.). Τώρα πηγαίναμε για τον τέταρτο στόχο μας – ένα βιβλιοπωλείο άνιμε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Καθώς διασχίζαμε τον τεράστιο δρόμο, πέσαμε πάνω σε πολλές μικρές ομάδες ανθρώπων. Υπήρχαν κάπου τριάντα σαράντα άνθρωποι που σχημάτιζαν ουρές έξω από κάποια μαγαζιά. Ίσως να συμμετείχαν σε κάποια εκδήλωση; Μια τόσο ζεστή μέρα, χαρά στο κουράγιο τους. Θα ήθελα να τους κρατήσω τη θέση στην ουρά να πάρουν μια ανάσα για λίγο. Αλλά βέβαια, αυτό δεν ήταν δυνατό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Καθώς τους κοίταζα,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αχ! Αυτό είναι!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα, που στεκόταν δίπλα μου, ξαφνικά έφυγε τρέχοντας. Αχ, όχι πάλι! Στόχος της&lt;br /&gt;
ήταν ακόμα ένα κατάστημα, και μπορούσα μόνο να κοιτάζω σιωπηλά την&lt;br /&gt;
ενθουσιασμένη της σιλουέτα που έτρεχε ολοταχώς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ήταν ήδη η τρίτη φορά που συνέβαινε αυτό, οπότε δεν με ξάφνιαζε πλέον.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αργά αργά κατευθύνθηκα προς τα κει που είχε πάει η Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα είχε κολλήσει ολόκληρη πάνω στη βιτρίνα του μαγαζιού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι όμορφη...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η ματιά της ήταν καρφωμένη σε μια φιγούρα ενός κοκκινομάλικου κοριτσιού που έπαιζε πιάνο (η τιμή του ήταν πανάκριβη, εικοσιπέντε χιλιάδες γεν.......) Το ύφος της ήταν σαν ενός νεαρού που περνάει κάθε μέρα από το οργανοπωλείο για να χαζέψει την αγαπημένη του τρομπέτα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα ορμούσε σαν ταύρος μπροστά στο κόκκινο πανί κάθε φορά που έβλεπε κάτι&lt;br /&gt;
που της άρεσε, αγνοώντας οτιδήποτε συνέβαινε γύρω της. Ακόμα και μένα δίπλα της&lt;br /&gt;
με ξεχνούσε εντελώς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γι’αυτό και αρκετές φορές ήδη είχα βρεθεί σε μια άβολη κατάσταση κατά την οποία κουβαλούσα κάμποσες τσάντες πράγματα αλλά με είχε εγκαταλείψει η συνοδός μου, κάτι που μου έδινε μια αίσθηση κενού και μοναξιάς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί είμαι εδώ; Άρχισα να αναρωτιέμαι το λόγο της ύπαρξής μου εδώ...Όμως όσο περνούσε η ώρα, σιγά σιγά συμφιλιώθηκα μ’αυτό το αίσθημα κενού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δεν είναι ένα είδος ευτυχίας που μπορώ να δω κάτι τόσο χαριτωμένο;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ωστόσο, δε με πείραζε και τόσο η εγκατάλειψή μου από τη Χάρουκα τώρα που έβλεπα πόσο ευτυχισμένη ήταν, κάτι που σίγουρα δε θα έβλεπα ποτέ στο σχολείο. Γιατί και μόνο που έβλεπα ένα τόσο αθώο και χαρούμενο ‘Άστρο της Νύχτας’ ήταν η καλύτερη ανταμοιβή για μένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μετά από ένα τέταρτο, η Χάρουκα ακόμα δεν έδειχνε διατεθειμένη να ξεκολλήσει από τη βιτρίνα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Εμμ...αν σου αρέσει τόσο, γιατί δεν το αγοράζεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν συνεχιστεί αυτό, θα παρεμποδίσουμε τη λειτουργία του καταστήματος. Όμως όταν έκανα αυτή την πρόταση στη Χάρουκα, μου απάντησε με θλιμμένο ύφος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Υπάρχουν τόσα που θέλω να αγοράσω, αλλά...δεν έχω αρκετά χρήματα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χρήματα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ποιος θα το περίμενε ότι η κόρη μιας οικογένειας πιο πλούσιας κι απ’τον αυτοκράτορα θα έλεγε ποτέ κάτι τέτοιο. Κρίνοντας από τον τρόπο ζωής τους, το χαρτζηλίκι της Χάρουκα πρέπει να ήταν τουλάχιστον ένα εκατομμύριο γεν το μήνα, και το δώρο της για την Πρωτοχρονιά τουλάχιστον πέντε εκατομμύρια γεν, σωστά;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όταν τη ρώτησα σχετικά,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ό...όχι, κάθε άλλο!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα κούνησε έντονα αρνητικά το κεφάλι της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Το χαρτζηλίκι μου είναι πολύ μικρό...Με μεγάλη δυσκολία καταφέρνω να βάζω στην άκρη λίγα χρήματα κάθε μήνα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δηλαδή πόσα σου δίνουν το μήνα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ήθελα να μάθω περισσότερα, για να ξέρω για άλλη φορά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Να...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το ποσό που βγήκε από τα χείλη της Χάρουκα παραδόξως δεν διέφερε και πολύ από το δικό μου χαρτζηλίκι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αυτό κι αν είναι έκπληξη...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχα πραγματικά εκπλαγεί. Η μεγαλύτερη κόρη της πλούσιας και ισχυρής οικογένειας Νογκιζάκα να παίρνει περίπου το ίδιο χαρτζηλίκι με το γιο της μικροαστικής οικογένειας Αγιάσε, που δεν ήξερε ούτε το γενεαλογικό της δέντρο πέρα από λίγες γενιές, αυτό ήταν κάτι που θα ξάφνιαζε τον καθένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ο πατέρας μου είναι πολύ αυστηρός...Για σήμερα μόνο, έβγαλα μέχρι και το μονάκριβο χαρτονόμισμά μου των δέκα χιλιάδων γεν από το κουτί με τις οικονομίες μου...ακόμα και το γουρουνάκι μου πήγε να συναντήσει τον Κύριο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γουρουνάκι...Τον κουμπαρά της εννοούσε;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γι’αυτό δεν μπορώ να ξοδέψω τα χρήματά μου ασυλλόγιστα...Δεν πειράζει, χαίρομαι και μόνο που το κοιτάζω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα γέλασε χαρούμενα. Στ’αλήθεια καταφέρνει πάντα να κερδίζει τη στοργή των άλλων και μόνο μ’αυτό. Χάρουκα, σου υπόσχομαι να σ’αφήσω να κοιτάξεις τη βιτρίνα όσο θες (τουλάχιστον μέχρι να έρθουν οι υπάλληλοι να μας διώξουν)!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Και έτσι, μείναμε για άλλα δέκα λεπτά περίπου μπροστά στη βιτρίνα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Σ’ευχαριστώ που με άφησες να ζήσω μια τόσο υπέροχη εμπειρία.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Επιτέλους η Χάρουκα ικανοποιήθηκε. Όμως, πάνω που ετοιμαζόμασταν να ξεκινήσουμε για τον επόμενο προορισμό μας...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αχ!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πάλι κάτι τράβηξε την προσοχή της Χάρουκα, και όρμησε στο πλάι του κεντρικού δρόμου για τέταρτη φορά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτή τη φορά, ο στόχος της ήταν ένα κατάστημα που πουλούσε είδη άνιμε. Ωστόσο δεν μπήκε στο κατάστημα, αλλά πήγε γραμμή σε κάτι ορθογώνια αντικείμενα που ήταν παραταγμένα απέξω. Α! Ήταν αυτόματοι πωλητές που έβγαζαν κάψουλες, σωστά; Πόσες αναμνήσεις, θυμάμαι που πήγαινα όλη την ώρα σε τέτοια μηχανήματα όταν ήμουν στο δημοτικό. Οι κάψουλες περιείχαν πλαστικές φιγούρες με ήρωες άνιμε και ορισμένους μπρατσωμένους υπερήρωες που αγαπούσα, και αν έψαχνα τα παλιά μου πράγματα, σίγουρα θα ξέθαβα αρκετές τέτοιες φιγούρες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αυτά είναι που έλεγες, έτσι δεν είναι; Αν βάλεις ένα κέρμα θα βγει μια κάψουλα...Α! Αυτή δεν είναι η ‘Αδέξια Άκι-τσαν’;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
...Κάπου το είχα ξανακούσει αυτό το όνομα. Το ορθογώνιο κουτί που έδειχνε η Χάρουκα με το δάχτυλό της είχε τη φωτογραφία της φιγούρας ενός γνώριμου κοριτσιού με μπλε μαλλιά που έπαιζε πιάνο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αυτό είναι...πολύ χαριτωμένο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα είχε μια παιδιάστικη έκφραση στα μάτια της. Αισθάνθηκα ότι τα ενδιαφέροντά της μου ήταν όλο και πιο οικεία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιατί δεν το δοκιμάζεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτό ήταν διαφορετικό από αυτό που κοιτούσε μόλις πριν από λίγο, γι’αυτό δε φανταζόμουν να ήταν πρόβλημα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ; Να το δοκιμάσω; Εννοείς να δοκιμάσω αυτό το μηχάνημα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ακριβώς.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...Αλλά...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Την ενθάρρυνα να δοκιμάσει το μηχάνημα, αλλά για κάποιο λόγο που δεν καταλάβαινα, η Χάρουκα δίσταζε πολύ να δεχτεί την πρότασή μου. Α! Λες να μην την ενδιαφέρουν αυτά τα πράγματα;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Απαντώντας στην ερώτησή μου, η Χάρουκα είπε με σιγανή φωνή,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Εμμ...Για να σου πω την αλήθεια, είναι η πρώτη φορά που δοκιμάζω κάτι τέτοιο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Η πρώτη σου φορά;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η πρώτη φορά που έπαιζε με μηχάνημα για κάψουλες;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ναι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα έγνεψε ντροπαλά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Σήμερα είναι η πρώτη φορά που είδα κάτι τέτοιο, και επίσης η πρώτη μου επαφή μαζί του. Χμμ...Πώς να το πω...Αυτή πρέπει να είναι η πρώτη μου εμπειρία, σωστά; Γι’αυτό ανησυχώ λίγο...θα τα καταφέρω άραγε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η λέξη που χρησιμοποίησε δεν ήταν και τόσο λάθος, ωστόσο θα προτιμούσα να σταματήσει να μιλάει για την πρώτη της εμπειρία μεσημεριάτικα με τόσο κόσμο τριγύρω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τ...τι νομίζεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...μάλλον έχεις δίκιο. Πάντως δεν είναι και τίποτα δύσκολο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Απλώς ρίχνεις το κέρμα και γυρίζεις το χερούλι να βγει η κάψουλα. Ακόμα και παιδάκια του νηπιαγωγείου μπορούν να το κάνουν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λες, ε; Τότε να κάνω μια προσπάθεια.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα φάνηκε επιτέλους να το παίρνει απόφαση. Έβγαλε το πορτοφόλι της από την τσάντα της και πλησίασε το μηχάνημα με δέος ανάλογο με ενός μεσόκοπου, άσχετου με την τεχνολογία υπαλλήλου όταν αντικρίζει τον τελευταίο μοντέλο υπολογιστή της εταιρείας πάνω στο γραφείο του. Μάλλον θα χρειαστεί να την παρακολουθώ διακριτικά για λίγο...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α...αχ; Αχ; Περίεργο...τι συμβαίνει;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ξαφνικά, η Χάρουκα πήρε μπερδεμένο ύφος. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι τρέχει;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιούτο-σαν...Είναι χαλασμένο το μηχάνημα; Δεν μπορώ να βάλω χρήματα μέσα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δε φαίνεται χαλασμένο...Άσε με να ρίξω μια ματιά.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πλησίασα για να δω καλύτερα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μόνο όταν πλησίασα είδα ότι η Χάρουκα προσπαθούσε να χώσει ένα χαρτονόμισμα των δέκα χιλιάδων γεν στο άνοιγμα για κέρματα. Χάρουκα, ξεφτέρι μου, δε θα μπορούσες ποτέ να χώσεις ένα χαρτονόμισμα σε άνοιγμα για κέρματα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«;;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Χάρουκα, δε μπορείς να χρησιμοποιήσεις χαρτονομίσματα σ’αυτά τα μηχανήματα, δέχονται μόνο κέρματα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α ναι; Αλήθεια;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Ναι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σε ικετεύω, μην κάνεις τέτοιες ερωτήσεις σαν να μην τρέχει τίποτα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Κατάλαβα, δέχονται μόνο κέρματα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα άνοιξε για άλλη μια φορά το πορτοφόλι της, μόνο και μόνο για να κατσουφιάσει, σαν να έχει το αγαπημένο της φαγητό μπροστά της και να μην μπορεί να το φάει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Δεν έχω κέρματα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Θα σου δανείσω εγώ!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν συνεχίσουμε έτσι, ένας Θεός ξέρει πότε η Χάρουκα θα γυρίσει επιτέλους το χερούλι του μηχανήματος, γι’αυτό της έκανα αυτή την πρόταση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Συγγνώμη για την αναστάτωση.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έβαλα ένα χαρτονόμισμα των χιλίων γεν στο μηχάνημα ανταλλαγής κερμάτων και πήρα σε αντάλλαγμα δέκα κέρματα των εκατό γεν. Καθώς κοίταζα τη μετατροπή του χαρτονομίσματός μου σε κέρματα, είχα την αίσθηση ότι τα χρήματά μου είχαν χαθεί, μια που, στο τέλος τέλος, είμαι ένας συνηθισμένος τσιγκούνης κάτοικος μεγαλούπολης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έλα, πάρτα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ε...Ευχαριστώ.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα πήρε νευρικά ένα κέρμα των εκατό γεν από το χέρι μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Και κάπως έτσι η Χάρουκα ξεκίνησε την πρώτη της εμπειρία με τα μηχανήματα για κάψουλες...Αν και...εγώ είχα ένα προαίσθημα ότι αυτή η πρώτη εμπειρία θα ήταν μάλλον επικίνδυνη γι’αυτήν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Φοβόμουν πως θα εθιστεί στο μηχάνημα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Από προηγούμενες εμπειρίες, ήξερα ότι οποιοσδήποτε χρησιμοποιούσε μηχανήματα για κάψουλες, ήταν εξαιρετικά δύσκολο να σταματήσει από τη στιγμή που είχε διαλέξει ένα στόχο. Αν δεν αποκτούσε το αντικείμενο που είχε βάλει στο μάτι, ο χρήστης του μηχανήματος συχνά δεν κατάφερνε να σταματήσει να παίζει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν ο χρήστης είναι παιδί του δημοτικού, τα πράγματα δεν είναι και τόσο άσχημα, γιατί όσο και να θέλει να συνεχίσει να παίζει, θα αναγκαστεί να σταματήσει όταν του τελειώσουν τα χρήματα. Με άλλα λόγια, τα πορτοφόλια των παιδιών του δημοτικού είναι από μόνα τους περιορισμός. Αν τη στιγμή που ξεμείνει από κέρματα, κάποιος δίπλα στο παιδάκι του δημοτικού κατά σύμπτωση πετύχει τη φιγούρα που ήθελε, το παιδί κατά πάσα πιθανότατα θα βάλει τα κλάματα εκεί επιτόπου. Όμως, αφού περάσει αμέτρητες παρόμοιες δοκιμασίες και βάσανα, το παιδί του δημοτικού τελικά θα μεγαλώσει και θα ωριμάσει...Αλλά για στάσου, νομίζω πως έφυγα απ’το θέμα μας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τέλος πάντων, αυτό που θέλω να πω είναι ότι, αν αυτός που παίζει είναι ένας μαθητής λυκείου με σημαντικά μεγαλύτερο πορτοφόλι, πώς θα εξελιχτεί η κατάσταση;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Και μόνο που σκέφτηκα την πιθανή κατάληξη με έπιασε πονοκέφαλος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν και ευχόμουν με όλη μου την ψυχή να έκανα λάθος στις προβλέψεις μου, η πραγματικότητα είναι ανελέητη...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όπως το περίμενα, για να πετύχει η Χάρουκα το αντικείμενο-στόχο της (την ‘Αδέξια Άκι-τσαν’ που έπαιζε πιάνο), έστειλε τέσσερις Νατσούμε Σοσέκι (χαρτονομίσματα των χιλίων γεν) να συναντήσουν τον Κύριο, ενώ οι άδειες κάψουλες κυλούσαν στο έδαφος γύρω μας σαν βότσαλα στην όχθη ενός ποταμού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==&#039;&#039;&#039;3&#039;&#039;&#039;==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και μετά ήταν ώρα για μεσημεριανό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σύμφωνα με το πρόγραμμά μας, το μέρος όπου θα τρώγαμε μεσημεριανό ήταν ένα εστιατόριο που λεγόταν ‘Calotte-culotte’.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι είδους εστιατόριο είναι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μπορεί να ήταν οικογενειακό εστιατόριο, αλλά ήταν αδύνατο καταλάβω περισσότερα από το όνομά του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα μου χάρισε ένα μυστηριώδες χαμόγελο, σαν να περίμενε εδώ και πολλή ώρα αυτή την ερώτηση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Είναι ένα καφέ για το οποίο διάβασα σε ένα περιοδικό, ένα μέρος στο οποίο ήθελα να έρθω εδώ και πολύ καιρό. Αυτή είναι η δεύτερη πιο σημαντική δραστηριότητα της μέρας, γι’αυτό να την περιμένεις με ανυπομονησία!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η δεύτερη πιο σημαντική δραστηριότητα της μέρας; Χμμ, τώρα που το ξανακοίταζα, υπήρχε ένα μικρό σύμβολο σε σχήμα λουλουδιού δίπλα στο όνομα του καφέ, που δεν είχα προσέξει πριν (ή είχα υποσυνείδητα διαγράψει από το οπτικό μου πεδίο). Κι ακόμα, ένα ‘τέρας’ ήταν σχεδιασμένο δίπλα στο μεγάλο κατάστημα ηλεκτρονικών που ήταν ο αντικειμενικός σκοπός του ταξιδιού μας. Αυτό το ‘τέρας’ είχε μια γενειάδα μυτερή σαν βελόνα, κοφτερά νύχια και κατακόκκινα μάτια...Μάλλον η Χάρουκα προσπάθησε να ζωγραφίσει μια γάτα, σωστά;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λαλαλα...♪»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα σιγοτραγουδούσε το σκοπό της ‘Προσευχής μιας Νεαρής Παρθένας’ καθώς προχωρούσε χοροπηδώντας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως εγώ δεν μπορούσα να χαλαρώσω. Με είχε κυριεύσει μια ακατανόητη δυσάρεστη αίσθηση, σαν την ξαφνική εμφάνιση σύννεφων βροχής, μαζί με αστραπόβροντα και κεραυνούς μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Φτάσαμε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η φωνή της Χάρουκα με επανέφερε στην πραγματικότητα. Φαίνεται πως είχαμε φτάσει στον προορισμό μας όσο εγώ ήμουν χαμένος στις σκέψεις μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δε φαίνεται να έχει πολύ κόσμο, τέλεια! Πάμε μέσα, Γιούτο-σαν!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η φωνή της Χάρουκα έμοιαζε εξαιρετικά χαρούμενη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σε τι είδους παράξενο (συγγνώμη για την αγένεια) μέρος με έφερε η Χάρουκα; Κοίταξα πάνω παλεύοντας με τις προκαταλήψεις μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Εε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ήταν μια εντελώς φυσιολογική καφετέρια!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το εξωτερικό της καφετέριας έδινε μια εντύπωση χαριτωμένης κομψότητας, του είδους που αρέσει στα κορίτσια. Κοιτώντας μέσα από τη τζαμαρία, και η εσωτερική διακόσμηση δεν ήταν πολύ φανταχτερή, ώστε να αποθαρρύνει πιθανούς υποψήφιους πελάτες. Αφού μπήκα μέσα, δεν βρήκα τίποτα ιδιαίτερα ασυνήθιστο ή απαράδεκτο. Η εσωτερική διακόσμηση ήταν βασισμένη στο λευκό, δίνοντας μια απλοϊκή αίσθηση στην καφετέρια. Αν και με ανησύχησε λίγο το γεγονός ότι οι περισσότεροι πελάτες ήταν άντρες, μια και όλα τα άλλα ήταν αποδεκτά, δεν έκατσα να το πολυσκεφτώ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Καθίσαμε σε ένα τραπέζι δίπλα στο παράθυρο και ανοίξαμε τους καταλόγους. Το μενού είχε...αρκετά ευφάνταστα πιάτα, αλλά...και πάλι, υποθέτω πως ήταν αρκετά φυσιολογικό!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Χμμ...μάλλον τσάμπα ανησύχησα. Η Χάρουκα μάλλον έβαλε αυτό το καφέ σαν δεύτερη πιο σημαντική δραστηριότητα επειδή ήταν χαριτωμένο. Ναι, αυτό πρέπει να ήταν, στο κάτω κάτω και η Χάρουκα ήταν ένα κορίτσι σαν όλα τα άλλα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πάνω που αναστέναζα με ανακούφιση και ετοιμαζόμουν να παραγγείλω, μια γυναικεία φωνή ακούστηκε πάνω απ’το κεφάλι μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Καλωσήρθατε, θα παραγγείλετε τώρα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Α, η σερβιτόρα ήρθε να πάρει παραγγελία. Ακόμα δεν είχα αποφασίσει ανάμεσα στην ‘Μακαρονάδα του απίστευτου βασιλείου’ και τη ‘Μηλόπιτα των εφτά νάνων’, ενώ και η Χάρουκα δυσκολευόταν να αποφασίσει τι θα πάρει. Καλύτερα λοιπόν να ζητήσω από τη σερβιτόρα να περιμένει λίγο!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ακούμπησα κάτω τον κατάλογο και σήκωσα το κεφάλι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ, με συγχωρείτε, αλλά θα θέλαμε λίγο ακόμα χρόνο να αποφασίσουμε, παρακαλώ...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δεν κατάφερα να τελειώσω τη φράση μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί αυτό που είδα έκανε όλες τις σωματικές λειτουργίες μου να σταματήσουν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ακόμα και το μυαλό μου σταμάτησε να δουλεύει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Τι συμβαίνει, κύριε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί μπροστά στα μάτια μου στεκόταν μια...πως να το πω...μια υπηρέτρια. Φορούσε μια ποδιά και μια ασορτί κορδέλα στα μαλλιά (έμοιαζε με κορδέλα, δεν ξέρω πως λέγεται στην πραγματικότητα) και επίσης είχε κάτι που έμοιαζε με αυτιά γάτας στο κεφάλι της. Μήπως είχα παραισθήσεις;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Η φίλη σας δεν έχει αποφασίσει τι θα παραγγείλει;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α, ναι. Μπορείτε να περιμένετε λίγο ακόμα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Εντάξει~~Με την ησυχία σας.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η υπηρέτρια με τα αυτιά γάτας και το δίσκο έγνεψε. Μια υπηρέτρια με αυτιά γάτας...Αν έπρεπε να την περιγράψω, θα έλεγα πως η εμφάνισή της ήταν πολύ εντυπωσιακή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τότε παρακαλώ φωνάξτε με όταν αποφασίσετε...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η υπηρέτρια με τα αυτιά γάτας χαμογέλασε ευγενικά και απομακρύνθηκε, με την ουρά της να κουνιέται δεξιά αριστερά από πίσω της. Για να βεβαιωθώ ότι δεν έκαναν πουλάκια τα μάτια μου, ρώτησα αμέσως τη Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χάρουκα...τι μέρος είναι αυτό;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Καφετέρια δεν είναι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το ξέρω αυτό...Όχι, θέλω να πω, από πότε οι υπηρέτριες με αυτιά γάτας είναι κάτι συνηθισμένο στις γιαπωνέζικες καφετέριες;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Οι στολές των σερβιτόρων εδώ είναι πολύ χαριτωμένες, όλοι έρχονται εδώ για  να δουν τις υπηρέτριες.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
...Για μια στιγμή, η Χάρουκα είπε ‘όλοι’;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έτρεξα έξω για να ξανακοιτάξω την ταμπέλα της καφετέριας, και συνειδητοποίησα ότι πράγματι έγραφε ‘Καφέ υπηρετριών Calotte-culotte’.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ώστε αυτό ήταν...πράγματι ήταν τέτοιο είδος καφετέριας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ξανακάθισα νιώθοντας ψυχολογικά εξουθενωμένος. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ένα καφέ υπηρετριών! Μια και η αλήθεια ήταν πλέον μπροστά στα μάτια μου, δε μπορούσα παρά να συμφωνήσω με την απόφαση του καταστήματος να ντύσει τις σερβιτόρες υπηρέτριες, αφού αυτό ήταν το κύριο χαρακτηριστικό του. Δε θα είχε και πολύ νόημα ένα καφέ υπηρετριών χωρίς υπηρέτριες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Επομένως το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να συμφιλιωθώ με την κατάσταση. Όχι πως δεν είχα αναστατωθεί, αλλά αν επέτρεπα στον εαυτό μου να αναστατωθεί υπερβολικά δε θα μπορούσαμε να φάμε μεσημεριανό. Όμως...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Έι, γιατί φοράνε όλες τους αυτιά γάτας;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτή ήταν η μεγαλύτερη απορία μου. Και τώρα που τις κοίταζα προσεκτικότερα, μερικές από τις υπηρέτριες είχαν μέχρι και ουρές...Από εντελώς θεωρητική άποψη, σε τι τους χρησίμευε ένα τέτοιο αξεσουάρ;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δεν είναι επειδή είναι πολύ χαριτωμένα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η απάντηση της Χάρουκα ήταν λακωνική και γλυκιά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Η στολή της υπηρέτριας από μόνη της είναι ήδη πολύ χαριτωμένη, αλλά προσθέτοντας και ένα ζευγάρι αυτιά γάτας η γοητεία αυξάνεται ακόμα περισσότερο. Αυτό είναι ένα τέλειο παράδειγμα όπου ένα κι ένα δεν κάνει δύο, αλλά τρία, ίσως και τέσσερα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα χαμογέλασε. Συμφωνούσα με τη λογική της, αλλά...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι χαριτωμένες που είναι...Θέλω κι εγώ να δοκιμάσω μια στολή υπηρέτριας. Νομίζω πως θα δανειστώ μια από τη Χαζούκι καμιά φορά...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα κοιτούσε τις υπηρέτριες με ονειροπόλο ύφος. Χμμ...Τώρα που το φαντάζομαι...πώς θα ήταν άραγε η Χάρουκα με μια στολή υπηρέτριας. Η Χάρουκα με στολή υπηρέτριας και ένα ζευγάρι αυτιά γάτας να χαμογελάει λέγοντας ‘Κύριε♪’...Ωραίο ακούγεται.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
...Μα τι κάθομαι και σκέφτομαι τώρα!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δε μου αρέσει να σκέφτομαι τέτοια ανήθικα πράγματα. Για να διώξω αυτές τις ανόσιες σκέψεις από το μυαλό μου, στριφογύρισα έντονα στην καρέκλα μου και κοίταξα με την άκρη του ματιού μου τη Χάρουκα, που κοιτούσε ακόμα τις υπηρέτριες με ονειροπόλο ύφος. Ξαφνικά, η Χάρουκα χτύπησε την παλάμη της με τη γροθιά του άλλου χεριού της, σαν να θυμήθηκε ξαφνικά κάτι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιούτο-σαν...έχω μια καλή ιδέα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Τι καλή ιδέα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δε νομίζω πως θα ήταν κάτι καλό για μένα, γι’αυτό φοβόμουν λιγάκι την απάντηση της Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Θέλω να τους ζητήσω να μ’αφήσουν να τις βγάλω φωτογραφία.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Εε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Είναι μια τόσο σπάνια ευκαιρία να βρίσκομαι εδώ, γι’αυτό θέλω να βγάλω μια φωτογραφία με τις υπηρέτριες.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Περίμενε ένα λεπτό...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πριν προλάβω να τη σταματήσω η Χάρουκα σηκώθηκε με μια ψηφιακή κάμερα που είχε εμφανιστεί από το πουθενά στο χέρι της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Με συγχωρείτε, αλλά...θα μπορούσα να βγω μια φωτογραφία μαζί σας;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα φώναξε μια υπηρέτρια και έκανε την ερώτησή της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λυπάμαι πολύ, αλλά δεν επιτρέπεται η φωτογράφηση σ’αυτή την καφετέρια...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η υπηρέτρια με τα αυτιά γάτας απέρριψε ευγενικά το αίτημα της Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ; Ώστε έτσι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ναι, λυπάμαι πολύ...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η υπηρέτρια υποκλίθηκε απολογητικά. Καλύτερα έτσι, αν και σκέφτηκα πως δεν ήταν και τόσο ευχάριστο για τη Χάρουκα, αλλά τουλάχιστον δε θα υποχρεωθώ να γίνω ρεζίλι βγαίνοντας φωτογραφία σε ένα τέτοιου είδους καφέ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως, μάλλον βιάστηκα πολύ να χαλαρώσω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Στ’αλήθεια...δε γίνεται; Και ήθελα τόσο μα τόσο πολύ να βγάλω μια φωτογραφία με τις υπηρέτριες με αυτιά γάτας...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα θύμιζε εγκαταλελειμμένο γατάκι. Μάλλον η υπηρέτρια με τα αυτιά γάτας δεν άντεξε να βλέπει έναν πελάτη να έχει πέσει σε τέτοια κατάθλιψη, γιατί αφού σκέφτηκε λίγο είπε στη Χάρουκα, ‘Χμμ, παρακαλώ περιμένετε λίγο, ίσως υπάρχει τρόπος,’ και μετά έτρεξε προς το χώρο του προσωπικού της καφετέριας. Ευχόμουν με όλη μου την ψυχή να ξαναγυρίσει άπρακτη...αλλά πριν προλάβω να κάνω τίποτα, η υπηρέτρια με τα αυτιά γάτας ξαναγύρισε τρέχοντας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Κύριε, δεσποινίς, ελάτε μαζί μου παρακαλώ.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«;;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ξέρετε, είπα στον διευθυντή το αίτημά σας, και σας επιτρέπει να βγάλετε φωτογραφίες. Αν δεν έχετε πρόβλημα, μπορώ εγώ να βγω φωτογραφία μαζί σας. Αλλά για να μην ενοχλήσουμε τους άλλους πελάτες, θα πρέπει να πάμε στο χώρο του προσωπικού για να βγάλουμε τις φωτογραφίες...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αλήθεια; Και βέβαια δεν υπάρχει πρόβλημα. Σας ευχαριστώ πολύ.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα έγνεψε με ευγνωμοσύνη χαμογελώντας χαρούμενα, κάνοντας την υπηρέτρια με αυτιά γάτας να κοκκινίσει από ντροπή. Κατά τα φαινόμενα, το αγγελικό χαμόγελο της Χάρουκα (ακατανίκητο όπλο) ήταν αποτελεσματικό και για τα δύο φύλα. Χμμ...ίσως να είχε προστεθεί μια ακόμα γυναίκα στο φαν κλαμπ της, που αποτελούνταν κυρίως από άντρες. (Παρεμπιπτόντως, η αναλογία αντρών:γυναικών του φαν κλαμπ της Χάρουκα Νογκιζάκα στο Λύκειο Χακούτζου είναι 5:1).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όπως και να είχε, εκείνη τη μέρα, το ‘Άστρο της Νύχτας’, η υπηρέτρια με τα αυτιά γάτας κι εγώ ποζάραμε για το φακό της κάμερας (το δικό μου πρόσωπο είχε μια περίεργη γκριμάτσα), και αποκτήσαμε μια φωτογραφία που θα περνούσε και στις επερχόμενες γενιές, μόνο που δε θα το μάθαιναν γιατί ήταν πολύ ντροπιαστική για να μιλήσουμε σε κανέναν γι’αυτή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κάτω από το χαμόγελο της υπηρέτριας με τα αυτιά γάτας, άφησα το καφέ υπηρετριών εξαντλημένος. Όμως σχεδόν αμέσως, η Χάρουκα είδε πάλι κάτι που της άρεσε, και έτρεξε για την πέμπτη έκτακτη αποστολή της για εκείνη τη μέρα. Μπορούσα μόνο να καθίσω στο βρώμικο παγκάκι μπροστά στο μαγαζί, κοιτώντας με αδειανό βλέμμα τη Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α! Εσύ είσαι, Γιούτο;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μια φωνή που δε θα έπρεπε λογικά να ακούσω εδώ έφτασε ως εμένα μέσα από το πλήθος. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έκανα πως δε γνώριζα αυτό το άτομο και γύρισα από την άλλη. Όμως αυτός ο τύπος πάντα του ήταν ξεροκέφαλος και ποτέ δεν τα παρατούσε εύκολα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έι, Γιούτο...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιούτο;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α, ώστε με αγνοείς επίτηδες! Εντάξει λοιπόν, αν αυτή είναι η τακτική σου, έχω κι εγώ τη δική μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...ακούσατε, ακούσατε! Ο Αγιάσε Γιούτο, του Λυκείου Χακούτζου, Πρώτο έτος, Τάξη 1, όταν πήγαινε στο νηπιαγωγείο, μια φορά...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Εντάξει, εντάξει, Νομπουνάγκα, συγγνώμη.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Βλέποντας ότι παραδόθηκα άνευ όρων, ο παιδικός μου φίλος είπε με παιδιάστικο ύφος ‘Τώρα μάλιστα.’&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όμως...Νομπουνάγκα, τι κάνεις εσύ εδώ;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ε; Τι ερώτηση είναι αυτή; Εφόσον δεν έχω σχολείο, πάντα εδώ είμαι. Εσύ πρέπει να ξέρεις καλύτερα από όλους ότι εδώ είναι η Γη της Επαγγελίας για μένα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Σωστά, τώρα που το λες.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
...Υποθέτω πως έτσι είναι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Απλώς έτυχε να έχει μια εκδήλωση εδώ σήμερα! Όχι, για την ακρίβεια, έχει αρχίσει από χτες...Το περίεργο είναι που είσαι εσύ εδώ. Ποτέ δεν έρχεσαι μαζί μου όταν σε καλώ εδώ πέρα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δεν έρχομαι ακριβώς γιατί είναι αυτός που με προσκαλεί. Για μένα, ο συνδυασμός του εν λόγω ατόμου και αυτού του δρόμου είναι ο χειρότερος δυνατός. Ιδιαίτερα την Πρωτοχρονιά και τις γιορτές, όλοι εδώ μοιάζουν σαν να πηγαίνουν σε καμιά κηδεία ή τίποτα τέτοιο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως είχε δίκιο, δεν ήταν καμιά έκπληξη που ήταν αυτός εδώ, ήταν σαν να έβλεπες ένα ψάρι στη θάλασσα, ένα απόλυτα φυσιολογικό φαινόμενο. Γιατί πού αλλού θα ήταν ένας οτάκου αν όχι στην Ακιχαμπάρα;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το πρόβλημα ήταν, ότι είχα ξεχάσει ότι ήμουν για ψώνια μαζί με τη Χάρουκα. Ωχ, τώρα που θυμήθηκα γιατί ήμουν εγώ εδώ, πρέπει να σκεφτώ κάτι για να σώσω την κατάσταση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι συμβαίνει; Γιούτο, δε φαίνεσαι καλά.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έχω λίγο πονοκέφαλο...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Κακό αυτό, θες να σου δώσω ένα χάπι; Το μισό περιεχόμενο του χαπιού είναι η καλοσύνη μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πώς μπορεί να λέει κάτι τέτοιο σε κάποιον με πονοκέφαλο!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αλήθεια, Νομπουνάγκα, δεν έχεις κάτι να κάνεις; Μην ασχολείσαι μαζί μου, πήγαινε στη δουλειά σου!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δεν έχω να κάνω τίποτα. Η εκδήλωση τελείωσε, οπότε είμαι ελεύθερος.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Μα δε βαριέσαι να κάθεσαι εδώ μαζί μου; Μια Κυριακή έχεις, θα’πρεπε να ανοίξεις τα φτερά σου και να διασκεδάσεις όσο μπορείς!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιούτο, γιατί έχω την εντύπωση ότι προσπαθείς να με ξεφορτωθείς;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όχι, γιατί να κάνω κάτι τέτοιο...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πολύ άσχημη η κατάσταση. Πρέπει να κάνω αυτόν τον τύπο να εξαφανιστεί προτού γυρίσει η Χάρουκα αλλιώς θα μπλέξουμε άσχημα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...Όπως νομίζεις! Η εκδήλωση τέλειωσε και είμαι πτώμα, οπότε καλύτερα να πάω σπίτι να κοιμηθώ.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο νυσταγμένος Νομπουνάγκα άφησε ένα βαθύ χασμουρητό, σπάνιο πράγμα για κάποιον τόσο υγιή όσο αυτός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Επειδή η εκδήλωση άρχισε χτες, δεν έχω κλείσει μάτι από χτες. Ευτυχώς που όλα πήγαν καλά με τη διανομή, χαχαχα,»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Φαίνεται πως είναι πολύ κουρασμένος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λοιπόν, να πηγαίνω εγώ. Τα λέμε αύριο στο σχολείο, Γιούτο!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο Νομπουνάγκα ανέμισε τη χαρτοσακούλα στο δεξί του χέρι καθώς προχώραγε προς το σταθμό.&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Eirini kl</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Nogizaka_Haruka_no_Himitsu_(Greek):Volume1_Chapter2&amp;diff=102596</id>
		<title>Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek):Volume1 Chapter2</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Nogizaka_Haruka_no_Himitsu_(Greek):Volume1_Chapter2&amp;diff=102596"/>
		<updated>2011-06-26T20:42:33Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Eirini kl: /* 2 */&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;  &lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Κεφάλαιο 2&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
==&#039;&#039;&#039;0&#039;&#039;&#039;==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Ήταν μια καυτή Κυριακή του Μαΐου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στεκόμουν μπροστά από ένα κατάστημα που βρισκόταν στο μεγαλύτερο δρόμο μαγαζιών με ηλεκτρονικά στην Ιαπωνία. &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Κοιτώντας το παράξενο θέαμα μπροστά μου, δεν μπόρεσα να μην αφήσω ένα σιωπηλό αναστεναγμό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Γιατί δε βγήκε ακόμα; Τόση ώρα παίζω...» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα πανέμορφο κορίτσι μουρμούρισε με απογοήτευση στα μάτια της γέρνοντας το κεφαλάκι της στο πλάι. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αυτή η έκφραση δεν ήταν και τόσο παράδοξη, μια και το όμορφο κορίτσι είναι, κατά βάση, άνθρωπος (αν και αρκετοί θα διαφωνούσαν ως προς αυτό), και μοιάζει να βασανίζεται από ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα. Στην πραγματικότητα, το πράγμα δεν ήταν και τόσο περίπλοκο, απλώς...  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Απλώς, η ουσία του προβλήματος είναι.......το αντικείμενο που το όμορφο κορίτσι κρατούσε στο δεξί της χέρι, και το αντικείμενο μπροστά στα μάτια της. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πάλι δεν το πέτυχα...» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα ντελικάτα δάχτυλα κρατούσαν σφιχτά ένα σφαιρικό αντικείμενο κάπου 6 εκ. σε διάμετρο, που είχε βγει από ένα μηχάνημα με κερματοδέκτη. Αυτό και άλλα παρόμοια αντικείμενα έβγαιναν το ένα πίσω από το άλλο εδώ και αρκετή ώρα, από κάτι που ο απλός κόσμος αποκαλεί μηχάνημα με κάψουλες. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι παράξενο...» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κάθε φορά που τσέκαρε το παιχνίδι μέσα στην ωοειδή κάψουλα, η φωνή της Χάρουκα γινόταν όλο και πιο αδύναμη, αλλά παρόλα αυτά, το χέρι που γύριζε συνεχώς το χερούλι του μηχανήματος δεν εννοούσε να σταματήσει. Ποιος θα φανταζόταν ότι είχε τέτοια προδιάθεση για εθισμό στο τζόγο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Άλλη μια φορά...Σίγουρα θα το πετύχω την επόμενη φορά...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τέλος πάντων...Αυτό το πανέμορφο κορίτσι που έριχνε μανιωδώς κέρματα στον κερματοδέκτη του μηχανήματος με κάψουλες λες και εξαρτιόταν η ζωή της απ’αυτό προκαλούσε στους άλλους μια αφόρητη αίσθηση αντιφατικότητας. Όλοι όσοι περνούσαν δίπλα μας άθελά τους γύριζαν να κοιτάξουν το περίεργο θέαμα που παρουσιάζαμε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Χάρουκα...Αρκετά δεν έπαιξες;»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήδη υπήρχαν πάνω από δέκα κάψουλες που κυλούσαν στο έδαφος γύρω της, αλλά η Χάρουκα εξακολούθησε να κουνάει αρνητικά το κεφάλι της. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Μα η Άκι-τσαν που παίζει πιάνο δε βγήκε ακόμα...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με άλλα λόγια, δε θα φύγουμε από δω αν δε βγει η Άκι-τσαν που παίζει πιάνο; Αχ βρε Χάρουκα, μην πέφτεις στην παγίδα των ύπουλων εμπορικών τεχνασμάτων......  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κλανκ κλανκ, ακούστηκε πάλι ο μοχλός. Η Χάρουκα κοίταξε το αντικείμενο μέσα στην κάψουλα και συνοφρυώθηκε έντονα με πένθιμο ύφος.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πάλι δεν το πέτυχα...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν ήξερα πια τι να κάνω και κοιτούσα αβοήθητος τη Χάρουκα να ρίχνει το ένα κέρμα μετά το άλλο στο μηχάνημα, μόνο και μόνο για να αφήνει κάθε φορά ένα αναστεναγμό βαθύ σαν το Ρήγμα Μαριάνα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τι κάνω...Τι κάθομαι και κάνω εδώ!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ούτε εγώ ο ίδιος δεν καταλαβαίνω. Είχα μια τόσο σπάνια ευκαιρία να πάω για ψώνια με τη Χάρουκα, πώς έγινε και καταλήξαμε εδώ; Εκείνη τη στιγμή, ένιωσα μια ακατανίκητη ανάγκη να ξανασκεφτώ την απόφασή μου να ακολουθήσω το νέο δρόμο που ανοίχτηκε στη ζωή μου, που είχα πάρει πριν από ένα μήνα περίπου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πώς βρέθηκα εγώ σ’αυτή την κατάσταση;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θα πρέπει να αρχίσω...από τρεις μέρες πριν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==&#039;&#039;&#039;1&#039;&#039;&#039;==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όταν τέλειωσαν οι διακοπές της Χρυσής Εβδομάδας, όλοι στο σχολείο άρχισαν να ετοιμάζονται με φούρια για τις επερχόμενες εξετάσεις του τριμήνου. Μια μέρα, μετά το σχολείο, η καθηγήτρια μουσικής που ήταν και αναπληρώτρια υπεύθυνη καθηγήτριά μου, με είχε μισοϋποχρεώσει να κάνω το βοηθό της (για την ακρίβεια με έβαλε να καθαρίσω τις τουαλέτες του προσωπικού ολομόναχος). Όταν γύρισα στην τάξη, λαχανιασμένος από την κοπιαστική εργασία, βρήκα ένα σημείωμα στο συρτάρι του θρανίου μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αν έχεις χρόνο μετά το σχολείο, έλα στο δωμάτιο μουσικής, έχω κάτι να σου πω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πώς βρέθηκε αυτό το γράμμα στο συρτάρι μου; Ο γραφικός χαρακτήρας ήταν άψογος, δε θα μου έκανε καμία εντύπωση αν οποιοσδήποτε άλλος το περνούσε για ερωτικό ραβασάκι ή κάτι ανάλογο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχε μόνο ένα ελάττωμα αυτό το γράμμα. Ένα ζώο με μάτια δαίμονα (ήταν ζώο, σωστά;) ήταν ζωγραφισμένο δίπλα στις λέξεις. Αν ένα αθώο παιδί έβλεπε κατά τύχη αυτό το σχέδιο, η ψυχούλα του θα τραυματιζόταν ανεπανόρθωτα και θα καταλάβαινε για πρώτη φορά την απανθρωπιά του κόσμου έξω απ’το καταφύγιο του σπιτιού του. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μια ματιά μου έφτασε για να καταλάβω ποιος ήταν ο συγγραφέας του γράμματος. Μόνο ένα άτομο ήξερα που μπορούσε να φτιάχνει τέτοια σατανικά σκίτσα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έπρεπε να το περιμένω...η Χάρουκα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όπως το φαντάστηκα, η υπογραφή στο γράμμα ήταν ‘Νογκιζάκα Χάρουκα’.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είναι η συμμαθήτριά μου, η πολυτάλαντη κόρη πλούσιας και ισχυρής οικογένειας, αυτή που όλοι φωνάζουν το ‘Άστρο της Νύχτας’, το πιο διάσημο κορίτσι στο σχολείο με τριψήφιο νούμερο μελών στο φαν κλαμπ της. Μπορεί να υπάρχουν κάποιοι στο Λύκειο Χακούτζου που να μην ξέρουν το όνομα του λυκειάρχη τους, αλλά κανείς που δεν ξέρει το όνομα της Χάρουκα Νογκιζάκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί κάποιος τόσο διάσημος όσο αυτή, να καλέσει έναν κοινό θνητό σαν εμένα στο δωμάτιο μουσικής μετά το σχολείο; Επειδή ήξερα ένα μυστικό της...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κοιτάζοντας το ρολόι, είδα ότι ήταν σχεδόν πέντε το απόγευμα, κοντά μιάμισι ώρα μετά το τέλος των μαθημάτων. Αν και δεν είχα κανένα τρόπο να αποφύγω την αγγαρεία που μου φόρτωσαν, φοβόμουν πως η πριγκίπισσά μου μάλλον θα είχε ήδη πάει σπίτι αφού θα περίμενε μάταια τόση ώρα να έρθω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έτρεξα στο δωμάτιο μουσικής. Δεν ήταν ψυχή στους φωτισμένους από το ηλιοβασίλεμα διαδρόμους, και οι μόνοι ήχοι που ακούγονταν ήταν από τις αθλητικές λέσχες που έκαναν προπόνηση κάτω από τα παράθυρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν και ήταν ακόμα Μάιος, έκανε ήδη πολύ ζέστη, τόσο που ακόμα και ένα σύντομο τρέξιμο το απογευματάκι με έκανε να ιδρώνω. Έβγαλα μια πετσέτα από την τσάντα μου και σκούπισα το μέτωπό μου, αποφασίζοντας να πάρω ένα κουτάκι χυμό μάνγκο (περιορισμένη έκδοση ειδικά για το καλοκαίρι) από τους αυτόματους πωλητές αναψυκτικών. Πουφ, τι ζέστη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όταν έφτασα στην πόρτα του δωμάτιου μουσικής, μπορούσα να ακούσω ομιλίες εκτός από τον ήχο του πιάνου. Φαινόταν να είναι κόσμος μαζεμένος στο δωμάτιο μουσικής. Μη μου πεις ότι είναι κι άλλοι εδώ εκτός από τη Χάρουκα; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έσπρωξα τη χοντρή, μονωμένη πόρτα. Από την άλλη μεριά της πόρτας ήταν...ο απαγορευμένος κήπος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο πρώτος άνθρωπος που αντίκρυσα ήταν η Χάρουκα. Φυσικό ήταν, αφού αυτή ήταν που&lt;br /&gt;
με κάλεσε. Θα ήταν πρόβλημα αν δεν την έβλεπα εκεί. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως...γιατί υπήρχαν τόσα κορίτσια γύρω από τη Χάρουκα;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχαν περικυκλώσει τελείως τη Χάρουκα που έπαιζε πιάνο. Με μια πρώτη ματιά, υπήρχαν πάνω από δέκα κορίτσια από όλες τις τάξεις, από την πρώτη ως την τρίτη λυκείου. Λες να ζήλευαν τη δημοτικότητα του ‘Άστρου της Νύχτας’; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
...Μπα, αδύνατον, κανείς ποτέ δε ζηλεύει τη Χάρουκα. Κρίνοντας από τις εκφράσεις στα πρόσωπά τους καθώς κοίταζαν τα ντελικάτα δάχτυλα της Χάρουκα να χορεύουν πάνω στα πλήκτρα του πιάνου, προφανώς ξεχείλιζαν από θαυμασμό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έτσι έμενε μόνο μια απάντηση. Η Χάρουκα Νογκιζάκα, το ‘Άστρο της Νύχτας’, ήταν εξίσου δημοφιλής με τα κορίτσια όπως ήταν και με τα αγόρια. Με άλλα λόγια, στα μάτια των άλλων κοριτσιών, η Χάρουκα είχε απίστευτη επιρροή. Τόσο που απλώς παίζοντας πιάνο στο δωμάτιο μουσικής μάζευε κόσμο γύρω της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Στο τέλος του κομματιού, όλα τα κορίτσια χειροκρότησαν με ενθουσιασμό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χάρουκα-σενπάι, αυτό ήταν πολύ ωραίο κομμάτι, πως λέγεται;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αυτό ήταν το ‘Jeux d’eau’ (παιχνίδια του νερού), του Γάλλου συνθέτη Μωρίς Ραβέλ.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ουάου, μπορούσες να νιώσεις στ’αλήθεια το κυμάτισμα του νερού! Εγώ καταγοητεύτηκα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Πραγματικά μου έδωσε την αίσθηση ενός κελαρυστού ρυακιού.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τα κορίτσια αντάλλασσαν συνεπαρμένα τις απόψεις τους πάνω στο κομμάτι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Χμμ...Ώστε αυτός είναι ο κόσμος των κοριτσιών! Ένα λιβάδι με κρίνους ήταν το σκηνικό αυτού του κόσμου, που σε τραβούσε σαν μαγνήτης. Εκείνη τη στιγμή, τα κορίτσια ήταν απασχολημένα να θαυμάζουν τη Χάρουκα, κι αυτή ήταν απασχολημένη να απαντάει στις ερωτήσεις τους, κι έτσι κανείς δεν είχε προσέξει πως είχα μπει στο δωμάτιο...Κάτι που με έκανε να νιώθω παραγκωνισμένος και ασήμαντος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δεν είχα άλλη επιλογή από του να ανακοινώσω την παρουσία μου στο δωμάτιο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έι, Χάρουκα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Της έγνεψα από τη γωνιά του δωματίου. Όπως το περίμενα...τα λόγια μου άλλαξαν μεμιάς την ατμόσφαιρα στο δωμάτιο, αν και δεν ήταν αυτή η πρόθεσή μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Ποιος είναι αυτός;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Φώναξε τη Χάρουκα-σενπάι με το μικρό της, τι σχέσεις έχουν;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ο Αγιάσε είναι, από την τάξη 1...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πάνω από δέκα δολοφονικές ματιές καρφώθηκαν ταυτόχρονα πάνω μου. Μ...μήπως έκανα κάτι που δεν έπρεπε;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κρύος ιδρώτας με έλουσε, και άθελά μου έκανα ένα βήμα πίσω. Εκείνη τη στιγμή, η Χάρουκα πρόσεξε επιτέλους την παρουσία μου και μου χαμογέλασε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α, Γιούτο-σαν, ήρθες, συγγνώμη που σε έκανα να περιμένεις!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Η Χάρουκα-σενπάι τον φώναξε με το μικρό του...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Η Χάρουκα-σενπάι μοιάζει πολύ χαρούμενη...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ποιος νομίζει πως είναι για να κάνει κάτι τέτοιο!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Οι διαπεραστικές ματιές των κοριτσιών έγιναν ακόμα πιο κοφτερές, και ένιωσα σαν να με έβαλαν να γονατίσω στο χαλί από βελόνες από το ‘Θρύλο του Βασιλιά Αρθούρου’ με ένα βράχο στα γόνατά μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λυπάμαι πολύ, αλλά είχαμε κανονίσει να συναντηθούμε. Θα σταματήσουμε εδώ για σήμερα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα έκλινε απολογητικά το κεφάλι της καθώς τα κορίτσια εξέφραζαν τις αντιρρήσεις&lt;br /&gt;
τους με φωνές του τύπου ‘Όχι!’, ‘Θέλουμε να ακούσουμε κι άλλο τη σενπάι να&lt;br /&gt;
παίζει πιάνο’. Παρόλα αυτά, έφυγαν από το δωμάτιο μουσικής, μην τολμώντας να&lt;br /&gt;
αντιταχθούν στην απόφαση της Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Καθώς περνούσαν από δίπλα μου, κάποιες μου έριχναν φαρμακερά βλέμματα, κι άλλες πάλι εκτόξευαν χαμηλόφωνα μια ποικιλία θανάσιμων απειλών που ξεκινούσαν από ‘Έτσι και κάνεις τίποτα περίεργο στη Χάρουκα-σενπάι, θα σε μαχαιρώσω!», και έφταναν μέχρι ‘Να προσέχεις όταν περπατάς μόνος σου το βράδυ!’ ή και μέχρι πολύ ακραίες όπως ‘Έχε το νου σου για κανένα αδέσποτο σωλήνα με βιτριόλι!’&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Τι ήθελες να μου πεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αφού βεβαιώθηκα ότι οι Ερινύες, τα κορίτσια ήθελα να πω, είχαν όντως φύγει από το δωμάτιο (θα ήταν πολύ επικίνδυνα τα πράγματα αν δεν είχαν φύγει), μπήκα στο θέμα για το οποίο είχα έρθει ως εκεί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα χαμήλωσε το κεφάλι της και με ρώτησε ντροπαλά,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιούτο-σαν...Είσαι ελεύθερος αυτή την Κυριακή;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Την Κυριακή; Ναι, δεν έχω κανονίσει τίποτα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν και αναρωτιόμουν γιατί με ρώτησε κάτι τέτοιο η Χάρουκα, προφανώς δε μπορούσα να της πω ότι είχα να κάνω τη μπουγάδα της βλαμμένης της αδερφής μου τις Κυριακές (και γενικά τις δουλειές του νοικοκυριού). Εν τω μεταξύ, η Χάρουκα πήρε πολύ ευτυχισμένο ύφος μόλις άκουσε την απάντησή μου, και μετά μου έκανε ανήσυχα άλλη μια ερώτηση...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τ...Τότε, θα μπορούσες να βγεις μαζί μου;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Εκείνη τη στιγμή, το μυαλό μου άδειασε τελείως καθώς προσπαθούσα απεγνωσμένα να επεξεργαστώ το νόημα πίσω από τα λόγια της Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γκαχ...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτή η αναπάντεχη πρόταση είχε κυριολεκτικά βραχυκυκλώσει το μυαλό μου. Μη μου πεις πως αυτό ήταν...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ραντεβού;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα μόλις μου ζήτησε να βγούμε ραντεβού;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Όχι όχι όχι, δεν είναι αυτό, όχι ραντεβού...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα έγνεψε έντονα αρνητικά, κατακόκκινη σαν αστακός. Βλέποντας πόσο πεισματικά αρνιόταν ότι επρόκειτο για ραντεβού...ένιωσα ένα τσίμπημα απογοήτευσης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δεν είναι ραντεβού, απλώς ήθελα να αγοράσω κάτι και θα ήθελα να έρθεις μαζί μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μου εξήγησε η κατακόκκινη Χάρουκα. Αν και έχουμε εξαιρετικά καλές σχέσεις εδώ και ένα μήνα, δεν υπήρχε περίπτωση να μου ζητήσει το ‘Άστρο της Νύχτας’ να βγούμε ραντεβού. Αλλά...από την άλλη, οι περισσότεροι κάτι τέτοιο (να πάνε δυο άνθρωποι για ψώνια μαζί) δε θα το θεωρούσαν ραντεβού;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λοιπόν...Λοιπόν τι λες; Φυ...φυσικά αν δε θέλεις, δεν έχεις καμία υποχρέωση να...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όχι, εντάξει είμαι, θα έρθω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Απάντησα πιο γρήγορα κι από την ταχύτητα του φωτός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όποιος τολμούσε να αρνηθεί μια πρόσκληση από τη Χάρουκα θα του άξιζε να τον φάνε χίλιοι δαίμονες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αλήθεια;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ξαφνικά η Χάρουκα άστραψε από χαρά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Σε...σ’ευχαριστώ. Επειδή είναι η πρώτη φορά που θα πάω εκεί, δε θα ένιωθα καθόλου ασφαλής μόνη μου...Αναρωτιόμουν τι θα έκανα αν αρνιόσουν, Γιούτο-σαν.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Χμμ, για κάποιο λόγο θα δεχόμουν με μεγάλη μου χαρά. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι πετούσα στα σύννεφα από τη χαρά μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όταν λες για ψώνια, εννοείς...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όταν έκανα αυτή την κρίσιμη ερώτηση, μου απάντησε με ένα τόσο ωραίο χαμόγελο που θα έκανε κάθε έφηβο αγόρι στο δρόμο να ερωτευτεί το ‘Άστρο της Νύχτας’.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ναι, στην Ακιχαμπάρα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Εντάξει...Τα καταλάβαινα όλα τώρα. Αυτό είναι το μυστικό της Χάρουκα Νογκιζάκα. Ο παράξενος δεσμός που την ενώνει μαζί μου, η αναπάντεχη πλευρά του ‘Άστρου της Νύχτας’ που δε γνωρίζει κανείς εκτός από μένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πώς να το κάνουμε...η Χάρουκα Νογκιζάκα...είναι οτάκου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==&#039;&#039;&#039;2&#039;&#039;&#039;==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κι έτσι ήταν που αποφάσισα πώς θα περνούσα εκείνη την Κυριακή μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Για να είμαι ειλικρινής, δεν ήμουν και τόσο ενθουσιασμένος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Φυσικά, δεν ήταν ότι δεν ήθελα να περάσω την Κυριακή παρέα με τη Χάρουκα. Θα έπρεπε να πετάω από χαρά γι’αυτή της την πρόσκληση, μια που έτσι θα περνούσα την Κυριακή μόνος μου με το ‘Άστρο της Νύχτας’, κάτι που ήταν σαφώς καλύτερο από το να πλένω ρούχα στο σπίτι. Και η Χάρουκα είναι πανέμορφη, άρα θα έπρεπε να είμαι στον έβδομο ουρανό και μόνο που θα ήμουν μαζί της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο λόγος για την έλλειψη ενθουσιασμού μου ήταν ότι μέχρι σήμερα είχα μόνο κακές αναμνήσεις από την Ακιχαμπάρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Εκείνη η μέρα ήταν η τρίτη φορά στη ζωή μου που βρισκόμουν στην Ακιχαμπάρα. Οι δυο προηγούμενες φορές ήταν μάλλον οδυνηρές εμπειρίες, και λίγα λέω...βέβαια γι’αυτό δεν έφταιγε η Ακιχαμπάρα αλλά ο ηλίθιος που με κουβάλησε εκεί. Όμως οι τραυματικές αναμνήσεις που είχα από τις δυο πρώτες επισκέψεις μου στην Ακιχαμπάρα δεν ήταν δυνατό να φύγουν τόσο εύκολα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Την πρώτη φορά που είχα έρθει εδώ πήγαινα στην πρώτη δημοτικού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τότε είχα δεχτεί την πρόσκληση του Νομπουνάγκα, και άφησα την ασφάλεια του σπιτιού μου για να έρθω σ’αυτό τον πελώριο δρόμο με τη διάθεση να ζήσω την περιπέτεια. Όμως μόλις μια ώρα αργότερα, είχα μετανιώσει πικρά γι’αυτή μου την απόφαση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί χάθηκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ήμουν ολομόναχος μέσα στον πολύβουο, κατάμεστο από ανθρώπους δρόμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο λόγος γι’αυτό ήταν απλούστατα ότι ο τύπος που με είχε φέρει μέχρι εκεί ξέχασε εντελώς την ύπαρξή μου με το που έτρεξε να αγοράσει τα πράγματα που ήθελε. Είχαμε την ίδια ηλικία, όμως αυτός στην Ακιχαμπάρα ένιωθε σαν στο σπίτι του, ενώ εγώ από την άλλη έχασα τελείως τον προσανατολισμό μου μόλις βρέθηκα εκεί (κάτι που μου συμβαίνει αρκετά συχνά), κι έτσι δεν άργησα να χαθώ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κι αφού είχα χαθεί, προφανώς δε μπορούσα να βρω το δρόμο για το σταθμό του τραίνου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μετά από δυο ατέλειωτες ώρες κλαυθμού και οδυρμού, με περιμάζεψε ένας αστυνομικός και με βοήθησε να πάω σπίτι μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η δεύτερη φορά ήταν μετά από λίγα χρόνια, όταν πήγαινα στην έκτη δημοτικού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν και είχα ορκιστεί να μην ξαναπατήσω ποτέ στην Ακιχαμπάρα, για μια ακόμα φορά δέχτηκα την πρόσκληση του φίλου μου. Και για μια ακόμα φορά ο τύπος με παράτησε στα κρύα του λουτρού την ώρα που ψωνίζαμε. Εκείνες οι ώρες είναι μια πολύ σκοτεινή περίοδος της ζωής μου ακόμα και τώρα, παρόλο που εκείνη τη φορά κατάφερα να βρω μόνος μου το δρόμο για το σπίτι μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Και γι’αυτό ακόμα και τώρα έχω ένα αίσθημα φόβου και ανασφάλειας γι’αυτό το δρόμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχαμε συμφωνήσει να συναντηθούμε μπροστά στο σταθμό του τραίνου στην Ακιχαμπάρα. Επειδή ήταν Κυριακή, ο σταθμός ήταν πλημμυρισμένος από κόσμο. Α ναι, η Χάρουκα είχε πει ότι ήταν η πρώτη φορά που πήγαινε στην Ακιχαμπάρα. Ξαφνιάστηκα όταν το άκουσα, αλλά όταν το ξανασκέφτηκα, δεν ήταν και τόσο περίεργο. Στον ένα μήνα της γνωριμίας μας, γνώριζα ήδη καλά ότι η Χάρουκα ήταν μια όμορφη, έξυπνη, καλόκαρδη και ταλαντούχα κόρη πλούσιας και ισχυρής οικογένειας, πράγμα που σήμαινε ότι σαν οτάκου δεν είχε μεγάλη εμπειρία, αλλά μπορούσα να καταλάβω ότι οι δυνατότητες εξέλιξής της στον τομέα αυτό ήταν μεγαλύτερες κι από το Έβερεστ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όπως ήμουν χαμένος στις σκέψεις μου...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Περιμένεις πολλή ώρα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κατά φωνή, όσο εγώ ήμουν απορροφημένος από τις σκέψεις μου, η Χάρουκα είχε ήδη φτάσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Με συγχωρείς, προσπάθησα να είμαι στην ώρα μου...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όχι, δεν άργησες, εγώ ήρθα νωρίς.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αλήθεια έλεγα. Για να είμαι ακριβής, ανυπομονούσα τόσο να περάσω τη μέρα με τη Χάρουκα, που σηκώθηκα από τα άγρια χαράματα. Ήμουν ενθουσιασμένος σαν σχολιαρόπαιδο πριν την εκδρομή του σχολείου. Επειδή ντρεπόμουν λιγάκι γι’αυτό, δεν τόλμησα να το πω στη Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως ακόμα κι έτσι!!!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Μμ...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σήμερα ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα τη Χάρουκα με τα καθημερινά της ρούχα...Πώς να την περιγράψω; Είναι πραγματικά απίστευτα χαριτωμένη. Μια λευκή κορδέλα ήταν δεμένη γύρω από τα μεταξένια μακριά μαλλιά της, και φορούσε ένα λευκό φόρεμα δυτικού τύπου και μια κρεμ ζακετούλα, στ’αλήθεια ήταν η απόλυτη ενσάρκωση μιας κόρης πλούσιας και ισχυρής οικογένειας.  Τα ρούχα αυτά ενίσχυαν τη γοητεία της τουλάχιστον 2.5 φορές περισσότερο συγκριτικά με τις άλλες κόρες πλουσίων οικογενειών (προσωπική μου άποψη αυτό). Κάθε εκατοστό της ύπαρξής της ανέδινε αριστοκρατικότητα.......Αχ! δεν είχα λόγια για την περιγράψω, γι’αυτό ας πούμε απλώς πως ήταν αρκετά χαριτωμένη για να μαγέψει ολόκληρο το γαλαξία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι...Τι συμβαίνει; Θα με κάνεις να ντραπώ αν συνεχίσεις να με κοιτάς έτσι...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α, συγγνώμη.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ανίκανος να αντισταθώ, την κοιτούσα σαν χαμένος. Όμως ο τρόπος που η Χάρουκα ανασήκωσε τις γωνίες των ματιών της και με κοίταξε κοκκινίζοντας ήταν τόσο γλυκός...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όχι, δε μπορώ να συνεχίσω με τις φαντασιώσεις! Φοβάμαι πως θα πάθω καμιά εγκεφαλική βλάβη αν συνεχίσω έτσι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κούνησα βίαια το κεφάλι μου, αποδιώχνοντας όλες τις προηγούμενες σκέψεις μου. Η Χάρουκα από την άλλη, με κοίταξε ανήσυχα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Έχω τίποτα; Είναι η πρώτη φορά που φοράω αυτό το φόρεμα...Μήπως είναι άσχημο;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όχι, και βέβαια όχι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Και βέβαια δεν συνέβαινε τίποτα τέτοιο, το φόρεμα ταίριαζε τέλεια στη Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα μπορεί να μην το είχε αντιληφθεί, αλλά απ’την ώρα που εμφανίστηκε, όλα&lt;br /&gt;
τα μάτια (ιδίως των αντρών) είχαν καρφωθεί πάνω της. Με κάθε ειλικρίνεια, όπου&lt;br /&gt;
κι αν πήγαινε η Χάρουκα, πάντα θα ήταν το κέντρο της προσοχής του κόσμου. Πάντα&lt;br /&gt;
ξεχώριζε, σαν ένας υπέροχος κύκνος μέσα σ’ένα κοπάδι από ασχημόπαπα (εμού&lt;br /&gt;
συμπεριλαμβανομένου).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Πάμε!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α,ναι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Ακούγοντας την πρότασή μου, η Χάρουκα χαμογέλασε ντροπαλά καθώς το φόρεμά της ανέμιζε ελαφρά στον άνεμο. Αυτή η απλή κίνηση έκανε τους πάντες γύρω της να αναστενάξουν με θαυμασμό, γιατί ήταν..........πολύ πολύ πολύ πολύ πολύ πολύ χαριτωμένη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τι τυχερός που είμαι που μπόρεσα να την δω έτσι! Φώναξα από μέσα μου καθώς ξεκινούσα μαζί με τη Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Νομίζω πως πρέπει να εξηγήσω το λόγο για την εξόρμησή μας στην Ακιχαμπάρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όχι, θέλω να πω, προφανώς ήρθαμε για να αγοράσουμε κάτι. Απλώς θα ήθελα να περιγράψω με περισσότερες λεπτομέρειες τι ήταν αυτό που θέλαμε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτή ήταν λίγο πολύ η συζήτηση που είχα με τη Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Να...θέλω να πάρω ένα ασημί Portable Toys Advance.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το ‘Portable Toys Advance’ που ανέφερε η Χάρουκα ήταν μια πολύ δημοφιλής φορητή παιχνιδομηχανή, που για συντομία συνήθως την αποκαλούσαν ‘ΡΤΑ’.  Από όσο ήξερα, το ασημί ΡΤΑ ήταν ένα εξαιρετικά σπάνιο μοντέλο περιορισμένης έκδοσης, κάτι που ακόμα κι ο Νομπουνάγκα θα ήθελε να αποκτήσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τότε καλύτερα να πάμε σε ένα κατάστημα παιχνιδιών, έτσι δεν είναι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Σωστά, νομίζω πως οποιοδήποτε κατάστημα παιχνιδιών ή ηλεκτρονικών θα πρέπει να το έχει. Δεν είμαι και πολύ σίγουρη δηλαδή, απλώς σου λέω τι έγραφε το περιοδικό.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δεν είναι και πολύ αξιόπιστη τελικά...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τότε πάμε να κοιτάξουμε στα καταστήματα ηλεκτρονικών, μια που σχεδόν όλα τα καταστήματα σ’αυτό το δρόμο είναι καταστήματα ηλεκτρονικών...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Εδώ που τα λέμε, πιο δύσκολο θα ήταν να βρούμε ένα κατάστημα σ’αυτό το δρόμο που να μην είναι κατάστημα ηλεκτρονικών.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λοιπόν ας ξεκινήσουμε από το κατάστημα ηλεκτρονικών σ’αυτή τη γωνία, εντάξει;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Και πήγα να μας οδηγήσω προς τη σωστή κατεύθυνση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α, περίμενε μια στιγμή.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η πρότασή μου απορρίφθηκε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...ξέρεις, έχω ετοιμάσει κάτι ειδικά για σήμερα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα ψαχούλεψε για λίγο στην τσάντα της και μετά έβγαλε από μέσα δυο&lt;br /&gt;
κομμάτια χαρτί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...Γιούτο-σαν, αυτό είναι το δικό σου, ελπίζω να σου φανεί χρήσιμο...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Τι είναι αυτό;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Οδηγός για ψώνια.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα χαμογέλασε περήφανα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αχά...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τι στο καλό ήταν αυτό;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αυτός είναι ένας οδηγός που έφτιαξα ειδικά για σήμερα. Έχω υπολογίσει ήδη τα μέρη που θα επισκεφτούμε, τη διαδρομή που θα ακολουθήσουμε, και την αναμενόμενη ώρα άφιξής μας σ’αυτό το χαρτί, οπότε είναι ένας γενικός χάρτης. Έφαγα τρεις ώρες για να φτιάξω αυτό τον οδηγό, χε χε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα γέλασε σεμνότυφα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ώστε ήταν χάρτης τελικά. Ήταν καλή ιδέα να σχεδιάσει από πριν το πρόγραμμά μας, αλλά αφού έριξα μια ματιά στις μπερδεμένες γραμμές που θύμιζαν έντονα πύθωνες που πάλευαν, δεν ήμουν και τόσο σίγουρος ότι θα μπορούσε αυτό το πράγμα να περάσει για χάρτης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Προσπάθησα να μη φανερώσω τις ανησυχίες μου καθώς ανασήκωσα τον οδηγό για να τον δω καλύτερα. Αν και είχα χάσει κάθε ελπίδα σε ό,τι αφορούσε το χάρτη, τα άλλα μέρη φαινόντουσαν σωστά φτιαγμένα, οπότε λογικά δε θα χανόμασταν με βάση τις πληροφορίες που ήταν γραμμένες εκεί. Εφόσον θα μπορούσαμε να φτάσουμε στον προορισμό μας χωρίς απρόοπτα, δε νομίζω να υπήρχε κανένα πρόβλημα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σύμφωνα με το πρόγραμμα του οδηγού, η Χάρουκα είχε βάλει την αγορά του ΡΤΑ (γύρω στις 5 το απόγευμα) σαν την τελευταία δραστηριότητα της ημέρας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιατί έβαλες το πιο σημαντικό πράγμα τελευταίο στο πρόγραμμα; Αν θέλεις στ’αλήθεια να το αγοράσεις, δεν πρέπει να το αναζητήσεις νωρίτερα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχα την εντύπωση ότι ο μέσος Ιάπωνας προσπαθούσε συνήθως να αποκτήσει το αντικείμενο που είχε βάλει στόχο το συντομότερο δυνατό. Ίσως όμως η Χάρουκα να είχε άλλους σκοπούς όταν το έβαλε τελευταίο στο πρόγραμμα, μπορεί να της αρέσει να αφήνει το καλύτερο για το τέλος;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Απαντώντας στην ερώτησή μου, η Χάρουκα μισόκλεισε παιχνιδιάρικα τα μάτια της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αν το πάρουμε στην αρχή της ημέρας, αυτό θα σήμαινε ότι το ταξίδι μας θα έχει τελειώσει. Και είναι κάτι που περίμενα με τόση λαχτάρα...θα είναι κρίμα να τελειώσει έτσι γρήγορα. Κι έπειτα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Κι έπειτα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Κι έπειτα...νομίζω πως είναι καλύτερα να αφήσουμε την πιο σημαντική δραστηριότητα για το τέλος της ημέρας.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Φαίνεται πως η Χάρουκα είναι απ’αυτούς που αφήνουν το καλύτερο μέρος για το τέλος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όπως και να είχε, η αγορά του ΡΤΑ ήταν ο κύριος στόχος της ημέρας. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως πριν απ’τον κύριο στόχο, φαινόταν πως είχαμε αρκετούς δευτερεύοντες στόχους να εκπληρώσουμε. Έτσι οι δυο μας αρχίσαμε τα ψώνια μας στην Ακιχαμπάρα ακολουθώντας το πρόγραμμα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτό το μέρος...είναι όπως πάντα γεμάτο κόσμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όπου και να γυρίζαμε, βλέπαμε πόστερ από άνιμε και βιντεοπαιχνίδια, ακόμα και μερικές διαφημίσεις σε φυσικό μέγεθος. Εδώ ήταν σαν να περνούσες σε άλλη διάσταση, σου έδινε την αίσθηση ενός τελείως διαφορετικού κόσμου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...Θα στρίψουμε αριστερά σ’αυτή τη διασταύρωση, θα προχωρήσουμε ευθεία για λίγο, και μετά θα στρίψουμε δεξιά...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα κοιτούσε το χάρτη καθώς με οδηγούσε μέσα απ’αυτό τον περίεργο καινούριο&lt;br /&gt;
κόσμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
...Μα πώς τον διαβάζει αυτό το χάρτη; Εμένα αυτός ο χάρτης μου θύμιζε όλο και περισσότερο χέλια με στομάχια μπλεγμένα μεταξύ τους, και ασφαλώς χρειαζόταν κάποιου είδους ταλέντο για να μπορέσει κανείς να σχεδιάσει κάτι τέτοιο. Ωστόσο, χρειαζόταν ακόμα μεγαλύτερο ταλέντο για να μπορέσει κανείς να αποκρυπτογραφήσει αυτό το χάρτη...Αν και εγώ προσωπικά δε θα ήθελα ποτέ να έχω ένα τέτοιο ταλέντο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Και αφού στρίψουμε δεξιά εδώ, πρέπει να δούμε ένα άσπρο κτίριο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Χάρη στη Χάρουκα, δε χαθήκαμε και φτάσαμε με ασφάλεια σε καθένα από τους προορισμούς μας, εκπληρώνοντας σύντομα όλους τους δευτερεύοντες στόχους μας (ψώνια σε μαγαζιά άνιμε, αγορά ειδών οτάκου κλπ.). Τώρα πηγαίναμε για τον τέταρτο στόχο μας – ένα βιβλιοπωλείο άνιμε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Καθώς διασχίζαμε τον τεράστιο δρόμο, πέσαμε πάνω σε πολλές μικρές ομάδες ανθρώπων. Υπήρχαν κάπου τριάντα σαράντα άνθρωποι που σχημάτιζαν ουρές έξω από κάποια μαγαζιά. Ίσως να συμμετείχαν σε κάποια εκδήλωση; Μια τόσο ζεστή μέρα, χαρά στο κουράγιο τους. Θα ήθελα να τους κρατήσω τη θέση στην ουρά να πάρουν μια ανάσα για λίγο. Αλλά βέβαια, αυτό δεν ήταν δυνατό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Καθώς τους κοίταζα,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αχ! Αυτό είναι!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα, που στεκόταν δίπλα μου, ξαφνικά έφυγε τρέχοντας. Αχ, όχι πάλι! Στόχος της&lt;br /&gt;
ήταν ακόμα ένα κατάστημα, και μπορούσα μόνο να κοιτάζω σιωπηλά την&lt;br /&gt;
ενθουσιασμένη της σιλουέτα που έτρεχε ολοταχώς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ήταν ήδη η τρίτη φορά που συνέβαινε αυτό, οπότε δεν με ξάφνιαζε πλέον.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αργά αργά κατευθύνθηκα προς τα κει που είχε πάει η Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα είχε κολλήσει ολόκληρη πάνω στη βιτρίνα του μαγαζιού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι όμορφη...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η ματιά της ήταν καρφωμένη σε μια φιγούρα ενός κοκκινομάλικου κοριτσιού που έπαιζε πιάνο (η τιμή του ήταν πανάκριβη, εικοσιπέντε χιλιάδες γεν.......) Το ύφος της ήταν σαν ενός νεαρού που περνάει κάθε μέρα από το οργανοπωλείο για να χαζέψει την αγαπημένη του τρομπέτα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα ορμούσε σαν ταύρος μπροστά στο κόκκινο πανί κάθε φορά που έβλεπε κάτι&lt;br /&gt;
που της άρεσε, αγνοώντας οτιδήποτε συνέβαινε γύρω της. Ακόμα και μένα δίπλα της&lt;br /&gt;
με ξεχνούσε εντελώς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γι’αυτό και αρκετές φορές ήδη είχα βρεθεί σε μια άβολη κατάσταση κατά την οποία κουβαλούσα κάμποσες τσάντες πράγματα αλλά με είχε εγκαταλείψει η συνοδός μου, κάτι που μου έδινε μια αίσθηση κενού και μοναξιάς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί είμαι εδώ; Άρχισα να αναρωτιέμαι το λόγο της ύπαρξής μου εδώ...Όμως όσο περνούσε η ώρα, σιγά σιγά συμφιλιώθηκα μ’αυτό το αίσθημα κενού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δεν είναι ένα είδος ευτυχίας που μπορώ να δω κάτι τόσο χαριτωμένο;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ωστόσο, δε με πείραζε και τόσο η εγκατάλειψή μου από τη Χάρουκα τώρα που έβλεπα πόσο ευτυχισμένη ήταν, κάτι που σίγουρα δε θα έβλεπα ποτέ στο σχολείο. Γιατί και μόνο που έβλεπα ένα τόσο αθώο και χαρούμενο ‘Άστρο της Νύχτας’ ήταν η καλύτερη ανταμοιβή για μένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μετά από ένα τέταρτο, η Χάρουκα ακόμα δεν έδειχνε διατεθειμένη να ξεκολλήσει από τη βιτρίνα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Εμμ...αν σου αρέσει τόσο, γιατί δεν το αγοράζεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν συνεχιστεί αυτό, θα παρεμποδίσουμε τη λειτουργία του καταστήματος. Όμως όταν έκανα αυτή την πρόταση στη Χάρουκα, μου απάντησε με θλιμμένο ύφος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Υπάρχουν τόσα που θέλω να αγοράσω, αλλά...δεν έχω αρκετά χρήματα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χρήματα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ποιος θα το περίμενε ότι η κόρη μιας οικογένειας πιο πλούσιας κι απ’τον αυτοκράτορα θα έλεγε ποτέ κάτι τέτοιο. Κρίνοντας από τον τρόπο ζωής τους, το χαρτζηλίκι της Χάρουκα πρέπει να ήταν τουλάχιστον ένα εκατομμύριο γεν το μήνα, και το δώρο της για την Πρωτοχρονιά τουλάχιστον πέντε εκατομμύρια γεν, σωστά;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όταν τη ρώτησα σχετικά,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ό...όχι, κάθε άλλο!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα κούνησε έντονα αρνητικά το κεφάλι της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Το χαρτζηλίκι μου είναι πολύ μικρό...Με μεγάλη δυσκολία καταφέρνω να βάζω στην άκρη λίγα χρήματα κάθε μήνα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δηλαδή πόσα σου δίνουν το μήνα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ήθελα να μάθω περισσότερα, για να ξέρω για άλλη φορά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Να...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το ποσό που βγήκε από τα χείλη της Χάρουκα παραδόξως δεν διέφερε και πολύ από το δικό μου χαρτζηλίκι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αυτό κι αν είναι έκπληξη...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχα πραγματικά εκπλαγεί. Η μεγαλύτερη κόρη της πλούσιας και ισχυρής οικογένειας Νογκιζάκα να παίρνει περίπου το ίδιο χαρτζηλίκι με το γιο της μικροαστικής οικογένειας Αγιάσε, που δεν ήξερε ούτε το γενεαλογικό της δέντρο πέρα από λίγες γενιές, αυτό ήταν κάτι που θα ξάφνιαζε τον καθένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ο πατέρας μου είναι πολύ αυστηρός...Για σήμερα μόνο, έβγαλα μέχρι και το μονάκριβο χαρτονόμισμά μου των δέκα χιλιάδων γεν από το κουτί με τις οικονομίες μου...ακόμα και το γουρουνάκι μου πήγε να συναντήσει τον Κύριο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γουρουνάκι...Τον κουμπαρά της εννοούσε;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γι’αυτό δεν μπορώ να ξοδέψω τα χρήματά μου ασυλλόγιστα...Δεν πειράζει, χαίρομαι και μόνο που το κοιτάζω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα γέλασε χαρούμενα. Στ’αλήθεια καταφέρνει πάντα να κερδίζει τη στοργή των άλλων και μόνο μ’αυτό. Χάρουκα, σου υπόσχομαι να σ’αφήσω να κοιτάξεις τη βιτρίνα όσο θες (τουλάχιστον μέχρι να έρθουν οι υπάλληλοι να μας διώξουν)!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Και έτσι, μείναμε για άλλα δέκα λεπτά περίπου μπροστά στη βιτρίνα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Σ’ευχαριστώ που με άφησες να ζήσω μια τόσο υπέροχη εμπειρία.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Επιτέλους η Χάρουκα ικανοποιήθηκε. Όμως, πάνω που ετοιμαζόμασταν να ξεκινήσουμε για τον επόμενο προορισμό μας...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αχ!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πάλι κάτι τράβηξε την προσοχή της Χάρουκα, και όρμησε στο πλάι του κεντρικού δρόμου για τέταρτη φορά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτή τη φορά, ο στόχος της ήταν ένα κατάστημα που πουλούσε είδη άνιμε. Ωστόσο δεν μπήκε στο κατάστημα, αλλά πήγε γραμμή σε κάτι ορθογώνια αντικείμενα που ήταν παραταγμένα απέξω. Α! Ήταν αυτόματοι πωλητές που έβγαζαν κάψουλες, σωστά; Πόσες αναμνήσεις, θυμάμαι που πήγαινα όλη την ώρα σε τέτοια μηχανήματα όταν ήμουν στο δημοτικό. Οι κάψουλες περιείχαν πλαστικές φιγούρες με ήρωες άνιμε και ορισμένους μπρατσωμένους υπερήρωες που αγαπούσα, και αν έψαχνα τα παλιά μου πράγματα, σίγουρα θα ξέθαβα αρκετές τέτοιες φιγούρες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αυτά είναι που έλεγες, έτσι δεν είναι; Αν βάλεις ένα κέρμα θα βγει μια κάψουλα...Α! Αυτή δεν είναι η ‘Αδέξια Άκι-τσαν’;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
...Κάπου το είχα ξανακούσει αυτό το όνομα. Το ορθογώνιο κουτί που έδειχνε η Χάρουκα με το δάχτυλό της είχε τη φωτογραφία της φιγούρας ενός γνώριμου κοριτσιού με μπλε μαλλιά που έπαιζε πιάνο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αυτό είναι...πολύ χαριτωμένο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα είχε μια παιδιάστικη έκφραση στα μάτια της. Αισθάνθηκα ότι τα ενδιαφέροντά της μου ήταν όλο και πιο οικεία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιατί δεν το δοκιμάζεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτό ήταν διαφορετικό από αυτό που κοιτούσε μόλις πριν από λίγο, γι’αυτό δε φανταζόμουν να ήταν πρόβλημα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ; Να το δοκιμάσω; Εννοείς να δοκιμάσω αυτό το μηχάνημα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ακριβώς.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...Αλλά...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Την ενθάρρυνα να δοκιμάσει το μηχάνημα, αλλά για κάποιο λόγο που δεν καταλάβαινα, η Χάρουκα δίσταζε πολύ να δεχτεί την πρότασή μου. Α! Λες να μην την ενδιαφέρουν αυτά τα πράγματα;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Απαντώντας στην ερώτησή μου, η Χάρουκα είπε με σιγανή φωνή,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Εμμ...Για να σου πω την αλήθεια, είναι η πρώτη φορά που δοκιμάζω κάτι τέτοιο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Η πρώτη σου φορά;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η πρώτη φορά που έπαιζε με μηχάνημα για κάψουλες;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ναι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα έγνεψε ντροπαλά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Σήμερα είναι η πρώτη φορά που είδα κάτι τέτοιο, και επίσης η πρώτη μου επαφή μαζί του. Χμμ...Πώς να το πω...Αυτή πρέπει να είναι η πρώτη μου εμπειρία, σωστά; Γι’αυτό ανησυχώ λίγο...θα τα καταφέρω άραγε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η λέξη που χρησιμοποίησε δεν ήταν και τόσο λάθος, ωστόσο θα προτιμούσα να σταματήσει να μιλάει για την πρώτη της εμπειρία μεσημεριάτικα με τόσο κόσμο τριγύρω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τ...τι νομίζεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...μάλλον έχεις δίκιο. Πάντως δεν είναι και τίποτα δύσκολο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Απλώς ρίχνεις το κέρμα και γυρίζεις το χερούλι να βγει η κάψουλα. Ακόμα και παιδάκια του νηπιαγωγείου μπορούν να το κάνουν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λες, ε; Τότε να κάνω μια προσπάθεια.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα φάνηκε επιτέλους να το παίρνει απόφαση. Έβγαλε το πορτοφόλι της από την τσάντα της και πλησίασε το μηχάνημα με δέος ανάλογο με ενός μεσόκοπου, άσχετου με την τεχνολογία υπαλλήλου όταν αντικρίζει τον τελευταίο μοντέλο υπολογιστή της εταιρείας πάνω στο γραφείο του. Μάλλον θα χρειαστεί να την παρακολουθώ διακριτικά για λίγο...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α...αχ; Αχ; Περίεργο...τι συμβαίνει;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ξαφνικά, η Χάρουκα πήρε μπερδεμένο ύφος. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι τρέχει;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιούτο-σαν...Είναι χαλασμένο το μηχάνημα; Δεν μπορώ να βάλω χρήματα μέσα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δε φαίνεται χαλασμένο...Άσε με να ρίξω μια ματιά.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πλησίασα για να δω καλύτερα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μόνο όταν πλησίασα είδα ότι η Χάρουκα προσπαθούσε να χώσει ένα χαρτονόμισμα των δέκα χιλιάδων γεν στο άνοιγμα για κέρματα. Χάρουκα, ξεφτέρι μου, δε θα μπορούσες ποτέ να χώσεις ένα χαρτονόμισμα σε άνοιγμα για κέρματα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«;;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Χάρουκα, δε μπορείς να χρησιμοποιήσεις χαρτονομίσματα σ’αυτά τα μηχανήματα, δέχονται μόνο κέρματα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α ναι; Αλήθεια;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Ναι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σε ικετεύω, μην κάνεις τέτοιες ερωτήσεις σαν να μην τρέχει τίποτα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Κατάλαβα, δέχονται μόνο κέρματα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα άνοιξε για άλλη μια φορά το πορτοφόλι της, μόνο και μόνο για να κατσουφιάσει, σαν να έχει το αγαπημένο της φαγητό μπροστά της και να μην μπορεί να το φάει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Δεν έχω κέρματα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Θα σου δανείσω εγώ!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν συνεχίσουμε έτσι, ένας Θεός ξέρει πότε η Χάρουκα θα γυρίσει επιτέλους το χερούλι του μηχανήματος, γι’αυτό της έκανα αυτή την πρόταση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Συγγνώμη για την αναστάτωση.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έβαλα ένα χαρτονόμισμα των χιλίων γεν στο μηχάνημα ανταλλαγής κερμάτων και πήρα σε αντάλλαγμα δέκα κέρματα των εκατό γεν. Καθώς κοίταζα τη μετατροπή του χαρτονομίσματός μου σε κέρματα, είχα την αίσθηση ότι τα χρήματά μου είχαν χαθεί, μια που, στο τέλος τέλος, είμαι ένας συνηθισμένος τσιγκούνης κάτοικος μεγαλούπολης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έλα, πάρτα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ε...Ευχαριστώ.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα πήρε νευρικά ένα κέρμα των εκατό γεν από το χέρι μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Και κάπως έτσι η Χάρουκα ξεκίνησε την πρώτη της εμπειρία με τα μηχανήματα για κάψουλες...Αν και...εγώ είχα ένα προαίσθημα ότι αυτή η πρώτη εμπειρία θα ήταν μάλλον επικίνδυνη γι’αυτήν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Φοβόμουν πως θα εθιστεί στο μηχάνημα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Από προηγούμενες εμπειρίες, ήξερα ότι οποιοσδήποτε χρησιμοποιούσε μηχανήματα για κάψουλες, ήταν εξαιρετικά δύσκολο να σταματήσει από τη στιγμή που είχε διαλέξει ένα στόχο. Αν δεν αποκτούσε το αντικείμενο που είχε βάλει στο μάτι, ο χρήστης του μηχανήματος συχνά δεν κατάφερνε να σταματήσει να παίζει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν ο χρήστης είναι παιδί του δημοτικού, τα πράγματα δεν είναι και τόσο άσχημα, γιατί όσο και να θέλει να συνεχίσει να παίζει, θα αναγκαστεί να σταματήσει όταν του τελειώσουν τα χρήματα. Με άλλα λόγια, τα πορτοφόλια των παιδιών του δημοτικού είναι από μόνα τους περιορισμός. Αν τη στιγμή που ξεμείνει από κέρματα, κάποιος δίπλα στο παιδάκι του δημοτικού κατά σύμπτωση πετύχει τη φιγούρα που ήθελε, το παιδί κατά πάσα πιθανότατα θα βάλει τα κλάματα εκεί επιτόπου. Όμως, αφού περάσει αμέτρητες παρόμοιες δοκιμασίες και βάσανα, το παιδί του δημοτικού τελικά θα μεγαλώσει και θα ωριμάσει...Αλλά για στάσου, νομίζω πως έφυγα απ’το θέμα μας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τέλος πάντων, αυτό που θέλω να πω είναι ότι, αν αυτός που παίζει είναι ένας μαθητής λυκείου με σημαντικά μεγαλύτερο πορτοφόλι, πώς θα εξελιχτεί η κατάσταση;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Και μόνο που σκέφτηκα την πιθανή κατάληξη με έπιασε πονοκέφαλος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν και ευχόμουν με όλη μου την ψυχή να έκανα λάθος στις προβλέψεις μου, η πραγματικότητα είναι ανελέητη...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όπως το περίμενα, για να πετύχει η Χάρουκα το αντικείμενο-στόχο της (την ‘Αδέξια Άκι-τσαν’ που έπαιζε πιάνο), έστειλε τέσσερις Νατσούμε Σοσέκι (χαρτονομίσματα των χιλίων γεν) να συναντήσουν τον Κύριο, ενώ οι άδειες κάψουλες κυλούσαν στο έδαφος γύρω μας σαν βότσαλα στην όχθη ενός ποταμού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==&#039;&#039;&#039;3&#039;&#039;&#039;==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και μετά ήταν ώρα για μεσημεριανό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σύμφωνα με το πρόγραμμά μας, το μέρος όπου θα τρώγαμε μεσημεριανό ήταν ένα εστιατόριο που λεγόταν ‘Calotte-culotte’.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι είδους εστιατόριο είναι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μπορεί να ήταν οικογενειακό εστιατόριο, αλλά ήταν αδύνατο καταλάβω περισσότερα από το όνομά του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα μου χάρισε ένα μυστηριώδες χαμόγελο, σαν να περίμενε εδώ και πολλή ώρα αυτή την ερώτηση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Είναι ένα καφέ για το οποίο διάβασα σε ένα περιοδικό, ένα μέρος στο οποίο ήθελα να έρθω εδώ και πολύ καιρό. Αυτή είναι η δεύτερη πιο σημαντική δραστηριότητα της μέρας, γι’αυτό να την περιμένεις με ανυπομονησία!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η δεύτερη πιο σημαντική δραστηριότητα της μέρας; Χμμ, τώρα που το ξανακοίταζα, υπήρχε ένα μικρό σύμβολο σε σχήμα λουλουδιού δίπλα στο όνομα του καφέ, που δεν είχα προσέξει πριν (ή είχα υποσυνείδητα διαγράψει από το οπτικό μου πεδίο). Κι ακόμα, ένα ‘τέρας’ ήταν σχεδιασμένο δίπλα στο μεγάλο κατάστημα ηλεκτρονικών που ήταν ο αντικειμενικός σκοπός του ταξιδιού μας. Αυτό το ‘τέρας’ είχε μια γενειάδα μυτερή σαν βελόνα, κοφτερά νύχια και κατακόκκινα μάτια...Μάλλον η Χάρουκα προσπάθησε να ζωγραφίσει μια γάτα, σωστά;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λαλαλα...♪»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα σιγοτραγουδούσε το σκοπό της ‘Προσευχής μιας Νεαρής Παρθένας’ καθώς προχωρούσε χοροπηδώντας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως εγώ δεν μπορούσα να χαλαρώσω. Με είχε κυριεύσει μια ακατανόητη δυσάρεστη αίσθηση, σαν την ξαφνική εμφάνιση σύννεφων βροχής, μαζί με αστραπόβροντα και κεραυνούς μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Φτάσαμε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η φωνή της Χάρουκα με επανέφερε στην πραγματικότητα. Φαίνεται πως είχαμε φτάσει στον προορισμό μας όσο εγώ ήμουν χαμένος στις σκέψεις μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δε φαίνεται να έχει πολύ κόσμο, τέλεια! Πάμε μέσα, Γιούτο-σαν!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η φωνή της Χάρουκα έμοιαζε εξαιρετικά χαρούμενη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σε τι είδους παράξενο (συγγνώμη για την αγένεια) μέρος με έφερε η Χάρουκα; Κοίταξα πάνω παλεύοντας με τις προκαταλήψεις μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Εε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ήταν μια εντελώς φυσιολογική καφετέρια!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το εξωτερικό της καφετέριας έδινε μια εντύπωση χαριτωμένης κομψότητας, του είδους που αρέσει στα κορίτσια. Κοιτώντας μέσα από τη τζαμαρία, και η εσωτερική διακόσμηση δεν ήταν πολύ φανταχτερή, ώστε να αποθαρρύνει πιθανούς υποψήφιους πελάτες. Αφού μπήκα μέσα, δεν βρήκα τίποτα ιδιαίτερα ασυνήθιστο ή απαράδεκτο. Η εσωτερική διακόσμηση ήταν βασισμένη στο λευκό, δίνοντας μια απλοϊκή αίσθηση στην καφετέρια. Αν και με ανησύχησε λίγο το γεγονός ότι οι περισσότεροι πελάτες ήταν άντρες, μια και όλα τα άλλα ήταν αποδεκτά, δεν έκατσα να το πολυσκεφτώ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Καθίσαμε σε ένα τραπέζι δίπλα στο παράθυρο και ανοίξαμε τους καταλόγους. Το μενού είχε...αρκετά ευφάνταστα πιάτα, αλλά...και πάλι, υποθέτω πως ήταν αρκετά φυσιολογικό!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Χμμ...μάλλον τσάμπα ανησύχησα. Η Χάρουκα μάλλον έβαλε αυτό το καφέ σαν δεύτερη πιο σημαντική δραστηριότητα επειδή ήταν χαριτωμένο. Ναι, αυτό πρέπει να ήταν, στο κάτω κάτω και η Χάρουκα ήταν ένα κορίτσι σαν όλα τα άλλα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πάνω που αναστέναζα με ανακούφιση και ετοιμαζόμουν να παραγγείλω, μια γυναικεία φωνή ακούστηκε πάνω απ’το κεφάλι μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Καλωσήρθατε, θα παραγγείλετε τώρα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Α, η σερβιτόρα ήρθε να πάρει παραγγελία. Ακόμα δεν είχα αποφασίσει ανάμεσα στην ‘Μακαρονάδα του απίστευτου βασιλείου’ και τη ‘Μηλόπιτα των εφτά νάνων’, ενώ και η Χάρουκα δυσκολευόταν να αποφασίσει τι θα πάρει. Καλύτερα λοιπόν να ζητήσω από τη σερβιτόρα να περιμένει λίγο!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ακούμπησα κάτω τον κατάλογο και σήκωσα το κεφάλι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ, με συγχωρείτε, αλλά θα θέλαμε λίγο ακόμα χρόνο να αποφασίσουμε, παρακαλώ...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δεν κατάφερα να τελειώσω τη φράση μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί αυτό που είδα έκανε όλες τις σωματικές λειτουργίες μου να σταματήσουν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ακόμα και το μυαλό μου σταμάτησε να δουλεύει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Τι συμβαίνει, κύριε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί μπροστά στα μάτια μου στεκόταν μια...πως να το πω...μια υπηρέτρια. Φορούσε μια ποδιά και μια ασορτί κορδέλα στα μαλλιά (έμοιαζε με κορδέλα, δεν ξέρω πως λέγεται στην πραγματικότητα) και επίσης είχε κάτι που έμοιαζε με αυτιά γάτας στο κεφάλι της. Μήπως είχα παραισθήσεις;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Η φίλη σας δεν έχει αποφασίσει τι θα παραγγείλει;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α, ναι. Μπορείτε να περιμένετε λίγο ακόμα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Εντάξει~~Με την ησυχία σας.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η υπηρέτρια με τα αυτιά γάτας και το δίσκο έγνεψε. Μια υπηρέτρια με αυτιά γάτας...Αν έπρεπε να την περιγράψω, θα έλεγα πως η εμφάνισή της ήταν πολύ εντυπωσιακή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τότε παρακαλώ φωνάξτε με όταν αποφασίσετε...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η υπηρέτρια με τα αυτιά γάτας χαμογέλασε ευγενικά και απομακρύνθηκε, με την ουρά της να κουνιέται δεξιά αριστερά από πίσω της. Για να βεβαιωθώ ότι δεν έκαναν πουλάκια τα μάτια μου, ρώτησα αμέσως τη Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χάρουκα...τι μέρος είναι αυτό;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Καφετέρια δεν είναι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το ξέρω αυτό...Όχι, θέλω να πω, από πότε οι υπηρέτριες μια αυτιά γάτας είναι κάτι συνηθισμένο στις γιαπωνέζικες καφετέριες;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Οι στολές των σερβιτόρων εδώ είναι πολύ χαριτωμένες, όλοι έρχονται εδώ για  να δουν τις υπηρέτριες.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
...Για μια στιγμή, η Χάρουκα είπε ‘όλοι’;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έτρεξα έξω για να ξανακοιτάξω την ταμπέλα της καφετέριας, και συνειδητοποίησα ότι πράγματι έγραφε ‘Καφέ υπηρετριών Calotte-culotte’.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ώστε αυτό ήταν...πράγματι ήταν τέτοιο είδος καφετέριας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ξανακάθισα νιώθοντας ψυχολογικά εξουθενωμένος. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ένα καφέ υπηρετριών! Μια και η αλήθεια ήταν πλέον μπροστά στα μάτια μου, δε μπορούσα παρά να συμφωνήσω με την απόφαση του καταστήματος να ντύσει τις σερβιτόρες υπηρέτριες, αφού αυτό ήταν το κύριο χαρακτηριστικό του. Δε θα είχε και πολύ νόημα ένα καφέ υπηρετριών χωρίς υπηρέτριες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Επομένως το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να συμφιλιωθώ με την κατάσταση. Όχι πως δεν είχα αναστατωθεί, αλλά αν επέτρεπα στον εαυτό μου να αναστατωθεί υπερβολικά δε θα μπορούσαμε να φάμε μεσημεριανό. Όμως...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Έι, γιατί φοράνε όλες τους αυτιά γάτας;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτή ήταν η μεγαλύτερη απορία μου. Και τώρα που τις κοίταζα προσεκτικότερα, μερικές από τις υπηρέτριες είχαν μέχρι και ουρές...Από εντελώς θεωρητική άποψη, σε τι τους χρησίμευε ένα τέτοιο αξεσουάρ;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δεν είναι επειδή είναι πολύ χαριτωμένα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η απάντηση της Χάρουκα ήταν λακωνική και γλυκιά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Η στολή της υπηρέτριας από μόνη της είναι ήδη πολύ χαριτωμένη, αλλά προσθέτοντας και ένα ζευγάρι αυτιά γάτας η γοητεία αυξάνεται ακόμα περισσότερο. Αυτό είναι ένα τέλειο παράδειγμα όπου ένα κι ένα δεν κάνει δύο, αλλά τρία, ίσως και τέσσερα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα χαμογέλασε. Συμφωνούσα με τη λογική της, αλλά...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι χαριτωμένες που είναι...Θέλω κι εγώ να δοκιμάσω μια στολή υπηρέτριας. Νομίζω πως θα δανειστώ μια από τη Χαζούκι καμιά φορά...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα κοιτούσε τις υπηρέτριες με ονειροπόλο ύφος. Χμμ...Τώρα που το φαντάζομαι...πώς θα ήταν άραγε η Χάρουκα με μια στολή υπηρέτριας. Η Χάρουκα με στολή υπηρέτριας και ένα ζευγάρι αυτιά γάτας να χαμογελάει λέγοντας ‘Κύριε♪’...Ωραίο ακούγεται.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
...Μα τι κάθομαι και σκέφτομαι τώρα!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δε μου αρέσει να σκέφτομαι τέτοια ανήθικα πράγματα. Για να διώξω αυτές τις ανόσιες σκέψεις από το μυαλό μου, στριφογύρισα έντονα στην καρέκλα μου και κοίταξα με την άκρη του ματιού μου τη Χάρουκα, που κοιτούσε ακόμα τις υπηρέτριες με ονειροπόλο ύφος. Ξαφνικά, η Χάρουκα χτύπησε την παλάμη της με τη γροθιά του άλλου χεριού της, σαν να θυμήθηκε ξαφνικά κάτι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιούτο-σαν...έχω μια καλή ιδέα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Τι καλή ιδέα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δε νομίζω πως θα ήταν κάτι καλό για μένα, γι’αυτό φοβόμουν λιγάκι την απάντηση της Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Θέλω να τους ζητήσω να μ’αφήσουν να τις βγάλω φωτογραφία.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Εε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Είναι μια τόσο σπάνια ευκαιρία να βρίσκομαι εδώ, γι’αυτό θέλω να βγάλω μια φωτογραφία με τις υπηρέτριες.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Περίμενε ένα λεπτό...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πριν προλάβω να τη σταματήσω η Χάρουκα σηκώθηκε με μια ψηφιακή κάμερα που είχε εμφανιστεί από το πουθενά στο χέρι της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Με συγχωρείτε, αλλά...θα μπορούσα να βγω μια φωτογραφία μαζί σας;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα φώναξε μια υπηρέτρια και έκανε την ερώτησή της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λυπάμαι πολύ, αλλά δεν επιτρέπεται η φωτογράφηση σ’αυτή την καφετέρια...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η υπηρέτρια με τα αυτιά γάτας απέρριψε ευγενικά το αίτημα της Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ; Ώστε έτσι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ναι, λυπάμαι πολύ...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η υπηρέτρια υποκλίθηκε απολογητικά. Καλύτερα έτσι, αν και σκέφτηκα πως δεν ήταν και τόσο ευχάριστο για τη Χάρουκα, αλλά τουλάχιστον δε θα υποχρεωθώ να γίνω ρεζίλι βγαίνοντας φωτογραφία σε ένα τέτοιου είδους καφέ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως, μάλλον βιάστηκα πολύ να χαλαρώσω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Στ’αλήθεια...δε γίνεται; Και ήθελα τόσο μα τόσο πολύ να βγάλω μια φωτογραφία με τις υπηρέτριες με αυτιά γάτας...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα θύμιζε εγκαταλελειμμένο γατάκι. Μάλλον η υπηρέτρια με τα αυτιά γάτας δεν άντεξε να βλέπει έναν πελάτη να έχει πέσει σε τέτοια κατάθλιψη, γιατί αφού σκέφτηκε λίγο είπε στη Χάρουκα, ‘Χμμ, παρακαλώ περιμένετε λίγο, ίσως υπάρχει τρόπος,’ και μετά έτρεξε προς το χώρο του προσωπικού της καφετέριας. Ευχόμουν με όλη μου την ψυχή να ξαναγυρίσει άπρακτη...αλλά πριν προλάβω να κάνω τίποτα, η υπηρέτρια με τα αυτιά γάτας ξαναγύρισε τρέχοντας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Κύριε, δεσποινίς, ελάτε μαζί μου παρακαλώ.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«;;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ξέρετε, είπα στον διευθυντή το αίτημά σας, και σας επιτρέπει να βγάλετε φωτογραφίες. Αν δεν έχετε πρόβλημα, μπορώ εγώ να βγω φωτογραφία μαζί σας. Αλλά για να μην ενοχλήσουμε τους άλλους πελάτες, θα πρέπει να πάμε στο χώρο του προσωπικού για να βγάλουμε τις φωτογραφίες...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αλήθεια; Και βέβαια δεν υπάρχει πρόβλημα. Σας ευχαριστώ πολύ.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα έγνεψε με ευγνωμοσύνη χαμογελώντας χαρούμενα, κάνοντας την υπηρέτρια με αυτιά γάτας να κοκκινίσει από ντροπή. Κατά τα φαινόμενα, το αγγελικό χαμόγελο της Χάρουκα (ακατανίκητο όπλο) ήταν αποτελεσματικό και για τα δύο φύλα. Χμμ...ίσως να είχε προστεθεί μια ακόμα γυναίκα στο φαν κλαμπ της, που αποτελούνταν κυρίως από άντρες. (Παρεμπιπτόντως, η αναλογία αντρών:γυναικών του φαν κλαμπ της Χάρουκα Νογκιζάκα στο Λύκειο Χακούτζου είναι 5:1).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όπως και να είχε, εκείνη τη μέρα, το ‘Άστρο της Νύχτας’, η υπηρέτρια με τα αυτιά γάτας κι εγώ ποζάραμε για το φακό της κάμερας (το δικό μου πρόσωπο είχε μια περίεργη γκριμάτσα), και αποκτήσαμε μια φωτογραφία που θα περνούσε και στις επερχόμενες γενιές, μόνο που δε θα το μάθαιναν γιατί ήταν πολύ ντροπιαστική για να μιλήσουμε σε κανέναν γι’αυτή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κάτω από το χαμόγελο της υπηρέτριας με τα αυτιά γάτας, άφησα το καφέ υπηρετριών εξαντλημένος. Όμως σχεδόν αμέσως, η Χάρουκα είδε πάλι κάτι που της άρεσε, και έτρεξε για την πέμπτη έκτακτη αποστολή της για εκείνη τη μέρα. Μπορούσα μόνο να καθίσω στο βρώμικο παγκάκι μπροστά στο μαγαζί, κοιτώντας με αδειανό βλέμμα τη Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α! Εσύ είσαι, Γιούτο;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μια φωνή που δε θα έπρεπε λογικά να ακούσω εδώ έφτασε ως εμένα μέσα από το πλήθος. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έκανα πως δε γνώριζα αυτό το άτομο και γύρισα από την άλλη. Όμως αυτός ο τύπος πάντα του ήταν ξεροκέφαλος και ποτέ δεν τα παρατούσε εύκολα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έι, Γιούτο...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιούτο;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α, ώστε με αγνοείς επίτηδες! Εντάξει λοιπόν, αν αυτή είναι η τακτική σου, έχω κι εγώ τη δική μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...ακούσατε, ακούσατε! Ο Αγιάσε Γιούτο, του Λυκείου Χακούτζου, Πρώτο έτος, Τάξη 1, όταν πήγαινε στο νηπιαγωγείο, μια φορά...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Εντάξει, εντάξει, Νομπουνάγκα, συγγνώμη.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Βλέποντας ότι παραδόθηκα άνευ όρων, ο παιδικός μου φίλος είπε με παιδιάστικο ύφος ‘Τώρα μάλιστα.’&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όμως...Νομπουνάγκα, τι κάνεις εσύ εδώ;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ε; Τι ερώτηση είναι αυτή; Εφόσον δεν έχω σχολείο, πάντα εδώ είμαι. Εσύ πρέπει να ξέρεις καλύτερα από όλους ότι εδώ είναι η Γη της Επαγγελίας για μένα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Σωστά, τώρα που το λες.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
...Υποθέτω πως έτσι είναι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Απλώς έτυχε να έχει μια εκδήλωση εδώ σήμερα! Όχι, για την ακρίβεια, έχει αρχίσει από χτες...Το περίεργο είναι που είσαι εσύ εδώ. Ποτέ δεν έρχεσαι μαζί μου όταν σε καλώ εδώ πέρα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δεν έρχομαι ακριβώς γιατί είναι αυτός που με προσκαλεί. Για μένα, ο συνδυασμός του εν λόγω ατόμου και αυτού του δρόμου είναι ο χειρότερος δυνατός. Ιδιαίτερα την Πρωτοχρονιά και τις γιορτές, όλοι εδώ μοιάζουν σαν να πηγαίνουν σε καμιά κηδεία ή τίποτα τέτοιο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως είχε δίκιο, δεν ήταν καμιά έκπληξη που ήταν αυτός εδώ, ήταν σαν να έβλεπες ένα ψάρι στη θάλασσα, ένα απόλυτα φυσιολογικό φαινόμενο. Γιατί πού αλλού θα ήταν ένας οτάκου αν όχι στην Ακιχαμπάρα;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το πρόβλημα ήταν, ότι είχα ξεχάσει ότι ήμουν για ψώνια μαζί με τη Χάρουκα. Ωχ, τώρα που θυμήθηκα γιατί ήμουν εγώ εδώ, πρέπει να σκεφτώ κάτι για να σώσω την κατάσταση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι συμβαίνει; Γιούτο, δε φαίνεσαι καλά.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έχω λίγο πονοκέφαλο...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Κακό αυτό, θες να σου δώσω ένα χάπι; Το μισό περιεχόμενο του χαπιού είναι η καλοσύνη μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πώς μπορεί να λέει κάτι τέτοιο σε κάποιον με πονοκέφαλο!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αλήθεια, Νομπουνάγκα, δεν έχεις κάτι να κάνεις; Μην ασχολείσαι μαζί μου, πήγαινε στη δουλειά σου!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δεν έχω να κάνω τίποτα. Η εκδήλωση τελείωσε, οπότε είμαι ελεύθερος.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Μα δε βαριέσαι να κάθεσαι εδώ μαζί μου; Μια Κυριακή έχεις, θα’πρεπε να ανοίξεις τα φτερά σου και να διασκεδάσεις όσο μπορείς!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιούτο, γιατί έχω την εντύπωση ότι προσπαθείς να με ξεφορτωθείς;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όχι, γιατί να κάνω κάτι τέτοιο...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πολύ άσχημη η κατάσταση. Πρέπει να κάνω αυτόν τον τύπο να εξαφανιστεί προτού γυρίσει η Χάρουκα αλλιώς θα μπλέξουμε άσχημα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...Όπως νομίζεις! Η εκδήλωση τέλειωσε και είμαι πτώμα, οπότε καλύτερα να πάω σπίτι να κοιμηθώ.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο νυσταγμένος Νομπουνάγκα άφησε ένα βαθύ χασμουρητό, σπάνιο πράγμα για κάποιον τόσο υγιή όσο αυτός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Επειδή η εκδήλωση άρχισε χτες, δεν έχω κλείσει μάτι από χτες. Ευτυχώς που όλα πήγαν καλά με τη διανομή, χαχαχα,»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Φαίνεται πως είναι πολύ κουρασμένος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λοιπόν, να πηγαίνω εγώ. Τα λέμε αύριο στο σχολείο, Γιούτο!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο Νομπουνάγκα ανέμισε τη χαρτοσακούλα στο δεξί του χέρι καθώς προχώραγε προς το σταθμό.&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Eirini kl</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Nogizaka_Haruka_no_Himitsu_(Greek):Volume1_Chapter2&amp;diff=102595</id>
		<title>Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek):Volume1 Chapter2</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Nogizaka_Haruka_no_Himitsu_(Greek):Volume1_Chapter2&amp;diff=102595"/>
		<updated>2011-06-26T20:40:03Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Eirini kl: /* 2 */&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;  &lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Κεφάλαιο 2&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
==&#039;&#039;&#039;0&#039;&#039;&#039;==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Ήταν μια καυτή Κυριακή του Μαΐου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στεκόμουν μπροστά από ένα κατάστημα που βρισκόταν στο μεγαλύτερο δρόμο μαγαζιών με ηλεκτρονικά στην Ιαπωνία. &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Κοιτώντας το παράξενο θέαμα μπροστά μου, δεν μπόρεσα να μην αφήσω ένα σιωπηλό αναστεναγμό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Γιατί δε βγήκε ακόμα; Τόση ώρα παίζω...» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα πανέμορφο κορίτσι μουρμούρισε με απογοήτευση στα μάτια της γέρνοντας το κεφαλάκι της στο πλάι. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αυτή η έκφραση δεν ήταν και τόσο παράδοξη, μια και το όμορφο κορίτσι είναι, κατά βάση, άνθρωπος (αν και αρκετοί θα διαφωνούσαν ως προς αυτό), και μοιάζει να βασανίζεται από ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα. Στην πραγματικότητα, το πράγμα δεν ήταν και τόσο περίπλοκο, απλώς...  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Απλώς, η ουσία του προβλήματος είναι.......το αντικείμενο που το όμορφο κορίτσι κρατούσε στο δεξί της χέρι, και το αντικείμενο μπροστά στα μάτια της. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πάλι δεν το πέτυχα...» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα ντελικάτα δάχτυλα κρατούσαν σφιχτά ένα σφαιρικό αντικείμενο κάπου 6 εκ. σε διάμετρο, που είχε βγει από ένα μηχάνημα με κερματοδέκτη. Αυτό και άλλα παρόμοια αντικείμενα έβγαιναν το ένα πίσω από το άλλο εδώ και αρκετή ώρα, από κάτι που ο απλός κόσμος αποκαλεί μηχάνημα με κάψουλες. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι παράξενο...» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κάθε φορά που τσέκαρε το παιχνίδι μέσα στην ωοειδή κάψουλα, η φωνή της Χάρουκα γινόταν όλο και πιο αδύναμη, αλλά παρόλα αυτά, το χέρι που γύριζε συνεχώς το χερούλι του μηχανήματος δεν εννοούσε να σταματήσει. Ποιος θα φανταζόταν ότι είχε τέτοια προδιάθεση για εθισμό στο τζόγο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Άλλη μια φορά...Σίγουρα θα το πετύχω την επόμενη φορά...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τέλος πάντων...Αυτό το πανέμορφο κορίτσι που έριχνε μανιωδώς κέρματα στον κερματοδέκτη του μηχανήματος με κάψουλες λες και εξαρτιόταν η ζωή της απ’αυτό προκαλούσε στους άλλους μια αφόρητη αίσθηση αντιφατικότητας. Όλοι όσοι περνούσαν δίπλα μας άθελά τους γύριζαν να κοιτάξουν το περίεργο θέαμα που παρουσιάζαμε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Χάρουκα...Αρκετά δεν έπαιξες;»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήδη υπήρχαν πάνω από δέκα κάψουλες που κυλούσαν στο έδαφος γύρω της, αλλά η Χάρουκα εξακολούθησε να κουνάει αρνητικά το κεφάλι της. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Μα η Άκι-τσαν που παίζει πιάνο δε βγήκε ακόμα...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με άλλα λόγια, δε θα φύγουμε από δω αν δε βγει η Άκι-τσαν που παίζει πιάνο; Αχ βρε Χάρουκα, μην πέφτεις στην παγίδα των ύπουλων εμπορικών τεχνασμάτων......  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κλανκ κλανκ, ακούστηκε πάλι ο μοχλός. Η Χάρουκα κοίταξε το αντικείμενο μέσα στην κάψουλα και συνοφρυώθηκε έντονα με πένθιμο ύφος.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πάλι δεν το πέτυχα...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν ήξερα πια τι να κάνω και κοιτούσα αβοήθητος τη Χάρουκα να ρίχνει το ένα κέρμα μετά το άλλο στο μηχάνημα, μόνο και μόνο για να αφήνει κάθε φορά ένα αναστεναγμό βαθύ σαν το Ρήγμα Μαριάνα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τι κάνω...Τι κάθομαι και κάνω εδώ!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ούτε εγώ ο ίδιος δεν καταλαβαίνω. Είχα μια τόσο σπάνια ευκαιρία να πάω για ψώνια με τη Χάρουκα, πώς έγινε και καταλήξαμε εδώ; Εκείνη τη στιγμή, ένιωσα μια ακατανίκητη ανάγκη να ξανασκεφτώ την απόφασή μου να ακολουθήσω το νέο δρόμο που ανοίχτηκε στη ζωή μου, που είχα πάρει πριν από ένα μήνα περίπου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πώς βρέθηκα εγώ σ’αυτή την κατάσταση;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θα πρέπει να αρχίσω...από τρεις μέρες πριν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==&#039;&#039;&#039;1&#039;&#039;&#039;==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όταν τέλειωσαν οι διακοπές της Χρυσής Εβδομάδας, όλοι στο σχολείο άρχισαν να ετοιμάζονται με φούρια για τις επερχόμενες εξετάσεις του τριμήνου. Μια μέρα, μετά το σχολείο, η καθηγήτρια μουσικής που ήταν και αναπληρώτρια υπεύθυνη καθηγήτριά μου, με είχε μισοϋποχρεώσει να κάνω το βοηθό της (για την ακρίβεια με έβαλε να καθαρίσω τις τουαλέτες του προσωπικού ολομόναχος). Όταν γύρισα στην τάξη, λαχανιασμένος από την κοπιαστική εργασία, βρήκα ένα σημείωμα στο συρτάρι του θρανίου μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αν έχεις χρόνο μετά το σχολείο, έλα στο δωμάτιο μουσικής, έχω κάτι να σου πω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πώς βρέθηκε αυτό το γράμμα στο συρτάρι μου; Ο γραφικός χαρακτήρας ήταν άψογος, δε θα μου έκανε καμία εντύπωση αν οποιοσδήποτε άλλος το περνούσε για ερωτικό ραβασάκι ή κάτι ανάλογο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχε μόνο ένα ελάττωμα αυτό το γράμμα. Ένα ζώο με μάτια δαίμονα (ήταν ζώο, σωστά;) ήταν ζωγραφισμένο δίπλα στις λέξεις. Αν ένα αθώο παιδί έβλεπε κατά τύχη αυτό το σχέδιο, η ψυχούλα του θα τραυματιζόταν ανεπανόρθωτα και θα καταλάβαινε για πρώτη φορά την απανθρωπιά του κόσμου έξω απ’το καταφύγιο του σπιτιού του. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μια ματιά μου έφτασε για να καταλάβω ποιος ήταν ο συγγραφέας του γράμματος. Μόνο ένα άτομο ήξερα που μπορούσε να φτιάχνει τέτοια σατανικά σκίτσα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έπρεπε να το περιμένω...η Χάρουκα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όπως το φαντάστηκα, η υπογραφή στο γράμμα ήταν ‘Νογκιζάκα Χάρουκα’.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είναι η συμμαθήτριά μου, η πολυτάλαντη κόρη πλούσιας και ισχυρής οικογένειας, αυτή που όλοι φωνάζουν το ‘Άστρο της Νύχτας’, το πιο διάσημο κορίτσι στο σχολείο με τριψήφιο νούμερο μελών στο φαν κλαμπ της. Μπορεί να υπάρχουν κάποιοι στο Λύκειο Χακούτζου που να μην ξέρουν το όνομα του λυκειάρχη τους, αλλά κανείς που δεν ξέρει το όνομα της Χάρουκα Νογκιζάκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί κάποιος τόσο διάσημος όσο αυτή, να καλέσει έναν κοινό θνητό σαν εμένα στο δωμάτιο μουσικής μετά το σχολείο; Επειδή ήξερα ένα μυστικό της...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κοιτάζοντας το ρολόι, είδα ότι ήταν σχεδόν πέντε το απόγευμα, κοντά μιάμισι ώρα μετά το τέλος των μαθημάτων. Αν και δεν είχα κανένα τρόπο να αποφύγω την αγγαρεία που μου φόρτωσαν, φοβόμουν πως η πριγκίπισσά μου μάλλον θα είχε ήδη πάει σπίτι αφού θα περίμενε μάταια τόση ώρα να έρθω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έτρεξα στο δωμάτιο μουσικής. Δεν ήταν ψυχή στους φωτισμένους από το ηλιοβασίλεμα διαδρόμους, και οι μόνοι ήχοι που ακούγονταν ήταν από τις αθλητικές λέσχες που έκαναν προπόνηση κάτω από τα παράθυρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν και ήταν ακόμα Μάιος, έκανε ήδη πολύ ζέστη, τόσο που ακόμα και ένα σύντομο τρέξιμο το απογευματάκι με έκανε να ιδρώνω. Έβγαλα μια πετσέτα από την τσάντα μου και σκούπισα το μέτωπό μου, αποφασίζοντας να πάρω ένα κουτάκι χυμό μάνγκο (περιορισμένη έκδοση ειδικά για το καλοκαίρι) από τους αυτόματους πωλητές αναψυκτικών. Πουφ, τι ζέστη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όταν έφτασα στην πόρτα του δωμάτιου μουσικής, μπορούσα να ακούσω ομιλίες εκτός από τον ήχο του πιάνου. Φαινόταν να είναι κόσμος μαζεμένος στο δωμάτιο μουσικής. Μη μου πεις ότι είναι κι άλλοι εδώ εκτός από τη Χάρουκα; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έσπρωξα τη χοντρή, μονωμένη πόρτα. Από την άλλη μεριά της πόρτας ήταν...ο απαγορευμένος κήπος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο πρώτος άνθρωπος που αντίκρυσα ήταν η Χάρουκα. Φυσικό ήταν, αφού αυτή ήταν που&lt;br /&gt;
με κάλεσε. Θα ήταν πρόβλημα αν δεν την έβλεπα εκεί. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως...γιατί υπήρχαν τόσα κορίτσια γύρω από τη Χάρουκα;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχαν περικυκλώσει τελείως τη Χάρουκα που έπαιζε πιάνο. Με μια πρώτη ματιά, υπήρχαν πάνω από δέκα κορίτσια από όλες τις τάξεις, από την πρώτη ως την τρίτη λυκείου. Λες να ζήλευαν τη δημοτικότητα του ‘Άστρου της Νύχτας’; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
...Μπα, αδύνατον, κανείς ποτέ δε ζηλεύει τη Χάρουκα. Κρίνοντας από τις εκφράσεις στα πρόσωπά τους καθώς κοίταζαν τα ντελικάτα δάχτυλα της Χάρουκα να χορεύουν πάνω στα πλήκτρα του πιάνου, προφανώς ξεχείλιζαν από θαυμασμό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έτσι έμενε μόνο μια απάντηση. Η Χάρουκα Νογκιζάκα, το ‘Άστρο της Νύχτας’, ήταν εξίσου δημοφιλής με τα κορίτσια όπως ήταν και με τα αγόρια. Με άλλα λόγια, στα μάτια των άλλων κοριτσιών, η Χάρουκα είχε απίστευτη επιρροή. Τόσο που απλώς παίζοντας πιάνο στο δωμάτιο μουσικής μάζευε κόσμο γύρω της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Στο τέλος του κομματιού, όλα τα κορίτσια χειροκρότησαν με ενθουσιασμό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χάρουκα-σενπάι, αυτό ήταν πολύ ωραίο κομμάτι, πως λέγεται;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αυτό ήταν το ‘Jeux d’eau’ (παιχνίδια του νερού), του Γάλλου συνθέτη Μωρίς Ραβέλ.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ουάου, μπορούσες να νιώσεις στ’αλήθεια το κυμάτισμα του νερού! Εγώ καταγοητεύτηκα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Πραγματικά μου έδωσε την αίσθηση ενός κελαρυστού ρυακιού.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τα κορίτσια αντάλλασσαν συνεπαρμένα τις απόψεις τους πάνω στο κομμάτι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Χμμ...Ώστε αυτός είναι ο κόσμος των κοριτσιών! Ένα λιβάδι με κρίνους ήταν το σκηνικό αυτού του κόσμου, που σε τραβούσε σαν μαγνήτης. Εκείνη τη στιγμή, τα κορίτσια ήταν απασχολημένα να θαυμάζουν τη Χάρουκα, κι αυτή ήταν απασχολημένη να απαντάει στις ερωτήσεις τους, κι έτσι κανείς δεν είχε προσέξει πως είχα μπει στο δωμάτιο...Κάτι που με έκανε να νιώθω παραγκωνισμένος και ασήμαντος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δεν είχα άλλη επιλογή από του να ανακοινώσω την παρουσία μου στο δωμάτιο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έι, Χάρουκα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Της έγνεψα από τη γωνιά του δωματίου. Όπως το περίμενα...τα λόγια μου άλλαξαν μεμιάς την ατμόσφαιρα στο δωμάτιο, αν και δεν ήταν αυτή η πρόθεσή μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Ποιος είναι αυτός;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Φώναξε τη Χάρουκα-σενπάι με το μικρό της, τι σχέσεις έχουν;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ο Αγιάσε είναι, από την τάξη 1...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πάνω από δέκα δολοφονικές ματιές καρφώθηκαν ταυτόχρονα πάνω μου. Μ...μήπως έκανα κάτι που δεν έπρεπε;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κρύος ιδρώτας με έλουσε, και άθελά μου έκανα ένα βήμα πίσω. Εκείνη τη στιγμή, η Χάρουκα πρόσεξε επιτέλους την παρουσία μου και μου χαμογέλασε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α, Γιούτο-σαν, ήρθες, συγγνώμη που σε έκανα να περιμένεις!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Η Χάρουκα-σενπάι τον φώναξε με το μικρό του...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Η Χάρουκα-σενπάι μοιάζει πολύ χαρούμενη...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ποιος νομίζει πως είναι για να κάνει κάτι τέτοιο!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Οι διαπεραστικές ματιές των κοριτσιών έγιναν ακόμα πιο κοφτερές, και ένιωσα σαν να με έβαλαν να γονατίσω στο χαλί από βελόνες από το ‘Θρύλο του Βασιλιά Αρθούρου’ με ένα βράχο στα γόνατά μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λυπάμαι πολύ, αλλά είχαμε κανονίσει να συναντηθούμε. Θα σταματήσουμε εδώ για σήμερα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα έκλινε απολογητικά το κεφάλι της καθώς τα κορίτσια εξέφραζαν τις αντιρρήσεις&lt;br /&gt;
τους με φωνές του τύπου ‘Όχι!’, ‘Θέλουμε να ακούσουμε κι άλλο τη σενπάι να&lt;br /&gt;
παίζει πιάνο’. Παρόλα αυτά, έφυγαν από το δωμάτιο μουσικής, μην τολμώντας να&lt;br /&gt;
αντιταχθούν στην απόφαση της Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Καθώς περνούσαν από δίπλα μου, κάποιες μου έριχναν φαρμακερά βλέμματα, κι άλλες πάλι εκτόξευαν χαμηλόφωνα μια ποικιλία θανάσιμων απειλών που ξεκινούσαν από ‘Έτσι και κάνεις τίποτα περίεργο στη Χάρουκα-σενπάι, θα σε μαχαιρώσω!», και έφταναν μέχρι ‘Να προσέχεις όταν περπατάς μόνος σου το βράδυ!’ ή και μέχρι πολύ ακραίες όπως ‘Έχε το νου σου για κανένα αδέσποτο σωλήνα με βιτριόλι!’&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Τι ήθελες να μου πεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αφού βεβαιώθηκα ότι οι Ερινύες, τα κορίτσια ήθελα να πω, είχαν όντως φύγει από το δωμάτιο (θα ήταν πολύ επικίνδυνα τα πράγματα αν δεν είχαν φύγει), μπήκα στο θέμα για το οποίο είχα έρθει ως εκεί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα χαμήλωσε το κεφάλι της και με ρώτησε ντροπαλά,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιούτο-σαν...Είσαι ελεύθερος αυτή την Κυριακή;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Την Κυριακή; Ναι, δεν έχω κανονίσει τίποτα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν και αναρωτιόμουν γιατί με ρώτησε κάτι τέτοιο η Χάρουκα, προφανώς δε μπορούσα να της πω ότι είχα να κάνω τη μπουγάδα της βλαμμένης της αδερφής μου τις Κυριακές (και γενικά τις δουλειές του νοικοκυριού). Εν τω μεταξύ, η Χάρουκα πήρε πολύ ευτυχισμένο ύφος μόλις άκουσε την απάντησή μου, και μετά μου έκανε ανήσυχα άλλη μια ερώτηση...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τ...Τότε, θα μπορούσες να βγεις μαζί μου;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Εκείνη τη στιγμή, το μυαλό μου άδειασε τελείως καθώς προσπαθούσα απεγνωσμένα να επεξεργαστώ το νόημα πίσω από τα λόγια της Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γκαχ...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτή η αναπάντεχη πρόταση είχε κυριολεκτικά βραχυκυκλώσει το μυαλό μου. Μη μου πεις πως αυτό ήταν...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ραντεβού;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα μόλις μου ζήτησε να βγούμε ραντεβού;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Όχι όχι όχι, δεν είναι αυτό, όχι ραντεβού...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα έγνεψε έντονα αρνητικά, κατακόκκινη σαν αστακός. Βλέποντας πόσο πεισματικά αρνιόταν ότι επρόκειτο για ραντεβού...ένιωσα ένα τσίμπημα απογοήτευσης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δεν είναι ραντεβού, απλώς ήθελα να αγοράσω κάτι και θα ήθελα να έρθεις μαζί μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μου εξήγησε η κατακόκκινη Χάρουκα. Αν και έχουμε εξαιρετικά καλές σχέσεις εδώ και ένα μήνα, δεν υπήρχε περίπτωση να μου ζητήσει το ‘Άστρο της Νύχτας’ να βγούμε ραντεβού. Αλλά...από την άλλη, οι περισσότεροι κάτι τέτοιο (να πάνε δυο άνθρωποι για ψώνια μαζί) δε θα το θεωρούσαν ραντεβού;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λοιπόν...Λοιπόν τι λες; Φυ...φυσικά αν δε θέλεις, δεν έχεις καμία υποχρέωση να...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όχι, εντάξει είμαι, θα έρθω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Απάντησα πιο γρήγορα κι από την ταχύτητα του φωτός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όποιος τολμούσε να αρνηθεί μια πρόσκληση από τη Χάρουκα θα του άξιζε να τον φάνε χίλιοι δαίμονες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αλήθεια;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ξαφνικά η Χάρουκα άστραψε από χαρά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Σε...σ’ευχαριστώ. Επειδή είναι η πρώτη φορά που θα πάω εκεί, δε θα ένιωθα καθόλου ασφαλής μόνη μου...Αναρωτιόμουν τι θα έκανα αν αρνιόσουν, Γιούτο-σαν.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Χμμ, για κάποιο λόγο θα δεχόμουν με μεγάλη μου χαρά. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι πετούσα στα σύννεφα από τη χαρά μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όταν λες για ψώνια, εννοείς...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όταν έκανα αυτή την κρίσιμη ερώτηση, μου απάντησε με ένα τόσο ωραίο χαμόγελο που θα έκανε κάθε έφηβο αγόρι στο δρόμο να ερωτευτεί το ‘Άστρο της Νύχτας’.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ναι, στην Ακιχαμπάρα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Εντάξει...Τα καταλάβαινα όλα τώρα. Αυτό είναι το μυστικό της Χάρουκα Νογκιζάκα. Ο παράξενος δεσμός που την ενώνει μαζί μου, η αναπάντεχη πλευρά του ‘Άστρου της Νύχτας’ που δε γνωρίζει κανείς εκτός από μένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πώς να το κάνουμε...η Χάρουκα Νογκιζάκα...είναι οτάκου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==&#039;&#039;&#039;2&#039;&#039;&#039;==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κι έτσι ήταν που αποφάσισα πώς θα περνούσα εκείνη την Κυριακή μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Για να είμαι ειλικρινής, δεν ήμουν και τόσο ενθουσιασμένος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Φυσικά, δεν ήταν ότι δεν ήθελα να περάσω την Κυριακή παρέα με τη Χάρουκα. Θα έπρεπε να πετάω από χαρά γι’αυτή της την πρόσκληση, μια που έτσι θα περνούσα την Κυριακή μόνος μου με το ‘Άστρο της Νύχτας’, κάτι που ήταν σαφώς καλύτερο από το να πλένω ρούχα στο σπίτι. Και η Χάρουκα είναι πανέμορφη, άρα θα έπρεπε να είμαι στον έβδομο ουρανό και μόνο που θα ήμουν μαζί της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο λόγος για την έλλειψη ενθουσιασμού μου ήταν ότι μέχρι σήμερα είχα μόνο κακές αναμνήσεις από την Ακιχαμπάρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Εκείνη η μέρα ήταν η τρίτη φορά στη ζωή μου που βρισκόμουν στην Ακιχαμπάρα. Οι δυο προηγούμενες φορές ήταν μάλλον οδυνηρές εμπειρίες, και λίγα λέω...βέβαια γι’αυτό δεν έφταιγε η Ακιχαμπάρα αλλά ο ηλίθιος που με κουβάλησε εκεί. Όμως οι τραυματικές αναμνήσεις που είχα από τις δυο πρώτες επισκέψεις μου στην Ακιχαμπάρα δεν ήταν δυνατό να φύγουν τόσο εύκολα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Την πρώτη φορά που είχα έρθει εδώ πήγαινα στην πρώτη δημοτικού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τότε είχα δεχτεί την πρόσκληση του Νομπουνάγκα, και άφησα την ασφάλεια του σπιτιού μου για να έρθω σ’αυτό τον πελώριο δρόμο με τη διάθεση να ζήσω την περιπέτεια. Όμως μόλις μια ώρα αργότερα, είχα μετανιώσει πικρά γι’αυτή μου την απόφαση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί χάθηκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ήμουν ολομόναχος μέσα στον πολύβουο, κατάμεστο από ανθρώπους δρόμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο λόγος γι’αυτό ήταν απλούστατα ότι ο τύπος που με είχε φέρει μέχρι εκεί ξέχασε εντελώς την ύπαρξή μου με το που έτρεξε να αγοράσει τα πράγματα που ήθελε. Είχαμε την ίδια ηλικία, όμως αυτός στην Ακιχαμπάρα ένιωθε σαν στο σπίτι του, ενώ εγώ από την άλλη έχασα τελείως τον προσανατολισμό μου μόλις βρέθηκα εκεί (κάτι που μου συμβαίνει αρκετά συχνά), κι έτσι δεν άργησα να χαθώ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κι αφού είχα χαθεί, προφανώς δε μπορούσα να βρω το δρόμο για το σταθμό του τραίνου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μετά από δυο ατέλειωτες ώρες κλαυθμού και οδυρμού, με περιμάζεψε ένας αστυνομικός και με βοήθησε να πάω σπίτι μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η δεύτερη φορά ήταν μετά από λίγα χρόνια, όταν πήγαινα στην έκτη δημοτικού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν και είχα ορκιστεί να μην ξαναπατήσω ποτέ στην Ακιχαμπάρα, για μια ακόμα φορά δέχτηκα την πρόσκληση του φίλου μου. Και για μια ακόμα φορά ο τύπος με παράτησε στα κρύα του λουτρού την ώρα που ψωνίζαμε. Εκείνες οι ώρες είναι μια πολύ σκοτεινή περίοδος της ζωής μου ακόμα και τώρα, παρόλο που εκείνη τη φορά κατάφερα να βρω μόνος μου το δρόμο για το σπίτι μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Και γι’αυτό ακόμα και τώρα έχω ένα αίσθημα φόβου και ανασφάλειας γι’αυτό το δρόμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχαμε συμφωνήσει να συναντηθούμε μπροστά στο σταθμό του τραίνου στην Ακιχαμπάρα. Επειδή ήταν Κυριακή, ο σταθμός ήταν πλημμυρισμένος από κόσμο. Α ναι, η Χάρουκα είχε πει ότι ήταν η πρώτη φορά που πήγαινε στην Ακιχαμπάρα. Ξαφνιάστηκα όταν το άκουσα, αλλά όταν το ξανασκέφτηκα, δεν ήταν και τόσο περίεργο. Στον ένα μήνα της γνωριμίας μας, γνώριζα ήδη καλά ότι η Χάρουκα ήταν μια όμορφη, έξυπνη, καλόκαρδη και ταλαντούχα κόρη πλούσιας και ισχυρής οικογένειας, πράγμα που σήμαινε ότι σαν οτάκου δεν είχε μεγάλη εμπειρία, αλλά μπορούσα να καταλάβω ότι οι δυνατότητες εξέλιξής της στον τομέα αυτό ήταν μεγαλύτερες κι από το Έβερεστ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όπως ήμουν χαμένος στις σκέψεις μου...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Περιμένεις πολλή ώρα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κατά φωνή, όσο εγώ ήμουν απορροφημένος από τις σκέψεις μου, η Χάρουκα είχε ήδη φτάσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Με συγχωρείς, προσπάθησα να είμαι στην ώρα μου...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όχι, δεν άργησες, εγώ ήρθα νωρίς.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αλήθεια έλεγα. Για να είμαι ακριβής, ανυπομονούσα τόσο να περάσω τη μέρα με τη Χάρουκα, που σηκώθηκα από τα άγρια χαράματα. Ήμουν ενθουσιασμένος σαν σχολιαρόπαιδο πριν την εκδρομή του σχολείου. Επειδή ντρεπόμουν λιγάκι γι’αυτό, δεν τόλμησα να το πω στη Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως ακόμα κι έτσι!!!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Μμ...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σήμερα ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα τη Χάρουκα με τα καθημερινά της ρούχα...Πώς να την περιγράψω; Είναι πραγματικά απίστευτα χαριτωμένη. Μια λευκή κορδέλα ήταν δεμένη γύρω από τα μεταξένια μακριά μαλλιά της, και φορούσε ένα λευκό φόρεμα δυτικού τύπου και μια κρεμ ζακετούλα, στ’αλήθεια ήταν η απόλυτη ενσάρκωση μιας κόρης πλούσιας και ισχυρής οικογένειας.  Τα ρούχα αυτά ενίσχυαν τη γοητεία της τουλάχιστον 2.5 φορές περισσότερο συγκριτικά με τις άλλες κόρες πλουσίων οικογενειών (προσωπική μου άποψη αυτό). Κάθε εκατοστό της ύπαρξής της ανέδινε αριστοκρατικότητα.......Αχ! δεν είχα λόγια για την περιγράψω, γι’αυτό ας πούμε απλώς πως ήταν αρκετά χαριτωμένη για να μαγέψει ολόκληρο το γαλαξία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι...Τι συμβαίνει; Θα με κάνεις να ντραπώ αν συνεχίσεις να με κοιτάς έτσι...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α, συγγνώμη.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ανίκανος να αντισταθώ, την κοιτούσα σαν χαμένος. Όμως ο τρόπος που η Χάρουκα ανασήκωσε τις γωνίες των ματιών της και με κοίταξε κοκκινίζοντας ήταν τόσο γλυκός...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όχι, δε μπορώ να συνεχίσω με τις φαντασιώσεις! Φοβάμαι πως θα πάθω καμιά εγκεφαλική βλάβη αν συνεχίσω έτσι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κούνησα βίαια το κεφάλι μου, αποδιώχνοντας όλες τις προηγούμενες σκέψεις μου. Η Χάρουκα από την άλλη, με κοίταξε ανήσυχα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Έχω τίποτα; Είναι η πρώτη φορά που φοράω αυτό το φόρεμα...Μήπως είναι άσχημο;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όχι, και βέβαια όχι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Και βέβαια δεν συνέβαινε τίποτα τέτοιο, το φόρεμα ταίριαζε τέλεια στη Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα μπορεί να μην το είχε αντιληφθεί, αλλά απ’την ώρα που εμφανίστηκε, όλα&lt;br /&gt;
τα μάτια (ιδίως των αντρών) είχαν καρφωθεί πάνω της. Με κάθε ειλικρίνεια, όπου&lt;br /&gt;
κι αν πήγαινε η Χάρουκα, πάντα θα ήταν το κέντρο της προσοχής του κόσμου. Πάντα&lt;br /&gt;
ξεχώριζε, σαν ένας υπέροχος κύκνος μέσα σ’ένα κοπάδι από ασχημόπαπα (εμού&lt;br /&gt;
συμπεριλαμβανομένου).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Πάμε!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α,ναι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Ακούγοντας την πρότασή μου, η Χάρουκα χαμογέλασε ντροπαλά καθώς το φόρεμά της ανέμιζε ελαφρά στον άνεμο. Αυτή η απλή κίνηση έκανε τους πάντες γύρω της να αναστενάξουν με θαυμασμό, γιατί ήταν..........πολύ πολύ πολύ πολύ πολύ πολύ χαριτωμένη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τι τυχερός που είμαι που μπόρεσα να την δω έτσι! Φώναξα από μέσα μου καθώς ξεκινούσα μαζί με τη Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Νομίζω πως πρέπει να εξηγήσω το λόγο για την εξόρμησή μας στην Ακιχαμπάρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όχι, θέλω να πω, προφανώς ήρθαμε για να αγοράσουμε κάτι. Απλώς θα ήθελα να περιγράψω με περισσότερες λεπτομέρειες τι ήταν αυτό που θέλαμε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτή ήταν λίγο πολύ η συζήτηση που είχα με τη Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Να...θέλω να πάρω ένα ασημί Portable Toys Advance.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το ‘Portable Toys Advance’ που ανέφερε η Χάρουκα ήταν μια πολύ δημοφιλής φορητή παιχνιδομηχανή, που για συντομία συνήθως την αποκαλούσαν ‘ΡΤΑ’.  Από όσο ήξερα, το ασημί ΡΤΑ ήταν ένα εξαιρετικά σπάνιο μοντέλο περιορισμένης έκδοσης, κάτι που ακόμα κι ο Νομπουνάγκα θα ήθελε να αποκτήσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τότε καλύτερα να πάμε σε ένα κατάστημα παιχνιδιών, έτσι δεν είναι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Σωστά, νομίζω πως οποιοδήποτε κατάστημα παιχνιδιών ή ηλεκτρονικών θα πρέπει να το έχει. Δεν είμαι και πολύ σίγουρη δηλαδή, απλώς σου λέω τι έγραφε το περιοδικό.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δεν είναι και πολύ αξιόπιστη τελικά...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τότε πάμε να κοιτάξουμε στα καταστήματα ηλεκτρονικών, μια που σχεδόν όλα τα καταστήματα σ’αυτό το δρόμο είναι καταστήματα ηλεκτρονικών...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Εδώ που τα λέμε, πιο δύσκολο θα ήταν να βρούμε ένα κατάστημα σ’αυτό το δρόμο που να μην είναι κατάστημα ηλεκτρονικών.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λοιπόν ας ξεκινήσουμε από το κατάστημα ηλεκτρονικών σ’αυτή τη γωνία, εντάξει;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Και πήγα να μας οδηγήσω προς τη σωστή κατεύθυνση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α, περίμενε μια στιγμή.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η πρότασή μου απορρίφθηκε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...ξέρεις, έχω ετοιμάσει κάτι ειδικά για σήμερα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα ψαχούλεψε για λίγο στην τσάντα της και μετά έβγαλε από μέσα δυο&lt;br /&gt;
κομμάτια χαρτί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...Γιούτο-σαν, αυτό είναι το δικό σου, ελπίζω να σου φανεί χρήσιμο...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Τι είναι αυτό;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Οδηγός για ψώνια.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα χαμογέλασε περήφανα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αχά...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τι στο καλό ήταν αυτό;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αυτός είναι ένας οδηγός που έφτιαξα ειδικά για σήμερα. Έχω υπολογίσει ήδη τα μέρη που θα επισκεφτούμε, τη διαδρομή που θα ακολουθήσουμε, και την αναμενόμενη ώρα άφιξής μας σ’αυτό το χαρτί, οπότε είναι ένας γενικός χάρτης. Έφαγα τρεις ώρες για να φτιάξω αυτό τον οδηγό, χε χε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα γέλασε σεμνότυφα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ώστε ήταν χάρτης τελικά. Ήταν καλή ιδέα να σχεδιάσει από πριν το πρόγραμμά μας, αλλά αφού έριξα μια ματιά στις μπερδεμένες γραμμές που θύμιζαν έντονα πύθωνες που πάλευαν, δεν ήμουν και τόσο σίγουρος ότι θα μπορούσε αυτό το πράγμα να περάσει για χάρτης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Προσπάθησα να μη φανερώσω τις ανησυχίες μου καθώς ανασήκωσα τον οδηγό για να τον δω καλύτερα. Αν και είχα χάσει κάθε ελπίδα σε ό,τι αφορούσε το χάρτη, τα άλλα μέρη φαινόντουσαν σωστά φτιαγμένα, οπότε λογικά δε θα χανόμασταν με βάση τις πληροφορίες που ήταν γραμμένες εκεί. Εφόσον θα μπορούσαμε να φτάσουμε στον προορισμό μας χωρίς απρόοπτα, δε νομίζω να υπήρχε κανένα πρόβλημα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σύμφωνα με το πρόγραμμα του οδηγού, η Χάρουκα είχε βάλει την αγορά του ΡΤΑ (γύρω στις 5 το απόγευμα) σαν την τελευταία δραστηριότητα της ημέρας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιατί έβαλες το πιο σημαντικό πράγμα τελευταίο στο πρόγραμμα; Αν θέλεις στ’αλήθεια να το αγοράσεις, δεν πρέπει να το αναζητήσεις νωρίτερα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχα την εντύπωση ότι ο μέσος Ιάπωνας προσπαθούσε συνήθως να αποκτήσει το αντικείμενο που είχε βάλει στόχο το συντομότερο δυνατό. Ίσως όμως η Χάρουκα να είχε άλλους σκοπούς όταν το έβαλε τελευταίο στο πρόγραμμα, μπορεί να της αρέσει να αφήνει το καλύτερο για το τέλος;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Απαντώντας στην ερώτησή μου, η Χάρουκα μισόκλεισε παιχνιδιάρικα τα μάτια της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αν το πάρουμε στην αρχή της ημέρας, αυτό θα σήμαινε ότι το ταξίδι μας θα έχει τελειώσει. Και είναι κάτι που περίμενα με τόση λαχτάρα...θα είναι κρίμα να τελειώσει έτσι γρήγορα. Κι έπειτα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Κι έπειτα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Κι έπειτα...νομίζω πως είναι καλύτερα να αφήσουμε την πιο σημαντική δραστηριότητα για το τέλος της ημέρας.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Φαίνεται πως η Χάρουκα είναι απ’αυτούς που αφήνουν το καλύτερο μέρος για το τέλος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όπως και να είχε, η αγορά του ΡΤΑ ήταν ο κύριος στόχος της ημέρας. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως πριν απ’τον κύριο στόχο, φαινόταν πως είχαμε αρκετούς δευτερεύοντες στόχους να εκπληρώσουμε. Έτσι οι δυο μας αρχίσαμε τα ψώνια μας στην Ακιχαμπάρα ακολουθώντας το πρόγραμμα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτό το μέρος...είναι όπως πάντα γεμάτο κόσμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όπου και να γυρίζαμε, βλέπαμε πόστερ από άνιμε και βιντεοπαιχνίδια, ακόμα και μερικές διαφημίσεις σε φυσικό μέγεθος. Εδώ ήταν σαν να περνούσες σε άλλη διάσταση, σου έδινε την αίσθηση ενός τελείως διαφορετικού κόσμου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...Θα στρίψουμε αριστερά σ’αυτή τη διασταύρωση, θα προχωρήσουμε ευθεία για λίγο, και μετά θα στρίψουμε δεξιά...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα κοιτούσε το χάρτη καθώς με οδηγούσε μέσα απ’αυτό τον περίεργο καινούριο&lt;br /&gt;
κόσμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
...Μα πώς τον διαβάζει αυτό το χάρτη; Εμένα αυτός ο χάρτης μου θύμιζε όλο και περισσότερο χέλια με στομάχια μπλεγμένα μεταξύ τους, και ασφαλώς χρειαζόταν κάποιου είδους ταλέντο για να μπορέσει κανείς να σχεδιάσει κάτι τέτοιο. Ωστόσο, χρειαζόταν ακόμα μεγαλύτερο ταλέντο για να μπορέσει κανείς να αποκρυπτογραφήσει αυτό το χάρτη...Αν και εγώ προσωπικά δε θα ήθελα ποτέ να έχω ένα τέτοιο ταλέντο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Και αφού στρίψουμε δεξιά εδώ, πρέπει να δούμε ένα άσπρο κτίριο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Χάρη στη Χάρουκα, δε χαθήκαμε και φτάσαμε με ασφάλεια σε καθένα από τους προορισμούς μας, εκπληρώνοντας σύντομα όλους τους δευτερεύοντες στόχους μας(ψώνια σε μαγαζιά άνιμε, αγορά ειδών οτάκου κλπ.). Τώρα πηγαίναμε για τον τέταρτο στόχο μας – ένα βιβλιοπωλείο άνιμε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Καθώς διασχίζαμε τον τεράστιο δρόμο, πέσαμε πάνω σε πολλές μικρές ομάδες ανθρώπων. Υπήρχαν κάπου τριάντα σαράντα άνθρωποι που σχημάτιζαν ουρές έξω από κάποια μαγαζιά. Ίσως να συμμετείχαν σε κάποια εκδήλωση; Μια τόσο ζεστή μέρα, χαρά στο κουράγιο τους. Θα ήθελα να τους κρατήσω τη θέση στην ουρά να πάρουν μια ανάσα για λίγο. Αλλά βέβαια, αυτό δεν ήταν δυνατό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Καθώς τους κοίταζα,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αχ! Αυτό είναι!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα, που στεκόταν δίπλα μου, ξαφνικά έφυγε τρέχοντας. Αχ, όχι πάλι! Στόχος της&lt;br /&gt;
ήταν ακόμα ένα κατάστημα, και μπορούσα μόνο να κοιτάζω σιωπηλά την&lt;br /&gt;
ενθουσιασμένη της σιλουέτα που έτρεχε ολοταχώς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ήταν ήδη η τρίτη φορά που συνέβαινε αυτό, οπότε δεν με ξάφνιαζε πλέον.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αργά αργά κατευθύνθηκα προς τα κει που είχε πάει η Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα είχε κολλήσει ολόκληρη πάνω στη βιτρίνα του μαγαζιού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι όμορφη...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η ματιά της ήταν καρφωμένη σε μια φιγούρα ενός κοκκινομάλικου κοριτσιού που έπαιζε πιάνο (η τιμή του ήταν πανάκριβη, εικοσιπέντε χιλιάδες γεν.......) Το ύφος της ήταν σαν ενός νεαρού που περνάει κάθε μέρα από το οργανοπωλείο για να χαζέψει την αγαπημένη του τρομπέτα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα ορμούσε σαν ταύρος μπροστά στο κόκκινο πανί κάθε φορά που έβλεπε κάτι&lt;br /&gt;
που της άρεσε, αγνοώντας οτιδήποτε συνέβαινε γύρω της. Ακόμα και μένα δίπλα της&lt;br /&gt;
με ξεχνούσε εντελώς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γι’αυτό και αρκετές φορές ήδη είχα βρεθεί σε μια άβολη κατάσταση κατά την οποία κουβαλούσα κάμποσες τσάντες πράγματα αλλά με είχε εγκαταλείψει η συνοδός μου, κάτι που μου έδινε μια αίσθηση κενού και μοναξιάς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί είμαι εδώ; Άρχισα να αναρωτιέμαι το λόγο της ύπαρξής μου εδώ...Όμως όσο περνούσε η ώρα, σιγά σιγά συμφιλιώθηκα μ’αυτό το αίσθημα κενού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δεν είναι ένα είδος ευτυχίας που μπορώ να δω κάτι τόσο χαριτωμένο;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ωστόσο, δε με πείραζε και τόσο η εγκατάλειψή μου από τη Χάρουκα τώρα που έβλεπα πόσο ευτυχισμένη ήταν, κάτι που σίγουρα δε θα έβλεπα ποτέ στο σχολείο. Γιατί και μόνο που έβλεπα ένα τόσο αθώο και χαρούμενο ‘Άστρο της Νύχτας’ ήταν η καλύτερη ανταμοιβή για μένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μετά από ένα τέταρτο, η Χάρουκα ακόμα δεν έδειχνε διατεθειμένη να ξεκολλήσει από τη βιτρίνα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Εμμ...αν σου αρέσει τόσο, γιατί δεν το αγοράζεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν συνεχιστεί αυτό, θα παρεμποδίσουμε τη λειτουργία του καταστήματος. Όμως όταν έκανα αυτή την πρόταση στη Χάρουκα, μου απάντησε με θλιμμένο ύφος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Υπάρχουν τόσα που θέλω να αγοράσω, αλλά...δεν έχω αρκετά χρήματα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χρήματα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ποιος θα το περίμενε ότι η κόρη μιας οικογένειας πιο πλούσιας κι απ’τον αυτοκράτορα θα έλεγε ποτέ κάτι τέτοιο. Κρίνοντας από τον τρόπο ζωής τους, το χαρτζηλίκι της Χάρουκα πρέπει να ήταν τουλάχιστον ένα εκατομμύριο γεν το μήνα, και το δώρο της για την Πρωτοχρονιά τουλάχιστον πέντε εκατομμύρια γεν, σωστά;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όταν τη ρώτησα σχετικά,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ό...όχι, κάθε άλλο!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα κούνησε έντονα αρνητικά το κεφάλι της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Το χαρτζηλίκι μου είναι πολύ μικρό...Με μεγάλη δυσκολία καταφέρνω να βάζω στην άκρη λίγα χρήματα κάθε μήνα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δηλαδή πόσα σου δίνουν το μήνα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ήθελα να μάθω περισσότερα, για να ξέρω για άλλη φορά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Να...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το ποσό που βγήκε από τα χείλη της Χάρουκα παραδόξως δεν διέφερε και πολύ από το δικό μου χαρτζηλίκι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αυτό κι αν είναι έκπληξη...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχα πραγματικά εκπλαγεί. Η μεγαλύτερη κόρη της πλούσιας και ισχυρής οικογένειας Νογκιζάκα να παίρνει περίπου το ίδιο χαρτζηλίκι με το γιο της μικροαστικής οικογένειας Αγιάσε, που δεν ήξερε ούτε το γενεαλογικό της δέντρο πέρα από λίγες γενιές, αυτό ήταν κάτι που θα ξάφνιαζε τον καθένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ο πατέρας μου είναι πολύ αυστηρός...Για σήμερα μόνο, έβγαλα μέχρι και το μονάκριβο χαρτονόμισμά μου των δέκα χιλιάδων γεν από το κουτί με τις οικονομίες μου...ακόμα και το γουρουνάκι μου πήγε να συναντήσει τον Κύριο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γουρουνάκι...Τον κουμπαρά της εννοούσε;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γι’αυτό δεν μπορώ να ξοδέψω τα χρήματά μου ασυλλόγιστα...Δεν πειράζει, χαίρομαι και μόνο που το κοιτάζω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα γέλασε χαρούμενα. Στ’αλήθεια καταφέρνει πάντα να κερδίζει τη στοργή των άλλων και μόνο μ’αυτό. Χάρουκα, σου υπόσχομαι να σ’αφήσω να κοιτάξεις τη βιτρίνα όσο θες (τουλάχιστον μέχρι να έρθουν οι υπάλληλοι να μας διώξουν)!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Και έτσι, μείναμε για άλλα δέκα λεπτά περίπου μπροστά στη βιτρίνα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Σ’ευχαριστώ που με άφησες να ζήσω μια τόσο υπέροχη εμπειρία.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Επιτέλους η Χάρουκα ικανοποιήθηκε. Όμως, πάνω που ετοιμαζόμασταν να ξεκινήσουμε για τον επόμενο προορισμό μας...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αχ!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πάλι κάτι τράβηξε την προσοχή της Χάρουκα, και όρμησε στο πλάι του κεντρικού δρόμου για τέταρτη φορά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτή τη φορά, ο στόχος της ήταν ένα κατάστημα που πουλούσε είδη άνιμε. Ωστόσο δεν μπήκε στο κατάστημα, αλλά πήγε γραμμή σε κάτι ορθογώνια αντικείμενα που ήταν παραταγμένα απέξω. Α! Ήταν αυτόματοι πωλητές που έβγαζαν κάψουλες, σωστά; Πόσες αναμνήσεις, θυμάμαι που πήγαινα όλη την ώρα σε τέτοια μηχανήματα όταν ήμουν στο δημοτικό. Οι κάψουλες περιείχαν πλαστικές φιγούρες με ήρωες άνιμε και ορισμένους μπρατσωμένους υπερήρωες που αγαπούσα, και αν έψαχνα τα παλιά μου πράγματα, σίγουρα θα ξέθαβα αρκετές τέτοιες φιγούρες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αυτά είναι που έλεγες, έτσι δεν είναι; Αν βάλεις ένα κέρμα θα βγει μια κάψουλα...Α! Αυτή δεν είναι η ‘Αδέξια Άκι-τσαν’;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
...Κάπου το είχα ξανακούσει αυτό το όνομα. Το ορθογώνιο κουτί που έδειχνε η Χάρουκα με το δάχτυλό της είχε τη φωτογραφία της φιγούρας ενός γνώριμου κοριτσιού με μπλε μαλλιά που έπαιζε πιάνο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αυτό είναι...πολύ χαριτωμένο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα είχε μια παιδιάστικη έκφραση στα μάτια της. Αισθάνθηκα ότι τα ενδιαφέροντά της μου ήταν όλο και πιο οικεία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιατί δεν το δοκιμάζεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτό ήταν διαφορετικό από αυτό που κοιτούσε μόλις πριν από λίγο, γι’αυτό δε φανταζόμουν να ήταν πρόβλημα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ; Να το δοκιμάσω; Εννοείς να δοκιμάσω αυτό το μηχάνημα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ακριβώς.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...Αλλά...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Την ενθάρρυνα να δοκιμάσει το μηχάνημα, αλλά για κάποιο λόγο που δεν καταλάβαινα, η Χάρουκα δίσταζε πολύ να δεχτεί την πρότασή μου. Α! Λες να μην την ενδιαφέρουν αυτά τα πράγματα;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Απαντώντας στην ερώτησή μου, η Χάρουκα είπε με σιγανή φωνή,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Εμμ...Για να σου πω την αλήθεια, είναι η πρώτη φορά που δοκιμάζω κάτι τέτοιο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Η πρώτη σου φορά;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η πρώτη φορά που έπαιζε με μηχάνημα για κάψουλες;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ναι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα έγνεψε ντροπαλά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Σήμερα είναι η πρώτη φορά που είδα κάτι τέτοιο, και επίσης η πρώτη μου επαφή μαζί του. Χμμ...Πώς να το πω...Αυτή πρέπει να είναι η πρώτη μου εμπειρία, σωστά; Γι’αυτό ανησυχώ λίγο...θα τα καταφέρω άραγε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η λέξη που χρησιμοποίησε δεν ήταν και τόσο λάθος, ωστόσο θα προτιμούσα να σταματήσει να μιλάει για την πρώτη της εμπειρία μεσημεριάτικα με τόσο κόσμο τριγύρω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τ...τι νομίζεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...μάλλον έχεις δίκιο. Πάντως δεν είναι και τίποτα δύσκολο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Απλώς ρίχνεις το κέρμα και γυρίζεις το χερούλι να βγει η κάψουλα. Ακόμα και παιδάκια του νηπιαγωγείου μπορούν να το κάνουν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λες, ε; Τότε να κάνω μια προσπάθεια.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα φάνηκε επιτέλους να το παίρνει απόφαση. Έβγαλε το πορτοφόλι της από την τσάντα της και πλησίασε το μηχάνημα με δέος ανάλογο με ενός μεσόκοπου, άσχετου με την τεχνολογία υπαλλήλου όταν αντικρίζει τον τελευταίο μοντέλο υπολογιστή της εταιρείας πάνω στο γραφείο του. Μάλλον θα χρειαστεί να την παρακολουθώ διακριτικά για λίγο...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α...αχ; Αχ; Περίεργο...τι συμβαίνει;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ξαφνικά, η Χάρουκα πήρε μπερδεμένο ύφος. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι τρέχει;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιούτο-σαν...Είναι χαλασμένο το μηχάνημα; Δεν μπορώ να βάλω χρήματα μέσα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δε φαίνεται χαλασμένο...Άσε με να ρίξω μια ματιά.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πλησίασα για να δω καλύτερα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μόνο όταν πλησίασα είδα ότι η Χάρουκα προσπαθούσε να χώσει ένα χαρτονόμισμα των δέκα χιλιάδων γεν στο άνοιγμα για κέρματα. Χάρουκα, ξεφτέρι μου, δε θα μπορούσες ποτέ να χώσεις ένα χαρτονόμισμα σε άνοιγμα για κέρματα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«;;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Χάρουκα, δε μπορείς να χρησιμοποιήσεις χαρτονομίσματα σ’αυτά τα μηχανήματα, δέχονται μόνο κέρματα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α ναι; Αλήθεια;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Ναι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σε ικετεύω, μην κάνεις τέτοιες ερωτήσεις σαν να μην τρέχει τίποτα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Κατάλαβα, δέχονται μόνο κέρματα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα άνοιξε για άλλη μια φορά το πορτοφόλι της, μόνο και μόνο για να κατσουφιάσει, σαν να έχει το αγαπημένο της φαγητό μπροστά της και να μην μπορεί να το φάει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Δεν έχω κέρματα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Θα σου δανείσω εγώ!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν συνεχίσουμε έτσι, ένας Θεός ξέρει πότε η Χάρουκα θα γυρίσει επιτέλους το χερούλι του μηχανήματος, γι’αυτό της έκανα αυτή την πρόταση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Συγγνώμη για την αναστάτωση.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έβαλα ένα χαρτονόμισμα των χιλίων γεν στο μηχάνημα ανταλλαγής κερμάτων και πήρα σε αντάλλαγμα δέκα κέρματα των εκατό γεν. Καθώς κοίταζα τη μετατροπή του χαρτονομίσματός μου σε κέρματα, είχα την αίσθηση ότι τα χρήματά μου είχαν χαθεί, μια που, στο τέλος τέλος, είμαι ένας συνηθισμένος τσιγκούνης κάτοικος μεγαλούπολης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έλα, πάρτα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ε...Ευχαριστώ.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα πήρε νευρικά ένα κέρμα των εκατό γεν από το χέρι μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Και κάπως έτσι η Χάρουκα ξεκίνησε την πρώτη της εμπειρία με τα μηχανήματα για κάψουλες...Αν και...εγώ είχα ένα προαίσθημα ότι αυτή η πρώτη εμπειρία θα ήταν μάλλον επικίνδυνη γι’αυτήν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Φοβόμουν πως θα εθιστεί στο μηχάνημα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Από προηγούμενες εμπειρίες, ήξερα ότι οποιοσδήποτε χρησιμοποιούσε μηχανήματα για κάψουλες, ήταν εξαιρετικά δύσκολο να σταματήσει από τη στιγμή που είχε διαλέξει ένα στόχο. Αν δεν αποκτούσε το αντικείμενο που είχε βάλει στο μάτι, ο χρήστης του μηχανήματος συχνά δεν κατάφερνε να σταματήσει να παίζει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν ο χρήστης είναι παιδί του δημοτικού, τα πράγματα δεν είναι και τόσο άσχημα, γιατί όσο και να θέλει να συνεχίσει να παίζει, θα αναγκαστεί να σταματήσει όταν του τελειώσουν τα χρήματα. Με άλλα λόγια, τα πορτοφόλια των παιδιών του δημοτικού είναι από μόνα τους περιορισμός. Αν τη στιγμή που ξεμείνει από κέρματα, κάποιος δίπλα στο παιδάκι του δημοτικού κατά σύμπτωση πετύχει τη φιγούρα που ήθελε, το παιδί κατά πάσα πιθανότατα θα βάλει τα κλάματα εκεί επιτόπου. Όμως, αφού περάσει αμέτρητες παρόμοιες δοκιμασίες και βάσανα, το παιδί του δημοτικού τελικά θα μεγαλώσει και θα ωριμάσει...Αλλά για στάσου, νομίζω πως έφυγα απ’το θέμα μας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τέλος πάντων, αυτό που θέλω να πω είναι ότι, αν αυτός που παίζει είναι ένας μαθητής λυκείου με σημαντικά μεγαλύτερο πορτοφόλι, πώς θα εξελιχτεί η κατάσταση;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Και μόνο που σκέφτηκα την πιθανή κατάληξη με έπιασε πονοκέφαλος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν και ευχόμουν με όλη μου την ψυχή να έκανα λάθος στις προβλέψεις μου, η πραγματικότητα είναι ανελέητη...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όπως το περίμενα, για να πετύχει η Χάρουκα το αντικείμενο-στόχο της (την ‘Αδέξια Άκι-τσαν’ που έπαιζε πιάνο), έστειλε τέσσερις Νατσούμε Σοσέκι (χαρτονομίσματα των χιλίων γεν) να συναντήσουν τον Κύριο, ενώ οι άδειες κάψουλες κυλούσαν στο έδαφος γύρω μας σαν βότσαλα στην όχθη ενός ποταμού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==&#039;&#039;&#039;3&#039;&#039;&#039;==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και μετά ήταν ώρα για μεσημεριανό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σύμφωνα με το πρόγραμμά μας, το μέρος όπου θα τρώγαμε μεσημεριανό ήταν ένα εστιατόριο που λεγόταν ‘Calotte-culotte’.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι είδους εστιατόριο είναι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μπορεί να ήταν οικογενειακό εστιατόριο, αλλά ήταν αδύνατο καταλάβω περισσότερα από το όνομά του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα μου χάρισε ένα μυστηριώδες χαμόγελο, σαν να περίμενε εδώ και πολλή ώρα αυτή την ερώτηση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Είναι ένα καφέ για το οποίο διάβασα σε ένα περιοδικό, ένα μέρος στο οποίο ήθελα να έρθω εδώ και πολύ καιρό. Αυτή είναι η δεύτερη πιο σημαντική δραστηριότητα της μέρας, γι’αυτό να την περιμένεις με ανυπομονησία!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η δεύτερη πιο σημαντική δραστηριότητα της μέρας; Χμμ, τώρα που το ξανακοίταζα, υπήρχε ένα μικρό σύμβολο σε σχήμα λουλουδιού δίπλα στο όνομα του καφέ, που δεν είχα προσέξει πριν (ή είχα υποσυνείδητα διαγράψει από το οπτικό μου πεδίο). Κι ακόμα, ένα ‘τέρας’ ήταν σχεδιασμένο δίπλα στο μεγάλο κατάστημα ηλεκτρονικών που ήταν ο αντικειμενικός σκοπός του ταξιδιού μας. Αυτό το ‘τέρας’ είχε μια γενειάδα μυτερή σαν βελόνα, κοφτερά νύχια και κατακόκκινα μάτια...Μάλλον η Χάρουκα προσπάθησε να ζωγραφίσει μια γάτα, σωστά;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λαλαλα...♪»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα σιγοτραγουδούσε το σκοπό της ‘Προσευχής μιας Νεαρής Παρθένας’ καθώς προχωρούσε χοροπηδώντας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως εγώ δεν μπορούσα να χαλαρώσω. Με είχε κυριεύσει μια ακατανόητη δυσάρεστη αίσθηση, σαν την ξαφνική εμφάνιση σύννεφων βροχής, μαζί με αστραπόβροντα και κεραυνούς μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Φτάσαμε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η φωνή της Χάρουκα με επανέφερε στην πραγματικότητα. Φαίνεται πως είχαμε φτάσει στον προορισμό μας όσο εγώ ήμουν χαμένος στις σκέψεις μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δε φαίνεται να έχει πολύ κόσμο, τέλεια! Πάμε μέσα, Γιούτο-σαν!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η φωνή της Χάρουκα έμοιαζε εξαιρετικά χαρούμενη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σε τι είδους παράξενο (συγγνώμη για την αγένεια) μέρος με έφερε η Χάρουκα; Κοίταξα πάνω παλεύοντας με τις προκαταλήψεις μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Εε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ήταν μια εντελώς φυσιολογική καφετέρια!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το εξωτερικό της καφετέριας έδινε μια εντύπωση χαριτωμένης κομψότητας, του είδους που αρέσει στα κορίτσια. Κοιτώντας μέσα από τη τζαμαρία, και η εσωτερική διακόσμηση δεν ήταν πολύ φανταχτερή, ώστε να αποθαρρύνει πιθανούς υποψήφιους πελάτες. Αφού μπήκα μέσα, δεν βρήκα τίποτα ιδιαίτερα ασυνήθιστο ή απαράδεκτο. Η εσωτερική διακόσμηση ήταν βασισμένη στο λευκό, δίνοντας μια απλοϊκή αίσθηση στην καφετέρια. Αν και με ανησύχησε λίγο το γεγονός ότι οι περισσότεροι πελάτες ήταν άντρες, μια και όλα τα άλλα ήταν αποδεκτά, δεν έκατσα να το πολυσκεφτώ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Καθίσαμε σε ένα τραπέζι δίπλα στο παράθυρο και ανοίξαμε τους καταλόγους. Το μενού είχε...αρκετά ευφάνταστα πιάτα, αλλά...και πάλι, υποθέτω πως ήταν αρκετά φυσιολογικό!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Χμμ...μάλλον τσάμπα ανησύχησα. Η Χάρουκα μάλλον έβαλε αυτό το καφέ σαν δεύτερη πιο σημαντική δραστηριότητα επειδή ήταν χαριτωμένο. Ναι, αυτό πρέπει να ήταν, στο κάτω κάτω και η Χάρουκα ήταν ένα κορίτσι σαν όλα τα άλλα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πάνω που αναστέναζα με ανακούφιση και ετοιμαζόμουν να παραγγείλω, μια γυναικεία φωνή ακούστηκε πάνω απ’το κεφάλι μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Καλωσήρθατε, θα παραγγείλετε τώρα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Α, η σερβιτόρα ήρθε να πάρει παραγγελία. Ακόμα δεν είχα αποφασίσει ανάμεσα στην ‘Μακαρονάδα του απίστευτου βασιλείου’ και τη ‘Μηλόπιτα των εφτά νάνων’, ενώ και η Χάρουκα δυσκολευόταν να αποφασίσει τι θα πάρει. Καλύτερα λοιπόν να ζητήσω από τη σερβιτόρα να περιμένει λίγο!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ακούμπησα κάτω τον κατάλογο και σήκωσα το κεφάλι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ, με συγχωρείτε, αλλά θα θέλαμε λίγο ακόμα χρόνο να αποφασίσουμε, παρακαλώ...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δεν κατάφερα να τελειώσω τη φράση μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί αυτό που είδα έκανε όλες τις σωματικές λειτουργίες μου να σταματήσουν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ακόμα και το μυαλό μου σταμάτησε να δουλεύει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Τι συμβαίνει, κύριε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί μπροστά στα μάτια μου στεκόταν μια...πως να το πω...μια υπηρέτρια. Φορούσε μια ποδιά και μια ασορτί κορδέλα στα μαλλιά (έμοιαζε με κορδέλα, δεν ξέρω πως λέγεται στην πραγματικότητα) και επίσης είχε κάτι που έμοιαζε με αυτιά γάτας στο κεφάλι της. Μήπως είχα παραισθήσεις;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Η φίλη σας δεν έχει αποφασίσει τι θα παραγγείλει;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α, ναι. Μπορείτε να περιμένετε λίγο ακόμα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Εντάξει~~Με την ησυχία σας.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η υπηρέτρια με τα αυτιά γάτας και το δίσκο έγνεψε. Μια υπηρέτρια με αυτιά γάτας...Αν έπρεπε να την περιγράψω, θα έλεγα πως η εμφάνισή της ήταν πολύ εντυπωσιακή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τότε παρακαλώ φωνάξτε με όταν αποφασίσετε...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η υπηρέτρια με τα αυτιά γάτας χαμογέλασε ευγενικά και απομακρύνθηκε, με την ουρά της να κουνιέται δεξιά αριστερά από πίσω της. Για να βεβαιωθώ ότι δεν έκαναν πουλάκια τα μάτια μου, ρώτησα αμέσως τη Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χάρουκα...τι μέρος είναι αυτό;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Καφετέρια δεν είναι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το ξέρω αυτό...Όχι, θέλω να πω, από πότε οι υπηρέτριες μια αυτιά γάτας είναι κάτι συνηθισμένο στις γιαπωνέζικες καφετέριες;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Οι στολές των σερβιτόρων εδώ είναι πολύ χαριτωμένες, όλοι έρχονται εδώ για  να δουν τις υπηρέτριες.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
...Για μια στιγμή, η Χάρουκα είπε ‘όλοι’;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έτρεξα έξω για να ξανακοιτάξω την ταμπέλα της καφετέριας, και συνειδητοποίησα ότι πράγματι έγραφε ‘Καφέ υπηρετριών Calotte-culotte’.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ώστε αυτό ήταν...πράγματι ήταν τέτοιο είδος καφετέριας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ξανακάθισα νιώθοντας ψυχολογικά εξουθενωμένος. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ένα καφέ υπηρετριών! Μια και η αλήθεια ήταν πλέον μπροστά στα μάτια μου, δε μπορούσα παρά να συμφωνήσω με την απόφαση του καταστήματος να ντύσει τις σερβιτόρες υπηρέτριες, αφού αυτό ήταν το κύριο χαρακτηριστικό του. Δε θα είχε και πολύ νόημα ένα καφέ υπηρετριών χωρίς υπηρέτριες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Επομένως το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να συμφιλιωθώ με την κατάσταση. Όχι πως δεν είχα αναστατωθεί, αλλά αν επέτρεπα στον εαυτό μου να αναστατωθεί υπερβολικά δε θα μπορούσαμε να φάμε μεσημεριανό. Όμως...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Έι, γιατί φοράνε όλες τους αυτιά γάτας;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτή ήταν η μεγαλύτερη απορία μου. Και τώρα που τις κοίταζα προσεκτικότερα, μερικές από τις υπηρέτριες είχαν μέχρι και ουρές...Από εντελώς θεωρητική άποψη, σε τι τους χρησίμευε ένα τέτοιο αξεσουάρ;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δεν είναι επειδή είναι πολύ χαριτωμένα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η απάντηση της Χάρουκα ήταν λακωνική και γλυκιά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Η στολή της υπηρέτριας από μόνη της είναι ήδη πολύ χαριτωμένη, αλλά προσθέτοντας και ένα ζευγάρι αυτιά γάτας η γοητεία αυξάνεται ακόμα περισσότερο. Αυτό είναι ένα τέλειο παράδειγμα όπου ένα κι ένα δεν κάνει δύο, αλλά τρία, ίσως και τέσσερα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα χαμογέλασε. Συμφωνούσα με τη λογική της, αλλά...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι χαριτωμένες που είναι...Θέλω κι εγώ να δοκιμάσω μια στολή υπηρέτριας. Νομίζω πως θα δανειστώ μια από τη Χαζούκι καμιά φορά...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα κοιτούσε τις υπηρέτριες με ονειροπόλο ύφος. Χμμ...Τώρα που το φαντάζομαι...πώς θα ήταν άραγε η Χάρουκα με μια στολή υπηρέτριας. Η Χάρουκα με στολή υπηρέτριας και ένα ζευγάρι αυτιά γάτας να χαμογελάει λέγοντας ‘Κύριε♪’...Ωραίο ακούγεται.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
...Μα τι κάθομαι και σκέφτομαι τώρα!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δε μου αρέσει να σκέφτομαι τέτοια ανήθικα πράγματα. Για να διώξω αυτές τις ανόσιες σκέψεις από το μυαλό μου, στριφογύρισα έντονα στην καρέκλα μου και κοίταξα με την άκρη του ματιού μου τη Χάρουκα, που κοιτούσε ακόμα τις υπηρέτριες με ονειροπόλο ύφος. Ξαφνικά, η Χάρουκα χτύπησε την παλάμη της με τη γροθιά του άλλου χεριού της, σαν να θυμήθηκε ξαφνικά κάτι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιούτο-σαν...έχω μια καλή ιδέα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Τι καλή ιδέα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δε νομίζω πως θα ήταν κάτι καλό για μένα, γι’αυτό φοβόμουν λιγάκι την απάντηση της Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Θέλω να τους ζητήσω να μ’αφήσουν να τις βγάλω φωτογραφία.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Εε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Είναι μια τόσο σπάνια ευκαιρία να βρίσκομαι εδώ, γι’αυτό θέλω να βγάλω μια φωτογραφία με τις υπηρέτριες.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Περίμενε ένα λεπτό...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πριν προλάβω να τη σταματήσω η Χάρουκα σηκώθηκε με μια ψηφιακή κάμερα που είχε εμφανιστεί από το πουθενά στο χέρι της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Με συγχωρείτε, αλλά...θα μπορούσα να βγω μια φωτογραφία μαζί σας;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα φώναξε μια υπηρέτρια και έκανε την ερώτησή της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λυπάμαι πολύ, αλλά δεν επιτρέπεται η φωτογράφηση σ’αυτή την καφετέρια...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η υπηρέτρια με τα αυτιά γάτας απέρριψε ευγενικά το αίτημα της Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ; Ώστε έτσι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ναι, λυπάμαι πολύ...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η υπηρέτρια υποκλίθηκε απολογητικά. Καλύτερα έτσι, αν και σκέφτηκα πως δεν ήταν και τόσο ευχάριστο για τη Χάρουκα, αλλά τουλάχιστον δε θα υποχρεωθώ να γίνω ρεζίλι βγαίνοντας φωτογραφία σε ένα τέτοιου είδους καφέ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως, μάλλον βιάστηκα πολύ να χαλαρώσω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Στ’αλήθεια...δε γίνεται; Και ήθελα τόσο μα τόσο πολύ να βγάλω μια φωτογραφία με τις υπηρέτριες με αυτιά γάτας...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα θύμιζε εγκαταλελειμμένο γατάκι. Μάλλον η υπηρέτρια με τα αυτιά γάτας δεν άντεξε να βλέπει έναν πελάτη να έχει πέσει σε τέτοια κατάθλιψη, γιατί αφού σκέφτηκε λίγο είπε στη Χάρουκα, ‘Χμμ, παρακαλώ περιμένετε λίγο, ίσως υπάρχει τρόπος,’ και μετά έτρεξε προς το χώρο του προσωπικού της καφετέριας. Ευχόμουν με όλη μου την ψυχή να ξαναγυρίσει άπρακτη...αλλά πριν προλάβω να κάνω τίποτα, η υπηρέτρια με τα αυτιά γάτας ξαναγύρισε τρέχοντας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Κύριε, δεσποινίς, ελάτε μαζί μου παρακαλώ.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«;;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ξέρετε, είπα στον διευθυντή το αίτημά σας, και σας επιτρέπει να βγάλετε φωτογραφίες. Αν δεν έχετε πρόβλημα, μπορώ εγώ να βγω φωτογραφία μαζί σας. Αλλά για να μην ενοχλήσουμε τους άλλους πελάτες, θα πρέπει να πάμε στο χώρο του προσωπικού για να βγάλουμε τις φωτογραφίες...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αλήθεια; Και βέβαια δεν υπάρχει πρόβλημα. Σας ευχαριστώ πολύ.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα έγνεψε με ευγνωμοσύνη χαμογελώντας χαρούμενα, κάνοντας την υπηρέτρια με αυτιά γάτας να κοκκινίσει από ντροπή. Κατά τα φαινόμενα, το αγγελικό χαμόγελο της Χάρουκα (ακατανίκητο όπλο) ήταν αποτελεσματικό και για τα δύο φύλα. Χμμ...ίσως να είχε προστεθεί μια ακόμα γυναίκα στο φαν κλαμπ της, που αποτελούνταν κυρίως από άντρες. (Παρεμπιπτόντως, η αναλογία αντρών:γυναικών του φαν κλαμπ της Χάρουκα Νογκιζάκα στο Λύκειο Χακούτζου είναι 5:1).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όπως και να είχε, εκείνη τη μέρα, το ‘Άστρο της Νύχτας’, η υπηρέτρια με τα αυτιά γάτας κι εγώ ποζάραμε για το φακό της κάμερας (το δικό μου πρόσωπο είχε μια περίεργη γκριμάτσα), και αποκτήσαμε μια φωτογραφία που θα περνούσε και στις επερχόμενες γενιές, μόνο που δε θα το μάθαιναν γιατί ήταν πολύ ντροπιαστική για να μιλήσουμε σε κανέναν γι’αυτή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κάτω από το χαμόγελο της υπηρέτριας με τα αυτιά γάτας, άφησα το καφέ υπηρετριών εξαντλημένος. Όμως σχεδόν αμέσως, η Χάρουκα είδε πάλι κάτι που της άρεσε, και έτρεξε για την πέμπτη έκτακτη αποστολή της για εκείνη τη μέρα. Μπορούσα μόνο να καθίσω στο βρώμικο παγκάκι μπροστά στο μαγαζί, κοιτώντας με αδειανό βλέμμα τη Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α! Εσύ είσαι, Γιούτο;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μια φωνή που δε θα έπρεπε λογικά να ακούσω εδώ έφτασε ως εμένα μέσα από το πλήθος. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έκανα πως δε γνώριζα αυτό το άτομο και γύρισα από την άλλη. Όμως αυτός ο τύπος πάντα του ήταν ξεροκέφαλος και ποτέ δεν τα παρατούσε εύκολα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έι, Γιούτο...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιούτο;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α, ώστε με αγνοείς επίτηδες! Εντάξει λοιπόν, αν αυτή είναι η τακτική σου, έχω κι εγώ τη δική μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...ακούσατε, ακούσατε! Ο Αγιάσε Γιούτο, του Λυκείου Χακούτζου, Πρώτο έτος, Τάξη 1, όταν πήγαινε στο νηπιαγωγείο, μια φορά...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Εντάξει, εντάξει, Νομπουνάγκα, συγγνώμη.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Βλέποντας ότι παραδόθηκα άνευ όρων, ο παιδικός μου φίλος είπε με παιδιάστικο ύφος ‘Τώρα μάλιστα.’&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όμως...Νομπουνάγκα, τι κάνεις εσύ εδώ;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ε; Τι ερώτηση είναι αυτή; Εφόσον δεν έχω σχολείο, πάντα εδώ είμαι. Εσύ πρέπει να ξέρεις καλύτερα από όλους ότι εδώ είναι η Γη της Επαγγελίας για μένα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Σωστά, τώρα που το λες.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
...Υποθέτω πως έτσι είναι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Απλώς έτυχε να έχει μια εκδήλωση εδώ σήμερα! Όχι, για την ακρίβεια, έχει αρχίσει από χτες...Το περίεργο είναι που είσαι εσύ εδώ. Ποτέ δεν έρχεσαι μαζί μου όταν σε καλώ εδώ πέρα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δεν έρχομαι ακριβώς γιατί είναι αυτός που με προσκαλεί. Για μένα, ο συνδυασμός του εν λόγω ατόμου και αυτού του δρόμου είναι ο χειρότερος δυνατός. Ιδιαίτερα την Πρωτοχρονιά και τις γιορτές, όλοι εδώ μοιάζουν σαν να πηγαίνουν σε καμιά κηδεία ή τίποτα τέτοιο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως είχε δίκιο, δεν ήταν καμιά έκπληξη που ήταν αυτός εδώ, ήταν σαν να έβλεπες ένα ψάρι στη θάλασσα, ένα απόλυτα φυσιολογικό φαινόμενο. Γιατί πού αλλού θα ήταν ένας οτάκου αν όχι στην Ακιχαμπάρα;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το πρόβλημα ήταν, ότι είχα ξεχάσει ότι ήμουν για ψώνια μαζί με τη Χάρουκα. Ωχ, τώρα που θυμήθηκα γιατί ήμουν εγώ εδώ, πρέπει να σκεφτώ κάτι για να σώσω την κατάσταση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι συμβαίνει; Γιούτο, δε φαίνεσαι καλά.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έχω λίγο πονοκέφαλο...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Κακό αυτό, θες να σου δώσω ένα χάπι; Το μισό περιεχόμενο του χαπιού είναι η καλοσύνη μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πώς μπορεί να λέει κάτι τέτοιο σε κάποιον με πονοκέφαλο!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αλήθεια, Νομπουνάγκα, δεν έχεις κάτι να κάνεις; Μην ασχολείσαι μαζί μου, πήγαινε στη δουλειά σου!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δεν έχω να κάνω τίποτα. Η εκδήλωση τελείωσε, οπότε είμαι ελεύθερος.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Μα δε βαριέσαι να κάθεσαι εδώ μαζί μου; Μια Κυριακή έχεις, θα’πρεπε να ανοίξεις τα φτερά σου και να διασκεδάσεις όσο μπορείς!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιούτο, γιατί έχω την εντύπωση ότι προσπαθείς να με ξεφορτωθείς;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όχι, γιατί να κάνω κάτι τέτοιο...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πολύ άσχημη η κατάσταση. Πρέπει να κάνω αυτόν τον τύπο να εξαφανιστεί προτού γυρίσει η Χάρουκα αλλιώς θα μπλέξουμε άσχημα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...Όπως νομίζεις! Η εκδήλωση τέλειωσε και είμαι πτώμα, οπότε καλύτερα να πάω σπίτι να κοιμηθώ.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο νυσταγμένος Νομπουνάγκα άφησε ένα βαθύ χασμουρητό, σπάνιο πράγμα για κάποιον τόσο υγιή όσο αυτός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Επειδή η εκδήλωση άρχισε χτες, δεν έχω κλείσει μάτι από χτες. Ευτυχώς που όλα πήγαν καλά με τη διανομή, χαχαχα,»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Φαίνεται πως είναι πολύ κουρασμένος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λοιπόν, να πηγαίνω εγώ. Τα λέμε αύριο στο σχολείο, Γιούτο!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο Νομπουνάγκα ανέμισε τη χαρτοσακούλα στο δεξί του χέρι καθώς προχώραγε προς το σταθμό.&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Eirini kl</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Nogizaka_Haruka_no_Himitsu_(Greek):Volume1_Chapter2&amp;diff=102594</id>
		<title>Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek):Volume1 Chapter2</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Nogizaka_Haruka_no_Himitsu_(Greek):Volume1_Chapter2&amp;diff=102594"/>
		<updated>2011-06-26T20:04:30Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Eirini kl: /* 3 */&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;  &lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Κεφάλαιο 2&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
==&#039;&#039;&#039;0&#039;&#039;&#039;==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Ήταν μια καυτή Κυριακή του Μαΐου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στεκόμουν μπροστά από ένα κατάστημα που βρισκόταν στο μεγαλύτερο δρόμο μαγαζιών με ηλεκτρονικά στην Ιαπωνία. &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Κοιτώντας το παράξενο θέαμα μπροστά μου, δεν μπόρεσα να μην αφήσω ένα σιωπηλό αναστεναγμό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Γιατί δε βγήκε ακόμα; Τόση ώρα παίζω...» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα πανέμορφο κορίτσι μουρμούρισε με απογοήτευση στα μάτια της γέρνοντας το κεφαλάκι της στο πλάι. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αυτή η έκφραση δεν ήταν και τόσο παράδοξη, μια και το όμορφο κορίτσι είναι, κατά βάση, άνθρωπος (αν και αρκετοί θα διαφωνούσαν ως προς αυτό), και μοιάζει να βασανίζεται από ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα. Στην πραγματικότητα, το πράγμα δεν ήταν και τόσο περίπλοκο, απλώς...  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Απλώς, η ουσία του προβλήματος είναι.......το αντικείμενο που το όμορφο κορίτσι κρατούσε στο δεξί της χέρι, και το αντικείμενο μπροστά στα μάτια της. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πάλι δεν το πέτυχα...» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα ντελικάτα δάχτυλα κρατούσαν σφιχτά ένα σφαιρικό αντικείμενο κάπου 6 εκ. σε διάμετρο, που είχε βγει από ένα μηχάνημα με κερματοδέκτη. Αυτό και άλλα παρόμοια αντικείμενα έβγαιναν το ένα πίσω από το άλλο εδώ και αρκετή ώρα, από κάτι που ο απλός κόσμος αποκαλεί μηχάνημα με κάψουλες. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι παράξενο...» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κάθε φορά που τσέκαρε το παιχνίδι μέσα στην ωοειδή κάψουλα, η φωνή της Χάρουκα γινόταν όλο και πιο αδύναμη, αλλά παρόλα αυτά, το χέρι που γύριζε συνεχώς το χερούλι του μηχανήματος δεν εννοούσε να σταματήσει. Ποιος θα φανταζόταν ότι είχε τέτοια προδιάθεση για εθισμό στο τζόγο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Άλλη μια φορά...Σίγουρα θα το πετύχω την επόμενη φορά...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τέλος πάντων...Αυτό το πανέμορφο κορίτσι που έριχνε μανιωδώς κέρματα στον κερματοδέκτη του μηχανήματος με κάψουλες λες και εξαρτιόταν η ζωή της απ’αυτό προκαλούσε στους άλλους μια αφόρητη αίσθηση αντιφατικότητας. Όλοι όσοι περνούσαν δίπλα μας άθελά τους γύριζαν να κοιτάξουν το περίεργο θέαμα που παρουσιάζαμε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Χάρουκα...Αρκετά δεν έπαιξες;»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήδη υπήρχαν πάνω από δέκα κάψουλες που κυλούσαν στο έδαφος γύρω της, αλλά η Χάρουκα εξακολούθησε να κουνάει αρνητικά το κεφάλι της. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Μα η Άκι-τσαν που παίζει πιάνο δε βγήκε ακόμα...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με άλλα λόγια, δε θα φύγουμε από δω αν δε βγει η Άκι-τσαν που παίζει πιάνο; Αχ βρε Χάρουκα, μην πέφτεις στην παγίδα των ύπουλων εμπορικών τεχνασμάτων......  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κλανκ κλανκ, ακούστηκε πάλι ο μοχλός. Η Χάρουκα κοίταξε το αντικείμενο μέσα στην κάψουλα και συνοφρυώθηκε έντονα με πένθιμο ύφος.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πάλι δεν το πέτυχα...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν ήξερα πια τι να κάνω και κοιτούσα αβοήθητος τη Χάρουκα να ρίχνει το ένα κέρμα μετά το άλλο στο μηχάνημα, μόνο και μόνο για να αφήνει κάθε φορά ένα αναστεναγμό βαθύ σαν το Ρήγμα Μαριάνα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τι κάνω...Τι κάθομαι και κάνω εδώ!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ούτε εγώ ο ίδιος δεν καταλαβαίνω. Είχα μια τόσο σπάνια ευκαιρία να πάω για ψώνια με τη Χάρουκα, πώς έγινε και καταλήξαμε εδώ; Εκείνη τη στιγμή, ένιωσα μια ακατανίκητη ανάγκη να ξανασκεφτώ την απόφασή μου να ακολουθήσω το νέο δρόμο που ανοίχτηκε στη ζωή μου, που είχα πάρει πριν από ένα μήνα περίπου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πώς βρέθηκα εγώ σ’αυτή την κατάσταση;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θα πρέπει να αρχίσω...από τρεις μέρες πριν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==&#039;&#039;&#039;1&#039;&#039;&#039;==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όταν τέλειωσαν οι διακοπές της Χρυσής Εβδομάδας, όλοι στο σχολείο άρχισαν να ετοιμάζονται με φούρια για τις επερχόμενες εξετάσεις του τριμήνου. Μια μέρα, μετά το σχολείο, η καθηγήτρια μουσικής που ήταν και αναπληρώτρια υπεύθυνη καθηγήτριά μου, με είχε μισοϋποχρεώσει να κάνω το βοηθό της (για την ακρίβεια με έβαλε να καθαρίσω τις τουαλέτες του προσωπικού ολομόναχος). Όταν γύρισα στην τάξη, λαχανιασμένος από την κοπιαστική εργασία, βρήκα ένα σημείωμα στο συρτάρι του θρανίου μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αν έχεις χρόνο μετά το σχολείο, έλα στο δωμάτιο μουσικής, έχω κάτι να σου πω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πώς βρέθηκε αυτό το γράμμα στο συρτάρι μου; Ο γραφικός χαρακτήρας ήταν άψογος, δε θα μου έκανε καμία εντύπωση αν οποιοσδήποτε άλλος το περνούσε για ερωτικό ραβασάκι ή κάτι ανάλογο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχε μόνο ένα ελάττωμα αυτό το γράμμα. Ένα ζώο με μάτια δαίμονα (ήταν ζώο, σωστά;) ήταν ζωγραφισμένο δίπλα στις λέξεις. Αν ένα αθώο παιδί έβλεπε κατά τύχη αυτό το σχέδιο, η ψυχούλα του θα τραυματιζόταν ανεπανόρθωτα και θα καταλάβαινε για πρώτη φορά την απανθρωπιά του κόσμου έξω απ’το καταφύγιο του σπιτιού του. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μια ματιά μου έφτασε για να καταλάβω ποιος ήταν ο συγγραφέας του γράμματος. Μόνο ένα άτομο ήξερα που μπορούσε να φτιάχνει τέτοια σατανικά σκίτσα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έπρεπε να το περιμένω...η Χάρουκα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όπως το φαντάστηκα, η υπογραφή στο γράμμα ήταν ‘Νογκιζάκα Χάρουκα’.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είναι η συμμαθήτριά μου, η πολυτάλαντη κόρη πλούσιας και ισχυρής οικογένειας, αυτή που όλοι φωνάζουν το ‘Άστρο της Νύχτας’, το πιο διάσημο κορίτσι στο σχολείο με τριψήφιο νούμερο μελών στο φαν κλαμπ της. Μπορεί να υπάρχουν κάποιοι στο Λύκειο Χακούτζου που να μην ξέρουν το όνομα του λυκειάρχη τους, αλλά κανείς που δεν ξέρει το όνομα της Χάρουκα Νογκιζάκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί κάποιος τόσο διάσημος όσο αυτή, να καλέσει έναν κοινό θνητό σαν εμένα στο δωμάτιο μουσικής μετά το σχολείο; Επειδή ήξερα ένα μυστικό της...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κοιτάζοντας το ρολόι, είδα ότι ήταν σχεδόν πέντε το απόγευμα, κοντά μιάμισι ώρα μετά το τέλος των μαθημάτων. Αν και δεν είχα κανένα τρόπο να αποφύγω την αγγαρεία που μου φόρτωσαν, φοβόμουν πως η πριγκίπισσά μου μάλλον θα είχε ήδη πάει σπίτι αφού θα περίμενε μάταια τόση ώρα να έρθω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έτρεξα στο δωμάτιο μουσικής. Δεν ήταν ψυχή στους φωτισμένους από το ηλιοβασίλεμα διαδρόμους, και οι μόνοι ήχοι που ακούγονταν ήταν από τις αθλητικές λέσχες που έκαναν προπόνηση κάτω από τα παράθυρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν και ήταν ακόμα Μάιος, έκανε ήδη πολύ ζέστη, τόσο που ακόμα και ένα σύντομο τρέξιμο το απογευματάκι με έκανε να ιδρώνω. Έβγαλα μια πετσέτα από την τσάντα μου και σκούπισα το μέτωπό μου, αποφασίζοντας να πάρω ένα κουτάκι χυμό μάνγκο (περιορισμένη έκδοση ειδικά για το καλοκαίρι) από τους αυτόματους πωλητές αναψυκτικών. Πουφ, τι ζέστη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όταν έφτασα στην πόρτα του δωμάτιου μουσικής, μπορούσα να ακούσω ομιλίες εκτός από τον ήχο του πιάνου. Φαινόταν να είναι κόσμος μαζεμένος στο δωμάτιο μουσικής. Μη μου πεις ότι είναι κι άλλοι εδώ εκτός από τη Χάρουκα; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έσπρωξα τη χοντρή, μονωμένη πόρτα. Από την άλλη μεριά της πόρτας ήταν...ο απαγορευμένος κήπος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο πρώτος άνθρωπος που αντίκρυσα ήταν η Χάρουκα. Φυσικό ήταν, αφού αυτή ήταν που&lt;br /&gt;
με κάλεσε. Θα ήταν πρόβλημα αν δεν την έβλεπα εκεί. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως...γιατί υπήρχαν τόσα κορίτσια γύρω από τη Χάρουκα;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχαν περικυκλώσει τελείως τη Χάρουκα που έπαιζε πιάνο. Με μια πρώτη ματιά, υπήρχαν πάνω από δέκα κορίτσια από όλες τις τάξεις, από την πρώτη ως την τρίτη λυκείου. Λες να ζήλευαν τη δημοτικότητα του ‘Άστρου της Νύχτας’; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
...Μπα, αδύνατον, κανείς ποτέ δε ζηλεύει τη Χάρουκα. Κρίνοντας από τις εκφράσεις στα πρόσωπά τους καθώς κοίταζαν τα ντελικάτα δάχτυλα της Χάρουκα να χορεύουν πάνω στα πλήκτρα του πιάνου, προφανώς ξεχείλιζαν από θαυμασμό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έτσι έμενε μόνο μια απάντηση. Η Χάρουκα Νογκιζάκα, το ‘Άστρο της Νύχτας’, ήταν εξίσου δημοφιλής με τα κορίτσια όπως ήταν και με τα αγόρια. Με άλλα λόγια, στα μάτια των άλλων κοριτσιών, η Χάρουκα είχε απίστευτη επιρροή. Τόσο που απλώς παίζοντας πιάνο στο δωμάτιο μουσικής μάζευε κόσμο γύρω της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Στο τέλος του κομματιού, όλα τα κορίτσια χειροκρότησαν με ενθουσιασμό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χάρουκα-σενπάι, αυτό ήταν πολύ ωραίο κομμάτι, πως λέγεται;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αυτό ήταν το ‘Jeux d’eau’ (παιχνίδια του νερού), του Γάλλου συνθέτη Μωρίς Ραβέλ.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ουάου, μπορούσες να νιώσεις στ’αλήθεια το κυμάτισμα του νερού! Εγώ καταγοητεύτηκα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Πραγματικά μου έδωσε την αίσθηση ενός κελαρυστού ρυακιού.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τα κορίτσια αντάλλασσαν συνεπαρμένα τις απόψεις τους πάνω στο κομμάτι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Χμμ...Ώστε αυτός είναι ο κόσμος των κοριτσιών! Ένα λιβάδι με κρίνους ήταν το σκηνικό αυτού του κόσμου, που σε τραβούσε σαν μαγνήτης. Εκείνη τη στιγμή, τα κορίτσια ήταν απασχολημένα να θαυμάζουν τη Χάρουκα, κι αυτή ήταν απασχολημένη να απαντάει στις ερωτήσεις τους, κι έτσι κανείς δεν είχε προσέξει πως είχα μπει στο δωμάτιο...Κάτι που με έκανε να νιώθω παραγκωνισμένος και ασήμαντος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δεν είχα άλλη επιλογή από του να ανακοινώσω την παρουσία μου στο δωμάτιο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έι, Χάρουκα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Της έγνεψα από τη γωνιά του δωματίου. Όπως το περίμενα...τα λόγια μου άλλαξαν μεμιάς την ατμόσφαιρα στο δωμάτιο, αν και δεν ήταν αυτή η πρόθεσή μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Ποιος είναι αυτός;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Φώναξε τη Χάρουκα-σενπάι με το μικρό της, τι σχέσεις έχουν;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ο Αγιάσε είναι, από την τάξη 1...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πάνω από δέκα δολοφονικές ματιές καρφώθηκαν ταυτόχρονα πάνω μου. Μ...μήπως έκανα κάτι που δεν έπρεπε;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κρύος ιδρώτας με έλουσε, και άθελά μου έκανα ένα βήμα πίσω. Εκείνη τη στιγμή, η Χάρουκα πρόσεξε επιτέλους την παρουσία μου και μου χαμογέλασε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α, Γιούτο-σαν, ήρθες, συγγνώμη που σε έκανα να περιμένεις!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Η Χάρουκα-σενπάι τον φώναξε με το μικρό του...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Η Χάρουκα-σενπάι μοιάζει πολύ χαρούμενη...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ποιος νομίζει πως είναι για να κάνει κάτι τέτοιο!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Οι διαπεραστικές ματιές των κοριτσιών έγιναν ακόμα πιο κοφτερές, και ένιωσα σαν να με έβαλαν να γονατίσω στο χαλί από βελόνες από το ‘Θρύλο του Βασιλιά Αρθούρου’ με ένα βράχο στα γόνατά μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λυπάμαι πολύ, αλλά είχαμε κανονίσει να συναντηθούμε. Θα σταματήσουμε εδώ για σήμερα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα έκλινε απολογητικά το κεφάλι της καθώς τα κορίτσια εξέφραζαν τις αντιρρήσεις&lt;br /&gt;
τους με φωνές του τύπου ‘Όχι!’, ‘Θέλουμε να ακούσουμε κι άλλο τη σενπάι να&lt;br /&gt;
παίζει πιάνο’. Παρόλα αυτά, έφυγαν από το δωμάτιο μουσικής, μην τολμώντας να&lt;br /&gt;
αντιταχθούν στην απόφαση της Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Καθώς περνούσαν από δίπλα μου, κάποιες μου έριχναν φαρμακερά βλέμματα, κι άλλες πάλι εκτόξευαν χαμηλόφωνα μια ποικιλία θανάσιμων απειλών που ξεκινούσαν από ‘Έτσι και κάνεις τίποτα περίεργο στη Χάρουκα-σενπάι, θα σε μαχαιρώσω!», και έφταναν μέχρι ‘Να προσέχεις όταν περπατάς μόνος σου το βράδυ!’ ή και μέχρι πολύ ακραίες όπως ‘Έχε το νου σου για κανένα αδέσποτο σωλήνα με βιτριόλι!’&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Τι ήθελες να μου πεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αφού βεβαιώθηκα ότι οι Ερινύες, τα κορίτσια ήθελα να πω, είχαν όντως φύγει από το δωμάτιο (θα ήταν πολύ επικίνδυνα τα πράγματα αν δεν είχαν φύγει), μπήκα στο θέμα για το οποίο είχα έρθει ως εκεί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα χαμήλωσε το κεφάλι της και με ρώτησε ντροπαλά,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιούτο-σαν...Είσαι ελεύθερος αυτή την Κυριακή;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Την Κυριακή; Ναι, δεν έχω κανονίσει τίποτα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν και αναρωτιόμουν γιατί με ρώτησε κάτι τέτοιο η Χάρουκα, προφανώς δε μπορούσα να της πω ότι είχα να κάνω τη μπουγάδα της βλαμμένης της αδερφής μου τις Κυριακές (και γενικά τις δουλειές του νοικοκυριού). Εν τω μεταξύ, η Χάρουκα πήρε πολύ ευτυχισμένο ύφος μόλις άκουσε την απάντησή μου, και μετά μου έκανε ανήσυχα άλλη μια ερώτηση...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τ...Τότε, θα μπορούσες να βγεις μαζί μου;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Εκείνη τη στιγμή, το μυαλό μου άδειασε τελείως καθώς προσπαθούσα απεγνωσμένα να επεξεργαστώ το νόημα πίσω από τα λόγια της Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γκαχ...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτή η αναπάντεχη πρόταση είχε κυριολεκτικά βραχυκυκλώσει το μυαλό μου. Μη μου πεις πως αυτό ήταν...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ραντεβού;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα μόλις μου ζήτησε να βγούμε ραντεβού;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Όχι όχι όχι, δεν είναι αυτό, όχι ραντεβού...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα έγνεψε έντονα αρνητικά, κατακόκκινη σαν αστακός. Βλέποντας πόσο πεισματικά αρνιόταν ότι επρόκειτο για ραντεβού...ένιωσα ένα τσίμπημα απογοήτευσης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δεν είναι ραντεβού, απλώς ήθελα να αγοράσω κάτι και θα ήθελα να έρθεις μαζί μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μου εξήγησε η κατακόκκινη Χάρουκα. Αν και έχουμε εξαιρετικά καλές σχέσεις εδώ και ένα μήνα, δεν υπήρχε περίπτωση να μου ζητήσει το ‘Άστρο της Νύχτας’ να βγούμε ραντεβού. Αλλά...από την άλλη, οι περισσότεροι κάτι τέτοιο (να πάνε δυο άνθρωποι για ψώνια μαζί) δε θα το θεωρούσαν ραντεβού;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λοιπόν...Λοιπόν τι λες; Φυ...φυσικά αν δε θέλεις, δεν έχεις καμία υποχρέωση να...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όχι, εντάξει είμαι, θα έρθω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Απάντησα πιο γρήγορα κι από την ταχύτητα του φωτός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όποιος τολμούσε να αρνηθεί μια πρόσκληση από τη Χάρουκα θα του άξιζε να τον φάνε χίλιοι δαίμονες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αλήθεια;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ξαφνικά η Χάρουκα άστραψε από χαρά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Σε...σ’ευχαριστώ. Επειδή είναι η πρώτη φορά που θα πάω εκεί, δε θα ένιωθα καθόλου ασφαλής μόνη μου...Αναρωτιόμουν τι θα έκανα αν αρνιόσουν, Γιούτο-σαν.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Χμμ, για κάποιο λόγο θα δεχόμουν με μεγάλη μου χαρά. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι πετούσα στα σύννεφα από τη χαρά μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όταν λες για ψώνια, εννοείς...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όταν έκανα αυτή την κρίσιμη ερώτηση, μου απάντησε με ένα τόσο ωραίο χαμόγελο που θα έκανε κάθε έφηβο αγόρι στο δρόμο να ερωτευτεί το ‘Άστρο της Νύχτας’.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ναι, στην Ακιχαμπάρα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Εντάξει...Τα καταλάβαινα όλα τώρα. Αυτό είναι το μυστικό της Χάρουκα Νογκιζάκα. Ο παράξενος δεσμός που την ενώνει μαζί μου, η αναπάντεχη πλευρά του ‘Άστρου της Νύχτας’ που δε γνωρίζει κανείς εκτός από μένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πώς να το κάνουμε...η Χάρουκα Νογκιζάκα...είναι οτάκου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==&#039;&#039;&#039;2&#039;&#039;&#039;==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κι έτσι ήταν που αποφάσισα πώς θα περνούσα εκείνη την Κυριακή μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Για να είμαι ειλικρινής, δεν ήμουν και τόσο ενθουσιασμένος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Φυσικά, δεν ήταν ότι δεν ήθελα να περάσω την Κυριακή παρέα με τη Χάρουκα. Θα έπρεπε να πετάω από χαρά γι’αυτή της την πρόσκληση, μια που έτσι θα περνούσα την Κυριακή μόνος μου με το ‘Άστρο της Νύχτας’, κάτι που ήταν σαφώς καλύτερο από το να πλένω ρούχα στο σπίτι. Και η Χάρουκα είναι πανέμορφη, άρα θα έπρεπε να είμαι στον έβδομο ουρανό και μόνο που θα ήμουν μαζί της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο λόγος για την έλλειψη ενθουσιασμού μου ήταν ότι μέχρι σήμερα είχα μόνο κακές αναμνήσεις από την Ακιχαμπάρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Εκείνη η μέρα ήταν η τρίτη φορά στη ζωή μου που βρισκόμουν στην Ακιχαμπάρα. Οι δυο προηγούμενες φορές ήταν μάλλον οδυνηρές εμπειρίες, και λίγα λέω...βέβαια γι’αυτό δεν έφταιγε η Ακιχαμπάρα αλλά ο ηλίθιος που με κουβάλησε εκεί. Όμως οι τραυματικές αναμνήσεις που είχα από τις δυο πρώτες επισκέψεις μου στην Ακιχαμπάρα δεν ήταν δυνατό να φύγουν τόσο εύκολα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Την πρώτη φορά που είχα έρθει εδώ πήγαινα στην πρώτη δημοτικού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τότε είχα δεχτεί την πρόσκληση του Νομπουνάγκα, και άφησα την ασφάλεια του σπιτιού μου για να έρθω σ’αυτό τον πελώριο δρόμο με τη διάθεση να ζήσω την περιπέτεια. Όμως μόλις μια ώρα αργότερα, είχα μετανιώσει πικρά γι’αυτή μου την απόφαση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί χάθηκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ήμουν ολομόναχος μέσα στον πολύβουο, κατάμεστο από ανθρώπους δρόμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο λόγος γι’αυτό ήταν απλούστατα ότι ο τύπος που με είχε φέρει μέχρι εκεί ξέχασε εντελώς την ύπαρξή μου με το που έτρεξε να αγοράσει τα πράγματα που ήθελε. Είχαμε την ίδια ηλικία, όμως αυτός στην Ακιχαμπάρα ένιωθε σαν στο σπίτι του, ενώ εγώ από την άλλη έχασα τελείως τον προσανατολισμό μου μόλις βρέθηκα εκεί (κάτι που μου συμβαίνει αρκετά συχνά), κι έτσι δεν άργησα να χαθώ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κι αφού είχα χαθεί, προφανώς δε μπορούσα να βρω το δρόμο για το σταθμό του τραίνου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μετά από δυο ατέλειωτες ώρες κλαυθμού και οδυρμού, με περιμάζεψε ένας αστυνομικός και με βοήθησε να πάω σπίτι μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η δεύτερη φορά ήταν μετά από λίγα χρόνια, όταν πήγαινα στην έκτη δημοτικού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν και είχα ορκιστεί να μην ξαναπατήσω ποτέ στην Ακιχαμπάρα, για μια ακόμα φορά δέχτηκα την πρόσκληση του φίλου μου. Και για μια ακόμα φορά ο τύπος με παράτησε στα κρύα του λουτρού την ώρα που ψωνίζαμε. Εκείνες οι ώρες είναι μια πολύ σκοτεινή περίοδος της ζωής μου ακόμα και τώρα, παρόλο που εκείνη τη φορά κατάφερα να βρω μόνος μου το δρόμο για το σπίτι μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Και γι’αυτό ακόμα και τώρα έχω ένα αίσθημα φόβου και ανασφάλειας γι’αυτό το δρόμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχαμε συμφωνήσει να συναντηθούμε μπροστά στο σταθμό του τραίνου στην Ακιχαμπάρα. Επειδή ήταν Κυριακή, ο σταθμός ήταν πλημμυρισμένος από κόσμο. Α ναι, η Χάρουκα είχε πει ότι ήταν η πρώτη φορά που πήγαινε στην Ακιχαμπάρα. Ξαφνιάστηκα όταν το άκουσα, αλλά όταν το ξανασκέφτηκα, δεν ήταν και τόσο περίεργο. Στον ένα μήνα της γνωριμίας μας, γνώριζα ήδη καλά ότι η Χάρουκα ήταν μια όμορφη, έξυπνη, καλόκαρδη και ταλαντούχα κόρη πλούσιας και ισχυρής οικογένειας, πράγμα που σήμαινε ότι σαν οτάκου δεν είχε μεγάλη εμπειρία, αλλά μπορούσα να καταλάβω ότι οι δυνατότητες εξέλιξής της στον τομέα αυτό ήταν μεγαλύτερες κι από το Έβερεστ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όπως ήμουν χαμένος στις σκέψεις μου...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Περιμένεις πολλή ώρα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κατά φωνή, όσο εγώ ήμουν απορροφημένος από τις σκέψεις μου, η Χάρουκα είχε ήδη φτάσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Με συγχωρείς, προσπάθησα να είμαι στην ώρα μου...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όχι, δεν άργησες, εγώ ήρθα νωρίς.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αλήθεια έλεγα. Για να είμαι ακριβής, ανυπομονούσα τόσο να περάσω τη μέρα με τη Χάρουκα, που σηκώθηκα από τα άγρια χαράματα. Ήμουν ενθουσιασμένος σαν σχολιαρόπαιδο πριν την εκδρομή του σχολείου. Επειδή ντρεπόμουν λιγάκι γι’αυτό, δεν τόλμησα να το πω στη Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως ακόμα κι έτσι!!!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Μμ...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σήμερα ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα τη Χάρουκα με τα καθημερινά της ρούχα...Πώς να την περιγράψω; Είναι πραγματικά απίστευτα χαριτωμένη. Μια λευκή κορδέλα ήταν δεμένη γύρω από τα μεταξένια μακριά μαλλιά της, και φορούσε ένα λευκό φόρεμα δυτικού τύπου και μια κρεμ ζακετούλα, στ’αλήθεια ήταν η απόλυτη ενσάρκωση μιας κόρης πλούσιας και ισχυρής οικογένειας.  Τα ρούχα αυτά ενίσχυαν τη γοητεία της τουλάχιστον 2.5 φορές περισσότερο συγκριτικά με τις άλλες κόρες πλουσίων οικογενειών (προσωπική μου άποψη αυτό). Κάθε εκατοστό της ύπαρξής της ανέδινε αριστοκρατικότητα.......Αχ! δεν είχα λόγια για την περιγράψω, γι’αυτό ας πούμε απλώς πως ήταν αρκετά χαριτωμένη για να μαγέψει ολόκληρο το γαλαξία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι...Τι συμβαίνει; Θα με κάνεις να ντραπώ αν συνεχίσεις να με κοιτάς έτσι...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α, συγγνώμη.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ανίκανος να αντισταθώ, την κοιτούσα σαν χαμένος. Όμως ο τρόπος που η Χάρουκα ανασήκωσε τις γωνίες των ματιών της και με κοίταξε κοκκινίζοντας ήταν τόσο γλυκός...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όχι, δε μπορώ να συνεχίσω με τις φαντασιώσεις! Φοβάμαι πως θα πάθω καμιά εγκεφαλική βλάβη αν συνεχίσω έτσι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κούνησα βίαια το κεφάλι μου, αποδιώχνοντας όλες τις προηγούμενες σκέψεις μου. Η Χάρουκα από την άλλη, με κοίταξε ανήσυχα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Έχω τίποτα; Είναι η πρώτη φορά που φοράω αυτό το φόρεμα...Μήπως είναι άσχημο;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όχι, και βέβαια όχι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Και βέβαια δεν συνέβαινε τίποτα τέτοιο, το φόρεμα ταίριαζε τέλεια στη Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα μπορεί να μην το είχε αντιληφθεί, αλλά απ’την ώρα που εμφανίστηκε, όλα&lt;br /&gt;
τα μάτια (ιδίως των αντρών) είχαν καρφωθεί πάνω της. Με κάθε ειλικρίνεια, όπου&lt;br /&gt;
κι αν πήγαινε η Χάρουκα, πάντα θα ήταν το κέντρο της προσοχής του κόσμου. Πάντα&lt;br /&gt;
ξεχώριζε, σαν ένας υπέροχος κύκνος μέσα σ’ένα κοπάδι από ασχημόπαπα (εμού&lt;br /&gt;
συμπεριλαμβανομένου).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Πάμε!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α,ναι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Ακούγοντας την πρότασή μου, η Χάρουκα χαμογέλασε ντροπαλά καθώς το φόρεμά της ανέμιζε ελαφρά στον άνεμο. Αυτή η απλή κίνηση έκανε τους πάντες γύρω της να αναστενάξουν με θαυμασμό, γιατί ήταν..........πολύ πολύ πολύ πολύ πολύ πολύ χαριτωμένη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τι τυχερός που είμαι που μπόρεσα να την δω έτσι! Φώναξα από μέσα μου καθώς ξεκινούσα μαζί με τη Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Νομίζω πως πρέπει να εξηγήσω το λόγο για την εξόρμησή μας στην Ακιχαμπάρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όχι, θέλω να πω, προφανώς ήρθαμε για να αγοράσουμε κάτι. Απλώς θα ήθελα να περιγράψω με περισσότερες λεπτομέρειες τι ήταν αυτό που θέλαμε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτή ήταν λίγο πολύ η συζήτηση που είχα με τη Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Να...θέλω να πάρω ένα ασημί Portable Toys Advance.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το ‘Portable Toys Advance’ που ανέφερε η Χάρουκα ήταν μια πολύ δημοφιλής φορητή παιχνιδομηχανή, που για συντομία συνήθως την αποκαλούσαν ‘ΡΤΑ’.  Από όσο ήξερα, το ασημί ΡΤΑ ήταν ένα εξαιρετικά σπάνιο μοντέλο περιορισμένης έκδοσης, κάτι που ακόμα κι ο Νομπουνάγκα θα ήθελε να αποκτήσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τότε καλύτερα να πάμε σε ένα κατάστημα παιχνιδιών, έτσι δεν είναι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Σωστά, νομίζω πως οποιοδήποτε κατάστημα παιχνιδιών ή ηλεκτρονικών θα πρέπει να το έχει. Δεν είμαι και πολύ σίγουρη δηλαδή, απλώς σου λέω τι έγραφε το περιοδικό.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δεν είναι και πολύ αξιόπιστη τελικά...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τότε πάμε να κοιτάξουμε στα καταστήματα ηλεκτρονικών, μια που σχεδόν όλα τα καταστήματα σ’αυτό το δρόμο είναι καταστήματα ηλεκτρονικών...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Εδώ που τα λέμε, πιο δύσκολο θα ήταν να βρούμε ένα κατάστημα σ’αυτό το δρόμο που να μην είναι κατάστημα ηλεκτρονικών.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λοιπόν ας ξεκινήσουμε από το κατάστημα ηλεκτρονικών σ’αυτή τη γωνία, εντάξει;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Και πήγα να μας οδηγήσω προς τη σωστή κατεύθυνση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α, περίμενε μια στιγμή.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η πρότασή μου απορρίφθηκε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...ξέρεις, έχω ετοιμάσει κάτι ειδικά για σήμερα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα ψαχούλεψε για λίγο στην τσάντα της και μετά έβγαλε από μέσα δυο&lt;br /&gt;
κομμάτια χαρτί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...Γιούτο-σαν, αυτό είναι το δικό σου, ελπίζω να σου φανεί χρήσιμο...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Τι είναι αυτό;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Οδηγός για ψώνια.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα χαμογέλασε περήφανα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αχά...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τι στο καλό ήταν αυτό;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αυτός είναι ένας οδηγός που έφτιαξα ειδικά για σήμερα. Έχω υπολογίσει ήδη τα μέρη που θα επισκεφτούμε, τη διαδρομή που θα ακολουθήσουμε, και την αναμενόμενη ώρα άφιξής μας σ’αυτό το χαρτί, οπότε είναι ένας γενικός χάρτης. Έφαγα τρεις ώρες για να φτιάξω αυτό τον οδηγό, χε χε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα γέλασε σεμνότυφα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ώστε ήταν χάρτης τελικά. Ήταν καλή ιδέα να σχεδιάσει από πριν το πρόγραμμά μας, αλλά αφού έριξα μια ματιά στις μπερδεμένες γραμμές που θύμιζαν έντονα πύθωνες που πάλευαν, δεν ήμουν και τόσο σίγουρος ότι θα μπορούσε αυτό το πράγμα να περάσει για χάρτης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Προσπάθησα να μη φανερώσω τις ανησυχίες μου καθώς ανασήκωσα τον οδηγό για να τον δω καλύτερα. Αν και είχα χάσει κάθε ελπίδα σε ό,τι αφορούσε το χάρτη, τα άλλα μέρη φαινόντουσαν σωστά φτιαγμένα, οπότε λογικά δε θα χανόμασταν με βάση τις πληροφορίες που ήταν γραμμένες εκεί. Εφόσον θα μπορούσαμε να φτάσουμε στον προορισμό μας χωρίς πρόβλημα, δε νομίζω να υπήρχε κανένα πρόβλημα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σύμφωνα με το πρόγραμμα του οδηγού, η Χάρουκα είχε βάλει την αγορά του ΡΤΑ (γύρω στις 5 το απόγευμα) σαν την τελευταία δραστηριότητα της ημέρας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιατί έβαλες το πιο σημαντικό πράγμα τελευταίο στο πρόγραμμα; Αν θέλεις στ’αλήθεια να το αγοράσεις, δεν πρέπει να το αναζητήσεις νωρίτερα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχα την εντύπωση ότι ο μέσος Ιάπωνας προσπαθούσε συνήθως να αποκτήσει το αντικείμενο που είχε βάλει στόχο το συντομότερο δυνατό. Ίσως όμως η Χάρουκα να είχε άλλους σκοπούς όταν το έβαλε τελευταίο στο πρόγραμμα, μπορεί να της αρέσει να αφήνει το καλύτερο για το τέλος;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Απαντώντας στην ερώτησή μου, η Χάρουκα μισόκλεισε παιχνιδιάρικα τα μάτια της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αν το πάρουμε στην αρχή της ημέρας, αυτό θα σήμαινε ότι το ταξίδι μας θα έχει τελειώσει. Και είναι κάτι που περίμενα με τόση λαχτάρα...θα είναι κρίμα να τελειώσει έτσι γρήγορα. Κι έπειτα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Κι έπειτα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Κι έπειτα...νομίζω πως είναι καλύτερα να αφήσουμε την πιο σημαντική δραστηριότητα για το τέλος της ημέρας.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Φαίνεται πως η Χάρουκα είναι απ’αυτούς που αφήνουν το καλύτερο μέρος για το τέλος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όπως και να είχε, η αγορά του ΡΤΑ ήταν ο κύριος στόχος της ημέρας. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως πριν απ’τον κύριο στόχο, φαινόταν πως είχαμε αρκετούς δευτερεύοντες στόχους να εκπληρώσουμε. Έτσι οι δυο μας αρχίσαμε τα ψώνια μας στην Ακιχαμπάρα ακολουθώντας το πρόγραμμα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτό το μέρος...είναι όπως πάντα γεμάτο κόσμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όπου και να γυρίζαμε, βλέπαμε πόστερ από άνιμε και βιντεοπαιχνίδια, ακόμα και μερικές διαφημίσεις σε φυσικό μέγεθος. Εδώ ήταν σαν να περνούσες σε άλλη διάσταση, σου έδινε την αίσθηση ενός τελείως διαφορετικού κόσμου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...Θα στρίψουμε αριστερά σ’αυτή τη διασταύρωση, θα προχωρήσουμε ευθεία για λίγο, και μετά θα στρίψουμε δεξιά...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα κοιτούσε το χάρτη καθώς με οδηγούσε μέσα απ’αυτό τον περίεργο καινούριο&lt;br /&gt;
κόσμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
...Μα πώς τον διαβάζει αυτό το χάρτη; Εμένα αυτός ο χάρτης μου θύμιζε όλο και περισσότερο χέλια με στομάχια μπλεγμένα μεταξύ τους, και ασφαλώς χρειαζόταν κάποιου είδους ταλέντο για να μπορέσει κανείς να σχεδιάσει κάτι τέτοιο. Ωστόσο, χρειαζόταν ακόμα μεγαλύτερο ταλέντο για να μπορέσει κανείς να αποκρυπτογραφήσει αυτό το χάρτη...Αν και εγώ προσωπικά δε θα ήθελα ποτέ να έχω ένα τέτοιο ταλέντο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Και αφού στρίψουμε δεξιά εδώ, πρέπει να δούμε ένα άσπρο κτίριο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Χάρη στη Χάρουκα, δε χαθήκαμε και φτάσαμε με ασφάλεια σε καθένα από τους προορισμούς μας, εκπληρώνοντας σύντομα όλους τους δευτερεύοντες στόχους μας(ψώνια σε μαγαζιά άνιμε, αγορά ειδών οτάκου κλπ.). Τώρα πηγαίναμε για τον τέταρτο στόχο μας – ένα βιβλιοπωλείο άνιμε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Καθώς διασχίζαμε τον τεράστιο δρόμο, πέσαμε πάνω σε πολλές μικρές ομάδες ανθρώπων. Υπήρχαν κάπου τριάντα σαράντα άνθρωποι που σχημάτιζαν ουρές έξω από κάποια μαγαζιά. Ίσως να συμμετείχαν σε κάποια εκδήλωση; Μια τόσο ζεστή μέρα, χαρά στο κουράγιο τους. Θα ήθελα να τους κρατήσω τη θέση στην ουρά να πάρουν μια ανάσα για λίγο. Αλλά βέβαια, αυτό δεν ήταν δυνατό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Καθώς τους κοίταζα,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αχ! Αυτό είναι!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα, που στεκόταν δίπλα μου, ξαφνικά έφυγε τρέχοντας. Αχ, όχι πάλι! Στόχος της&lt;br /&gt;
ήταν ακόμα ένα κατάστημα, και μπορούσα μόνο να κοιτάζω σιωπηλά την&lt;br /&gt;
ενθουσιασμένη της σιλουέτα που έτρεχε ολοταχώς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ήταν ήδη η τρίτη φορά που συνέβαινε αυτό, οπότε δεν με ξάφνιαζε πλέον.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αργά αργά κατευθύνθηκα προς τα κει που είχε πάει η Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα είχε κολλήσει ολόκληρη πάνω στη βιτρίνα του μαγαζιού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι όμορφη...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η ματιά της ήταν καρφωμένη σε μια φιγούρα ενός κοκκινομάλικου κοριτσιού που έπαιζε πιάνο (η τιμή του ήταν πανάκριβη, εικοσιπέντε χιλιάδες γεν.......) Το ύφος της ήταν σαν ενός νεαρού που περνάει κάθε μέρα από το οργανοπωλείο για να χαζέψει την αγαπημένη του τρομπέτα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα ορμούσε σαν ταύρος μπροστά στο κόκκινο πανί κάθε φορά που έβλεπε κάτι&lt;br /&gt;
που της άρεσε, αγνοώντας οτιδήποτε συνέβαινε γύρω της. Ακόμα και μένα δίπλα της&lt;br /&gt;
με ξεχνούσε εντελώς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γι’αυτό και αρκετές φορές ήδη είχα βρεθεί σε μια άβολη κατάσταση κατά την οποία κουβαλούσα κάμποσες τσάντες πράγματα αλλά με είχε εγκαταλείψει η συνοδός μου, κάτι που μου έδινε μια αίσθηση κενού και μοναξιάς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί είμαι εδώ; Άρχισα να αναρωτιέμαι το λόγο της ύπαρξής μου εδώ...Όμως όσο περνούσε η ώρα, σιγά σιγά συμφιλιώθηκα μ’αυτό το αίσθημα κενού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δεν είναι ένα είδος ευτυχίας που μπορώ να δω κάτι τόσο χαριτωμένο;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ωστόσο, δε με πείραζε και τόσο η εγκατάλειψή μου από τη Χάρουκα τώρα που έβλεπα πόσο ευτυχισμένη ήταν, κάτι που σίγουρα δε θα έβλεπα ποτέ στο σχολείο. Γιατί και μόνο που έβλεπα ένα τόσο αθώο και χαρούμενο ‘Άστρο της Νύχτας’ ήταν η καλύτερη ανταμοιβή για μένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μετά από ένα τέταρτο, η Χάρουκα ακόμα δεν έδειχνε διατεθειμένη να ξεκολλήσει από τη βιτρίνα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Εμμ...αν σου αρέσει τόσο, γιατί δεν το αγοράζεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν συνεχιστεί αυτό, θα παρεμποδίσουμε τη λειτουργία του καταστήματος. Όμως όταν έκανα αυτή την πρόταση στη Χάρουκα, μου απάντησε με θλιμμένο ύφος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Υπάρχουν τόσα που θέλω να αγοράσω, αλλά...δεν έχω αρκετά χρήματα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χρήματα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ποιος θα το περίμενε ότι η κόρη μιας οικογένειας πιο πλούσιας κι απ’τον αυτοκράτορα θα έλεγε ποτέ κάτι τέτοιο. Κρίνοντας από τον τρόπο ζωής τους, το χαρτζηλίκι της Χάρουκα πρέπει να ήταν τουλάχιστον ένα εκατομμύριο γεν το μήνα, και το δώρο της για την Πρωτοχρονιά τουλάχιστον πέντε εκατομμύρια γεν, σωστά;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όταν τη ρώτησα σχετικά,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ό...όχι, κάθε άλλο!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα κούνησε έντονα αρνητικά το κεφάλι της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Το χαρτζηλίκι μου είναι πολύ μικρό...Με μεγάλη δυσκολία καταφέρνω να βάζω στην άκρη λίγα χρήματα κάθε μήνα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δηλαδή πόσα σου δίνουν το μήνα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ήθελα να μάθω περισσότερα, για να ξέρω για άλλη φορά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Να...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το ποσό που βγήκε από τα χείλη της Χάρουκα παραδόξως δεν διέφερε και πολύ από το δικό μου χαρτζηλίκι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αυτό κι αν είναι έκπληξη...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχα πραγματικά εκπλαγεί. Η μεγαλύτερη κόρη της πλούσιας και ισχυρής οικογένειας Νογκιζάκα να παίρνει περίπου το ίδιο χαρτζηλίκι με το γιο της μικροαστικής οικογένειας Αγιάσε, που δεν ήξερε ούτε το γενεαλογικό της δέντρο πέρα από λίγες γενιές, αυτό ήταν κάτι που θα ξάφνιαζε τον καθένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ο πατέρας μου είναι πολύ αυστηρός...Για σήμερα μόνο, έβγαλα μέχρι και το μονάκριβο χαρτονόμισμά μου των δέκα χιλιάδων γεν από το κουτί με τις οικονομίες μου...ακόμα και το γουρουνάκι μου πήγε να συναντήσει τον Κύριο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γουρουνάκι...Τον κουμπαρά της εννοούσε;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γι’αυτό δεν μπορώ να ξοδέψω τα χρήματά μου ασυλλόγιστα...Δεν πειράζει, χαίρομαι και μόνο που το κοιτάζω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα γέλασε χαρούμενα. Στ’αλήθεια καταφέρνει πάντα να κερδίζει τη στοργή των άλλων και μόνο μ’αυτό. Χάρουκα, σου υπόσχομαι να σ’αφήσω να κοιτάξεις τη βιτρίνα όσο θες (τουλάχιστον μέχρι να έρθουν οι υπάλληλοι να μας διώξουν)!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Και έτσι, μείναμε για άλλα δέκα λεπτά περίπου μπροστά στη βιτρίνα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Σ’ευχαριστώ που με άφησες να ζήσω μια τόσο υπέροχη εμπειρία.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Επιτέλους η Χάρουκα ικανοποιήθηκε. Όμως, πάνω που ετοιμαζόμασταν να ξεκινήσουμε για τον επόμενο προορισμό μας...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αχ!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πάλι κάτι τράβηξε την προσοχή της Χάρουκα, και όρμησε στο πλάι του κεντρικού δρόμου για τέταρτη φορά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτή τη φορά, ο στόχος της ήταν ένα κατάστημα που πουλούσε είδη άνιμε. Ωστόσο δεν μπήκε στο κατάστημα, αλλά πήγε γραμμή σε κάτι ορθογώνια αντικείμενα που ήταν παραταγμένα απέξω. Α! Ήταν αυτόματοι πωλητές που έβγαζαν κάψουλες, σωστά; Πόσες αναμνήσεις, θυμάμαι που πήγαινα όλη την ώρα σε τέτοια μηχανήματα όταν ήμουν στο δημοτικό. Οι κάψουλες περιείχαν πλαστικές φιγούρες με ήρωες άνιμε και ορισμένους μπρατσωμένους υπερήρωες που αγαπούσα, και αν έψαχνα τα παλιά μου πράγματα, σίγουρα θα ξέθαβα αρκετές τέτοιες φιγούρες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αυτά είναι που έλεγες, έτσι δεν είναι; Αν βάλεις ένα κέρμα θα βγει μια κάψουλα...Α! Αυτή δεν είναι η ‘Αδέξια Άκι-τσαν’;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
...Κάπου το είχα ξανακούσει αυτό το όνομα. Το ορθογώνιο κουτί που έδειχνε η Χάρουκα με το δάχτυλό της είχε τη φωτογραφία της φιγούρας ενός γνώριμου κοριτσιού με μπλε μαλλιά που έπαιζε πιάνο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αυτό είναι...πολύ χαριτωμένο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα είχε μια παιδιάστικη έκφραση στα μάτια της. Αισθάνθηκα ότι τα ενδιαφέροντά της μου ήταν όλο και πιο οικεία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιατί δεν το δοκιμάζεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτό ήταν διαφορετικό από αυτό που κοιτούσε μόλις πριν από λίγο, γι’αυτό δε φανταζόμουν να ήταν πρόβλημα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ; Να το δοκιμάσω; Εννοείς να δοκιμάσω αυτό το μηχάνημα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ακριβώς.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...Αλλά...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Την ενθάρρυνα να δοκιμάσει το μηχάνημα, αλλά για κάποιο λόγο που δεν καταλάβαινα, η Χάρουκα δίσταζε πολύ να δεχτεί την πρότασή μου. Α! Λες να μην την ενδιαφέρουν αυτά τα πράγματα;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Απαντώντας στην ερώτησή μου, η Χάρουκα είπε με σιγανή φωνή,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Εμμ...Για να σου πω την αλήθεια, είναι η πρώτη φορά που δοκιμάζω κάτι τέτοιο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Η πρώτη σου φορά;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η πρώτη φορά που έπαιζε με μηχάνημα για κάψουλες;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ναι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα έγνεψε ντροπαλά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Σήμερα είναι η πρώτη φορά που είδα κάτι τέτοιο, και επίσης η πρώτη μου επαφή μαζί του. Χμμ...Πώς να το πω...Αυτή πρέπει να είναι η πρώτη μου εμπειρία, σωστά; Γι’αυτό ανησυχώ λίγο...θα τα καταφέρω άραγε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η λέξη που χρησιμοποίησε δεν ήταν και τόσο λάθος, ωστόσο θα προτιμούσα να σταματήσει να μιλάει για την πρώτη της εμπειρία μεσημεριάτικα με τόσο κόσμο τριγύρω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τ...τι νομίζεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...μάλλον έχεις δίκιο. Πάντως δεν είναι και τίποτα δύσκολο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Απλώς ρίχνεις το κέρμα και γυρίζεις το χερούλι να βγει η κάψουλα. Ακόμα και παιδάκια του νηπιαγωγείου μπορούν να το κάνουν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λες, ε; Τότε να κάνω μια προσπάθεια.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα φάνηκε επιτέλους να το παίρνει απόφαση. Έβγαλε το πορτοφόλι της από την τσάντα της και πλησίασε το μηχάνημα με δέος ανάλογο με ενός μεσόκοπου, άσχετου με την τεχνολογία υπαλλήλου όταν αντικρίζει τον τελευταίο μοντέλο υπολογιστή της εταιρείας πάνω στο γραφείο του. Μάλλον θα χρειαστεί να την παρακολουθώ διακριτικά για λίγο...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α...αχ; Αχ; Περίεργο...τι συμβαίνει;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ξαφνικά, η Χάρουκα πήρε μπερδεμένο ύφος. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι τρέχει;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιούτο-σαν...Είναι χαλασμένο το μηχάνημα; Δεν μπορώ να βάλω χρήματα μέσα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δε φαίνεται χαλασμένο...Άσε με να ρίξω μια ματιά.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πλησίασα για να δω καλύτερα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μόνο όταν πλησίασα είδα ότι η Χάρουκα προσπαθούσε να χώσει ένα χαρτονόμισμα των δέκα χιλιάδων γεν στο άνοιγμα για κέρματα. Χάρουκα, ξεφτέρι μου, δε θα μπορούσες ποτέ να χώσεις ένα χαρτονόμισμα σε άνοιγμα για κέρματα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«;;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Χάρουκα, δε μπορείς να χρησιμοποιήσεις χαρτονομίσματα σ’αυτά τα μηχανήματα, δέχονται μόνο κέρματα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α ναι; Αλήθεια;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Ναι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σε ικετεύω, μην κάνεις τέτοιες ερωτήσεις σαν να μην τρέχει τίποτα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Κατάλαβα, δέχονται μόνο κέρματα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα άνοιξε για άλλη μια φορά το πορτοφόλι της, μόνο και μόνο για να κατσουφιάσει, σαν να έχει το αγαπημένο της φαγητό μπροστά της και να μην μπορεί να το φάει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Δεν έχω κέρματα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Θα σου δανείσω εγώ!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν συνεχίσουμε έτσι, ένας Θεός ξέρει πότε η Χάρουκα θα γυρίσει επιτέλους το χερούλι του μηχανήματος, γι’αυτό της έκανα αυτή την πρόταση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Συγγνώμη για την αναστάτωση.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έβαλα ένα χαρτονόμισμα των χιλίων γεν στο μηχάνημα ανταλλαγής κερμάτων και πήρα σε αντάλλαγμα δέκα κέρματα των εκατό γεν. Καθώς κοίταζα τη μετατροπή του χαρτονομίσματός μου σε κέρματα, είχα την αίσθηση ότι τα χρήματά μου είχαν χαθεί, μια που, στο τέλος τέλος, είμαι ένας συνηθισμένος τσιγκούνης κάτοικος μεγαλούπολης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έλα, πάρτα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ε...Ευχαριστώ.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα πήρε νευρικά ένα κέρμα των εκατό γεν από το χέρι μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Και κάπως έτσι η Χάρουκα ξεκίνησε την πρώτη της εμπειρία με τα μηχανήματα για κάψουλες...Αν και...εγώ είχα ένα προαίσθημα ότι αυτή η πρώτη εμπειρία θα ήταν μάλλον επικίνδυνη γι’αυτήν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Φοβόμουν πως θα εθιστεί στο μηχάνημα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Από προηγούμενες εμπειρίες, ήξερα ότι οποιοσδήποτε χρησιμοποιούσε μηχανήματα για κάψουλες, ήταν εξαιρετικά δύσκολο να σταματήσει από τη στιγμή που είχε διαλέξει ένα στόχο. Αν δεν αποκτούσε το αντικείμενο που είχε βάλει στο μάτι, ο χρήστης του μηχανήματος συχνά δεν κατάφερνε να σταματήσει να παίζει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν ο χρήστης είναι παιδί του δημοτικού, τα πράγματα δεν είναι και τόσο άσχημα, γιατί όσο και να θέλει να συνεχίσει να παίζει, θα αναγκαστεί να σταματήσει όταν του τελειώσουν τα χρήματα. Με άλλα λόγια, τα πορτοφόλια των παιδιών του δημοτικού είναι από μόνα τους περιορισμός. Αν τη στιγμή που ξεμείνει από κέρματα, κάποιος δίπλα στο παιδάκι του δημοτικού κατά σύμπτωση πετύχει τη φιγούρα που ήθελε, το παιδί κατά πάσα πιθανότατα θα βάλει τα κλάματα εκεί επιτόπου. Όμως, αφού περάσει αμέτρητες παρόμοιες δοκιμασίες και βάσανα, το παιδί του δημοτικού τελικά θα μεγαλώσει και θα ωριμάσει...Αλλά για στάσου, νομίζω πως έφυγα απ’το θέμα μας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τέλος πάντων, αυτό που θέλω να πω είναι ότι, αν αυτός που παίζει είναι ένας μαθητής λυκείου με σημαντικά μεγαλύτερο πορτοφόλι, πώς θα εξελιχτεί η κατάσταση;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Και μόνο που σκέφτηκα την πιθανή κατάληξη με έπιασε πονοκέφαλος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν και ευχόμουν με όλη μου την ψυχή να έκανα λάθος στις προβλέψεις μου, η πραγματικότητα είναι ανελέητη...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όπως το περίμενα, για να πετύχει η Χάρουκα το αντικείμενο-στόχο της (την ‘Αδέξια Άκι-τσαν’ που έπαιζε πιάνο), έστειλε τέσσερις Νατσούμε Σοσέκι (χαρτονομίσματα των χιλίων γεν) να συναντήσουν τον Κύριο, ενώ οι άδειες κάψουλες κυλούσαν στο έδαφος γύρω μας σαν βότσαλα στην όχθη ενός ποταμού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
==&#039;&#039;&#039;3&#039;&#039;&#039;==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και μετά ήταν ώρα για μεσημεριανό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σύμφωνα με το πρόγραμμά μας, το μέρος όπου θα τρώγαμε μεσημεριανό ήταν ένα εστιατόριο που λεγόταν ‘Calotte-culotte’.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι είδους εστιατόριο είναι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μπορεί να ήταν οικογενειακό εστιατόριο, αλλά ήταν αδύνατο καταλάβω περισσότερα από το όνομά του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα μου χάρισε ένα μυστηριώδες χαμόγελο, σαν να περίμενε εδώ και πολλή ώρα αυτή την ερώτηση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Είναι ένα καφέ για το οποίο διάβασα σε ένα περιοδικό, ένα μέρος στο οποίο ήθελα να έρθω εδώ και πολύ καιρό. Αυτή είναι η δεύτερη πιο σημαντική δραστηριότητα της μέρας, γι’αυτό να την περιμένεις με ανυπομονησία!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η δεύτερη πιο σημαντική δραστηριότητα της μέρας; Χμμ, τώρα που το ξανακοίταζα, υπήρχε ένα μικρό σύμβολο σε σχήμα λουλουδιού δίπλα στο όνομα του καφέ, που δεν είχα προσέξει πριν (ή είχα υποσυνείδητα διαγράψει από το οπτικό μου πεδίο). Κι ακόμα, ένα ‘τέρας’ ήταν σχεδιασμένο δίπλα στο μεγάλο κατάστημα ηλεκτρονικών που ήταν ο αντικειμενικός σκοπός του ταξιδιού μας. Αυτό το ‘τέρας’ είχε μια γενειάδα μυτερή σαν βελόνα, κοφτερά νύχια και κατακόκκινα μάτια...Μάλλον η Χάρουκα προσπάθησε να ζωγραφίσει μια γάτα, σωστά;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λαλαλα...♪»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα σιγοτραγουδούσε το σκοπό της ‘Προσευχής μιας Νεαρής Παρθένας’ καθώς προχωρούσε χοροπηδώντας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως εγώ δεν μπορούσα να χαλαρώσω. Με είχε κυριεύσει μια ακατανόητη δυσάρεστη αίσθηση, σαν την ξαφνική εμφάνιση σύννεφων βροχής, μαζί με αστραπόβροντα και κεραυνούς μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Φτάσαμε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η φωνή της Χάρουκα με επανέφερε στην πραγματικότητα. Φαίνεται πως είχαμε φτάσει στον προορισμό μας όσο εγώ ήμουν χαμένος στις σκέψεις μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δε φαίνεται να έχει πολύ κόσμο, τέλεια! Πάμε μέσα, Γιούτο-σαν!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η φωνή της Χάρουκα έμοιαζε εξαιρετικά χαρούμενη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σε τι είδους παράξενο (συγγνώμη για την αγένεια) μέρος με έφερε η Χάρουκα; Κοίταξα πάνω παλεύοντας με τις προκαταλήψεις μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Εε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ήταν μια εντελώς φυσιολογική καφετέρια!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το εξωτερικό της καφετέριας έδινε μια εντύπωση χαριτωμένης κομψότητας, του είδους που αρέσει στα κορίτσια. Κοιτώντας μέσα από τη τζαμαρία, και η εσωτερική διακόσμηση δεν ήταν πολύ φανταχτερή, ώστε να αποθαρρύνει πιθανούς υποψήφιους πελάτες. Αφού μπήκα μέσα, δεν βρήκα τίποτα ιδιαίτερα ασυνήθιστο ή απαράδεκτο. Η εσωτερική διακόσμηση ήταν βασισμένη στο λευκό, δίνοντας μια απλοϊκή αίσθηση στην καφετέρια. Αν και με ανησύχησε λίγο το γεγονός ότι οι περισσότεροι πελάτες ήταν άντρες, μια και όλα τα άλλα ήταν αποδεκτά, δεν έκατσα να το πολυσκεφτώ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Καθίσαμε σε ένα τραπέζι δίπλα στο παράθυρο και ανοίξαμε τους καταλόγους. Το μενού είχε...αρκετά ευφάνταστα πιάτα, αλλά...και πάλι, υποθέτω πως ήταν αρκετά φυσιολογικό!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Χμμ...μάλλον τσάμπα ανησύχησα. Η Χάρουκα μάλλον έβαλε αυτό το καφέ σαν δεύτερη πιο σημαντική δραστηριότητα επειδή ήταν χαριτωμένο. Ναι, αυτό πρέπει να ήταν, στο κάτω κάτω και η Χάρουκα ήταν ένα κορίτσι σαν όλα τα άλλα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πάνω που αναστέναζα με ανακούφιση και ετοιμαζόμουν να παραγγείλω, μια γυναικεία φωνή ακούστηκε πάνω απ’το κεφάλι μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Καλωσήρθατε, θα παραγγείλετε τώρα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Α, η σερβιτόρα ήρθε να πάρει παραγγελία. Ακόμα δεν είχα αποφασίσει ανάμεσα στην ‘Μακαρονάδα του απίστευτου βασιλείου’ και τη ‘Μηλόπιτα των εφτά νάνων’, ενώ και η Χάρουκα δυσκολευόταν να αποφασίσει τι θα πάρει. Καλύτερα λοιπόν να ζητήσω από τη σερβιτόρα να περιμένει λίγο!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ακούμπησα κάτω τον κατάλογο και σήκωσα το κεφάλι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ, με συγχωρείτε, αλλά θα θέλαμε λίγο ακόμα χρόνο να αποφασίσουμε, παρακαλώ...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δεν κατάφερα να τελειώσω τη φράση μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί αυτό που είδα έκανε όλες τις σωματικές λειτουργίες μου να σταματήσουν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ακόμα και το μυαλό μου σταμάτησε να δουλεύει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Τι συμβαίνει, κύριε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί μπροστά στα μάτια μου στεκόταν μια...πως να το πω...μια υπηρέτρια. Φορούσε μια ποδιά και μια ασορτί κορδέλα στα μαλλιά (έμοιαζε με κορδέλα, δεν ξέρω πως λέγεται στην πραγματικότητα) και επίσης είχε κάτι που έμοιαζε με αυτιά γάτας στο κεφάλι της. Μήπως είχα παραισθήσεις;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Η φίλη σας δεν έχει αποφασίσει τι θα παραγγείλει;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α, ναι. Μπορείτε να περιμένετε λίγο ακόμα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Εντάξει~~Με την ησυχία σας.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η υπηρέτρια με τα αυτιά γάτας και το δίσκο έγνεψε. Μια υπηρέτρια με αυτιά γάτας...Αν έπρεπε να την περιγράψω, θα έλεγα πως η εμφάνισή της ήταν πολύ εντυπωσιακή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τότε παρακαλώ φωνάξτε με όταν αποφασίσετε...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η υπηρέτρια με τα αυτιά γάτας χαμογέλασε ευγενικά και απομακρύνθηκε, με την ουρά της να κουνιέται δεξιά αριστερά από πίσω της. Για να βεβαιωθώ ότι δεν έκαναν πουλάκια τα μάτια μου, ρώτησα αμέσως τη Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χάρουκα...τι μέρος είναι αυτό;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Καφετέρια δεν είναι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το ξέρω αυτό...Όχι, θέλω να πω, από πότε οι υπηρέτριες μια αυτιά γάτας είναι κάτι συνηθισμένο στις γιαπωνέζικες καφετέριες;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Οι στολές των σερβιτόρων εδώ είναι πολύ χαριτωμένες, όλοι έρχονται εδώ για  να δουν τις υπηρέτριες.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
...Για μια στιγμή, η Χάρουκα είπε ‘όλοι’;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έτρεξα έξω για να ξανακοιτάξω την ταμπέλα της καφετέριας, και συνειδητοποίησα ότι πράγματι έγραφε ‘Καφέ υπηρετριών Calotte-culotte’.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ώστε αυτό ήταν...πράγματι ήταν τέτοιο είδος καφετέριας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ξανακάθισα νιώθοντας ψυχολογικά εξουθενωμένος. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ένα καφέ υπηρετριών! Μια και η αλήθεια ήταν πλέον μπροστά στα μάτια μου, δε μπορούσα παρά να συμφωνήσω με την απόφαση του καταστήματος να ντύσει τις σερβιτόρες υπηρέτριες, αφού αυτό ήταν το κύριο χαρακτηριστικό του. Δε θα είχε και πολύ νόημα ένα καφέ υπηρετριών χωρίς υπηρέτριες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Επομένως το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να συμφιλιωθώ με την κατάσταση. Όχι πως δεν είχα αναστατωθεί, αλλά αν επέτρεπα στον εαυτό μου να αναστατωθεί υπερβολικά δε θα μπορούσαμε να φάμε μεσημεριανό. Όμως...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Έι, γιατί φοράνε όλες τους αυτιά γάτας;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτή ήταν η μεγαλύτερη απορία μου. Και τώρα που τις κοίταζα προσεκτικότερα, μερικές από τις υπηρέτριες είχαν μέχρι και ουρές...Από εντελώς θεωρητική άποψη, σε τι τους χρησίμευε ένα τέτοιο αξεσουάρ;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δεν είναι επειδή είναι πολύ χαριτωμένα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η απάντηση της Χάρουκα ήταν λακωνική και γλυκιά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Η στολή της υπηρέτριας από μόνη της είναι ήδη πολύ χαριτωμένη, αλλά προσθέτοντας και ένα ζευγάρι αυτιά γάτας η γοητεία αυξάνεται ακόμα περισσότερο. Αυτό είναι ένα τέλειο παράδειγμα όπου ένα κι ένα δεν κάνει δύο, αλλά τρία, ίσως και τέσσερα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα χαμογέλασε. Συμφωνούσα με τη λογική της, αλλά...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι χαριτωμένες που είναι...Θέλω κι εγώ να δοκιμάσω μια στολή υπηρέτριας. Νομίζω πως θα δανειστώ μια από τη Χαζούκι καμιά φορά...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα κοιτούσε τις υπηρέτριες με ονειροπόλο ύφος. Χμμ...Τώρα που το φαντάζομαι...πώς θα ήταν άραγε η Χάρουκα με μια στολή υπηρέτριας. Η Χάρουκα με στολή υπηρέτριας και ένα ζευγάρι αυτιά γάτας να χαμογελάει λέγοντας ‘Κύριε♪’...Ωραίο ακούγεται.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
...Μα τι κάθομαι και σκέφτομαι τώρα!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δε μου αρέσει να σκέφτομαι τέτοια ανήθικα πράγματα. Για να διώξω αυτές τις ανόσιες σκέψεις από το μυαλό μου, στριφογύρισα έντονα στην καρέκλα μου και κοίταξα με την άκρη του ματιού μου τη Χάρουκα, που κοιτούσε ακόμα τις υπηρέτριες με ονειροπόλο ύφος. Ξαφνικά, η Χάρουκα χτύπησε την παλάμη της με τη γροθιά του άλλου χεριού της, σαν να θυμήθηκε ξαφνικά κάτι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιούτο-σαν...έχω μια καλή ιδέα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Τι καλή ιδέα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δε νομίζω πως θα ήταν κάτι καλό για μένα, γι’αυτό φοβόμουν λιγάκι την απάντηση της Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Θέλω να τους ζητήσω να μ’αφήσουν να τις βγάλω φωτογραφία.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Εε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Είναι μια τόσο σπάνια ευκαιρία να βρίσκομαι εδώ, γι’αυτό θέλω να βγάλω μια φωτογραφία με τις υπηρέτριες.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Περίμενε ένα λεπτό...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πριν προλάβω να τη σταματήσω η Χάρουκα σηκώθηκε με μια ψηφιακή κάμερα που είχε εμφανιστεί από το πουθενά στο χέρι της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Με συγχωρείτε, αλλά...θα μπορούσα να βγω μια φωτογραφία μαζί σας;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα φώναξε μια υπηρέτρια και έκανε την ερώτησή της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λυπάμαι πολύ, αλλά δεν επιτρέπεται η φωτογράφηση σ’αυτή την καφετέρια...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η υπηρέτρια με τα αυτιά γάτας απέρριψε ευγενικά το αίτημα της Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ; Ώστε έτσι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ναι, λυπάμαι πολύ...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η υπηρέτρια υποκλίθηκε απολογητικά. Καλύτερα έτσι, αν και σκέφτηκα πως δεν ήταν και τόσο ευχάριστο για τη Χάρουκα, αλλά τουλάχιστον δε θα υποχρεωθώ να γίνω ρεζίλι βγαίνοντας φωτογραφία σε ένα τέτοιου είδους καφέ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως, μάλλον βιάστηκα πολύ να χαλαρώσω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Στ’αλήθεια...δε γίνεται; Και ήθελα τόσο μα τόσο πολύ να βγάλω μια φωτογραφία με τις υπηρέτριες με αυτιά γάτας...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα θύμιζε εγκαταλελειμμένο γατάκι. Μάλλον η υπηρέτρια με τα αυτιά γάτας δεν άντεξε να βλέπει έναν πελάτη να έχει πέσει σε τέτοια κατάθλιψη, γιατί αφού σκέφτηκε λίγο είπε στη Χάρουκα, ‘Χμμ, παρακαλώ περιμένετε λίγο, ίσως υπάρχει τρόπος,’ και μετά έτρεξε προς το χώρο του προσωπικού της καφετέριας. Ευχόμουν με όλη μου την ψυχή να ξαναγυρίσει άπρακτη...αλλά πριν προλάβω να κάνω τίποτα, η υπηρέτρια με τα αυτιά γάτας ξαναγύρισε τρέχοντας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Κύριε, δεσποινίς, ελάτε μαζί μου παρακαλώ.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«;;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ξέρετε, είπα στον διευθυντή το αίτημά σας, και σας επιτρέπει να βγάλετε φωτογραφίες. Αν δεν έχετε πρόβλημα, μπορώ εγώ να βγω φωτογραφία μαζί σας. Αλλά για να μην ενοχλήσουμε τους άλλους πελάτες, θα πρέπει να πάμε στο χώρο του προσωπικού για να βγάλουμε τις φωτογραφίες...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αλήθεια; Και βέβαια δεν υπάρχει πρόβλημα. Σας ευχαριστώ πολύ.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα έγνεψε με ευγνωμοσύνη χαμογελώντας χαρούμενα, κάνοντας την υπηρέτρια με αυτιά γάτας να κοκκινίσει από ντροπή. Κατά τα φαινόμενα, το αγγελικό χαμόγελο της Χάρουκα (ακατανίκητο όπλο) ήταν αποτελεσματικό και για τα δύο φύλα. Χμμ...ίσως να είχε προστεθεί μια ακόμα γυναίκα στο φαν κλαμπ της, που αποτελούνταν κυρίως από άντρες. (Παρεμπιπτόντως, η αναλογία αντρών:γυναικών του φαν κλαμπ της Χάρουκα Νογκιζάκα στο Λύκειο Χακούτζου είναι 5:1).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όπως και να είχε, εκείνη τη μέρα, το ‘Άστρο της Νύχτας’, η υπηρέτρια με τα αυτιά γάτας κι εγώ ποζάραμε για το φακό της κάμερας (το δικό μου πρόσωπο είχε μια περίεργη γκριμάτσα), και αποκτήσαμε μια φωτογραφία που θα περνούσε και στις επερχόμενες γενιές, μόνο που δε θα το μάθαιναν γιατί ήταν πολύ ντροπιαστική για να μιλήσουμε σε κανέναν γι’αυτή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κάτω από το χαμόγελο της υπηρέτριας με τα αυτιά γάτας, άφησα το καφέ υπηρετριών εξαντλημένος. Όμως σχεδόν αμέσως, η Χάρουκα είδε πάλι κάτι που της άρεσε, και έτρεξε για την πέμπτη έκτακτη αποστολή της για εκείνη τη μέρα. Μπορούσα μόνο να καθίσω στο βρώμικο παγκάκι μπροστά στο μαγαζί, κοιτώντας με αδειανό βλέμμα τη Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α! Εσύ είσαι, Γιούτο;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μια φωνή που δε θα έπρεπε λογικά να ακούσω εδώ έφτασε ως εμένα μέσα από το πλήθος. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έκανα πως δε γνώριζα αυτό το άτομο και γύρισα από την άλλη. Όμως αυτός ο τύπος πάντα του ήταν ξεροκέφαλος και ποτέ δεν τα παρατούσε εύκολα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έι, Γιούτο...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιούτο;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α, ώστε με αγνοείς επίτηδες! Εντάξει λοιπόν, αν αυτή είναι η τακτική σου, έχω κι εγώ τη δική μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...ακούσατε, ακούσατε! Ο Αγιάσε Γιούτο, του Λυκείου Χακούτζου, Πρώτο έτος, Τάξη 1, όταν πήγαινε στο νηπιαγωγείο, μια φορά...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Εντάξει, εντάξει, Νομπουνάγκα, συγγνώμη.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Βλέποντας ότι παραδόθηκα άνευ όρων, ο παιδικός μου φίλος είπε με παιδιάστικο ύφος ‘Τώρα μάλιστα.’&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όμως...Νομπουνάγκα, τι κάνεις εσύ εδώ;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ε; Τι ερώτηση είναι αυτή; Εφόσον δεν έχω σχολείο, πάντα εδώ είμαι. Εσύ πρέπει να ξέρεις καλύτερα από όλους ότι εδώ είναι η Γη της Επαγγελίας για μένα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Σωστά, τώρα που το λες.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
...Υποθέτω πως έτσι είναι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Απλώς έτυχε να έχει μια εκδήλωση εδώ σήμερα! Όχι, για την ακρίβεια, έχει αρχίσει από χτες...Το περίεργο είναι που είσαι εσύ εδώ. Ποτέ δεν έρχεσαι μαζί μου όταν σε καλώ εδώ πέρα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δεν έρχομαι ακριβώς γιατί είναι αυτός που με προσκαλεί. Για μένα, ο συνδυασμός του εν λόγω ατόμου και αυτού του δρόμου είναι ο χειρότερος δυνατός. Ιδιαίτερα την Πρωτοχρονιά και τις γιορτές, όλοι εδώ μοιάζουν σαν να πηγαίνουν σε καμιά κηδεία ή τίποτα τέτοιο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως είχε δίκιο, δεν ήταν καμιά έκπληξη που ήταν αυτός εδώ, ήταν σαν να έβλεπες ένα ψάρι στη θάλασσα, ένα απόλυτα φυσιολογικό φαινόμενο. Γιατί πού αλλού θα ήταν ένας οτάκου αν όχι στην Ακιχαμπάρα;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το πρόβλημα ήταν, ότι είχα ξεχάσει ότι ήμουν για ψώνια μαζί με τη Χάρουκα. Ωχ, τώρα που θυμήθηκα γιατί ήμουν εγώ εδώ, πρέπει να σκεφτώ κάτι για να σώσω την κατάσταση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι συμβαίνει; Γιούτο, δε φαίνεσαι καλά.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έχω λίγο πονοκέφαλο...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Κακό αυτό, θες να σου δώσω ένα χάπι; Το μισό περιεχόμενο του χαπιού είναι η καλοσύνη μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πώς μπορεί να λέει κάτι τέτοιο σε κάποιον με πονοκέφαλο!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αλήθεια, Νομπουνάγκα, δεν έχεις κάτι να κάνεις; Μην ασχολείσαι μαζί μου, πήγαινε στη δουλειά σου!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δεν έχω να κάνω τίποτα. Η εκδήλωση τελείωσε, οπότε είμαι ελεύθερος.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Μα δε βαριέσαι να κάθεσαι εδώ μαζί μου; Μια Κυριακή έχεις, θα’πρεπε να ανοίξεις τα φτερά σου και να διασκεδάσεις όσο μπορείς!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιούτο, γιατί έχω την εντύπωση ότι προσπαθείς να με ξεφορτωθείς;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όχι, γιατί να κάνω κάτι τέτοιο...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πολύ άσχημη η κατάσταση. Πρέπει να κάνω αυτόν τον τύπο να εξαφανιστεί προτού γυρίσει η Χάρουκα αλλιώς θα μπλέξουμε άσχημα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...Όπως νομίζεις! Η εκδήλωση τέλειωσε και είμαι πτώμα, οπότε καλύτερα να πάω σπίτι να κοιμηθώ.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο νυσταγμένος Νομπουνάγκα άφησε ένα βαθύ χασμουρητό, σπάνιο πράγμα για κάποιον τόσο υγιή όσο αυτός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Επειδή η εκδήλωση άρχισε χτες, δεν έχω κλείσει μάτι από χτες. Ευτυχώς που όλα πήγαν καλά με τη διανομή, χαχαχα,»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Φαίνεται πως είναι πολύ κουρασμένος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λοιπόν, να πηγαίνω εγώ. Τα λέμε αύριο στο σχολείο, Γιούτο!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο Νομπουνάγκα ανέμισε τη χαρτοσακούλα στο δεξί του χέρι καθώς προχώραγε προς το σταθμό.&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Eirini kl</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Nogizaka_Haruka_no_Himitsu_(Greek):Volume1_Chapter2&amp;diff=102593</id>
		<title>Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek):Volume1 Chapter2</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Nogizaka_Haruka_no_Himitsu_(Greek):Volume1_Chapter2&amp;diff=102593"/>
		<updated>2011-06-26T20:03:09Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Eirini kl: /* 3 */&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;  &lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Κεφάλαιο 2&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
==&#039;&#039;&#039;0&#039;&#039;&#039;==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Ήταν μια καυτή Κυριακή του Μαΐου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στεκόμουν μπροστά από ένα κατάστημα που βρισκόταν στο μεγαλύτερο δρόμο μαγαζιών με ηλεκτρονικά στην Ιαπωνία. &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Κοιτώντας το παράξενο θέαμα μπροστά μου, δεν μπόρεσα να μην αφήσω ένα σιωπηλό αναστεναγμό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Γιατί δε βγήκε ακόμα; Τόση ώρα παίζω...» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα πανέμορφο κορίτσι μουρμούρισε με απογοήτευση στα μάτια της γέρνοντας το κεφαλάκι της στο πλάι. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αυτή η έκφραση δεν ήταν και τόσο παράδοξη, μια και το όμορφο κορίτσι είναι, κατά βάση, άνθρωπος (αν και αρκετοί θα διαφωνούσαν ως προς αυτό), και μοιάζει να βασανίζεται από ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα. Στην πραγματικότητα, το πράγμα δεν ήταν και τόσο περίπλοκο, απλώς...  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Απλώς, η ουσία του προβλήματος είναι.......το αντικείμενο που το όμορφο κορίτσι κρατούσε στο δεξί της χέρι, και το αντικείμενο μπροστά στα μάτια της. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πάλι δεν το πέτυχα...» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα ντελικάτα δάχτυλα κρατούσαν σφιχτά ένα σφαιρικό αντικείμενο κάπου 6 εκ. σε διάμετρο, που είχε βγει από ένα μηχάνημα με κερματοδέκτη. Αυτό και άλλα παρόμοια αντικείμενα έβγαιναν το ένα πίσω από το άλλο εδώ και αρκετή ώρα, από κάτι που ο απλός κόσμος αποκαλεί μηχάνημα με κάψουλες. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι παράξενο...» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κάθε φορά που τσέκαρε το παιχνίδι μέσα στην ωοειδή κάψουλα, η φωνή της Χάρουκα γινόταν όλο και πιο αδύναμη, αλλά παρόλα αυτά, το χέρι που γύριζε συνεχώς το χερούλι του μηχανήματος δεν εννοούσε να σταματήσει. Ποιος θα φανταζόταν ότι είχε τέτοια προδιάθεση για εθισμό στο τζόγο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Άλλη μια φορά...Σίγουρα θα το πετύχω την επόμενη φορά...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τέλος πάντων...Αυτό το πανέμορφο κορίτσι που έριχνε μανιωδώς κέρματα στον κερματοδέκτη του μηχανήματος με κάψουλες λες και εξαρτιόταν η ζωή της απ’αυτό προκαλούσε στους άλλους μια αφόρητη αίσθηση αντιφατικότητας. Όλοι όσοι περνούσαν δίπλα μας άθελά τους γύριζαν να κοιτάξουν το περίεργο θέαμα που παρουσιάζαμε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Χάρουκα...Αρκετά δεν έπαιξες;»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήδη υπήρχαν πάνω από δέκα κάψουλες που κυλούσαν στο έδαφος γύρω της, αλλά η Χάρουκα εξακολούθησε να κουνάει αρνητικά το κεφάλι της. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Μα η Άκι-τσαν που παίζει πιάνο δε βγήκε ακόμα...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με άλλα λόγια, δε θα φύγουμε από δω αν δε βγει η Άκι-τσαν που παίζει πιάνο; Αχ βρε Χάρουκα, μην πέφτεις στην παγίδα των ύπουλων εμπορικών τεχνασμάτων......  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κλανκ κλανκ, ακούστηκε πάλι ο μοχλός. Η Χάρουκα κοίταξε το αντικείμενο μέσα στην κάψουλα και συνοφρυώθηκε έντονα με πένθιμο ύφος.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πάλι δεν το πέτυχα...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν ήξερα πια τι να κάνω και κοιτούσα αβοήθητος τη Χάρουκα να ρίχνει το ένα κέρμα μετά το άλλο στο μηχάνημα, μόνο και μόνο για να αφήνει κάθε φορά ένα αναστεναγμό βαθύ σαν το Ρήγμα Μαριάνα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τι κάνω...Τι κάθομαι και κάνω εδώ!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ούτε εγώ ο ίδιος δεν καταλαβαίνω. Είχα μια τόσο σπάνια ευκαιρία να πάω για ψώνια με τη Χάρουκα, πώς έγινε και καταλήξαμε εδώ; Εκείνη τη στιγμή, ένιωσα μια ακατανίκητη ανάγκη να ξανασκεφτώ την απόφασή μου να ακολουθήσω το νέο δρόμο που ανοίχτηκε στη ζωή μου, που είχα πάρει πριν από ένα μήνα περίπου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πώς βρέθηκα εγώ σ’αυτή την κατάσταση;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θα πρέπει να αρχίσω...από τρεις μέρες πριν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==&#039;&#039;&#039;1&#039;&#039;&#039;==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όταν τέλειωσαν οι διακοπές της Χρυσής Εβδομάδας, όλοι στο σχολείο άρχισαν να ετοιμάζονται με φούρια για τις επερχόμενες εξετάσεις του τριμήνου. Μια μέρα, μετά το σχολείο, η καθηγήτρια μουσικής που ήταν και αναπληρώτρια υπεύθυνη καθηγήτριά μου, με είχε μισοϋποχρεώσει να κάνω το βοηθό της (για την ακρίβεια με έβαλε να καθαρίσω τις τουαλέτες του προσωπικού ολομόναχος). Όταν γύρισα στην τάξη, λαχανιασμένος από την κοπιαστική εργασία, βρήκα ένα σημείωμα στο συρτάρι του θρανίου μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αν έχεις χρόνο μετά το σχολείο, έλα στο δωμάτιο μουσικής, έχω κάτι να σου πω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πώς βρέθηκε αυτό το γράμμα στο συρτάρι μου; Ο γραφικός χαρακτήρας ήταν άψογος, δε θα μου έκανε καμία εντύπωση αν οποιοσδήποτε άλλος το περνούσε για ερωτικό ραβασάκι ή κάτι ανάλογο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχε μόνο ένα ελάττωμα αυτό το γράμμα. Ένα ζώο με μάτια δαίμονα (ήταν ζώο, σωστά;) ήταν ζωγραφισμένο δίπλα στις λέξεις. Αν ένα αθώο παιδί έβλεπε κατά τύχη αυτό το σχέδιο, η ψυχούλα του θα τραυματιζόταν ανεπανόρθωτα και θα καταλάβαινε για πρώτη φορά την απανθρωπιά του κόσμου έξω απ’το καταφύγιο του σπιτιού του. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μια ματιά μου έφτασε για να καταλάβω ποιος ήταν ο συγγραφέας του γράμματος. Μόνο ένα άτομο ήξερα που μπορούσε να φτιάχνει τέτοια σατανικά σκίτσα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έπρεπε να το περιμένω...η Χάρουκα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όπως το φαντάστηκα, η υπογραφή στο γράμμα ήταν ‘Νογκιζάκα Χάρουκα’.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είναι η συμμαθήτριά μου, η πολυτάλαντη κόρη πλούσιας και ισχυρής οικογένειας, αυτή που όλοι φωνάζουν το ‘Άστρο της Νύχτας’, το πιο διάσημο κορίτσι στο σχολείο με τριψήφιο νούμερο μελών στο φαν κλαμπ της. Μπορεί να υπάρχουν κάποιοι στο Λύκειο Χακούτζου που να μην ξέρουν το όνομα του λυκειάρχη τους, αλλά κανείς που δεν ξέρει το όνομα της Χάρουκα Νογκιζάκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί κάποιος τόσο διάσημος όσο αυτή, να καλέσει έναν κοινό θνητό σαν εμένα στο δωμάτιο μουσικής μετά το σχολείο; Επειδή ήξερα ένα μυστικό της...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κοιτάζοντας το ρολόι, είδα ότι ήταν σχεδόν πέντε το απόγευμα, κοντά μιάμισι ώρα μετά το τέλος των μαθημάτων. Αν και δεν είχα κανένα τρόπο να αποφύγω την αγγαρεία που μου φόρτωσαν, φοβόμουν πως η πριγκίπισσά μου μάλλον θα είχε ήδη πάει σπίτι αφού θα περίμενε μάταια τόση ώρα να έρθω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έτρεξα στο δωμάτιο μουσικής. Δεν ήταν ψυχή στους φωτισμένους από το ηλιοβασίλεμα διαδρόμους, και οι μόνοι ήχοι που ακούγονταν ήταν από τις αθλητικές λέσχες που έκαναν προπόνηση κάτω από τα παράθυρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν και ήταν ακόμα Μάιος, έκανε ήδη πολύ ζέστη, τόσο που ακόμα και ένα σύντομο τρέξιμο το απογευματάκι με έκανε να ιδρώνω. Έβγαλα μια πετσέτα από την τσάντα μου και σκούπισα το μέτωπό μου, αποφασίζοντας να πάρω ένα κουτάκι χυμό μάνγκο (περιορισμένη έκδοση ειδικά για το καλοκαίρι) από τους αυτόματους πωλητές αναψυκτικών. Πουφ, τι ζέστη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όταν έφτασα στην πόρτα του δωμάτιου μουσικής, μπορούσα να ακούσω ομιλίες εκτός από τον ήχο του πιάνου. Φαινόταν να είναι κόσμος μαζεμένος στο δωμάτιο μουσικής. Μη μου πεις ότι είναι κι άλλοι εδώ εκτός από τη Χάρουκα; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έσπρωξα τη χοντρή, μονωμένη πόρτα. Από την άλλη μεριά της πόρτας ήταν...ο απαγορευμένος κήπος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο πρώτος άνθρωπος που αντίκρυσα ήταν η Χάρουκα. Φυσικό ήταν, αφού αυτή ήταν που&lt;br /&gt;
με κάλεσε. Θα ήταν πρόβλημα αν δεν την έβλεπα εκεί. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως...γιατί υπήρχαν τόσα κορίτσια γύρω από τη Χάρουκα;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχαν περικυκλώσει τελείως τη Χάρουκα που έπαιζε πιάνο. Με μια πρώτη ματιά, υπήρχαν πάνω από δέκα κορίτσια από όλες τις τάξεις, από την πρώτη ως την τρίτη λυκείου. Λες να ζήλευαν τη δημοτικότητα του ‘Άστρου της Νύχτας’; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
...Μπα, αδύνατον, κανείς ποτέ δε ζηλεύει τη Χάρουκα. Κρίνοντας από τις εκφράσεις στα πρόσωπά τους καθώς κοίταζαν τα ντελικάτα δάχτυλα της Χάρουκα να χορεύουν πάνω στα πλήκτρα του πιάνου, προφανώς ξεχείλιζαν από θαυμασμό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έτσι έμενε μόνο μια απάντηση. Η Χάρουκα Νογκιζάκα, το ‘Άστρο της Νύχτας’, ήταν εξίσου δημοφιλής με τα κορίτσια όπως ήταν και με τα αγόρια. Με άλλα λόγια, στα μάτια των άλλων κοριτσιών, η Χάρουκα είχε απίστευτη επιρροή. Τόσο που απλώς παίζοντας πιάνο στο δωμάτιο μουσικής μάζευε κόσμο γύρω της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Στο τέλος του κομματιού, όλα τα κορίτσια χειροκρότησαν με ενθουσιασμό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χάρουκα-σενπάι, αυτό ήταν πολύ ωραίο κομμάτι, πως λέγεται;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αυτό ήταν το ‘Jeux d’eau’ (παιχνίδια του νερού), του Γάλλου συνθέτη Μωρίς Ραβέλ.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ουάου, μπορούσες να νιώσεις στ’αλήθεια το κυμάτισμα του νερού! Εγώ καταγοητεύτηκα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Πραγματικά μου έδωσε την αίσθηση ενός κελαρυστού ρυακιού.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τα κορίτσια αντάλλασσαν συνεπαρμένα τις απόψεις τους πάνω στο κομμάτι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Χμμ...Ώστε αυτός είναι ο κόσμος των κοριτσιών! Ένα λιβάδι με κρίνους ήταν το σκηνικό αυτού του κόσμου, που σε τραβούσε σαν μαγνήτης. Εκείνη τη στιγμή, τα κορίτσια ήταν απασχολημένα να θαυμάζουν τη Χάρουκα, κι αυτή ήταν απασχολημένη να απαντάει στις ερωτήσεις τους, κι έτσι κανείς δεν είχε προσέξει πως είχα μπει στο δωμάτιο...Κάτι που με έκανε να νιώθω παραγκωνισμένος και ασήμαντος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δεν είχα άλλη επιλογή από του να ανακοινώσω την παρουσία μου στο δωμάτιο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έι, Χάρουκα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Της έγνεψα από τη γωνιά του δωματίου. Όπως το περίμενα...τα λόγια μου άλλαξαν μεμιάς την ατμόσφαιρα στο δωμάτιο, αν και δεν ήταν αυτή η πρόθεσή μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Ποιος είναι αυτός;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Φώναξε τη Χάρουκα-σενπάι με το μικρό της, τι σχέσεις έχουν;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ο Αγιάσε είναι, από την τάξη 1...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πάνω από δέκα δολοφονικές ματιές καρφώθηκαν ταυτόχρονα πάνω μου. Μ...μήπως έκανα κάτι που δεν έπρεπε;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κρύος ιδρώτας με έλουσε, και άθελά μου έκανα ένα βήμα πίσω. Εκείνη τη στιγμή, η Χάρουκα πρόσεξε επιτέλους την παρουσία μου και μου χαμογέλασε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α, Γιούτο-σαν, ήρθες, συγγνώμη που σε έκανα να περιμένεις!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Η Χάρουκα-σενπάι τον φώναξε με το μικρό του...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Η Χάρουκα-σενπάι μοιάζει πολύ χαρούμενη...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ποιος νομίζει πως είναι για να κάνει κάτι τέτοιο!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Οι διαπεραστικές ματιές των κοριτσιών έγιναν ακόμα πιο κοφτερές, και ένιωσα σαν να με έβαλαν να γονατίσω στο χαλί από βελόνες από το ‘Θρύλο του Βασιλιά Αρθούρου’ με ένα βράχο στα γόνατά μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λυπάμαι πολύ, αλλά είχαμε κανονίσει να συναντηθούμε. Θα σταματήσουμε εδώ για σήμερα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα έκλινε απολογητικά το κεφάλι της καθώς τα κορίτσια εξέφραζαν τις αντιρρήσεις&lt;br /&gt;
τους με φωνές του τύπου ‘Όχι!’, ‘Θέλουμε να ακούσουμε κι άλλο τη σενπάι να&lt;br /&gt;
παίζει πιάνο’. Παρόλα αυτά, έφυγαν από το δωμάτιο μουσικής, μην τολμώντας να&lt;br /&gt;
αντιταχθούν στην απόφαση της Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Καθώς περνούσαν από δίπλα μου, κάποιες μου έριχναν φαρμακερά βλέμματα, κι άλλες πάλι εκτόξευαν χαμηλόφωνα μια ποικιλία θανάσιμων απειλών που ξεκινούσαν από ‘Έτσι και κάνεις τίποτα περίεργο στη Χάρουκα-σενπάι, θα σε μαχαιρώσω!», και έφταναν μέχρι ‘Να προσέχεις όταν περπατάς μόνος σου το βράδυ!’ ή και μέχρι πολύ ακραίες όπως ‘Έχε το νου σου για κανένα αδέσποτο σωλήνα με βιτριόλι!’&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Τι ήθελες να μου πεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αφού βεβαιώθηκα ότι οι Ερινύες, τα κορίτσια ήθελα να πω, είχαν όντως φύγει από το δωμάτιο (θα ήταν πολύ επικίνδυνα τα πράγματα αν δεν είχαν φύγει), μπήκα στο θέμα για το οποίο είχα έρθει ως εκεί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα χαμήλωσε το κεφάλι της και με ρώτησε ντροπαλά,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιούτο-σαν...Είσαι ελεύθερος αυτή την Κυριακή;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Την Κυριακή; Ναι, δεν έχω κανονίσει τίποτα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν και αναρωτιόμουν γιατί με ρώτησε κάτι τέτοιο η Χάρουκα, προφανώς δε μπορούσα να της πω ότι είχα να κάνω τη μπουγάδα της βλαμμένης της αδερφής μου τις Κυριακές (και γενικά τις δουλειές του νοικοκυριού). Εν τω μεταξύ, η Χάρουκα πήρε πολύ ευτυχισμένο ύφος μόλις άκουσε την απάντησή μου, και μετά μου έκανε ανήσυχα άλλη μια ερώτηση...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τ...Τότε, θα μπορούσες να βγεις μαζί μου;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Εκείνη τη στιγμή, το μυαλό μου άδειασε τελείως καθώς προσπαθούσα απεγνωσμένα να επεξεργαστώ το νόημα πίσω από τα λόγια της Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γκαχ...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτή η αναπάντεχη πρόταση είχε κυριολεκτικά βραχυκυκλώσει το μυαλό μου. Μη μου πεις πως αυτό ήταν...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ραντεβού;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα μόλις μου ζήτησε να βγούμε ραντεβού;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Όχι όχι όχι, δεν είναι αυτό, όχι ραντεβού...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα έγνεψε έντονα αρνητικά, κατακόκκινη σαν αστακός. Βλέποντας πόσο πεισματικά αρνιόταν ότι επρόκειτο για ραντεβού...ένιωσα ένα τσίμπημα απογοήτευσης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δεν είναι ραντεβού, απλώς ήθελα να αγοράσω κάτι και θα ήθελα να έρθεις μαζί μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μου εξήγησε η κατακόκκινη Χάρουκα. Αν και έχουμε εξαιρετικά καλές σχέσεις εδώ και ένα μήνα, δεν υπήρχε περίπτωση να μου ζητήσει το ‘Άστρο της Νύχτας’ να βγούμε ραντεβού. Αλλά...από την άλλη, οι περισσότεροι κάτι τέτοιο (να πάνε δυο άνθρωποι για ψώνια μαζί) δε θα το θεωρούσαν ραντεβού;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λοιπόν...Λοιπόν τι λες; Φυ...φυσικά αν δε θέλεις, δεν έχεις καμία υποχρέωση να...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όχι, εντάξει είμαι, θα έρθω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Απάντησα πιο γρήγορα κι από την ταχύτητα του φωτός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όποιος τολμούσε να αρνηθεί μια πρόσκληση από τη Χάρουκα θα του άξιζε να τον φάνε χίλιοι δαίμονες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αλήθεια;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ξαφνικά η Χάρουκα άστραψε από χαρά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Σε...σ’ευχαριστώ. Επειδή είναι η πρώτη φορά που θα πάω εκεί, δε θα ένιωθα καθόλου ασφαλής μόνη μου...Αναρωτιόμουν τι θα έκανα αν αρνιόσουν, Γιούτο-σαν.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Χμμ, για κάποιο λόγο θα δεχόμουν με μεγάλη μου χαρά. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι πετούσα στα σύννεφα από τη χαρά μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όταν λες για ψώνια, εννοείς...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όταν έκανα αυτή την κρίσιμη ερώτηση, μου απάντησε με ένα τόσο ωραίο χαμόγελο που θα έκανε κάθε έφηβο αγόρι στο δρόμο να ερωτευτεί το ‘Άστρο της Νύχτας’.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ναι, στην Ακιχαμπάρα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Εντάξει...Τα καταλάβαινα όλα τώρα. Αυτό είναι το μυστικό της Χάρουκα Νογκιζάκα. Ο παράξενος δεσμός που την ενώνει μαζί μου, η αναπάντεχη πλευρά του ‘Άστρου της Νύχτας’ που δε γνωρίζει κανείς εκτός από μένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πώς να το κάνουμε...η Χάρουκα Νογκιζάκα...είναι οτάκου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==&#039;&#039;&#039;2&#039;&#039;&#039;==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κι έτσι ήταν που αποφάσισα πώς θα περνούσα εκείνη την Κυριακή μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Για να είμαι ειλικρινής, δεν ήμουν και τόσο ενθουσιασμένος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Φυσικά, δεν ήταν ότι δεν ήθελα να περάσω την Κυριακή παρέα με τη Χάρουκα. Θα έπρεπε να πετάω από χαρά γι’αυτή της την πρόσκληση, μια που έτσι θα περνούσα την Κυριακή μόνος μου με το ‘Άστρο της Νύχτας’, κάτι που ήταν σαφώς καλύτερο από το να πλένω ρούχα στο σπίτι. Και η Χάρουκα είναι πανέμορφη, άρα θα έπρεπε να είμαι στον έβδομο ουρανό και μόνο που θα ήμουν μαζί της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο λόγος για την έλλειψη ενθουσιασμού μου ήταν ότι μέχρι σήμερα είχα μόνο κακές αναμνήσεις από την Ακιχαμπάρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Εκείνη η μέρα ήταν η τρίτη φορά στη ζωή μου που βρισκόμουν στην Ακιχαμπάρα. Οι δυο προηγούμενες φορές ήταν μάλλον οδυνηρές εμπειρίες, και λίγα λέω...βέβαια γι’αυτό δεν έφταιγε η Ακιχαμπάρα αλλά ο ηλίθιος που με κουβάλησε εκεί. Όμως οι τραυματικές αναμνήσεις που είχα από τις δυο πρώτες επισκέψεις μου στην Ακιχαμπάρα δεν ήταν δυνατό να φύγουν τόσο εύκολα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Την πρώτη φορά που είχα έρθει εδώ πήγαινα στην πρώτη δημοτικού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τότε είχα δεχτεί την πρόσκληση του Νομπουνάγκα, και άφησα την ασφάλεια του σπιτιού μου για να έρθω σ’αυτό τον πελώριο δρόμο με τη διάθεση να ζήσω την περιπέτεια. Όμως μόλις μια ώρα αργότερα, είχα μετανιώσει πικρά γι’αυτή μου την απόφαση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί χάθηκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ήμουν ολομόναχος μέσα στον πολύβουο, κατάμεστο από ανθρώπους δρόμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο λόγος γι’αυτό ήταν απλούστατα ότι ο τύπος που με είχε φέρει μέχρι εκεί ξέχασε εντελώς την ύπαρξή μου με το που έτρεξε να αγοράσει τα πράγματα που ήθελε. Είχαμε την ίδια ηλικία, όμως αυτός στην Ακιχαμπάρα ένιωθε σαν στο σπίτι του, ενώ εγώ από την άλλη έχασα τελείως τον προσανατολισμό μου μόλις βρέθηκα εκεί (κάτι που μου συμβαίνει αρκετά συχνά), κι έτσι δεν άργησα να χαθώ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κι αφού είχα χαθεί, προφανώς δε μπορούσα να βρω το δρόμο για το σταθμό του τραίνου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μετά από δυο ατέλειωτες ώρες κλαυθμού και οδυρμού, με περιμάζεψε ένας αστυνομικός και με βοήθησε να πάω σπίτι μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η δεύτερη φορά ήταν μετά από λίγα χρόνια, όταν πήγαινα στην έκτη δημοτικού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν και είχα ορκιστεί να μην ξαναπατήσω ποτέ στην Ακιχαμπάρα, για μια ακόμα φορά δέχτηκα την πρόσκληση του φίλου μου. Και για μια ακόμα φορά ο τύπος με παράτησε στα κρύα του λουτρού την ώρα που ψωνίζαμε. Εκείνες οι ώρες είναι μια πολύ σκοτεινή περίοδος της ζωής μου ακόμα και τώρα, παρόλο που εκείνη τη φορά κατάφερα να βρω μόνος μου το δρόμο για το σπίτι μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Και γι’αυτό ακόμα και τώρα έχω ένα αίσθημα φόβου και ανασφάλειας γι’αυτό το δρόμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχαμε συμφωνήσει να συναντηθούμε μπροστά στο σταθμό του τραίνου στην Ακιχαμπάρα. Επειδή ήταν Κυριακή, ο σταθμός ήταν πλημμυρισμένος από κόσμο. Α ναι, η Χάρουκα είχε πει ότι ήταν η πρώτη φορά που πήγαινε στην Ακιχαμπάρα. Ξαφνιάστηκα όταν το άκουσα, αλλά όταν το ξανασκέφτηκα, δεν ήταν και τόσο περίεργο. Στον ένα μήνα της γνωριμίας μας, γνώριζα ήδη καλά ότι η Χάρουκα ήταν μια όμορφη, έξυπνη, καλόκαρδη και ταλαντούχα κόρη πλούσιας και ισχυρής οικογένειας, πράγμα που σήμαινε ότι σαν οτάκου δεν είχε μεγάλη εμπειρία, αλλά μπορούσα να καταλάβω ότι οι δυνατότητες εξέλιξής της στον τομέα αυτό ήταν μεγαλύτερες κι από το Έβερεστ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όπως ήμουν χαμένος στις σκέψεις μου...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Περιμένεις πολλή ώρα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κατά φωνή, όσο εγώ ήμουν απορροφημένος από τις σκέψεις μου, η Χάρουκα είχε ήδη φτάσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Με συγχωρείς, προσπάθησα να είμαι στην ώρα μου...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όχι, δεν άργησες, εγώ ήρθα νωρίς.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αλήθεια έλεγα. Για να είμαι ακριβής, ανυπομονούσα τόσο να περάσω τη μέρα με τη Χάρουκα, που σηκώθηκα από τα άγρια χαράματα. Ήμουν ενθουσιασμένος σαν σχολιαρόπαιδο πριν την εκδρομή του σχολείου. Επειδή ντρεπόμουν λιγάκι γι’αυτό, δεν τόλμησα να το πω στη Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως ακόμα κι έτσι!!!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Μμ...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σήμερα ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα τη Χάρουκα με τα καθημερινά της ρούχα...Πώς να την περιγράψω; Είναι πραγματικά απίστευτα χαριτωμένη. Μια λευκή κορδέλα ήταν δεμένη γύρω από τα μεταξένια μακριά μαλλιά της, και φορούσε ένα λευκό φόρεμα δυτικού τύπου και μια κρεμ ζακετούλα, στ’αλήθεια ήταν η απόλυτη ενσάρκωση μιας κόρης πλούσιας και ισχυρής οικογένειας.  Τα ρούχα αυτά ενίσχυαν τη γοητεία της τουλάχιστον 2.5 φορές περισσότερο συγκριτικά με τις άλλες κόρες πλουσίων οικογενειών (προσωπική μου άποψη αυτό). Κάθε εκατοστό της ύπαρξής της ανέδινε αριστοκρατικότητα.......Αχ! δεν είχα λόγια για την περιγράψω, γι’αυτό ας πούμε απλώς πως ήταν αρκετά χαριτωμένη για να μαγέψει ολόκληρο το γαλαξία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι...Τι συμβαίνει; Θα με κάνεις να ντραπώ αν συνεχίσεις να με κοιτάς έτσι...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α, συγγνώμη.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ανίκανος να αντισταθώ, την κοιτούσα σαν χαμένος. Όμως ο τρόπος που η Χάρουκα ανασήκωσε τις γωνίες των ματιών της και με κοίταξε κοκκινίζοντας ήταν τόσο γλυκός...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όχι, δε μπορώ να συνεχίσω με τις φαντασιώσεις! Φοβάμαι πως θα πάθω καμιά εγκεφαλική βλάβη αν συνεχίσω έτσι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κούνησα βίαια το κεφάλι μου, αποδιώχνοντας όλες τις προηγούμενες σκέψεις μου. Η Χάρουκα από την άλλη, με κοίταξε ανήσυχα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Έχω τίποτα; Είναι η πρώτη φορά που φοράω αυτό το φόρεμα...Μήπως είναι άσχημο;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όχι, και βέβαια όχι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Και βέβαια δεν συνέβαινε τίποτα τέτοιο, το φόρεμα ταίριαζε τέλεια στη Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα μπορεί να μην το είχε αντιληφθεί, αλλά απ’την ώρα που εμφανίστηκε, όλα&lt;br /&gt;
τα μάτια (ιδίως των αντρών) είχαν καρφωθεί πάνω της. Με κάθε ειλικρίνεια, όπου&lt;br /&gt;
κι αν πήγαινε η Χάρουκα, πάντα θα ήταν το κέντρο της προσοχής του κόσμου. Πάντα&lt;br /&gt;
ξεχώριζε, σαν ένας υπέροχος κύκνος μέσα σ’ένα κοπάδι από ασχημόπαπα (εμού&lt;br /&gt;
συμπεριλαμβανομένου).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Πάμε!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α,ναι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Ακούγοντας την πρότασή μου, η Χάρουκα χαμογέλασε ντροπαλά καθώς το φόρεμά της ανέμιζε ελαφρά στον άνεμο. Αυτή η απλή κίνηση έκανε τους πάντες γύρω της να αναστενάξουν με θαυμασμό, γιατί ήταν..........πολύ πολύ πολύ πολύ πολύ πολύ χαριτωμένη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τι τυχερός που είμαι που μπόρεσα να την δω έτσι! Φώναξα από μέσα μου καθώς ξεκινούσα μαζί με τη Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Νομίζω πως πρέπει να εξηγήσω το λόγο για την εξόρμησή μας στην Ακιχαμπάρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όχι, θέλω να πω, προφανώς ήρθαμε για να αγοράσουμε κάτι. Απλώς θα ήθελα να περιγράψω με περισσότερες λεπτομέρειες τι ήταν αυτό που θέλαμε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτή ήταν λίγο πολύ η συζήτηση που είχα με τη Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Να...θέλω να πάρω ένα ασημί Portable Toys Advance.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το ‘Portable Toys Advance’ που ανέφερε η Χάρουκα ήταν μια πολύ δημοφιλής φορητή παιχνιδομηχανή, που για συντομία συνήθως την αποκαλούσαν ‘ΡΤΑ’.  Από όσο ήξερα, το ασημί ΡΤΑ ήταν ένα εξαιρετικά σπάνιο μοντέλο περιορισμένης έκδοσης, κάτι που ακόμα κι ο Νομπουνάγκα θα ήθελε να αποκτήσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τότε καλύτερα να πάμε σε ένα κατάστημα παιχνιδιών, έτσι δεν είναι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Σωστά, νομίζω πως οποιοδήποτε κατάστημα παιχνιδιών ή ηλεκτρονικών θα πρέπει να το έχει. Δεν είμαι και πολύ σίγουρη δηλαδή, απλώς σου λέω τι έγραφε το περιοδικό.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δεν είναι και πολύ αξιόπιστη τελικά...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τότε πάμε να κοιτάξουμε στα καταστήματα ηλεκτρονικών, μια που σχεδόν όλα τα καταστήματα σ’αυτό το δρόμο είναι καταστήματα ηλεκτρονικών...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Εδώ που τα λέμε, πιο δύσκολο θα ήταν να βρούμε ένα κατάστημα σ’αυτό το δρόμο που να μην είναι κατάστημα ηλεκτρονικών.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λοιπόν ας ξεκινήσουμε από το κατάστημα ηλεκτρονικών σ’αυτή τη γωνία, εντάξει;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Και πήγα να μας οδηγήσω προς τη σωστή κατεύθυνση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α, περίμενε μια στιγμή.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η πρότασή μου απορρίφθηκε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...ξέρεις, έχω ετοιμάσει κάτι ειδικά για σήμερα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα ψαχούλεψε για λίγο στην τσάντα της και μετά έβγαλε από μέσα δυο&lt;br /&gt;
κομμάτια χαρτί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...Γιούτο-σαν, αυτό είναι το δικό σου, ελπίζω να σου φανεί χρήσιμο...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Τι είναι αυτό;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Οδηγός για ψώνια.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα χαμογέλασε περήφανα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αχά...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τι στο καλό ήταν αυτό;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αυτός είναι ένας οδηγός που έφτιαξα ειδικά για σήμερα. Έχω υπολογίσει ήδη τα μέρη που θα επισκεφτούμε, τη διαδρομή που θα ακολουθήσουμε, και την αναμενόμενη ώρα άφιξής μας σ’αυτό το χαρτί, οπότε είναι ένας γενικός χάρτης. Έφαγα τρεις ώρες για να φτιάξω αυτό τον οδηγό, χε χε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα γέλασε σεμνότυφα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ώστε ήταν χάρτης τελικά. Ήταν καλή ιδέα να σχεδιάσει από πριν το πρόγραμμά μας, αλλά αφού έριξα μια ματιά στις μπερδεμένες γραμμές που θύμιζαν έντονα πύθωνες που πάλευαν, δεν ήμουν και τόσο σίγουρος ότι θα μπορούσε αυτό το πράγμα να περάσει για χάρτης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Προσπάθησα να μη φανερώσω τις ανησυχίες μου καθώς ανασήκωσα τον οδηγό για να τον δω καλύτερα. Αν και είχα χάσει κάθε ελπίδα σε ό,τι αφορούσε το χάρτη, τα άλλα μέρη φαινόντουσαν σωστά φτιαγμένα, οπότε λογικά δε θα χανόμασταν με βάση τις πληροφορίες που ήταν γραμμένες εκεί. Εφόσον θα μπορούσαμε να φτάσουμε στον προορισμό μας χωρίς πρόβλημα, δε νομίζω να υπήρχε κανένα πρόβλημα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σύμφωνα με το πρόγραμμα του οδηγού, η Χάρουκα είχε βάλει την αγορά του ΡΤΑ (γύρω στις 5 το απόγευμα) σαν την τελευταία δραστηριότητα της ημέρας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιατί έβαλες το πιο σημαντικό πράγμα τελευταίο στο πρόγραμμα; Αν θέλεις στ’αλήθεια να το αγοράσεις, δεν πρέπει να το αναζητήσεις νωρίτερα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχα την εντύπωση ότι ο μέσος Ιάπωνας προσπαθούσε συνήθως να αποκτήσει το αντικείμενο που είχε βάλει στόχο το συντομότερο δυνατό. Ίσως όμως η Χάρουκα να είχε άλλους σκοπούς όταν το έβαλε τελευταίο στο πρόγραμμα, μπορεί να της αρέσει να αφήνει το καλύτερο για το τέλος;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Απαντώντας στην ερώτησή μου, η Χάρουκα μισόκλεισε παιχνιδιάρικα τα μάτια της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αν το πάρουμε στην αρχή της ημέρας, αυτό θα σήμαινε ότι το ταξίδι μας θα έχει τελειώσει. Και είναι κάτι που περίμενα με τόση λαχτάρα...θα είναι κρίμα να τελειώσει έτσι γρήγορα. Κι έπειτα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Κι έπειτα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Κι έπειτα...νομίζω πως είναι καλύτερα να αφήσουμε την πιο σημαντική δραστηριότητα για το τέλος της ημέρας.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Φαίνεται πως η Χάρουκα είναι απ’αυτούς που αφήνουν το καλύτερο μέρος για το τέλος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όπως και να είχε, η αγορά του ΡΤΑ ήταν ο κύριος στόχος της ημέρας. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως πριν απ’τον κύριο στόχο, φαινόταν πως είχαμε αρκετούς δευτερεύοντες στόχους να εκπληρώσουμε. Έτσι οι δυο μας αρχίσαμε τα ψώνια μας στην Ακιχαμπάρα ακολουθώντας το πρόγραμμα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτό το μέρος...είναι όπως πάντα γεμάτο κόσμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όπου και να γυρίζαμε, βλέπαμε πόστερ από άνιμε και βιντεοπαιχνίδια, ακόμα και μερικές διαφημίσεις σε φυσικό μέγεθος. Εδώ ήταν σαν να περνούσες σε άλλη διάσταση, σου έδινε την αίσθηση ενός τελείως διαφορετικού κόσμου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...Θα στρίψουμε αριστερά σ’αυτή τη διασταύρωση, θα προχωρήσουμε ευθεία για λίγο, και μετά θα στρίψουμε δεξιά...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα κοιτούσε το χάρτη καθώς με οδηγούσε μέσα απ’αυτό τον περίεργο καινούριο&lt;br /&gt;
κόσμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
...Μα πώς τον διαβάζει αυτό το χάρτη; Εμένα αυτός ο χάρτης μου θύμιζε όλο και περισσότερο χέλια με στομάχια μπλεγμένα μεταξύ τους, και ασφαλώς χρειαζόταν κάποιου είδους ταλέντο για να μπορέσει κανείς να σχεδιάσει κάτι τέτοιο. Ωστόσο, χρειαζόταν ακόμα μεγαλύτερο ταλέντο για να μπορέσει κανείς να αποκρυπτογραφήσει αυτό το χάρτη...Αν και εγώ προσωπικά δε θα ήθελα ποτέ να έχω ένα τέτοιο ταλέντο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Και αφού στρίψουμε δεξιά εδώ, πρέπει να δούμε ένα άσπρο κτίριο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Χάρη στη Χάρουκα, δε χαθήκαμε και φτάσαμε με ασφάλεια σε καθένα από τους προορισμούς μας, εκπληρώνοντας σύντομα όλους τους δευτερεύοντες στόχους μας(ψώνια σε μαγαζιά άνιμε, αγορά ειδών οτάκου κλπ.). Τώρα πηγαίναμε για τον τέταρτο στόχο μας – ένα βιβλιοπωλείο άνιμε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Καθώς διασχίζαμε τον τεράστιο δρόμο, πέσαμε πάνω σε πολλές μικρές ομάδες ανθρώπων. Υπήρχαν κάπου τριάντα σαράντα άνθρωποι που σχημάτιζαν ουρές έξω από κάποια μαγαζιά. Ίσως να συμμετείχαν σε κάποια εκδήλωση; Μια τόσο ζεστή μέρα, χαρά στο κουράγιο τους. Θα ήθελα να τους κρατήσω τη θέση στην ουρά να πάρουν μια ανάσα για λίγο. Αλλά βέβαια, αυτό δεν ήταν δυνατό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Καθώς τους κοίταζα,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αχ! Αυτό είναι!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα, που στεκόταν δίπλα μου, ξαφνικά έφυγε τρέχοντας. Αχ, όχι πάλι! Στόχος της&lt;br /&gt;
ήταν ακόμα ένα κατάστημα, και μπορούσα μόνο να κοιτάζω σιωπηλά την&lt;br /&gt;
ενθουσιασμένη της σιλουέτα που έτρεχε ολοταχώς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ήταν ήδη η τρίτη φορά που συνέβαινε αυτό, οπότε δεν με ξάφνιαζε πλέον.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αργά αργά κατευθύνθηκα προς τα κει που είχε πάει η Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα είχε κολλήσει ολόκληρη πάνω στη βιτρίνα του μαγαζιού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι όμορφη...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η ματιά της ήταν καρφωμένη σε μια φιγούρα ενός κοκκινομάλικου κοριτσιού που έπαιζε πιάνο (η τιμή του ήταν πανάκριβη, εικοσιπέντε χιλιάδες γεν.......) Το ύφος της ήταν σαν ενός νεαρού που περνάει κάθε μέρα από το οργανοπωλείο για να χαζέψει την αγαπημένη του τρομπέτα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα ορμούσε σαν ταύρος μπροστά στο κόκκινο πανί κάθε φορά που έβλεπε κάτι&lt;br /&gt;
που της άρεσε, αγνοώντας οτιδήποτε συνέβαινε γύρω της. Ακόμα και μένα δίπλα της&lt;br /&gt;
με ξεχνούσε εντελώς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γι’αυτό και αρκετές φορές ήδη είχα βρεθεί σε μια άβολη κατάσταση κατά την οποία κουβαλούσα κάμποσες τσάντες πράγματα αλλά με είχε εγκαταλείψει η συνοδός μου, κάτι που μου έδινε μια αίσθηση κενού και μοναξιάς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί είμαι εδώ; Άρχισα να αναρωτιέμαι το λόγο της ύπαρξής μου εδώ...Όμως όσο περνούσε η ώρα, σιγά σιγά συμφιλιώθηκα μ’αυτό το αίσθημα κενού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δεν είναι ένα είδος ευτυχίας που μπορώ να δω κάτι τόσο χαριτωμένο;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ωστόσο, δε με πείραζε και τόσο η εγκατάλειψή μου από τη Χάρουκα τώρα που έβλεπα πόσο ευτυχισμένη ήταν, κάτι που σίγουρα δε θα έβλεπα ποτέ στο σχολείο. Γιατί και μόνο που έβλεπα ένα τόσο αθώο και χαρούμενο ‘Άστρο της Νύχτας’ ήταν η καλύτερη ανταμοιβή για μένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μετά από ένα τέταρτο, η Χάρουκα ακόμα δεν έδειχνε διατεθειμένη να ξεκολλήσει από τη βιτρίνα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Εμμ...αν σου αρέσει τόσο, γιατί δεν το αγοράζεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν συνεχιστεί αυτό, θα παρεμποδίσουμε τη λειτουργία του καταστήματος. Όμως όταν έκανα αυτή την πρόταση στη Χάρουκα, μου απάντησε με θλιμμένο ύφος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Υπάρχουν τόσα που θέλω να αγοράσω, αλλά...δεν έχω αρκετά χρήματα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χρήματα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ποιος θα το περίμενε ότι η κόρη μιας οικογένειας πιο πλούσιας κι απ’τον αυτοκράτορα θα έλεγε ποτέ κάτι τέτοιο. Κρίνοντας από τον τρόπο ζωής τους, το χαρτζηλίκι της Χάρουκα πρέπει να ήταν τουλάχιστον ένα εκατομμύριο γεν το μήνα, και το δώρο της για την Πρωτοχρονιά τουλάχιστον πέντε εκατομμύρια γεν, σωστά;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όταν τη ρώτησα σχετικά,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ό...όχι, κάθε άλλο!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα κούνησε έντονα αρνητικά το κεφάλι της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Το χαρτζηλίκι μου είναι πολύ μικρό...Με μεγάλη δυσκολία καταφέρνω να βάζω στην άκρη λίγα χρήματα κάθε μήνα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δηλαδή πόσα σου δίνουν το μήνα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ήθελα να μάθω περισσότερα, για να ξέρω για άλλη φορά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Να...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το ποσό που βγήκε από τα χείλη της Χάρουκα παραδόξως δεν διέφερε και πολύ από το δικό μου χαρτζηλίκι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αυτό κι αν είναι έκπληξη...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχα πραγματικά εκπλαγεί. Η μεγαλύτερη κόρη της πλούσιας και ισχυρής οικογένειας Νογκιζάκα να παίρνει περίπου το ίδιο χαρτζηλίκι με το γιο της μικροαστικής οικογένειας Αγιάσε, που δεν ήξερε ούτε το γενεαλογικό της δέντρο πέρα από λίγες γενιές, αυτό ήταν κάτι που θα ξάφνιαζε τον καθένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ο πατέρας μου είναι πολύ αυστηρός...Για σήμερα μόνο, έβγαλα μέχρι και το μονάκριβο χαρτονόμισμά μου των δέκα χιλιάδων γεν από το κουτί με τις οικονομίες μου...ακόμα και το γουρουνάκι μου πήγε να συναντήσει τον Κύριο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γουρουνάκι...Τον κουμπαρά της εννοούσε;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γι’αυτό δεν μπορώ να ξοδέψω τα χρήματά μου ασυλλόγιστα...Δεν πειράζει, χαίρομαι και μόνο που το κοιτάζω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα γέλασε χαρούμενα. Στ’αλήθεια καταφέρνει πάντα να κερδίζει τη στοργή των άλλων και μόνο μ’αυτό. Χάρουκα, σου υπόσχομαι να σ’αφήσω να κοιτάξεις τη βιτρίνα όσο θες (τουλάχιστον μέχρι να έρθουν οι υπάλληλοι να μας διώξουν)!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Και έτσι, μείναμε για άλλα δέκα λεπτά περίπου μπροστά στη βιτρίνα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Σ’ευχαριστώ που με άφησες να ζήσω μια τόσο υπέροχη εμπειρία.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Επιτέλους η Χάρουκα ικανοποιήθηκε. Όμως, πάνω που ετοιμαζόμασταν να ξεκινήσουμε για τον επόμενο προορισμό μας...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αχ!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πάλι κάτι τράβηξε την προσοχή της Χάρουκα, και όρμησε στο πλάι του κεντρικού δρόμου για τέταρτη φορά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτή τη φορά, ο στόχος της ήταν ένα κατάστημα που πουλούσε είδη άνιμε. Ωστόσο δεν μπήκε στο κατάστημα, αλλά πήγε γραμμή σε κάτι ορθογώνια αντικείμενα που ήταν παραταγμένα απέξω. Α! Ήταν αυτόματοι πωλητές που έβγαζαν κάψουλες, σωστά; Πόσες αναμνήσεις, θυμάμαι που πήγαινα όλη την ώρα σε τέτοια μηχανήματα όταν ήμουν στο δημοτικό. Οι κάψουλες περιείχαν πλαστικές φιγούρες με ήρωες άνιμε και ορισμένους μπρατσωμένους υπερήρωες που αγαπούσα, και αν έψαχνα τα παλιά μου πράγματα, σίγουρα θα ξέθαβα αρκετές τέτοιες φιγούρες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αυτά είναι που έλεγες, έτσι δεν είναι; Αν βάλεις ένα κέρμα θα βγει μια κάψουλα...Α! Αυτή δεν είναι η ‘Αδέξια Άκι-τσαν’;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
...Κάπου το είχα ξανακούσει αυτό το όνομα. Το ορθογώνιο κουτί που έδειχνε η Χάρουκα με το δάχτυλό της είχε τη φωτογραφία της φιγούρας ενός γνώριμου κοριτσιού με μπλε μαλλιά που έπαιζε πιάνο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αυτό είναι...πολύ χαριτωμένο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα είχε μια παιδιάστικη έκφραση στα μάτια της. Αισθάνθηκα ότι τα ενδιαφέροντά της μου ήταν όλο και πιο οικεία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιατί δεν το δοκιμάζεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτό ήταν διαφορετικό από αυτό που κοιτούσε μόλις πριν από λίγο, γι’αυτό δε φανταζόμουν να ήταν πρόβλημα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ; Να το δοκιμάσω; Εννοείς να δοκιμάσω αυτό το μηχάνημα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ακριβώς.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...Αλλά...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Την ενθάρρυνα να δοκιμάσει το μηχάνημα, αλλά για κάποιο λόγο που δεν καταλάβαινα, η Χάρουκα δίσταζε πολύ να δεχτεί την πρότασή μου. Α! Λες να μην την ενδιαφέρουν αυτά τα πράγματα;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Απαντώντας στην ερώτησή μου, η Χάρουκα είπε με σιγανή φωνή,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Εμμ...Για να σου πω την αλήθεια, είναι η πρώτη φορά που δοκιμάζω κάτι τέτοιο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Η πρώτη σου φορά;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η πρώτη φορά που έπαιζε με μηχάνημα για κάψουλες;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ναι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα έγνεψε ντροπαλά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Σήμερα είναι η πρώτη φορά που είδα κάτι τέτοιο, και επίσης η πρώτη μου επαφή μαζί του. Χμμ...Πώς να το πω...Αυτή πρέπει να είναι η πρώτη μου εμπειρία, σωστά; Γι’αυτό ανησυχώ λίγο...θα τα καταφέρω άραγε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η λέξη που χρησιμοποίησε δεν ήταν και τόσο λάθος, ωστόσο θα προτιμούσα να σταματήσει να μιλάει για την πρώτη της εμπειρία μεσημεριάτικα με τόσο κόσμο τριγύρω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τ...τι νομίζεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...μάλλον έχεις δίκιο. Πάντως δεν είναι και τίποτα δύσκολο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Απλώς ρίχνεις το κέρμα και γυρίζεις το χερούλι να βγει η κάψουλα. Ακόμα και παιδάκια του νηπιαγωγείου μπορούν να το κάνουν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λες, ε; Τότε να κάνω μια προσπάθεια.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα φάνηκε επιτέλους να το παίρνει απόφαση. Έβγαλε το πορτοφόλι της από την τσάντα της και πλησίασε το μηχάνημα με δέος ανάλογο με ενός μεσόκοπου, άσχετου με την τεχνολογία υπαλλήλου όταν αντικρίζει τον τελευταίο μοντέλο υπολογιστή της εταιρείας πάνω στο γραφείο του. Μάλλον θα χρειαστεί να την παρακολουθώ διακριτικά για λίγο...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α...αχ; Αχ; Περίεργο...τι συμβαίνει;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ξαφνικά, η Χάρουκα πήρε μπερδεμένο ύφος. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι τρέχει;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιούτο-σαν...Είναι χαλασμένο το μηχάνημα; Δεν μπορώ να βάλω χρήματα μέσα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δε φαίνεται χαλασμένο...Άσε με να ρίξω μια ματιά.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πλησίασα για να δω καλύτερα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μόνο όταν πλησίασα είδα ότι η Χάρουκα προσπαθούσε να χώσει ένα χαρτονόμισμα των δέκα χιλιάδων γεν στο άνοιγμα για κέρματα. Χάρουκα, ξεφτέρι μου, δε θα μπορούσες ποτέ να χώσεις ένα χαρτονόμισμα σε άνοιγμα για κέρματα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«;;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Χάρουκα, δε μπορείς να χρησιμοποιήσεις χαρτονομίσματα σ’αυτά τα μηχανήματα, δέχονται μόνο κέρματα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α ναι; Αλήθεια;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Ναι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σε ικετεύω, μην κάνεις τέτοιες ερωτήσεις σαν να μην τρέχει τίποτα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Κατάλαβα, δέχονται μόνο κέρματα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα άνοιξε για άλλη μια φορά το πορτοφόλι της, μόνο και μόνο για να κατσουφιάσει, σαν να έχει το αγαπημένο της φαγητό μπροστά της και να μην μπορεί να το φάει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Δεν έχω κέρματα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Θα σου δανείσω εγώ!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν συνεχίσουμε έτσι, ένας Θεός ξέρει πότε η Χάρουκα θα γυρίσει επιτέλους το χερούλι του μηχανήματος, γι’αυτό της έκανα αυτή την πρόταση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Συγγνώμη για την αναστάτωση.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έβαλα ένα χαρτονόμισμα των χιλίων γεν στο μηχάνημα ανταλλαγής κερμάτων και πήρα σε αντάλλαγμα δέκα κέρματα των εκατό γεν. Καθώς κοίταζα τη μετατροπή του χαρτονομίσματός μου σε κέρματα, είχα την αίσθηση ότι τα χρήματά μου είχαν χαθεί, μια που, στο τέλος τέλος, είμαι ένας συνηθισμένος τσιγκούνης κάτοικος μεγαλούπολης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έλα, πάρτα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ε...Ευχαριστώ.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα πήρε νευρικά ένα κέρμα των εκατό γεν από το χέρι μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Και κάπως έτσι η Χάρουκα ξεκίνησε την πρώτη της εμπειρία με τα μηχανήματα για κάψουλες...Αν και...εγώ είχα ένα προαίσθημα ότι αυτή η πρώτη εμπειρία θα ήταν μάλλον επικίνδυνη γι’αυτήν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Φοβόμουν πως θα εθιστεί στο μηχάνημα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Από προηγούμενες εμπειρίες, ήξερα ότι οποιοσδήποτε χρησιμοποιούσε μηχανήματα για κάψουλες, ήταν εξαιρετικά δύσκολο να σταματήσει από τη στιγμή που είχε διαλέξει ένα στόχο. Αν δεν αποκτούσε το αντικείμενο που είχε βάλει στο μάτι, ο χρήστης του μηχανήματος συχνά δεν κατάφερνε να σταματήσει να παίζει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν ο χρήστης είναι παιδί του δημοτικού, τα πράγματα δεν είναι και τόσο άσχημα, γιατί όσο και να θέλει να συνεχίσει να παίζει, θα αναγκαστεί να σταματήσει όταν του τελειώσουν τα χρήματα. Με άλλα λόγια, τα πορτοφόλια των παιδιών του δημοτικού είναι από μόνα τους περιορισμός. Αν τη στιγμή που ξεμείνει από κέρματα, κάποιος δίπλα στο παιδάκι του δημοτικού κατά σύμπτωση πετύχει τη φιγούρα που ήθελε, το παιδί κατά πάσα πιθανότατα θα βάλει τα κλάματα εκεί επιτόπου. Όμως, αφού περάσει αμέτρητες παρόμοιες δοκιμασίες και βάσανα, το παιδί του δημοτικού τελικά θα μεγαλώσει και θα ωριμάσει...Αλλά για στάσου, νομίζω πως έφυγα απ’το θέμα μας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τέλος πάντων, αυτό που θέλω να πω είναι ότι, αν αυτός που παίζει είναι ένας μαθητής λυκείου με σημαντικά μεγαλύτερο πορτοφόλι, πώς θα εξελιχτεί η κατάσταση;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Και μόνο που σκέφτηκα την πιθανή κατάληξη με έπιασε πονοκέφαλος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν και ευχόμουν με όλη μου την ψυχή να έκανα λάθος στις προβλέψεις μου, η πραγματικότητα είναι ανελέητη...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όπως το περίμενα, για να πετύχει η Χάρουκα το αντικείμενο-στόχο της (την ‘Αδέξια Άκι-τσαν’ που έπαιζε πιάνο), έστειλε τέσσερις Νατσούμε Σοσέκι (χαρτονομίσματα των χιλίων γεν) να συναντήσουν τον Κύριο, ενώ οι άδειες κάψουλες κυλούσαν στο έδαφος γύρω μας σαν βότσαλα στην όχθη ενός ποταμού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
==&#039;&#039;&#039;3&#039;&#039;&#039;==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και μετά ήταν ώρα για μεσημεριανό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σύμφωνα με το πρόγραμμά μας, το μέρος όπου θα τρώγαμε μεσημεριανό ήταν ένα εστιατόριο που λεγόταν ‘Calotte-culotte’.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι είδους εστιατόριο είναι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μπορεί να ήταν οικογενειακό εστιατόριο, αλλά ήταν αδύνατο καταλάβω περισσότερα από το όνομά του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα μου χάρισε ένα μυστηριώδες χαμόγελο, σαν να περίμενε εδώ και πολλή ώρα αυτή την ερώτηση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Είναι ένα καφέ για το οποίο διάβασα σε ένα περιοδικό, ένα μέρος στο οποίο ήθελα να έρθω εδώ και πολύ καιρό. Αυτή είναι η δεύτερη πιο σημαντική δραστηριότητα της μέρας, γι’αυτό να την περιμένεις με ανυπομονησία!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η δεύτερη πιο σημαντική δραστηριότητα της μέρας; Χμμ, τώρα που το ξανακοίταζα, υπήρχε ένα μικρό σύμβολο σε σχήμα λουλουδιού δίπλα στο όνομα του καφέ, που δεν είχα προσέξει πριν (ή είχα υποσυνείδητα διαγράψει από το οπτικό μου πεδίο). Κι ακόμα, ένα ‘τέρας’ ήταν σχεδιασμένο δίπλα στο μεγάλο κατάστημα ηλεκτρονικών που ήταν ο αντικειμενικός σκοπός του ταξιδιού μας. Αυτό το ‘τέρας’ είχε μια γενειάδα μυτερή σαν βελόνα, κοφτερά νύχια και κατακόκκινα μάτια...Μάλλον η Χάρουκα προσπάθησε να ζωγραφίσει μια γάτα, σωστά;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λαλαλα...♪»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα σιγοτραγουδούσε το σκοπό της ‘Προσευχής μιας Νεαρής Παρθένας’ καθώς προχωρούσε χοροπηδώντας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως εγώ δεν μπορούσα να χαλαρώσω. Με είχε κυριεύσει μια ακατανόητη δυσάρεστη αίσθηση, σαν την ξαφνική εμφάνιση σύννεφων βροχής, μαζί με αστραπόβροντα και κεραυνούς μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Φτάσαμε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η φωνή της Χάρουκα με επανέφερε στην πραγματικότητα. Φαίνεται πως είχαμε φτάσει στον προορισμό μας όσο εγώ ήμουν χαμένος στις σκέψεις μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δε φαίνεται να έχει πολύ κόσμο, τέλεια! Πάμε μέσα, Γιούτο-σαν!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η φωνή της Χάρουκα έμοιαζε εξαιρετικά χαρούμενη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σε τι είδους παράξενο (συγγνώμη για την αγένεια) μέρος με έφερε η Χάρουκα; Κοίταξα πάνω παλεύοντας με τις προκαταλήψεις μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Εε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ήταν μια εντελώς φυσιολογική καφετέρια!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το εξωτερικό της καφετέριας έδινε μια εντύπωση χαριτωμένης κομψότητας, του είδους που αρέσει στα κορίτσια. Κοιτώντας μέσα από τη τζαμαρία, και η εσωτερική διακόσμηση δεν ήταν πολύ φανταχτερή, ώστε να αποθαρρύνει πιθανούς υποψήφιους πελάτες. Αφού μπήκα μέσα, δεν βρήκα τίποτα ιδιαίτερα ασυνήθιστο ή απαράδεκτο. Η εσωτερική διακόσμηση ήταν βασισμένη στο λευκό, δίνοντας μια απλοϊκή αίσθηση στην καφετέρια. Αν και με ανησύχησε λίγο το γεγονός ότι οι περισσότεροι πελάτες ήταν άντρες, μια και όλα τα άλλα ήταν αποδεκτά, δεν έκατσα να το πολυσκεφτώ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Καθίσαμε σε ένα τραπέζι δίπλα στο παράθυρο και ανοίξαμε τους καταλόγους. Το μενού είχε...αρκετά ευφάνταστα πιάτα, αλλά...και πάλι, υποθέτω πως ήταν αρκετά φυσιολογικό!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Χμμ...μάλλον τσάμπα ανησύχησα. Η Χάρουκα μάλλον έβαλε αυτό το καφέ σαν δεύτερη πιο σημαντική δραστηριότητα επειδή ήταν χαριτωμένο. Ναι, αυτό πρέπει να ήταν, στο κάτω κάτω και η Χάρουκα ήταν ένα κορίτσι σαν όλα τα άλλα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πάνω που αναστέναζα με ανακούφιση και ετοιμαζόμουν να παραγγείλω, μια γυναικεία φωνή ακούστηκε πάνω απ’το κεφάλι μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Καλωσήρθατε, θα παραγγείλετε τώρα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Α, η σερβιτόρα ήρθε να πάρει παραγγελία. Ακόμα δεν είχα αποφασίσει ανάμεσα στην ‘Μακαρονάδα του απίστευτου βασιλείου’ και τη ‘Μηλόπιτα των εφτά νάνων’, ενώ και η Χάρουκα δυσκολευόταν να αποφασίσει τι θα πάρει. Καλύτερα λοιπόν να ζητήσω από τη σερβιτόρα να περιμένει λίγο!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ακούμπησα κάτω τον κατάλογο και σήκωσα το κεφάλι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ, με συγχωρείτε, αλλά θα θέλαμε λίγο ακόμα χρόνο να αποφασίσουμε, παρακαλώ...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δεν κατάφερα να τελειώσω τη φράση μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί αυτό που είδα έκανε όλες τις σωματικές λειτουργίες μου να σταματήσουν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ακόμα και το μυαλό μου σταμάτησε να δουλεύει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Τι συμβαίνει, κύριε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί μπροστά στα μάτια μου στεκόταν μια...πως να το πω...μια υπηρέτρια. Φορούσε μια ποδιά και μια ασορτί κορδέλα στα μαλλιά (έμοιαζε με κορδέλα, δεν ξέρω πως λέγεται στην πραγματικότητα) και επίσης είχε κάτι που έμοιαζε με αυτιά γάτας στο κεφάλι της. Μήπως είχα παραισθήσεις;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Η φίλη σας δεν έχει αποφασίσει τι θα παραγγείλει;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α, ναι. Μπορείτε να περιμένετε λίγο ακόμα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Εντάξει~~Με την ησυχία σας.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η υπηρέτρια με τα αυτιά γάτας και το δίσκο έγνεψε. Μια υπηρέτρια με αυτιά γάτας...Αν έπρεπε να την περιγράψω, θα έλεγα πως η εμφάνισή της ήταν πολύ εντυπωσιακή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τότε παρακαλώ φωνάξτε με όταν αποφασίσετε...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η υπηρέτρια με τα αυτιά γάτας χαμογέλασε ευγενικά και απομακρύνθηκε, με την ουρά της να κουνιέται δεξιά αριστερά από πίσω της. Για να βεβαιωθώ ότι δεν έκαναν πουλάκια τα μάτια μου, ρώτησα αμέσως τη Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χάρουκα...τι μέρος είναι αυτό;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Καφετέρια δεν είναι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το ξέρω αυτό...Όχι, θέλω να πω, από πότε οι υπηρέτριες μια αυτιά γάτας είναι κάτι συνηθισμένο στις γιαπωνέζικες καφετέριες;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Οι στολές των σερβιτόρων εδώ είναι πολύ χαριτωμένες, όλοι έρχονται εδώ για  να δουν τις υπηρέτριες.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
...Για μια στιγμή, η Χάρουκα είπε ‘όλοι’;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έτρεξα έξω για να ξανακοιτάξω την ταμπέλα της καφετέριας, και συνειδητοποίησα ότι πράγματι έγραφε ‘Καφέ υπηρετριών Calotte-culotte’.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ώστε αυτό ήταν...πράγματι ήταν τέτοιο είδος καφετέριας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ξανακάθισα νιώθοντας ψυχολογικά εξουθενωμένος. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ένα καφέ υπηρετριών! Μια και η αλήθεια ήταν πλέον μπροστά στα μάτια μου, δε μπορούσα παρά να συμφωνήσω με την απόφαση του καταστήματος να ντύσει τις σερβιτόρες υπηρέτριες, αφού αυτό ήταν το κύριο χαρακτηριστικό του. Δε θα είχε και πολύ νόημα ένα καφέ υπηρετριών χωρίς υπηρέτριες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Επομένως το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να συμφιλιωθώ με την κατάσταση. Όχι πως δεν είχα αναστατωθεί, αλλά αν επέτρεπα στον εαυτό μου να αναστατωθεί υπερβολικά δε θα μπορούσαμε να φάμε μεσημεριανό. Όμως...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Έι, γιατί φοράνε όλες τους αυτιά γάτας;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτή ήταν η μεγαλύτερη απορία μου. Και τώρα που τις κοίταζα προσεκτικότερα, μερικές από τις υπηρέτριες είχαν μέχρι και ουρές...Από εντελώς θεωρητική άποψη, σε τι τους χρησίμευε ένα τέτοιο αξεσουάρ;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δεν είναι επειδή είναι πολύ χαριτωμένα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η απάντηση της Χάρουκα ήταν λακωνική και γλυκιά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Η στολή της υπηρέτριας από μόνη της είναι ήδη πολύ χαριτωμένη, αλλά προσθέτοντας και ένα ζευγάρι αυτιά γάτας η γοητεία αυξάνεται ακόμα περισσότερο. Αυτό είναι ένα τέλειο παράδειγμα όπου ένα κι ένα δεν κάνει δύο, αλλά τρία, ίσως και τέσσερα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα χαμογέλασε. Συμφωνούσα με τη λογική της, αλλά...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι χαριτωμένες που είναι...Θέλω κι εγώ να δοκιμάσω μια στολή υπηρέτριας. Νομίζω πως θα δανειστώ μια από τη Χαζούκι καμιά φορά...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα κοιτούσε τις υπηρέτριες με ονειροπόλο ύφος. Χμμ...Τώρα που το φαντάζομαι...πώς θα ήταν άραγε η Χάρουκα με μια στολή υπηρέτριας. Η Χάρουκα με στολή υπηρέτριας και ένα ζευγάρι αυτιά γάτας να χαμογελάει λέγοντας ‘Κύριε’...Ωραίο ακούγεται.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
...Μα τι κάθομαι και σκέφτομαι τώρα!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δε μου αρέσει να σκέφτομαι τέτοια ανήθικα πράγματα. Για να διώξω αυτές τις ανόσιες σκέψεις από το μυαλό μου, στριφογύρισα έντονα στην καρέκλα μου και κοίταξα με την άκρη του ματιού μου τη Χάρουκα, που κοιτούσε ακόμα τις υπηρέτριες με ονειροπόλο ύφος. Ξαφνικά, η Χάρουκα χτύπησε την παλάμη της με τη γροθιά του άλλου χεριού της, σαν να θυμήθηκε ξαφνικά κάτι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιούτο-σαν...έχω μια καλή ιδέα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Τι καλή ιδέα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δε νομίζω πως θα ήταν κάτι καλό για μένα, γι’αυτό φοβόμουν λιγάκι την απάντηση της Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Θέλω να τους ζητήσω να μ’αφήσουν να τις βγάλω φωτογραφία.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Εε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Είναι μια τόσο σπάνια ευκαιρία να βρίσκομαι εδώ, γι’αυτό θέλω να βγάλω μια φωτογραφία με τις υπηρέτριες.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Περίμενε ένα λεπτό...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πριν προλάβω να τη σταματήσω η Χάρουκα σηκώθηκε με μια ψηφιακή κάμερα που είχε εμφανιστεί από το πουθενά στο χέρι της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Με συγχωρείτε, αλλά...θα μπορούσα να βγω μια φωτογραφία μαζί σας;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα φώναξε μια υπηρέτρια και έκανε την ερώτησή της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λυπάμαι πολύ, αλλά δεν επιτρέπεται η φωτογράφηση σ’αυτή την καφετέρια...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η υπηρέτρια με τα αυτιά γάτας απέρριψε ευγενικά το αίτημα της Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ; Ώστε έτσι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ναι, λυπάμαι πολύ...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η υπηρέτρια υποκλίθηκε απολογητικά. Καλύτερα έτσι, αν και σκέφτηκα πως δεν ήταν και τόσο ευχάριστο για τη Χάρουκα, αλλά τουλάχιστον δε θα υποχρεωθώ να γίνω ρεζίλι βγαίνοντας φωτογραφία σε ένα τέτοιου είδους καφέ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως, μάλλον βιάστηκα πολύ να χαλαρώσω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Στ’αλήθεια...δε γίνεται; Και ήθελα τόσο μα τόσο πολύ να βγάλω μια φωτογραφία με τις υπηρέτριες με αυτιά γάτας...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα θύμιζε εγκαταλελειμμένο γατάκι. Μάλλον η υπηρέτρια με τα αυτιά γάτας δεν άντεξε να βλέπει έναν πελάτη να έχει πέσει σε τέτοια κατάθλιψη, γιατί αφού σκέφτηκε λίγο είπε στη Χάρουκα, ‘Χμμ, παρακαλώ περιμένετε λίγο, ίσως υπάρχει τρόπος,’ και μετά έτρεξε προς το χώρο του προσωπικού της καφετέριας. Ευχόμουν με όλη μου την ψυχή να ξαναγυρίσει άπρακτη...αλλά πριν προλάβω να κάνω τίποτα, η υπηρέτρια με τα αυτιά γάτας ξαναγύρισε τρέχοντας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Κύριε, δεσποινίς, ελάτε μαζί μου παρακαλώ.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«;;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ξέρετε, είπα στον διευθυντή το αίτημά σας, και σας επιτρέπει να βγάλετε φωτογραφίες. Αν δεν έχετε πρόβλημα, μπορώ εγώ να βγω φωτογραφία μαζί σας. Αλλά για να μην ενοχλήσουμε τους άλλους πελάτες, θα πρέπει να πάμε στο χώρο του προσωπικού για να βγάλουμε τις φωτογραφίες...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αλήθεια; Και βέβαια δεν υπάρχει πρόβλημα. Σας ευχαριστώ πολύ.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα έγνεψε με ευγνωμοσύνη χαμογελώντας χαρούμενα, κάνοντας την υπηρέτρια με αυτιά γάτας να κοκκινίσει από ντροπή. Κατά τα φαινόμενα, το αγγελικό χαμόγελο της Χάρουκα (ακατανίκητο όπλο) ήταν αποτελεσματικό και για τα δύο φύλα. Χμμ...ίσως να είχε προστεθεί μια ακόμα γυναίκα στο φαν κλαμπ της, που αποτελούνταν κυρίως από άντρες. (Παρεμπιπτόντως, η αναλογία αντρών:γυναικών του φαν κλαμπ της Χάρουκα Νογκιζάκα στο Λύκειο Χακούτζου είναι 5:1).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όπως και να είχε, εκείνη τη μέρα, το ‘Άστρο της Νύχτας’, η υπηρέτρια με τα αυτιά γάτας κι εγώ ποζάραμε για το φακό της κάμερας (το δικό μου πρόσωπο είχε μια περίεργη γκριμάτσα), και αποκτήσαμε μια φωτογραφία που θα περνούσε και στις επερχόμενες γενιές, μόνο που δε θα το μάθαιναν γιατί ήταν πολύ ντροπιαστική για να μιλήσουμε σε κανέναν γι’αυτή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κάτω από το χαμόγελο της υπηρέτριας με τα αυτιά γάτας, άφησα το καφέ υπηρετριών εξαντλημένος. Όμως σχεδόν αμέσως, η Χάρουκα είδε πάλι κάτι που της άρεσε, και έτρεξε για την πέμπτη έκτακτη αποστολή της για εκείνη τη μέρα. Μπορούσα μόνο να καθίσω στο βρώμικο παγκάκι μπροστά στο μαγαζί, κοιτώντας με αδειανό βλέμμα τη Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α! Εσύ είσαι, Γιούτο;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μια φωνή που δε θα έπρεπε λογικά να ακούσω εδώ έφτασε ως εμένα μέσα από το πλήθος. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έκανα πως δε γνώριζα αυτό το άτομο και γύρισα από την άλλη. Όμως αυτός ο τύπος πάντα του ήταν ξεροκέφαλος και ποτέ δεν τα παρατούσε εύκολα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έι, Γιούτο...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιούτο;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α, ώστε με αγνοείς επίτηδες! Εντάξει λοιπόν, αν αυτή είναι η τακτική σου, έχω κι εγώ τη δική μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...ακούσατε, ακούσατε! Ο Αγιάσε Γιούτο, του Λυκείου Χακούτζου, Πρώτο έτος, Τάξη 1, όταν πήγαινε στο νηπιαγωγείο, μια φορά...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Εντάξει, εντάξει, Νομπουνάγκα, συγγνώμη.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Βλέποντας ότι παραδόθηκα άνευ όρων, ο παιδικός μου φίλος είπε με παιδιάστικο ύφος ‘Τώρα μάλιστα.’&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όμως...Νομπουνάγκα, τι κάνεις εσύ εδώ;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ε; Τι ερώτηση είναι αυτή; Εφόσον δεν έχω σχολείο, πάντα εδώ είμαι. Εσύ πρέπει να ξέρεις καλύτερα από όλους ότι εδώ είναι η Γη της Επαγγελίας για μένα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Σωστά, τώρα που το λες.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
...Υποθέτω πως έτσι είναι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Απλώς έτυχε να έχει μια εκδήλωση εδώ σήμερα! Όχι, για την ακρίβεια, έχει αρχίσει από χτες...Το περίεργο είναι που είσαι εσύ εδώ. Ποτέ δεν έρχεσαι μαζί μου όταν σε καλώ εδώ πέρα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δεν έρχομαι ακριβώς γιατί είναι αυτός που με προσκαλεί. Για μένα, ο συνδυασμός του εν λόγω ατόμου και αυτού του δρόμου είναι ο χειρότερος δυνατός. Ιδιαίτερα την Πρωτοχρονιά και τις γιορτές, όλοι εδώ μοιάζουν σαν να πηγαίνουν σε καμιά κηδεία ή τίποτα τέτοιο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως είχε δίκιο, δεν ήταν καμιά έκπληξη που ήταν αυτός εδώ, ήταν σαν να έβλεπες ένα ψάρι στη θάλασσα, ένα απόλυτα φυσιολογικό φαινόμενο. Γιατί πού αλλού θα ήταν ένας οτάκου αν όχι στην Ακιχαμπάρα;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το πρόβλημα ήταν, ότι είχα ξεχάσει ότι ήμουν για ψώνια μαζί με τη Χάρουκα. Ωχ, τώρα που θυμήθηκα γιατί ήμουν εγώ εδώ, πρέπει να σκεφτώ κάτι για να σώσω την κατάσταση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι συμβαίνει; Γιούτο, δε φαίνεσαι καλά.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έχω λίγο πονοκέφαλο...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Κακό αυτό, θες να σου δώσω ένα χάπι; Το μισό περιεχόμενο του χαπιού είναι η καλοσύνη μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πώς μπορεί να λέει κάτι τέτοιο σε κάποιον με πονοκέφαλο!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αλήθεια, Νομπουνάγκα, δεν έχεις κάτι να κάνεις; Μην ασχολείσαι μαζί μου, πήγαινε στη δουλειά σου!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δεν έχω να κάνω τίποτα. Η εκδήλωση τελείωσε, οπότε είμαι ελεύθερος.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Μα δε βαριέσαι να κάθεσαι εδώ μαζί μου; Μια Κυριακή έχεις, θα’πρεπε να ανοίξεις τα φτερά σου και να διασκεδάσεις όσο μπορείς!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιούτο, γιατί έχω την εντύπωση ότι προσπαθείς να με ξεφορτωθείς;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όχι, γιατί να κάνω κάτι τέτοιο...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πολύ άσχημη η κατάσταση. Πρέπει να κάνω αυτόν τον τύπο να εξαφανιστεί προτού γυρίσει η Χάρουκα αλλιώς θα μπλέξουμε άσχημα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...Όπως νομίζεις! Η εκδήλωση τέλειωσε και είμαι πτώμα, οπότε καλύτερα να πάω σπίτι να κοιμηθώ.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο νυσταγμένος Νομπουνάγκα άφησε ένα βαθύ χασμουρητό, σπάνιο πράγμα για κάποιον τόσο υγιή όσο αυτός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Επειδή η εκδήλωση άρχισε χτες, δεν έχω κλείσει μάτι από χτες. Ευτυχώς που όλα πήγαν καλά με τη διανομή, χαχαχα,»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Φαίνεται πως είναι πολύ κουρασμένος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λοιπόν, να πηγαίνω εγώ. Τα λέμε αύριο στο σχολείο, Γιούτο!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο Νομπουνάγκα ανέμισε τη χαρτοσακούλα στο δεξί του χέρι καθώς προχώραγε προς το σταθμό.&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Eirini kl</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Nogizaka_Haruka_no_Himitsu_(Greek)&amp;diff=102592</id>
		<title>Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek)</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Nogizaka_Haruka_no_Himitsu_(Greek)&amp;diff=102592"/>
		<updated>2011-06-26T19:52:00Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Eirini kl: /* Τόμος 1 */&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;[[Image:Nogizaka_Haruka_no_Himitsu_vol_1_cover.jpg|230px|thumb|Volume 1 Cover]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Nogizaka Haruka no Himitsu (乃木坂春香の秘密, μτφ. Το μυστικό της Χάρουκα Νογκιζάκα) είναι ένα ιαπωνικό ελαφρό μυθιστόρημα σε συνέχειες γραμμένο από τον Yūsaku Igarashi. Εικονογράφηση από Shaa.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μπορείτε να διαβάσετε το Nogizaka Haruka no Himitsu και στις ακόλουθες γλώσσες:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*[[Nogizaka Haruka no Himitsu|English (Αγγλικά)]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Περίληψη ιστορίας==&lt;br /&gt;
Ο πρωταγωνιστής, Γιούτο Αγιάσε, είναι ένα συνηθισμένο αγόρι χωρίς ιδιαίτερα χαρίσματα. Πηγαίνει σε ένα ιδιωτικό σχολείο, όπου είναι ένας από τους πολλούς, χωρίς να ξεχωρίζει ιδιαίτερα, ώσπου μια μέρα, ανακαλύπτει κατά τύχη το μυστικό της πριγκίπισσας του σχολείου Χάρουκα Νογκιζάκα, και η ζωή του αλλάζει για πάντα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Χάρουκα, το τελειότερο και πιο απλησίαστο κορίτσι του σχολείου, θαυμάζεται τόσο για την ομορφιά και την εξυπνάδα της, ώστε οι συμμαθητές της τη φωνάζουν Άστρο της Νύχτας και Αστραφτερή Πριγκίπισσα του Πιάνου. Κανείς όμως δε γνωρίζει ότι όλα αυτά δεν είναι παρά μια μάσκα που κρύβει την αληθινή της φύση. Γιατί, στην πραγματικότητα, είναι μια φανατική οπαδός των άνιμε και των μάνγκα, μια γνήσια οτάκου.&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
== Μετάφραση ==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
=== [[Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek):Registration Page|Σελίδα εγγραφών]] ===&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όσοι θέλουν να συμβάλλουν στη μετάφραση παρακαλούνται να ειδοποιήσουν πρώτα τον υπεύθυνο του προγράμματος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039; Ζητείται από τους μεταφραστές να [[Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek):Registration Page|δηλώσουν]] τα κεφάλαια πάνω στα οποία εργάζονται&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Οδηγίες διαμόρφωσης===&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Κάθε Κεφάλαιο (μετά τη διόρθωση) πρέπει να συμβαδίζει με τις γενικές οδηγίες διαμόρφωσης.&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
*[[Format_guideline|Γενικές οδηγίες διαμόρφωσης]] (English)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
== Πρόοδος ==&lt;br /&gt;
19 Δεκεμβρίου 2010 - Έναρξη έργου&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
19 Δεκεμβρίου 2010 - Ολοκλήρωση προλόγου, Τόμος 1&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
6 Μαρτίου 2011 - Ολοκλήρωση Κεφαλαίου 1, Τόμος 1&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
== Nogizaka Haruka no Himitsu από τον Yūsaku Igarashi ==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 1===&lt;br /&gt;
::*[[Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek):Volume1_Illustrations|Εικόνες  μυθιστορήματος]]&lt;br /&gt;
::*[[Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek):Volume1_Prologue|Πρόλογος]]&lt;br /&gt;
::*[[Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek):Volume1_Chapter1|Κεφάλαιο 1]]&lt;br /&gt;
::*[[Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek):Volume1_Chapter2|Κεφάλαιο 2 (70%)]]&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Επίλογος&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του Μεταφραστή&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 2===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες  μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 7&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 8&lt;br /&gt;
::*Επίλογος&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του Μεταφραστή&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 3===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες  μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 9&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 10&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 11&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 12&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του Μεταφραστή&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Teaser==&lt;br /&gt;
[[Nogizaka_Haruka_no_Himitsu:Teaser 1|Teaser 1]], [[Nogizaka_Haruka_no_Himitsu:Teaser 2|Teaser 2]], [[Nogizaka_Haruka_no_Himitsu:Teaser 3|Teaser 3]], [[Nogizaka_Haruka_no_Himitsu:Teaser 4|Teaser 4]], [[Nogizaka_Haruka_no_Himitsu:Teaser 5|Teaser 5]], [[Nogizaka_Haruka_no_Himitsu:Teaser 6|Teaser 6]] and [[Nogizaka_Haruka_no_Himitsu:Teaser 7|Teaser 7]] forum translation by [[User:ShadowZeroHeart|ShadowZeroHeart]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Προσωπικό Έργου==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*Project Administrator:  &lt;br /&gt;
*Project Supervisor: &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Μεταφραστές===&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
:*[[user:eirini_kl|eirini_kl]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όσοι μεταφραστές επιθυμούν να συμμετέχουν είναι ευπρόσδεκτοι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Διορθωτές===&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όσοι διορθωτές γνωρίζουν καλά αγγλικά και ελληνικά είναι ευπρόσδεκτοι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Κυκλοφορίες σειράς==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*Τόμος 1 - Κυκλοφόρησε 2004.10.25 ISBN 4-8402-2830-2 &lt;br /&gt;
*Τόμος 2 - Κυκλοφόρησε 2005.6.25 ISBN 4-8402-3059-5 &lt;br /&gt;
*Τόμος 3 - Κυκλοφόρησε 2005.12.25 ISBN 4-8402-3234-2 &lt;br /&gt;
*Τόμος 4 - Κυκλοφόρησε 2006.6.25 ISBN 4-8402-3447-7 &lt;br /&gt;
*Τόμος 5 - Κυκλοφόρησε 2006.12.25 ISBN 4-8402-3634-8 &lt;br /&gt;
*Τόμος 6 - Κυκλοφόρησε 2007.6.25 ISBN 978-4-8402-3880-9 &lt;br /&gt;
*Τόμος 7 - Κυκλοφόρησε 2007.12.25 ISBN 978-4-8402-4115-1 &lt;br /&gt;
*Τόμος 8 - Κυκλοφόρησε 2008.7.25 ISBN 978-4-04-867127-9 &lt;br /&gt;
*Τόμος 9 - Κυκλοφόρησε 2008.12.25 ISBN 978-4-04-867419-5&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Category:Alternative Languages]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Category:Greek|Ελληνικά]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Eirini kl</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Nogizaka_Haruka_no_Himitsu_(Greek):Volume1_Chapter2&amp;diff=98285</id>
		<title>Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek):Volume1 Chapter2</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Nogizaka_Haruka_no_Himitsu_(Greek):Volume1_Chapter2&amp;diff=98285"/>
		<updated>2011-06-02T17:02:55Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Eirini kl: /* 3 */&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;  &lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Κεφάλαιο 2&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
==&#039;&#039;&#039;0&#039;&#039;&#039;==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Ήταν μια καυτή Κυριακή του Μαΐου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στεκόμουν μπροστά από ένα κατάστημα που βρισκόταν στο μεγαλύτερο δρόμο μαγαζιών με ηλεκτρονικά στην Ιαπωνία. &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Κοιτώντας το παράξενο θέαμα μπροστά μου, δεν μπόρεσα να μην αφήσω ένα σιωπηλό αναστεναγμό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Γιατί δε βγήκε ακόμα; Τόση ώρα παίζω...» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα πανέμορφο κορίτσι μουρμούρισε με απογοήτευση στα μάτια της γέρνοντας το κεφαλάκι της στο πλάι. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αυτή η έκφραση δεν ήταν και τόσο παράδοξη, μια και το όμορφο κορίτσι είναι, κατά βάση, άνθρωπος (αν και αρκετοί θα διαφωνούσαν ως προς αυτό), και μοιάζει να βασανίζεται από ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα. Στην πραγματικότητα, το πράγμα δεν ήταν και τόσο περίπλοκο, απλώς...  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Απλώς, η ουσία του προβλήματος είναι.......το αντικείμενο που το όμορφο κορίτσι κρατούσε στο δεξί της χέρι, και το αντικείμενο μπροστά στα μάτια της. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πάλι δεν το πέτυχα...» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα ντελικάτα δάχτυλα κρατούσαν σφιχτά ένα σφαιρικό αντικείμενο κάπου 6 εκ. σε διάμετρο, που είχε βγει από ένα μηχάνημα με κερματοδέκτη. Αυτό και άλλα παρόμοια αντικείμενα έβγαιναν το ένα πίσω από το άλλο εδώ και αρκετή ώρα, από κάτι που ο απλός κόσμος αποκαλεί μηχάνημα με κάψουλες. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι παράξενο...» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κάθε φορά που τσέκαρε το παιχνίδι μέσα στην ωοειδή κάψουλα, η φωνή της Χάρουκα γινόταν όλο και πιο αδύναμη, αλλά παρόλα αυτά, το χέρι που γύριζε συνεχώς το χερούλι του μηχανήματος δεν εννοούσε να σταματήσει. Ποιος θα φανταζόταν ότι είχε τέτοια προδιάθεση για εθισμό στο τζόγο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Άλλη μια φορά...Σίγουρα θα το πετύχω την επόμενη φορά...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τέλος πάντων...Αυτό το πανέμορφο κορίτσι που έριχνε μανιωδώς κέρματα στον κερματοδέκτη του μηχανήματος με κάψουλες λες και εξαρτιόταν η ζωή της απ’αυτό προκαλούσε στους άλλους μια αφόρητη αίσθηση αντιφατικότητας. Όλοι όσοι περνούσαν δίπλα μας άθελά τους γύριζαν να κοιτάξουν το περίεργο θέαμα που παρουσιάζαμε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Χάρουκα...Αρκετά δεν έπαιξες;»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήδη υπήρχαν πάνω από δέκα κάψουλες που κυλούσαν στο έδαφος γύρω της, αλλά η Χάρουκα εξακολούθησε να κουνάει αρνητικά το κεφάλι της. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Μα η Άκι-τσαν που παίζει πιάνο δε βγήκε ακόμα...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με άλλα λόγια, δε θα φύγουμε από δω αν δε βγει η Άκι-τσαν που παίζει πιάνο; Αχ βρε Χάρουκα, μην πέφτεις στην παγίδα των ύπουλων εμπορικών τεχνασμάτων......  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κλανκ κλανκ, ακούστηκε πάλι ο μοχλός. Η Χάρουκα κοίταξε το αντικείμενο μέσα στην κάψουλα και συνοφρυώθηκε έντονα με πένθιμο ύφος.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πάλι δεν το πέτυχα...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν ήξερα πια τι να κάνω και κοιτούσα αβοήθητος τη Χάρουκα να ρίχνει το ένα κέρμα μετά το άλλο στο μηχάνημα, μόνο και μόνο για να αφήνει κάθε φορά ένα αναστεναγμό βαθύ σαν το Ρήγμα Μαριάνα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τι κάνω...Τι κάθομαι και κάνω εδώ!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ούτε εγώ ο ίδιος δεν καταλαβαίνω. Είχα μια τόσο σπάνια ευκαιρία να πάω για ψώνια με τη Χάρουκα, πώς έγινε και καταλήξαμε εδώ; Εκείνη τη στιγμή, ένιωσα μια ακατανίκητη ανάγκη να ξανασκεφτώ την απόφασή μου να ακολουθήσω το νέο δρόμο που ανοίχτηκε στη ζωή μου, που είχα πάρει πριν από ένα μήνα περίπου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πώς βρέθηκα εγώ σ’αυτή την κατάσταση;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θα πρέπει να αρχίσω...από τρεις μέρες πριν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==&#039;&#039;&#039;1&#039;&#039;&#039;==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όταν τέλειωσαν οι διακοπές της Χρυσής Εβδομάδας, όλοι στο σχολείο άρχισαν να ετοιμάζονται με φούρια για τις επερχόμενες εξετάσεις του τριμήνου. Μια μέρα, μετά το σχολείο, η καθηγήτρια μουσικής που ήταν και αναπληρώτρια υπεύθυνη καθηγήτριά μου, με είχε μισοϋποχρεώσει να κάνω το βοηθό της (για την ακρίβεια με έβαλε να καθαρίσω τις τουαλέτες του προσωπικού ολομόναχος). Όταν γύρισα στην τάξη, λαχανιασμένος από την κοπιαστική εργασία, βρήκα ένα σημείωμα στο συρτάρι του θρανίου μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αν έχεις χρόνο μετά το σχολείο, έλα στο δωμάτιο μουσικής, έχω κάτι να σου πω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πώς βρέθηκε αυτό το γράμμα στο συρτάρι μου; Ο γραφικός χαρακτήρας ήταν άψογος, δε θα μου έκανε καμία εντύπωση αν οποιοσδήποτε άλλος το περνούσε για ερωτικό ραβασάκι ή κάτι ανάλογο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχε μόνο ένα ελάττωμα αυτό το γράμμα. Ένα ζώο με μάτια δαίμονα (ήταν ζώο, σωστά;) ήταν ζωγραφισμένο δίπλα στις λέξεις. Αν ένα αθώο παιδί έβλεπε κατά τύχη αυτό το σχέδιο, η ψυχούλα του θα τραυματιζόταν ανεπανόρθωτα και θα καταλάβαινε για πρώτη φορά την απανθρωπιά του κόσμου έξω απ’το καταφύγιο του σπιτιού του. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μια ματιά μου έφτασε για να καταλάβω ποιος ήταν ο συγγραφέας του γράμματος. Μόνο ένα άτομο ήξερα που μπορούσε να φτιάχνει τέτοια σατανικά σκίτσα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έπρεπε να το περιμένω...η Χάρουκα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όπως το φαντάστηκα, η υπογραφή στο γράμμα ήταν ‘Νογκιζάκα Χάρουκα’.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είναι η συμμαθήτριά μου, η πολυτάλαντη κόρη πλούσιας και ισχυρής οικογένειας, αυτή που όλοι φωνάζουν το ‘Άστρο της Νύχτας’, το πιο διάσημο κορίτσι στο σχολείο με τριψήφιο νούμερο μελών στο φαν κλαμπ της. Μπορεί να υπάρχουν κάποιοι στο Λύκειο Χακούτζου που να μην ξέρουν το όνομα του λυκειάρχη τους, αλλά κανείς που δεν ξέρει το όνομα της Χάρουκα Νογκιζάκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί κάποιος τόσο διάσημος όσο αυτή, να καλέσει έναν κοινό θνητό σαν εμένα στο δωμάτιο μουσικής μετά το σχολείο; Επειδή ήξερα ένα μυστικό της...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κοιτάζοντας το ρολόι, είδα ότι ήταν σχεδόν πέντε το απόγευμα, κοντά μιάμισι ώρα μετά το τέλος των μαθημάτων. Αν και δεν είχα κανένα τρόπο να αποφύγω την αγγαρεία που μου φόρτωσαν, φοβόμουν πως η πριγκίπισσά μου μάλλον θα είχε ήδη πάει σπίτι αφού θα περίμενε μάταια τόση ώρα να έρθω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έτρεξα στο δωμάτιο μουσικής. Δεν ήταν ψυχή στους φωτισμένους από το ηλιοβασίλεμα διαδρόμους, και οι μόνοι ήχοι που ακούγονταν ήταν από τις αθλητικές λέσχες που έκαναν προπόνηση κάτω από τα παράθυρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν και ήταν ακόμα Μάιος, έκανε ήδη πολύ ζέστη, τόσο που ακόμα και ένα σύντομο τρέξιμο το απογευματάκι με έκανε να ιδρώνω. Έβγαλα μια πετσέτα από την τσάντα μου και σκούπισα το μέτωπό μου, αποφασίζοντας να πάρω ένα κουτάκι χυμό μάνγκο (περιορισμένη έκδοση ειδικά για το καλοκαίρι) από τους αυτόματους πωλητές αναψυκτικών. Πουφ, τι ζέστη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όταν έφτασα στην πόρτα του δωμάτιου μουσικής, μπορούσα να ακούσω ομιλίες εκτός από τον ήχο του πιάνου. Φαινόταν να είναι κόσμος μαζεμένος στο δωμάτιο μουσικής. Μη μου πεις ότι είναι κι άλλοι εδώ εκτός από τη Χάρουκα; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έσπρωξα τη χοντρή, μονωμένη πόρτα. Από την άλλη μεριά της πόρτας ήταν...ο απαγορευμένος κήπος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο πρώτος άνθρωπος που αντίκρυσα ήταν η Χάρουκα. Φυσικό ήταν, αφού αυτή ήταν που&lt;br /&gt;
με κάλεσε. Θα ήταν πρόβλημα αν δεν την έβλεπα εκεί. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως...γιατί υπήρχαν τόσα κορίτσια γύρω από τη Χάρουκα;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχαν περικυκλώσει τελείως τη Χάρουκα που έπαιζε πιάνο. Με μια πρώτη ματιά, υπήρχαν πάνω από δέκα κορίτσια από όλες τις τάξεις, από την πρώτη ως την τρίτη λυκείου. Λες να ζήλευαν τη δημοτικότητα του ‘Άστρου της Νύχτας’; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
...Μπα, αδύνατον, κανείς ποτέ δε ζηλεύει τη Χάρουκα. Κρίνοντας από τις εκφράσεις στα πρόσωπά τους καθώς κοίταζαν τα ντελικάτα δάχτυλα της Χάρουκα να χορεύουν πάνω στα πλήκτρα του πιάνου, προφανώς ξεχείλιζαν από θαυμασμό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έτσι έμενε μόνο μια απάντηση. Η Χάρουκα Νογκιζάκα, το ‘Άστρο της Νύχτας’, ήταν εξίσου δημοφιλής με τα κορίτσια όπως ήταν και με τα αγόρια. Με άλλα λόγια, στα μάτια των άλλων κοριτσιών, η Χάρουκα είχε απίστευτη επιρροή. Τόσο που απλώς παίζοντας πιάνο στο δωμάτιο μουσικής μάζευε κόσμο γύρω της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Στο τέλος του κομματιού, όλα τα κορίτσια χειροκρότησαν με ενθουσιασμό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χάρουκα-σενπάι, αυτό ήταν πολύ ωραίο κομμάτι, πως λέγεται;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αυτό ήταν το ‘Jeux d’eau’ (παιχνίδια του νερού), του Γάλλου συνθέτη Μωρίς Ραβέλ.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ουάου, μπορούσες να νιώσεις στ’αλήθεια το κυμάτισμα του νερού! Εγώ καταγοητεύτηκα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Πραγματικά μου έδωσε την αίσθηση ενός κελαρυστού ρυακιού.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τα κορίτσια αντάλλασσαν συνεπαρμένα τις απόψεις τους πάνω στο κομμάτι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Χμμ...Ώστε αυτός είναι ο κόσμος των κοριτσιών! Ένα λιβάδι με κρίνους ήταν το σκηνικό αυτού του κόσμου, που σε τραβούσε σαν μαγνήτης. Εκείνη τη στιγμή, τα κορίτσια ήταν απασχολημένα να θαυμάζουν τη Χάρουκα, κι αυτή ήταν απασχολημένη να απαντάει στις ερωτήσεις τους, κι έτσι κανείς δεν είχε προσέξει πως είχα μπει στο δωμάτιο...Κάτι που με έκανε να νιώθω παραγκωνισμένος και ασήμαντος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δεν είχα άλλη επιλογή από του να ανακοινώσω την παρουσία μου στο δωμάτιο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έι, Χάρουκα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Της έγνεψα από τη γωνιά του δωματίου. Όπως το περίμενα...τα λόγια μου άλλαξαν μεμιάς την ατμόσφαιρα στο δωμάτιο, αν και δεν ήταν αυτή η πρόθεσή μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Ποιος είναι αυτός;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Φώναξε τη Χάρουκα-σενπάι με το μικρό της, τι σχέσεις έχουν;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ο Αγιάσε είναι, από την τάξη 1...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πάνω από δέκα δολοφονικές ματιές καρφώθηκαν ταυτόχρονα πάνω μου. Μ...μήπως έκανα κάτι που δεν έπρεπε;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κρύος ιδρώτας με έλουσε, και άθελά μου έκανα ένα βήμα πίσω. Εκείνη τη στιγμή, η Χάρουκα πρόσεξε επιτέλους την παρουσία μου και μου χαμογέλασε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α, Γιούτο-σαν, ήρθες, συγγνώμη που σε έκανα να περιμένεις!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Η Χάρουκα-σενπάι τον φώναξε με το μικρό του...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Η Χάρουκα-σενπάι μοιάζει πολύ χαρούμενη...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ποιος νομίζει πως είναι για να κάνει κάτι τέτοιο!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Οι διαπεραστικές ματιές των κοριτσιών έγιναν ακόμα πιο κοφτερές, και ένιωσα σαν να με έβαλαν να γονατίσω στο χαλί από βελόνες από το ‘Θρύλο του Βασιλιά Αρθούρου’ με ένα βράχο στα γόνατά μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λυπάμαι πολύ, αλλά είχαμε κανονίσει να συναντηθούμε. Θα σταματήσουμε εδώ για σήμερα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα έκλινε απολογητικά το κεφάλι της καθώς τα κορίτσια εξέφραζαν τις αντιρρήσεις&lt;br /&gt;
τους με φωνές του τύπου ‘Όχι!’, ‘Θέλουμε να ακούσουμε κι άλλο τη σενπάι να&lt;br /&gt;
παίζει πιάνο’. Παρόλα αυτά, έφυγαν από το δωμάτιο μουσικής, μην τολμώντας να&lt;br /&gt;
αντιταχθούν στην απόφαση της Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Καθώς περνούσαν από δίπλα μου, κάποιες μου έριχναν φαρμακερά βλέμματα, κι άλλες πάλι εκτόξευαν χαμηλόφωνα μια ποικιλία θανάσιμων απειλών που ξεκινούσαν από ‘Έτσι και κάνεις τίποτα περίεργο στη Χάρουκα-σενπάι, θα σε μαχαιρώσω!», και έφταναν μέχρι ‘Να προσέχεις όταν περπατάς μόνος σου το βράδυ!’ ή και μέχρι πολύ ακραίες όπως ‘Έχε το νου σου για κανένα αδέσποτο σωλήνα με βιτριόλι!’&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Τι ήθελες να μου πεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αφού βεβαιώθηκα ότι οι Ερινύες, τα κορίτσια ήθελα να πω, είχαν όντως φύγει από το δωμάτιο (θα ήταν πολύ επικίνδυνα τα πράγματα αν δεν είχαν φύγει), μπήκα στο θέμα για το οποίο είχα έρθει ως εκεί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα χαμήλωσε το κεφάλι της και με ρώτησε ντροπαλά,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιούτο-σαν...Είσαι ελεύθερος αυτή την Κυριακή;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Την Κυριακή; Ναι, δεν έχω κανονίσει τίποτα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν και αναρωτιόμουν γιατί με ρώτησε κάτι τέτοιο η Χάρουκα, προφανώς δε μπορούσα να της πω ότι είχα να κάνω τη μπουγάδα της βλαμμένης της αδερφής μου τις Κυριακές (και γενικά τις δουλειές του νοικοκυριού). Εν τω μεταξύ, η Χάρουκα πήρε πολύ ευτυχισμένο ύφος μόλις άκουσε την απάντησή μου, και μετά μου έκανε ανήσυχα άλλη μια ερώτηση...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τ...Τότε, θα μπορούσες να βγεις μαζί μου;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Εκείνη τη στιγμή, το μυαλό μου άδειασε τελείως καθώς προσπαθούσα απεγνωσμένα να επεξεργαστώ το νόημα πίσω από τα λόγια της Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γκαχ...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτή η αναπάντεχη πρόταση είχε κυριολεκτικά βραχυκυκλώσει το μυαλό μου. Μη μου πεις πως αυτό ήταν...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ραντεβού;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα μόλις μου ζήτησε να βγούμε ραντεβού;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Όχι όχι όχι, δεν είναι αυτό, όχι ραντεβού...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα έγνεψε έντονα αρνητικά, κατακόκκινη σαν αστακός. Βλέποντας πόσο πεισματικά αρνιόταν ότι επρόκειτο για ραντεβού...ένιωσα ένα τσίμπημα απογοήτευσης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δεν είναι ραντεβού, απλώς ήθελα να αγοράσω κάτι και θα ήθελα να έρθεις μαζί μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μου εξήγησε η κατακόκκινη Χάρουκα. Αν και έχουμε εξαιρετικά καλές σχέσεις εδώ και ένα μήνα, δεν υπήρχε περίπτωση να μου ζητήσει το ‘Άστρο της Νύχτας’ να βγούμε ραντεβού. Αλλά...από την άλλη, οι περισσότεροι κάτι τέτοιο (να πάνε δυο άνθρωποι για ψώνια μαζί) δε θα το θεωρούσαν ραντεβού;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λοιπόν...Λοιπόν τι λες; Φυ...φυσικά αν δε θέλεις, δεν έχεις καμία υποχρέωση να...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όχι, εντάξει είμαι, θα έρθω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Απάντησα πιο γρήγορα κι από την ταχύτητα του φωτός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όποιος τολμούσε να αρνηθεί μια πρόσκληση από τη Χάρουκα θα του άξιζε να τον φάνε χίλιοι δαίμονες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αλήθεια;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ξαφνικά η Χάρουκα άστραψε από χαρά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Σε...σ’ευχαριστώ. Επειδή είναι η πρώτη φορά που θα πάω εκεί, δε θα ένιωθα καθόλου ασφαλής μόνη μου...Αναρωτιόμουν τι θα έκανα αν αρνιόσουν, Γιούτο-σαν.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Χμμ, για κάποιο λόγο θα δεχόμουν με μεγάλη μου χαρά. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι πετούσα στα σύννεφα από τη χαρά μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όταν λες για ψώνια, εννοείς...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όταν έκανα αυτή την κρίσιμη ερώτηση, μου απάντησε με ένα τόσο ωραίο χαμόγελο που θα έκανε κάθε έφηβο αγόρι στο δρόμο να ερωτευτεί το ‘Άστρο της Νύχτας’.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ναι, στην Ακιχαμπάρα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Εντάξει...Τα καταλάβαινα όλα τώρα. Αυτό είναι το μυστικό της Χάρουκα Νογκιζάκα. Ο παράξενος δεσμός που την ενώνει μαζί μου, η αναπάντεχη πλευρά του ‘Άστρου της Νύχτας’ που δε γνωρίζει κανείς εκτός από μένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πώς να το κάνουμε...η Χάρουκα Νογκιζάκα...είναι οτάκου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==&#039;&#039;&#039;2&#039;&#039;&#039;==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κι έτσι ήταν που αποφάσισα πώς θα περνούσα εκείνη την Κυριακή μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Για να είμαι ειλικρινής, δεν ήμουν και τόσο ενθουσιασμένος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Φυσικά, δεν ήταν ότι δεν ήθελα να περάσω την Κυριακή παρέα με τη Χάρουκα. Θα έπρεπε να πετάω από χαρά γι’αυτή της την πρόσκληση, μια που έτσι θα περνούσα την Κυριακή μόνος μου με το ‘Άστρο της Νύχτας’, κάτι που ήταν σαφώς καλύτερο από το να πλένω ρούχα στο σπίτι. Και η Χάρουκα είναι πανέμορφη, άρα θα έπρεπε να είμαι στον έβδομο ουρανό και μόνο που θα ήμουν μαζί της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο λόγος για την έλλειψη ενθουσιασμού μου ήταν ότι μέχρι σήμερα είχα μόνο κακές αναμνήσεις από την Ακιχαμπάρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Εκείνη η μέρα ήταν η τρίτη φορά στη ζωή μου που βρισκόμουν στην Ακιχαμπάρα. Οι δυο προηγούμενες φορές ήταν μάλλον οδυνηρές εμπειρίες, και λίγα λέω...βέβαια γι’αυτό δεν έφταιγε η Ακιχαμπάρα αλλά ο ηλίθιος που με κουβάλησε εκεί. Όμως οι τραυματικές αναμνήσεις που είχα από τις δυο πρώτες επισκέψεις μου στην Ακιχαμπάρα δεν ήταν δυνατό να φύγουν τόσο εύκολα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Την πρώτη φορά που είχα έρθει εδώ πήγαινα στην πρώτη δημοτικού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τότε είχα δεχτεί την πρόσκληση του Νομπουνάγκα, και άφησα την ασφάλεια του σπιτιού μου για να έρθω σ’αυτό τον πελώριο δρόμο με τη διάθεση να ζήσω την περιπέτεια. Όμως μόλις μια ώρα αργότερα, είχα μετανιώσει πικρά γι’αυτή μου την απόφαση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί χάθηκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ήμουν ολομόναχος μέσα στον πολύβουο, κατάμεστο από ανθρώπους δρόμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο λόγος γι’αυτό ήταν απλούστατα ότι ο τύπος που με είχε φέρει μέχρι εκεί ξέχασε εντελώς την ύπαρξή μου με το που έτρεξε να αγοράσει τα πράγματα που ήθελε. Είχαμε την ίδια ηλικία, όμως αυτός στην Ακιχαμπάρα ένιωθε σαν στο σπίτι του, ενώ εγώ από την άλλη έχασα τελείως τον προσανατολισμό μου μόλις βρέθηκα εκεί (κάτι που μου συμβαίνει αρκετά συχνά), κι έτσι δεν άργησα να χαθώ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κι αφού είχα χαθεί, προφανώς δε μπορούσα να βρω το δρόμο για το σταθμό του τραίνου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μετά από δυο ατέλειωτες ώρες κλαυθμού και οδυρμού, με περιμάζεψε ένας αστυνομικός και με βοήθησε να πάω σπίτι μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η δεύτερη φορά ήταν μετά από λίγα χρόνια, όταν πήγαινα στην έκτη δημοτικού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν και είχα ορκιστεί να μην ξαναπατήσω ποτέ στην Ακιχαμπάρα, για μια ακόμα φορά δέχτηκα την πρόσκληση του φίλου μου. Και για μια ακόμα φορά ο τύπος με παράτησε στα κρύα του λουτρού την ώρα που ψωνίζαμε. Εκείνες οι ώρες είναι μια πολύ σκοτεινή περίοδος της ζωής μου ακόμα και τώρα, παρόλο που εκείνη τη φορά κατάφερα να βρω μόνος μου το δρόμο για το σπίτι μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Και γι’αυτό ακόμα και τώρα έχω ένα αίσθημα φόβου και ανασφάλειας γι’αυτό το δρόμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχαμε συμφωνήσει να συναντηθούμε μπροστά στο σταθμό του τραίνου στην Ακιχαμπάρα. Επειδή ήταν Κυριακή, ο σταθμός ήταν πλημμυρισμένος από κόσμο. Α ναι, η Χάρουκα είχε πει ότι ήταν η πρώτη φορά που πήγαινε στην Ακιχαμπάρα. Ξαφνιάστηκα όταν το άκουσα, αλλά όταν το ξανασκέφτηκα, δεν ήταν και τόσο περίεργο. Στον ένα μήνα της γνωριμίας μας, γνώριζα ήδη καλά ότι η Χάρουκα ήταν μια όμορφη, έξυπνη, καλόκαρδη και ταλαντούχα κόρη πλούσιας και ισχυρής οικογένειας, πράγμα που σήμαινε ότι σαν οτάκου δεν είχε μεγάλη εμπειρία, αλλά μπορούσα να καταλάβω ότι οι δυνατότητες εξέλιξής της στον τομέα αυτό ήταν μεγαλύτερες κι από το Έβερεστ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όπως ήμουν χαμένος στις σκέψεις μου...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Περιμένεις πολλή ώρα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κατά φωνή, όσο εγώ ήμουν απορροφημένος από τις σκέψεις μου, η Χάρουκα είχε ήδη φτάσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Με συγχωρείς, προσπάθησα να είμαι στην ώρα μου...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όχι, δεν άργησες, εγώ ήρθα νωρίς.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αλήθεια έλεγα. Για να είμαι ακριβής, ανυπομονούσα τόσο να περάσω τη μέρα με τη Χάρουκα, που σηκώθηκα από τα άγρια χαράματα. Ήμουν ενθουσιασμένος σαν σχολιαρόπαιδο πριν την εκδρομή του σχολείου. Επειδή ντρεπόμουν λιγάκι γι’αυτό, δεν τόλμησα να το πω στη Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως ακόμα κι έτσι!!!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Μμ...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σήμερα ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα τη Χάρουκα με τα καθημερινά της ρούχα...Πώς να την περιγράψω; Είναι πραγματικά απίστευτα χαριτωμένη. Μια λευκή κορδέλα ήταν δεμένη γύρω από τα μεταξένια μακριά μαλλιά της, και φορούσε ένα λευκό φόρεμα δυτικού τύπου και μια κρεμ ζακετούλα, στ’αλήθεια ήταν η απόλυτη ενσάρκωση μιας κόρης πλούσιας και ισχυρής οικογένειας.  Τα ρούχα αυτά ενίσχυαν τη γοητεία της τουλάχιστον 2.5 φορές περισσότερο συγκριτικά με τις άλλες κόρες πλουσίων οικογενειών (προσωπική μου άποψη αυτό). Κάθε εκατοστό της ύπαρξής της ανέδινε αριστοκρατικότητα.......Αχ! δεν είχα λόγια για την περιγράψω, γι’αυτό ας πούμε απλώς πως ήταν αρκετά χαριτωμένη για να μαγέψει ολόκληρο το γαλαξία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι...Τι συμβαίνει; Θα με κάνεις να ντραπώ αν συνεχίσεις να με κοιτάς έτσι...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α, συγγνώμη.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ανίκανος να αντισταθώ, την κοιτούσα σαν χαμένος. Όμως ο τρόπος που η Χάρουκα ανασήκωσε τις γωνίες των ματιών της και με κοίταξε κοκκινίζοντας ήταν τόσο γλυκός...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όχι, δε μπορώ να συνεχίσω με τις φαντασιώσεις! Φοβάμαι πως θα πάθω καμιά εγκεφαλική βλάβη αν συνεχίσω έτσι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κούνησα βίαια το κεφάλι μου, αποδιώχνοντας όλες τις προηγούμενες σκέψεις μου. Η Χάρουκα από την άλλη, με κοίταξε ανήσυχα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Έχω τίποτα; Είναι η πρώτη φορά που φοράω αυτό το φόρεμα...Μήπως είναι άσχημο;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όχι, και βέβαια όχι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Και βέβαια δεν συνέβαινε τίποτα τέτοιο, το φόρεμα ταίριαζε τέλεια στη Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα μπορεί να μην το είχε αντιληφθεί, αλλά απ’την ώρα που εμφανίστηκε, όλα&lt;br /&gt;
τα μάτια (ιδίως των αντρών) είχαν καρφωθεί πάνω της. Με κάθε ειλικρίνεια, όπου&lt;br /&gt;
κι αν πήγαινε η Χάρουκα, πάντα θα ήταν το κέντρο της προσοχής του κόσμου. Πάντα&lt;br /&gt;
ξεχώριζε, σαν ένας υπέροχος κύκνος μέσα σ’ένα κοπάδι από ασχημόπαπα (εμού&lt;br /&gt;
συμπεριλαμβανομένου).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Πάμε!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α,ναι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Ακούγοντας την πρότασή μου, η Χάρουκα χαμογέλασε ντροπαλά καθώς το φόρεμά της ανέμιζε ελαφρά στον άνεμο. Αυτή η απλή κίνηση έκανε τους πάντες γύρω της να αναστενάξουν με θαυμασμό, γιατί ήταν..........πολύ πολύ πολύ πολύ πολύ πολύ χαριτωμένη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τι τυχερός που είμαι που μπόρεσα να την δω έτσι! Φώναξα από μέσα μου καθώς ξεκινούσα μαζί με τη Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Νομίζω πως πρέπει να εξηγήσω το λόγο για την εξόρμησή μας στην Ακιχαμπάρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όχι, θέλω να πω, προφανώς ήρθαμε για να αγοράσουμε κάτι. Απλώς θα ήθελα να περιγράψω με περισσότερες λεπτομέρειες τι ήταν αυτό που θέλαμε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτή ήταν λίγο πολύ η συζήτηση που είχα με τη Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Να...θέλω να πάρω ένα ασημί Portable Toys Advance.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το ‘Portable Toys Advance’ που ανέφερε η Χάρουκα ήταν μια πολύ δημοφιλής φορητή παιχνιδομηχανή, που για συντομία συνήθως την αποκαλούσαν ‘ΡΤΑ’.  Από όσο ήξερα, το ασημί ΡΤΑ ήταν ένα εξαιρετικά σπάνιο μοντέλο περιορισμένης έκδοσης, κάτι που ακόμα κι ο Νομπουνάγκα θα ήθελε να αποκτήσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τότε καλύτερα να πάμε σε ένα κατάστημα παιχνιδιών, έτσι δεν είναι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Σωστά, νομίζω πως οποιοδήποτε κατάστημα παιχνιδιών ή ηλεκτρονικών θα πρέπει να το έχει. Δεν είμαι και πολύ σίγουρη δηλαδή, απλώς σου λέω τι έγραφε το περιοδικό.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δεν είναι και πολύ αξιόπιστη τελικά...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τότε πάμε να κοιτάξουμε στα καταστήματα ηλεκτρονικών, μια που σχεδόν όλα τα καταστήματα σ’αυτό το δρόμο είναι καταστήματα ηλεκτρονικών...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Εδώ που τα λέμε, πιο δύσκολο θα ήταν να βρούμε ένα κατάστημα σ’αυτό το δρόμο που να μην είναι κατάστημα ηλεκτρονικών.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λοιπόν ας ξεκινήσουμε από το κατάστημα ηλεκτρονικών σ’αυτή τη γωνία, εντάξει;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Και πήγα να μας οδηγήσω προς τη σωστή κατεύθυνση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α, περίμενε μια στιγμή.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η πρότασή μου απορρίφθηκε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...ξέρεις, έχω ετοιμάσει κάτι ειδικά για σήμερα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα ψαχούλεψε για λίγο στην τσάντα της και μετά έβγαλε από μέσα δυο&lt;br /&gt;
κομμάτια χαρτί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...Γιούτο-σαν, αυτό είναι το δικό σου, ελπίζω να σου φανεί χρήσιμο...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Τι είναι αυτό;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Οδηγός για ψώνια.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα χαμογέλασε περήφανα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αχά...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τι στο καλό ήταν αυτό;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αυτός είναι ένας οδηγός που έφτιαξα ειδικά για σήμερα. Έχω υπολογίσει ήδη τα μέρη που θα επισκεφτούμε, τη διαδρομή που θα ακολουθήσουμε, και την αναμενόμενη ώρα άφιξής μας σ’αυτό το χαρτί, οπότε είναι ένας γενικός χάρτης. Έφαγα τρεις ώρες για να φτιάξω αυτό τον οδηγό, χε χε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα γέλασε σεμνότυφα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ώστε ήταν χάρτης τελικά. Ήταν καλή ιδέα να σχεδιάσει από πριν το πρόγραμμά μας, αλλά αφού έριξα μια ματιά στις μπερδεμένες γραμμές που θύμιζαν έντονα πύθωνες που πάλευαν, δεν ήμουν και τόσο σίγουρος ότι θα μπορούσε αυτό το πράγμα να περάσει για χάρτης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Προσπάθησα να μη φανερώσω τις ανησυχίες μου καθώς ανασήκωσα τον οδηγό για να τον δω καλύτερα. Αν και είχα χάσει κάθε ελπίδα σε ό,τι αφορούσε το χάρτη, τα άλλα μέρη φαινόντουσαν σωστά φτιαγμένα, οπότε λογικά δε θα χανόμασταν με βάση τις πληροφορίες που ήταν γραμμένες εκεί. Εφόσον θα μπορούσαμε να φτάσουμε στον προορισμό μας χωρίς πρόβλημα, δε νομίζω να υπήρχε κανένα πρόβλημα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σύμφωνα με το πρόγραμμα του οδηγού, η Χάρουκα είχε βάλει την αγορά του ΡΤΑ (γύρω στις 5 το απόγευμα) σαν την τελευταία δραστηριότητα της ημέρας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιατί έβαλες το πιο σημαντικό πράγμα τελευταίο στο πρόγραμμα; Αν θέλεις στ’αλήθεια να το αγοράσεις, δεν πρέπει να το αναζητήσεις νωρίτερα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχα την εντύπωση ότι ο μέσος Ιάπωνας προσπαθούσε συνήθως να αποκτήσει το αντικείμενο που είχε βάλει στόχο το συντομότερο δυνατό. Ίσως όμως η Χάρουκα να είχε άλλους σκοπούς όταν το έβαλε τελευταίο στο πρόγραμμα, μπορεί να της αρέσει να αφήνει το καλύτερο για το τέλος;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Απαντώντας στην ερώτησή μου, η Χάρουκα μισόκλεισε παιχνιδιάρικα τα μάτια της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αν το πάρουμε στην αρχή της ημέρας, αυτό θα σήμαινε ότι το ταξίδι μας θα έχει τελειώσει. Και είναι κάτι που περίμενα με τόση λαχτάρα...θα είναι κρίμα να τελειώσει έτσι γρήγορα. Κι έπειτα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Κι έπειτα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Κι έπειτα...νομίζω πως είναι καλύτερα να αφήσουμε την πιο σημαντική δραστηριότητα για το τέλος της ημέρας.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Φαίνεται πως η Χάρουκα είναι απ’αυτούς που αφήνουν το καλύτερο μέρος για το τέλος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όπως και να είχε, η αγορά του ΡΤΑ ήταν ο κύριος στόχος της ημέρας. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως πριν απ’τον κύριο στόχο, φαινόταν πως είχαμε αρκετούς δευτερεύοντες στόχους να εκπληρώσουμε. Έτσι οι δυο μας αρχίσαμε τα ψώνια μας στην Ακιχαμπάρα ακολουθώντας το πρόγραμμα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτό το μέρος...είναι όπως πάντα γεμάτο κόσμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όπου και να γυρίζαμε, βλέπαμε πόστερ από άνιμε και βιντεοπαιχνίδια, ακόμα και μερικές διαφημίσεις σε φυσικό μέγεθος. Εδώ ήταν σαν να περνούσες σε άλλη διάσταση, σου έδινε την αίσθηση ενός τελείως διαφορετικού κόσμου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...Θα στρίψουμε αριστερά σ’αυτή τη διασταύρωση, θα προχωρήσουμε ευθεία για λίγο, και μετά θα στρίψουμε δεξιά...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα κοιτούσε το χάρτη καθώς με οδηγούσε μέσα απ’αυτό τον περίεργο καινούριο&lt;br /&gt;
κόσμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
...Μα πώς τον διαβάζει αυτό το χάρτη; Εμένα αυτός ο χάρτης μου θύμιζε όλο και περισσότερο χέλια με στομάχια μπλεγμένα μεταξύ τους, και ασφαλώς χρειαζόταν κάποιου είδους ταλέντο για να μπορέσει κανείς να σχεδιάσει κάτι τέτοιο. Ωστόσο, χρειαζόταν ακόμα μεγαλύτερο ταλέντο για να μπορέσει κανείς να αποκρυπτογραφήσει αυτό το χάρτη...Αν και εγώ προσωπικά δε θα ήθελα ποτέ να έχω ένα τέτοιο ταλέντο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Και αφού στρίψουμε δεξιά εδώ, πρέπει να δούμε ένα άσπρο κτίριο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Χάρη στη Χάρουκα, δε χαθήκαμε και φτάσαμε με ασφάλεια σε καθένα από τους προορισμούς μας, εκπληρώνοντας σύντομα όλους τους δευτερεύοντες στόχους μας(ψώνια σε μαγαζιά άνιμε, αγορά ειδών οτάκου κλπ.). Τώρα πηγαίναμε για τον τέταρτο στόχο μας – ένα βιβλιοπωλείο άνιμε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Καθώς διασχίζαμε τον τεράστιο δρόμο, πέσαμε πάνω σε πολλές μικρές ομάδες ανθρώπων. Υπήρχαν κάπου τριάντα σαράντα άνθρωποι που σχημάτιζαν ουρές έξω από κάποια μαγαζιά. Ίσως να συμμετείχαν σε κάποια εκδήλωση; Μια τόσο ζεστή μέρα, χαρά στο κουράγιο τους. Θα ήθελα να τους κρατήσω τη θέση στην ουρά να πάρουν μια ανάσα για λίγο. Αλλά βέβαια, αυτό δεν ήταν δυνατό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Καθώς τους κοίταζα,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αχ! Αυτό είναι!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα, που στεκόταν δίπλα μου, ξαφνικά έφυγε τρέχοντας. Αχ, όχι πάλι! Στόχος της&lt;br /&gt;
ήταν ακόμα ένα κατάστημα, και μπορούσα μόνο να κοιτάζω σιωπηλά την&lt;br /&gt;
ενθουσιασμένη της σιλουέτα που έτρεχε ολοταχώς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ήταν ήδη η τρίτη φορά που συνέβαινε αυτό, οπότε δεν με ξάφνιαζε πλέον.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αργά αργά κατευθύνθηκα προς τα κει που είχε πάει η Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα είχε κολλήσει ολόκληρη πάνω στη βιτρίνα του μαγαζιού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι όμορφη...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η ματιά της ήταν καρφωμένη σε μια φιγούρα ενός κοκκινομάλικου κοριτσιού που έπαιζε πιάνο (η τιμή του ήταν πανάκριβη, εικοσιπέντε χιλιάδες γεν.......) Το ύφος της ήταν σαν ενός νεαρού που περνάει κάθε μέρα από το οργανοπωλείο για να χαζέψει την αγαπημένη του τρομπέτα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα ορμούσε σαν ταύρος μπροστά στο κόκκινο πανί κάθε φορά που έβλεπε κάτι&lt;br /&gt;
που της άρεσε, αγνοώντας οτιδήποτε συνέβαινε γύρω της. Ακόμα και μένα δίπλα της&lt;br /&gt;
με ξεχνούσε εντελώς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γι’αυτό και αρκετές φορές ήδη είχα βρεθεί σε μια άβολη κατάσταση κατά την οποία κουβαλούσα κάμποσες τσάντες πράγματα αλλά με είχε εγκαταλείψει η συνοδός μου, κάτι που μου έδινε μια αίσθηση κενού και μοναξιάς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί είμαι εδώ; Άρχισα να αναρωτιέμαι το λόγο της ύπαρξής μου εδώ...Όμως όσο περνούσε η ώρα, σιγά σιγά συμφιλιώθηκα μ’αυτό το αίσθημα κενού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δεν είναι ένα είδος ευτυχίας που μπορώ να δω κάτι τόσο χαριτωμένο;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ωστόσο, δε με πείραζε και τόσο η εγκατάλειψή μου από τη Χάρουκα τώρα που έβλεπα πόσο ευτυχισμένη ήταν, κάτι που σίγουρα δε θα έβλεπα ποτέ στο σχολείο. Γιατί και μόνο που έβλεπα ένα τόσο αθώο και χαρούμενο ‘Άστρο της Νύχτας’ ήταν η καλύτερη ανταμοιβή για μένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μετά από ένα τέταρτο, η Χάρουκα ακόμα δεν έδειχνε διατεθειμένη να ξεκολλήσει από τη βιτρίνα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Εμμ...αν σου αρέσει τόσο, γιατί δεν το αγοράζεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν συνεχιστεί αυτό, θα παρεμποδίσουμε τη λειτουργία του καταστήματος. Όμως όταν έκανα αυτή την πρόταση στη Χάρουκα, μου απάντησε με θλιμμένο ύφος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Υπάρχουν τόσα που θέλω να αγοράσω, αλλά...δεν έχω αρκετά χρήματα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χρήματα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ποιος θα το περίμενε ότι η κόρη μιας οικογένειας πιο πλούσιας κι απ’τον αυτοκράτορα θα έλεγε ποτέ κάτι τέτοιο. Κρίνοντας από τον τρόπο ζωής τους, το χαρτζηλίκι της Χάρουκα πρέπει να ήταν τουλάχιστον ένα εκατομμύριο γεν το μήνα, και το δώρο της για την Πρωτοχρονιά τουλάχιστον πέντε εκατομμύρια γεν, σωστά;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όταν τη ρώτησα σχετικά,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ό...όχι, κάθε άλλο!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα κούνησε έντονα αρνητικά το κεφάλι της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Το χαρτζηλίκι μου είναι πολύ μικρό...Με μεγάλη δυσκολία καταφέρνω να βάζω στην άκρη λίγα χρήματα κάθε μήνα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δηλαδή πόσα σου δίνουν το μήνα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ήθελα να μάθω περισσότερα, για να ξέρω για άλλη φορά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Να...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το ποσό που βγήκε από τα χείλη της Χάρουκα παραδόξως δεν διέφερε και πολύ από το δικό μου χαρτζηλίκι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αυτό κι αν είναι έκπληξη...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχα πραγματικά εκπλαγεί. Η μεγαλύτερη κόρη της πλούσιας και ισχυρής οικογένειας Νογκιζάκα να παίρνει περίπου το ίδιο χαρτζηλίκι με το γιο της μικροαστικής οικογένειας Αγιάσε, που δεν ήξερε ούτε το γενεαλογικό της δέντρο πέρα από λίγες γενιές, αυτό ήταν κάτι που θα ξάφνιαζε τον καθένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ο πατέρας μου είναι πολύ αυστηρός...Για σήμερα μόνο, έβγαλα μέχρι και το μονάκριβο χαρτονόμισμά μου των δέκα χιλιάδων γεν από το κουτί με τις οικονομίες μου...ακόμα και το γουρουνάκι μου πήγε να συναντήσει τον Κύριο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γουρουνάκι...Τον κουμπαρά της εννοούσε;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γι’αυτό δεν μπορώ να ξοδέψω τα χρήματά μου ασυλλόγιστα...Δεν πειράζει, χαίρομαι και μόνο που το κοιτάζω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα γέλασε χαρούμενα. Στ’αλήθεια καταφέρνει πάντα να κερδίζει τη στοργή των άλλων και μόνο μ’αυτό. Χάρουκα, σου υπόσχομαι να σ’αφήσω να κοιτάξεις τη βιτρίνα όσο θες (τουλάχιστον μέχρι να έρθουν οι υπάλληλοι να μας διώξουν)!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Και έτσι, μείναμε για άλλα δέκα λεπτά περίπου μπροστά στη βιτρίνα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Σ’ευχαριστώ που με άφησες να ζήσω μια τόσο υπέροχη εμπειρία.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Επιτέλους η Χάρουκα ικανοποιήθηκε. Όμως, πάνω που ετοιμαζόμασταν να ξεκινήσουμε για τον επόμενο προορισμό μας...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αχ!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πάλι κάτι τράβηξε την προσοχή της Χάρουκα, και όρμησε στο πλάι του κεντρικού δρόμου για τέταρτη φορά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτή τη φορά, ο στόχος της ήταν ένα κατάστημα που πουλούσε είδη άνιμε. Ωστόσο δεν μπήκε στο κατάστημα, αλλά πήγε γραμμή σε κάτι ορθογώνια αντικείμενα που ήταν παραταγμένα απέξω. Α! Ήταν αυτόματοι πωλητές που έβγαζαν κάψουλες, σωστά; Πόσες αναμνήσεις, θυμάμαι που πήγαινα όλη την ώρα σε τέτοια μηχανήματα όταν ήμουν στο δημοτικό. Οι κάψουλες περιείχαν πλαστικές φιγούρες με ήρωες άνιμε και ορισμένους μπρατσωμένους υπερήρωες που αγαπούσα, και αν έψαχνα τα παλιά μου πράγματα, σίγουρα θα ξέθαβα αρκετές τέτοιες φιγούρες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αυτά είναι που έλεγες, έτσι δεν είναι; Αν βάλεις ένα κέρμα θα βγει μια κάψουλα...Α! Αυτή δεν είναι η ‘Αδέξια Άκι-τσαν’;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
...Κάπου το είχα ξανακούσει αυτό το όνομα. Το ορθογώνιο κουτί που έδειχνε η Χάρουκα με το δάχτυλό της είχε τη φωτογραφία της φιγούρας ενός γνώριμου κοριτσιού με μπλε μαλλιά που έπαιζε πιάνο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αυτό είναι...πολύ χαριτωμένο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα είχε μια παιδιάστικη έκφραση στα μάτια της. Αισθάνθηκα ότι τα ενδιαφέροντά της μου ήταν όλο και πιο οικεία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιατί δεν το δοκιμάζεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτό ήταν διαφορετικό από αυτό που κοιτούσε μόλις πριν από λίγο, γι’αυτό δε φανταζόμουν να ήταν πρόβλημα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ; Να το δοκιμάσω; Εννοείς να δοκιμάσω αυτό το μηχάνημα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ακριβώς.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...Αλλά...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Την ενθάρρυνα να δοκιμάσει το μηχάνημα, αλλά για κάποιο λόγο που δεν καταλάβαινα, η Χάρουκα δίσταζε πολύ να δεχτεί την πρότασή μου. Α! Λες να μην την ενδιαφέρουν αυτά τα πράγματα;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Απαντώντας στην ερώτησή μου, η Χάρουκα είπε με σιγανή φωνή,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Εμμ...Για να σου πω την αλήθεια, είναι η πρώτη φορά που δοκιμάζω κάτι τέτοιο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Η πρώτη σου φορά;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η πρώτη φορά που έπαιζε με μηχάνημα για κάψουλες;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ναι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα έγνεψε ντροπαλά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Σήμερα είναι η πρώτη φορά που είδα κάτι τέτοιο, και επίσης η πρώτη μου επαφή μαζί του. Χμμ...Πώς να το πω...Αυτή πρέπει να είναι η πρώτη μου εμπειρία, σωστά; Γι’αυτό ανησυχώ λίγο...θα τα καταφέρω άραγε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η λέξη που χρησιμοποίησε δεν ήταν και τόσο λάθος, ωστόσο θα προτιμούσα να σταματήσει να μιλάει για την πρώτη της εμπειρία μεσημεριάτικα με τόσο κόσμο τριγύρω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τ...τι νομίζεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...μάλλον έχεις δίκιο. Πάντως δεν είναι και τίποτα δύσκολο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Απλώς ρίχνεις το κέρμα και γυρίζεις το χερούλι να βγει η κάψουλα. Ακόμα και παιδάκια του νηπιαγωγείου μπορούν να το κάνουν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λες, ε; Τότε να κάνω μια προσπάθεια.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα φάνηκε επιτέλους να το παίρνει απόφαση. Έβγαλε το πορτοφόλι της από την τσάντα της και πλησίασε το μηχάνημα με δέος ανάλογο με ενός μεσόκοπου, άσχετου με την τεχνολογία υπαλλήλου όταν αντικρίζει τον τελευταίο μοντέλο υπολογιστή της εταιρείας πάνω στο γραφείο του. Μάλλον θα χρειαστεί να την παρακολουθώ διακριτικά για λίγο...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α...αχ; Αχ; Περίεργο...τι συμβαίνει;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ξαφνικά, η Χάρουκα πήρε μπερδεμένο ύφος. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι τρέχει;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιούτο-σαν...Είναι χαλασμένο το μηχάνημα; Δεν μπορώ να βάλω χρήματα μέσα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δε φαίνεται χαλασμένο...Άσε με να ρίξω μια ματιά.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πλησίασα για να δω καλύτερα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μόνο όταν πλησίασα είδα ότι η Χάρουκα προσπαθούσε να χώσει ένα χαρτονόμισμα των δέκα χιλιάδων γεν στο άνοιγμα για κέρματα. Χάρουκα, ξεφτέρι μου, δε θα μπορούσες ποτέ να χώσεις ένα χαρτονόμισμα σε άνοιγμα για κέρματα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«;;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Χάρουκα, δε μπορείς να χρησιμοποιήσεις χαρτονομίσματα σ’αυτά τα μηχανήματα, δέχονται μόνο κέρματα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α ναι; Αλήθεια;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Ναι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σε ικετεύω, μην κάνεις τέτοιες ερωτήσεις σαν να μην τρέχει τίποτα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Κατάλαβα, δέχονται μόνο κέρματα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα άνοιξε για άλλη μια φορά το πορτοφόλι της, μόνο και μόνο για να κατσουφιάσει, σαν να έχει το αγαπημένο της φαγητό μπροστά της και να μην μπορεί να το φάει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Δεν έχω κέρματα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Θα σου δανείσω εγώ!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν συνεχίσουμε έτσι, ένας Θεός ξέρει πότε η Χάρουκα θα γυρίσει επιτέλους το χερούλι του μηχανήματος, γι’αυτό της έκανα αυτή την πρόταση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Συγγνώμη για την αναστάτωση.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έβαλα ένα χαρτονόμισμα των χιλίων γεν στο μηχάνημα ανταλλαγής κερμάτων και πήρα σε αντάλλαγμα δέκα κέρματα των εκατό γεν. Καθώς κοίταζα τη μετατροπή του χαρτονομίσματός μου σε κέρματα, είχα την αίσθηση ότι τα χρήματά μου είχαν χαθεί, μια που, στο τέλος τέλος, είμαι ένας συνηθισμένος τσιγκούνης κάτοικος μεγαλούπολης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έλα, πάρτα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ε...Ευχαριστώ.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα πήρε νευρικά ένα κέρμα των εκατό γεν από το χέρι μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Και κάπως έτσι η Χάρουκα ξεκίνησε την πρώτη της εμπειρία με τα μηχανήματα για κάψουλες...Αν και...εγώ είχα ένα προαίσθημα ότι αυτή η πρώτη εμπειρία θα ήταν μάλλον επικίνδυνη γι’αυτήν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Φοβόμουν πως θα εθιστεί στο μηχάνημα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Από προηγούμενες εμπειρίες, ήξερα ότι οποιοσδήποτε χρησιμοποιούσε μηχανήματα για κάψουλες, ήταν εξαιρετικά δύσκολο να σταματήσει από τη στιγμή που είχε διαλέξει ένα στόχο. Αν δεν αποκτούσε το αντικείμενο που είχε βάλει στο μάτι, ο χρήστης του μηχανήματος συχνά δεν κατάφερνε να σταματήσει να παίζει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν ο χρήστης είναι παιδί του δημοτικού, τα πράγματα δεν είναι και τόσο άσχημα, γιατί όσο και να θέλει να συνεχίσει να παίζει, θα αναγκαστεί να σταματήσει όταν του τελειώσουν τα χρήματα. Με άλλα λόγια, τα πορτοφόλια των παιδιών του δημοτικού είναι από μόνα τους περιορισμός. Αν τη στιγμή που ξεμείνει από κέρματα, κάποιος δίπλα στο παιδάκι του δημοτικού κατά σύμπτωση πετύχει τη φιγούρα που ήθελε, το παιδί κατά πάσα πιθανότατα θα βάλει τα κλάματα εκεί επιτόπου. Όμως, αφού περάσει αμέτρητες παρόμοιες δοκιμασίες και βάσανα, το παιδί του δημοτικού τελικά θα μεγαλώσει και θα ωριμάσει...Αλλά για στάσου, νομίζω πως έφυγα απ’το θέμα μας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τέλος πάντων, αυτό που θέλω να πω είναι ότι, αν αυτός που παίζει είναι ένας μαθητής λυκείου με σημαντικά μεγαλύτερο πορτοφόλι, πώς θα εξελιχτεί η κατάσταση;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Και μόνο που σκέφτηκα την πιθανή κατάληξη με έπιασε πονοκέφαλος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν και ευχόμουν με όλη μου την ψυχή να έκανα λάθος στις προβλέψεις μου, η πραγματικότητα είναι ανελέητη...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όπως το περίμενα, για να πετύχει η Χάρουκα το αντικείμενο-στόχο της (την ‘Αδέξια Άκι-τσαν’ που έπαιζε πιάνο), έστειλε τέσσερις Νατσούμε Σοσέκι (χαρτονομίσματα των χιλίων γεν) να συναντήσουν τον Κύριο, ενώ οι άδειες κάψουλες κυλούσαν στο έδαφος γύρω μας σαν βότσαλα στην όχθη ενός ποταμού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
==&#039;&#039;&#039;3&#039;&#039;&#039;==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και μετά ήταν ώρα για μεσημεριανό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σύμφωνα με το πρόγραμμά μας, το μέρος όπου θα τρώγαμε μεσημεριανό ήταν ένα εστιατόριο που λεγόταν ‘Calotte-culotte’.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι είδους εστιατόριο είναι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μπορεί να ήταν οικογενειακό εστιατόριο, αλλά ήταν αδύνατο καταλάβω περισσότερα από το όνομά του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα μου χάρισε ένα μυστηριώδες χαμόγελο, σαν να περίμενε εδώ και πολλή ώρα αυτή την ερώτηση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Είναι ένα καφέ για το οποίο διάβασα σε ένα περιοδικό, ένα μέρος στο οποίο ήθελα να έρθω εδώ και πολύ καιρό. Αυτή είναι η δεύτερη πιο σημαντική δραστηριότητα της μέρας, γι’αυτό να την περιμένεις με ανυπομονησία!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η δεύτερη πιο σημαντική δραστηριότητα της μέρας; Χμμ, τώρα που το ξανακοίταζα, υπήρχε ένα μικρό σύμβολο σε σχήμα λουλουδιού δίπλα στο όνομα του καφέ, που δεν είχα προσέξει πριν (ή είχα υποσυνείδητα διαγράψει από το οπτικό μου πεδίο). Κι ακόμα, ένα ‘τέρας’ ήταν σχεδιασμένο δίπλα στο μεγάλο κατάστημα ηλεκτρονικών που ήταν ο αντικειμενικός σκοπός του ταξιδιού μας. Αυτό το ‘τέρας’ είχε μια γενειάδα μυτερή σαν βελόνα, κοφτερά νύχια και κατακόκκινα μάτια...Μάλλον η Χάρουκα προσπάθησε να ζωγραφίσει μια γάτα, σωστά;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λαλαλα...♪»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα σιγοτραγουδούσε το σκοπό της ‘Προσευχής μιας Νεαρής Παρθένας’ καθώς προχωρούσε χοροπηδώντας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως εγώ δεν μπορούσα να χαλαρώσω. Με είχε κυριεύσει μια ακατανόητη δυσάρεστη αίσθηση, σαν την ξαφνική εμφάνιση σύννεφων βροχής, μαζί με αστραπόβροντα και κεραυνούς μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Φτάσαμε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η φωνή της Χάρουκα με επανέφερε στην πραγματικότητα. Φαίνεται πως είχαμε φτάσει στον προορισμό μας όσο εγώ ήμουν χαμένος στις σκέψεις μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δε φαίνεται να έχει πολύ κόσμο, τέλεια! Πάμε μέσα, Γιούτο-σαν!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η φωνή της Χάρουκα έμοιαζε εξαιρετικά χαρούμενη.&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Eirini kl</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Nogizaka_Haruka_no_Himitsu_(Greek):Volume1_Chapter2&amp;diff=98284</id>
		<title>Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek):Volume1 Chapter2</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Nogizaka_Haruka_no_Himitsu_(Greek):Volume1_Chapter2&amp;diff=98284"/>
		<updated>2011-06-02T16:55:23Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Eirini kl: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;  &lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Κεφάλαιο 2&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
==&#039;&#039;&#039;0&#039;&#039;&#039;==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Ήταν μια καυτή Κυριακή του Μαΐου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στεκόμουν μπροστά από ένα κατάστημα που βρισκόταν στο μεγαλύτερο δρόμο μαγαζιών με ηλεκτρονικά στην Ιαπωνία. &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Κοιτώντας το παράξενο θέαμα μπροστά μου, δεν μπόρεσα να μην αφήσω ένα σιωπηλό αναστεναγμό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Γιατί δε βγήκε ακόμα; Τόση ώρα παίζω...» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα πανέμορφο κορίτσι μουρμούρισε με απογοήτευση στα μάτια της γέρνοντας το κεφαλάκι της στο πλάι. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αυτή η έκφραση δεν ήταν και τόσο παράδοξη, μια και το όμορφο κορίτσι είναι, κατά βάση, άνθρωπος (αν και αρκετοί θα διαφωνούσαν ως προς αυτό), και μοιάζει να βασανίζεται από ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα. Στην πραγματικότητα, το πράγμα δεν ήταν και τόσο περίπλοκο, απλώς...  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Απλώς, η ουσία του προβλήματος είναι.......το αντικείμενο που το όμορφο κορίτσι κρατούσε στο δεξί της χέρι, και το αντικείμενο μπροστά στα μάτια της. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πάλι δεν το πέτυχα...» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα ντελικάτα δάχτυλα κρατούσαν σφιχτά ένα σφαιρικό αντικείμενο κάπου 6 εκ. σε διάμετρο, που είχε βγει από ένα μηχάνημα με κερματοδέκτη. Αυτό και άλλα παρόμοια αντικείμενα έβγαιναν το ένα πίσω από το άλλο εδώ και αρκετή ώρα, από κάτι που ο απλός κόσμος αποκαλεί μηχάνημα με κάψουλες. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι παράξενο...» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κάθε φορά που τσέκαρε το παιχνίδι μέσα στην ωοειδή κάψουλα, η φωνή της Χάρουκα γινόταν όλο και πιο αδύναμη, αλλά παρόλα αυτά, το χέρι που γύριζε συνεχώς το χερούλι του μηχανήματος δεν εννοούσε να σταματήσει. Ποιος θα φανταζόταν ότι είχε τέτοια προδιάθεση για εθισμό στο τζόγο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Άλλη μια φορά...Σίγουρα θα το πετύχω την επόμενη φορά...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τέλος πάντων...Αυτό το πανέμορφο κορίτσι που έριχνε μανιωδώς κέρματα στον κερματοδέκτη του μηχανήματος με κάψουλες λες και εξαρτιόταν η ζωή της απ’αυτό προκαλούσε στους άλλους μια αφόρητη αίσθηση αντιφατικότητας. Όλοι όσοι περνούσαν δίπλα μας άθελά τους γύριζαν να κοιτάξουν το περίεργο θέαμα που παρουσιάζαμε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Χάρουκα...Αρκετά δεν έπαιξες;»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήδη υπήρχαν πάνω από δέκα κάψουλες που κυλούσαν στο έδαφος γύρω της, αλλά η Χάρουκα εξακολούθησε να κουνάει αρνητικά το κεφάλι της. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Μα η Άκι-τσαν που παίζει πιάνο δε βγήκε ακόμα...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με άλλα λόγια, δε θα φύγουμε από δω αν δε βγει η Άκι-τσαν που παίζει πιάνο; Αχ βρε Χάρουκα, μην πέφτεις στην παγίδα των ύπουλων εμπορικών τεχνασμάτων......  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κλανκ κλανκ, ακούστηκε πάλι ο μοχλός. Η Χάρουκα κοίταξε το αντικείμενο μέσα στην κάψουλα και συνοφρυώθηκε έντονα με πένθιμο ύφος.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πάλι δεν το πέτυχα...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν ήξερα πια τι να κάνω και κοιτούσα αβοήθητος τη Χάρουκα να ρίχνει το ένα κέρμα μετά το άλλο στο μηχάνημα, μόνο και μόνο για να αφήνει κάθε φορά ένα αναστεναγμό βαθύ σαν το Ρήγμα Μαριάνα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τι κάνω...Τι κάθομαι και κάνω εδώ!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ούτε εγώ ο ίδιος δεν καταλαβαίνω. Είχα μια τόσο σπάνια ευκαιρία να πάω για ψώνια με τη Χάρουκα, πώς έγινε και καταλήξαμε εδώ; Εκείνη τη στιγμή, ένιωσα μια ακατανίκητη ανάγκη να ξανασκεφτώ την απόφασή μου να ακολουθήσω το νέο δρόμο που ανοίχτηκε στη ζωή μου, που είχα πάρει πριν από ένα μήνα περίπου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πώς βρέθηκα εγώ σ’αυτή την κατάσταση;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θα πρέπει να αρχίσω...από τρεις μέρες πριν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==&#039;&#039;&#039;1&#039;&#039;&#039;==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όταν τέλειωσαν οι διακοπές της Χρυσής Εβδομάδας, όλοι στο σχολείο άρχισαν να ετοιμάζονται με φούρια για τις επερχόμενες εξετάσεις του τριμήνου. Μια μέρα, μετά το σχολείο, η καθηγήτρια μουσικής που ήταν και αναπληρώτρια υπεύθυνη καθηγήτριά μου, με είχε μισοϋποχρεώσει να κάνω το βοηθό της (για την ακρίβεια με έβαλε να καθαρίσω τις τουαλέτες του προσωπικού ολομόναχος). Όταν γύρισα στην τάξη, λαχανιασμένος από την κοπιαστική εργασία, βρήκα ένα σημείωμα στο συρτάρι του θρανίου μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αν έχεις χρόνο μετά το σχολείο, έλα στο δωμάτιο μουσικής, έχω κάτι να σου πω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πώς βρέθηκε αυτό το γράμμα στο συρτάρι μου; Ο γραφικός χαρακτήρας ήταν άψογος, δε θα μου έκανε καμία εντύπωση αν οποιοσδήποτε άλλος το περνούσε για ερωτικό ραβασάκι ή κάτι ανάλογο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχε μόνο ένα ελάττωμα αυτό το γράμμα. Ένα ζώο με μάτια δαίμονα (ήταν ζώο, σωστά;) ήταν ζωγραφισμένο δίπλα στις λέξεις. Αν ένα αθώο παιδί έβλεπε κατά τύχη αυτό το σχέδιο, η ψυχούλα του θα τραυματιζόταν ανεπανόρθωτα και θα καταλάβαινε για πρώτη φορά την απανθρωπιά του κόσμου έξω απ’το καταφύγιο του σπιτιού του. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μια ματιά μου έφτασε για να καταλάβω ποιος ήταν ο συγγραφέας του γράμματος. Μόνο ένα άτομο ήξερα που μπορούσε να φτιάχνει τέτοια σατανικά σκίτσα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έπρεπε να το περιμένω...η Χάρουκα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όπως το φαντάστηκα, η υπογραφή στο γράμμα ήταν ‘Νογκιζάκα Χάρουκα’.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είναι η συμμαθήτριά μου, η πολυτάλαντη κόρη πλούσιας και ισχυρής οικογένειας, αυτή που όλοι φωνάζουν το ‘Άστρο της Νύχτας’, το πιο διάσημο κορίτσι στο σχολείο με τριψήφιο νούμερο μελών στο φαν κλαμπ της. Μπορεί να υπάρχουν κάποιοι στο Λύκειο Χακούτζου που να μην ξέρουν το όνομα του λυκειάρχη τους, αλλά κανείς που δεν ξέρει το όνομα της Χάρουκα Νογκιζάκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί κάποιος τόσο διάσημος όσο αυτή, να καλέσει έναν κοινό θνητό σαν εμένα στο δωμάτιο μουσικής μετά το σχολείο; Επειδή ήξερα ένα μυστικό της...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κοιτάζοντας το ρολόι, είδα ότι ήταν σχεδόν πέντε το απόγευμα, κοντά μιάμισι ώρα μετά το τέλος των μαθημάτων. Αν και δεν είχα κανένα τρόπο να αποφύγω την αγγαρεία που μου φόρτωσαν, φοβόμουν πως η πριγκίπισσά μου μάλλον θα είχε ήδη πάει σπίτι αφού θα περίμενε μάταια τόση ώρα να έρθω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έτρεξα στο δωμάτιο μουσικής. Δεν ήταν ψυχή στους φωτισμένους από το ηλιοβασίλεμα διαδρόμους, και οι μόνοι ήχοι που ακούγονταν ήταν από τις αθλητικές λέσχες που έκαναν προπόνηση κάτω από τα παράθυρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν και ήταν ακόμα Μάιος, έκανε ήδη πολύ ζέστη, τόσο που ακόμα και ένα σύντομο τρέξιμο το απογευματάκι με έκανε να ιδρώνω. Έβγαλα μια πετσέτα από την τσάντα μου και σκούπισα το μέτωπό μου, αποφασίζοντας να πάρω ένα κουτάκι χυμό μάνγκο (περιορισμένη έκδοση ειδικά για το καλοκαίρι) από τους αυτόματους πωλητές αναψυκτικών. Πουφ, τι ζέστη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όταν έφτασα στην πόρτα του δωμάτιου μουσικής, μπορούσα να ακούσω ομιλίες εκτός από τον ήχο του πιάνου. Φαινόταν να είναι κόσμος μαζεμένος στο δωμάτιο μουσικής. Μη μου πεις ότι είναι κι άλλοι εδώ εκτός από τη Χάρουκα; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έσπρωξα τη χοντρή, μονωμένη πόρτα. Από την άλλη μεριά της πόρτας ήταν...ο απαγορευμένος κήπος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο πρώτος άνθρωπος που αντίκρυσα ήταν η Χάρουκα. Φυσικό ήταν, αφού αυτή ήταν που&lt;br /&gt;
με κάλεσε. Θα ήταν πρόβλημα αν δεν την έβλεπα εκεί. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως...γιατί υπήρχαν τόσα κορίτσια γύρω από τη Χάρουκα;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχαν περικυκλώσει τελείως τη Χάρουκα που έπαιζε πιάνο. Με μια πρώτη ματιά, υπήρχαν πάνω από δέκα κορίτσια από όλες τις τάξεις, από την πρώτη ως την τρίτη λυκείου. Λες να ζήλευαν τη δημοτικότητα του ‘Άστρου της Νύχτας’; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
...Μπα, αδύνατον, κανείς ποτέ δε ζηλεύει τη Χάρουκα. Κρίνοντας από τις εκφράσεις στα πρόσωπά τους καθώς κοίταζαν τα ντελικάτα δάχτυλα της Χάρουκα να χορεύουν πάνω στα πλήκτρα του πιάνου, προφανώς ξεχείλιζαν από θαυμασμό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έτσι έμενε μόνο μια απάντηση. Η Χάρουκα Νογκιζάκα, το ‘Άστρο της Νύχτας’, ήταν εξίσου δημοφιλής με τα κορίτσια όπως ήταν και με τα αγόρια. Με άλλα λόγια, στα μάτια των άλλων κοριτσιών, η Χάρουκα είχε απίστευτη επιρροή. Τόσο που απλώς παίζοντας πιάνο στο δωμάτιο μουσικής μάζευε κόσμο γύρω της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Στο τέλος του κομματιού, όλα τα κορίτσια χειροκρότησαν με ενθουσιασμό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χάρουκα-σενπάι, αυτό ήταν πολύ ωραίο κομμάτι, πως λέγεται;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αυτό ήταν το ‘Jeux d’eau’ (παιχνίδια του νερού), του Γάλλου συνθέτη Μωρίς Ραβέλ.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ουάου, μπορούσες να νιώσεις στ’αλήθεια το κυμάτισμα του νερού! Εγώ καταγοητεύτηκα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Πραγματικά μου έδωσε την αίσθηση ενός κελαρυστού ρυακιού.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τα κορίτσια αντάλλασσαν συνεπαρμένα τις απόψεις τους πάνω στο κομμάτι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Χμμ...Ώστε αυτός είναι ο κόσμος των κοριτσιών! Ένα λιβάδι με κρίνους ήταν το σκηνικό αυτού του κόσμου, που σε τραβούσε σαν μαγνήτης. Εκείνη τη στιγμή, τα κορίτσια ήταν απασχολημένα να θαυμάζουν τη Χάρουκα, κι αυτή ήταν απασχολημένη να απαντάει στις ερωτήσεις τους, κι έτσι κανείς δεν είχε προσέξει πως είχα μπει στο δωμάτιο...Κάτι που με έκανε να νιώθω παραγκωνισμένος και ασήμαντος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δεν είχα άλλη επιλογή από του να ανακοινώσω την παρουσία μου στο δωμάτιο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έι, Χάρουκα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Της έγνεψα από τη γωνιά του δωματίου. Όπως το περίμενα...τα λόγια μου άλλαξαν μεμιάς την ατμόσφαιρα στο δωμάτιο, αν και δεν ήταν αυτή η πρόθεσή μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Ποιος είναι αυτός;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Φώναξε τη Χάρουκα-σενπάι με το μικρό της, τι σχέσεις έχουν;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ο Αγιάσε είναι, από την τάξη 1...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πάνω από δέκα δολοφονικές ματιές καρφώθηκαν ταυτόχρονα πάνω μου. Μ...μήπως έκανα κάτι που δεν έπρεπε;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κρύος ιδρώτας με έλουσε, και άθελά μου έκανα ένα βήμα πίσω. Εκείνη τη στιγμή, η Χάρουκα πρόσεξε επιτέλους την παρουσία μου και μου χαμογέλασε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α, Γιούτο-σαν, ήρθες, συγγνώμη που σε έκανα να περιμένεις!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Η Χάρουκα-σενπάι τον φώναξε με το μικρό του...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Η Χάρουκα-σενπάι μοιάζει πολύ χαρούμενη...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ποιος νομίζει πως είναι για να κάνει κάτι τέτοιο!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Οι διαπεραστικές ματιές των κοριτσιών έγιναν ακόμα πιο κοφτερές, και ένιωσα σαν να με έβαλαν να γονατίσω στο χαλί από βελόνες από το ‘Θρύλο του Βασιλιά Αρθούρου’ με ένα βράχο στα γόνατά μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λυπάμαι πολύ, αλλά είχαμε κανονίσει να συναντηθούμε. Θα σταματήσουμε εδώ για σήμερα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα έκλινε απολογητικά το κεφάλι της καθώς τα κορίτσια εξέφραζαν τις αντιρρήσεις&lt;br /&gt;
τους με φωνές του τύπου ‘Όχι!’, ‘Θέλουμε να ακούσουμε κι άλλο τη σενπάι να&lt;br /&gt;
παίζει πιάνο’. Παρόλα αυτά, έφυγαν από το δωμάτιο μουσικής, μην τολμώντας να&lt;br /&gt;
αντιταχθούν στην απόφαση της Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Καθώς περνούσαν από δίπλα μου, κάποιες μου έριχναν φαρμακερά βλέμματα, κι άλλες πάλι εκτόξευαν χαμηλόφωνα μια ποικιλία θανάσιμων απειλών που ξεκινούσαν από ‘Έτσι και κάνεις τίποτα περίεργο στη Χάρουκα-σενπάι, θα σε μαχαιρώσω!», και έφταναν μέχρι ‘Να προσέχεις όταν περπατάς μόνος σου το βράδυ!’ ή και μέχρι πολύ ακραίες όπως ‘Έχε το νου σου για κανένα αδέσποτο σωλήνα με βιτριόλι!’&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Τι ήθελες να μου πεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αφού βεβαιώθηκα ότι οι Ερινύες, τα κορίτσια ήθελα να πω, είχαν όντως φύγει από το δωμάτιο (θα ήταν πολύ επικίνδυνα τα πράγματα αν δεν είχαν φύγει), μπήκα στο θέμα για το οποίο είχα έρθει ως εκεί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα χαμήλωσε το κεφάλι της και με ρώτησε ντροπαλά,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιούτο-σαν...Είσαι ελεύθερος αυτή την Κυριακή;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Την Κυριακή; Ναι, δεν έχω κανονίσει τίποτα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν και αναρωτιόμουν γιατί με ρώτησε κάτι τέτοιο η Χάρουκα, προφανώς δε μπορούσα να της πω ότι είχα να κάνω τη μπουγάδα της βλαμμένης της αδερφής μου τις Κυριακές (και γενικά τις δουλειές του νοικοκυριού). Εν τω μεταξύ, η Χάρουκα πήρε πολύ ευτυχισμένο ύφος μόλις άκουσε την απάντησή μου, και μετά μου έκανε ανήσυχα άλλη μια ερώτηση...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τ...Τότε, θα μπορούσες να βγεις μαζί μου;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Εκείνη τη στιγμή, το μυαλό μου άδειασε τελείως καθώς προσπαθούσα απεγνωσμένα να επεξεργαστώ το νόημα πίσω από τα λόγια της Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γκαχ...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτή η αναπάντεχη πρόταση είχε κυριολεκτικά βραχυκυκλώσει το μυαλό μου. Μη μου πεις πως αυτό ήταν...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ραντεβού;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα μόλις μου ζήτησε να βγούμε ραντεβού;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Όχι όχι όχι, δεν είναι αυτό, όχι ραντεβού...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα έγνεψε έντονα αρνητικά, κατακόκκινη σαν αστακός. Βλέποντας πόσο πεισματικά αρνιόταν ότι επρόκειτο για ραντεβού...ένιωσα ένα τσίμπημα απογοήτευσης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δεν είναι ραντεβού, απλώς ήθελα να αγοράσω κάτι και θα ήθελα να έρθεις μαζί μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μου εξήγησε η κατακόκκινη Χάρουκα. Αν και έχουμε εξαιρετικά καλές σχέσεις εδώ και ένα μήνα, δεν υπήρχε περίπτωση να μου ζητήσει το ‘Άστρο της Νύχτας’ να βγούμε ραντεβού. Αλλά...από την άλλη, οι περισσότεροι κάτι τέτοιο (να πάνε δυο άνθρωποι για ψώνια μαζί) δε θα το θεωρούσαν ραντεβού;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λοιπόν...Λοιπόν τι λες; Φυ...φυσικά αν δε θέλεις, δεν έχεις καμία υποχρέωση να...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όχι, εντάξει είμαι, θα έρθω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Απάντησα πιο γρήγορα κι από την ταχύτητα του φωτός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όποιος τολμούσε να αρνηθεί μια πρόσκληση από τη Χάρουκα θα του άξιζε να τον φάνε χίλιοι δαίμονες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αλήθεια;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ξαφνικά η Χάρουκα άστραψε από χαρά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Σε...σ’ευχαριστώ. Επειδή είναι η πρώτη φορά που θα πάω εκεί, δε θα ένιωθα καθόλου ασφαλής μόνη μου...Αναρωτιόμουν τι θα έκανα αν αρνιόσουν, Γιούτο-σαν.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Χμμ, για κάποιο λόγο θα δεχόμουν με μεγάλη μου χαρά. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι πετούσα στα σύννεφα από τη χαρά μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όταν λες για ψώνια, εννοείς...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όταν έκανα αυτή την κρίσιμη ερώτηση, μου απάντησε με ένα τόσο ωραίο χαμόγελο που θα έκανε κάθε έφηβο αγόρι στο δρόμο να ερωτευτεί το ‘Άστρο της Νύχτας’.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ναι, στην Ακιχαμπάρα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Εντάξει...Τα καταλάβαινα όλα τώρα. Αυτό είναι το μυστικό της Χάρουκα Νογκιζάκα. Ο παράξενος δεσμός που την ενώνει μαζί μου, η αναπάντεχη πλευρά του ‘Άστρου της Νύχτας’ που δε γνωρίζει κανείς εκτός από μένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πώς να το κάνουμε...η Χάρουκα Νογκιζάκα...είναι οτάκου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==&#039;&#039;&#039;2&#039;&#039;&#039;==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κι έτσι ήταν που αποφάσισα πώς θα περνούσα εκείνη την Κυριακή μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Για να είμαι ειλικρινής, δεν ήμουν και τόσο ενθουσιασμένος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Φυσικά, δεν ήταν ότι δεν ήθελα να περάσω την Κυριακή παρέα με τη Χάρουκα. Θα έπρεπε να πετάω από χαρά γι’αυτή της την πρόσκληση, μια που έτσι θα περνούσα την Κυριακή μόνος μου με το ‘Άστρο της Νύχτας’, κάτι που ήταν σαφώς καλύτερο από το να πλένω ρούχα στο σπίτι. Και η Χάρουκα είναι πανέμορφη, άρα θα έπρεπε να είμαι στον έβδομο ουρανό και μόνο που θα ήμουν μαζί της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο λόγος για την έλλειψη ενθουσιασμού μου ήταν ότι μέχρι σήμερα είχα μόνο κακές αναμνήσεις από την Ακιχαμπάρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Εκείνη η μέρα ήταν η τρίτη φορά στη ζωή μου που βρισκόμουν στην Ακιχαμπάρα. Οι δυο προηγούμενες φορές ήταν μάλλον οδυνηρές εμπειρίες, και λίγα λέω...βέβαια γι’αυτό δεν έφταιγε η Ακιχαμπάρα αλλά ο ηλίθιος που με κουβάλησε εκεί. Όμως οι τραυματικές αναμνήσεις που είχα από τις δυο πρώτες επισκέψεις μου στην Ακιχαμπάρα δεν ήταν δυνατό να φύγουν τόσο εύκολα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Την πρώτη φορά που είχα έρθει εδώ πήγαινα στην πρώτη δημοτικού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τότε είχα δεχτεί την πρόσκληση του Νομπουνάγκα, και άφησα την ασφάλεια του σπιτιού μου για να έρθω σ’αυτό τον πελώριο δρόμο με τη διάθεση να ζήσω την περιπέτεια. Όμως μόλις μια ώρα αργότερα, είχα μετανιώσει πικρά γι’αυτή μου την απόφαση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί χάθηκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ήμουν ολομόναχος μέσα στον πολύβουο, κατάμεστο από ανθρώπους δρόμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο λόγος γι’αυτό ήταν απλούστατα ότι ο τύπος που με είχε φέρει μέχρι εκεί ξέχασε εντελώς την ύπαρξή μου με το που έτρεξε να αγοράσει τα πράγματα που ήθελε. Είχαμε την ίδια ηλικία, όμως αυτός στην Ακιχαμπάρα ένιωθε σαν στο σπίτι του, ενώ εγώ από την άλλη έχασα τελείως τον προσανατολισμό μου μόλις βρέθηκα εκεί (κάτι που μου συμβαίνει αρκετά συχνά), κι έτσι δεν άργησα να χαθώ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κι αφού είχα χαθεί, προφανώς δε μπορούσα να βρω το δρόμο για το σταθμό του τραίνου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μετά από δυο ατέλειωτες ώρες κλαυθμού και οδυρμού, με περιμάζεψε ένας αστυνομικός και με βοήθησε να πάω σπίτι μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η δεύτερη φορά ήταν μετά από λίγα χρόνια, όταν πήγαινα στην έκτη δημοτικού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν και είχα ορκιστεί να μην ξαναπατήσω ποτέ στην Ακιχαμπάρα, για μια ακόμα φορά δέχτηκα την πρόσκληση του φίλου μου. Και για μια ακόμα φορά ο τύπος με παράτησε στα κρύα του λουτρού την ώρα που ψωνίζαμε. Εκείνες οι ώρες είναι μια πολύ σκοτεινή περίοδος της ζωής μου ακόμα και τώρα, παρόλο που εκείνη τη φορά κατάφερα να βρω μόνος μου το δρόμο για το σπίτι μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Και γι’αυτό ακόμα και τώρα έχω ένα αίσθημα φόβου και ανασφάλειας γι’αυτό το δρόμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχαμε συμφωνήσει να συναντηθούμε μπροστά στο σταθμό του τραίνου στην Ακιχαμπάρα. Επειδή ήταν Κυριακή, ο σταθμός ήταν πλημμυρισμένος από κόσμο. Α ναι, η Χάρουκα είχε πει ότι ήταν η πρώτη φορά που πήγαινε στην Ακιχαμπάρα. Ξαφνιάστηκα όταν το άκουσα, αλλά όταν το ξανασκέφτηκα, δεν ήταν και τόσο περίεργο. Στον ένα μήνα της γνωριμίας μας, γνώριζα ήδη καλά ότι η Χάρουκα ήταν μια όμορφη, έξυπνη, καλόκαρδη και ταλαντούχα κόρη πλούσιας και ισχυρής οικογένειας, πράγμα που σήμαινε ότι σαν οτάκου δεν είχε μεγάλη εμπειρία, αλλά μπορούσα να καταλάβω ότι οι δυνατότητες εξέλιξής της στον τομέα αυτό ήταν μεγαλύτερες κι από το Έβερεστ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όπως ήμουν χαμένος στις σκέψεις μου...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Περιμένεις πολλή ώρα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κατά φωνή, όσο εγώ ήμουν απορροφημένος από τις σκέψεις μου, η Χάρουκα είχε ήδη φτάσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Με συγχωρείς, προσπάθησα να είμαι στην ώρα μου...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όχι, δεν άργησες, εγώ ήρθα νωρίς.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αλήθεια έλεγα. Για να είμαι ακριβής, ανυπομονούσα τόσο να περάσω τη μέρα με τη Χάρουκα, που σηκώθηκα από τα άγρια χαράματα. Ήμουν ενθουσιασμένος σαν σχολιαρόπαιδο πριν την εκδρομή του σχολείου. Επειδή ντρεπόμουν λιγάκι γι’αυτό, δεν τόλμησα να το πω στη Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως ακόμα κι έτσι!!!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Μμ...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σήμερα ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα τη Χάρουκα με τα καθημερινά της ρούχα...Πώς να την περιγράψω; Είναι πραγματικά απίστευτα χαριτωμένη. Μια λευκή κορδέλα ήταν δεμένη γύρω από τα μεταξένια μακριά μαλλιά της, και φορούσε ένα λευκό φόρεμα δυτικού τύπου και μια κρεμ ζακετούλα, στ’αλήθεια ήταν η απόλυτη ενσάρκωση μιας κόρης πλούσιας και ισχυρής οικογένειας.  Τα ρούχα αυτά ενίσχυαν τη γοητεία της τουλάχιστον 2.5 φορές περισσότερο συγκριτικά με τις άλλες κόρες πλουσίων οικογενειών (προσωπική μου άποψη αυτό). Κάθε εκατοστό της ύπαρξής της ανέδινε αριστοκρατικότητα.......Αχ! δεν είχα λόγια για την περιγράψω, γι’αυτό ας πούμε απλώς πως ήταν αρκετά χαριτωμένη για να μαγέψει ολόκληρο το γαλαξία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι...Τι συμβαίνει; Θα με κάνεις να ντραπώ αν συνεχίσεις να με κοιτάς έτσι...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α, συγγνώμη.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ανίκανος να αντισταθώ, την κοιτούσα σαν χαμένος. Όμως ο τρόπος που η Χάρουκα ανασήκωσε τις γωνίες των ματιών της και με κοίταξε κοκκινίζοντας ήταν τόσο γλυκός...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όχι, δε μπορώ να συνεχίσω με τις φαντασιώσεις! Φοβάμαι πως θα πάθω καμιά εγκεφαλική βλάβη αν συνεχίσω έτσι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κούνησα βίαια το κεφάλι μου, αποδιώχνοντας όλες τις προηγούμενες σκέψεις μου. Η Χάρουκα από την άλλη, με κοίταξε ανήσυχα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Έχω τίποτα; Είναι η πρώτη φορά που φοράω αυτό το φόρεμα...Μήπως είναι άσχημο;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όχι, και βέβαια όχι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Και βέβαια δεν συνέβαινε τίποτα τέτοιο, το φόρεμα ταίριαζε τέλεια στη Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα μπορεί να μην το είχε αντιληφθεί, αλλά απ’την ώρα που εμφανίστηκε, όλα&lt;br /&gt;
τα μάτια (ιδίως των αντρών) είχαν καρφωθεί πάνω της. Με κάθε ειλικρίνεια, όπου&lt;br /&gt;
κι αν πήγαινε η Χάρουκα, πάντα θα ήταν το κέντρο της προσοχής του κόσμου. Πάντα&lt;br /&gt;
ξεχώριζε, σαν ένας υπέροχος κύκνος μέσα σ’ένα κοπάδι από ασχημόπαπα (εμού&lt;br /&gt;
συμπεριλαμβανομένου).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Πάμε!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α,ναι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Ακούγοντας την πρότασή μου, η Χάρουκα χαμογέλασε ντροπαλά καθώς το φόρεμά της ανέμιζε ελαφρά στον άνεμο. Αυτή η απλή κίνηση έκανε τους πάντες γύρω της να αναστενάξουν με θαυμασμό, γιατί ήταν..........πολύ πολύ πολύ πολύ πολύ πολύ χαριτωμένη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τι τυχερός που είμαι που μπόρεσα να την δω έτσι! Φώναξα από μέσα μου καθώς ξεκινούσα μαζί με τη Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Νομίζω πως πρέπει να εξηγήσω το λόγο για την εξόρμησή μας στην Ακιχαμπάρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όχι, θέλω να πω, προφανώς ήρθαμε για να αγοράσουμε κάτι. Απλώς θα ήθελα να περιγράψω με περισσότερες λεπτομέρειες τι ήταν αυτό που θέλαμε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτή ήταν λίγο πολύ η συζήτηση που είχα με τη Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Να...θέλω να πάρω ένα ασημί Portable Toys Advance.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το ‘Portable Toys Advance’ που ανέφερε η Χάρουκα ήταν μια πολύ δημοφιλής φορητή παιχνιδομηχανή, που για συντομία συνήθως την αποκαλούσαν ‘ΡΤΑ’.  Από όσο ήξερα, το ασημί ΡΤΑ ήταν ένα εξαιρετικά σπάνιο μοντέλο περιορισμένης έκδοσης, κάτι που ακόμα κι ο Νομπουνάγκα θα ήθελε να αποκτήσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τότε καλύτερα να πάμε σε ένα κατάστημα παιχνιδιών, έτσι δεν είναι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Σωστά, νομίζω πως οποιοδήποτε κατάστημα παιχνιδιών ή ηλεκτρονικών θα πρέπει να το έχει. Δεν είμαι και πολύ σίγουρη δηλαδή, απλώς σου λέω τι έγραφε το περιοδικό.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δεν είναι και πολύ αξιόπιστη τελικά...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τότε πάμε να κοιτάξουμε στα καταστήματα ηλεκτρονικών, μια που σχεδόν όλα τα καταστήματα σ’αυτό το δρόμο είναι καταστήματα ηλεκτρονικών...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Εδώ που τα λέμε, πιο δύσκολο θα ήταν να βρούμε ένα κατάστημα σ’αυτό το δρόμο που να μην είναι κατάστημα ηλεκτρονικών.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λοιπόν ας ξεκινήσουμε από το κατάστημα ηλεκτρονικών σ’αυτή τη γωνία, εντάξει;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Και πήγα να μας οδηγήσω προς τη σωστή κατεύθυνση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α, περίμενε μια στιγμή.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η πρότασή μου απορρίφθηκε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...ξέρεις, έχω ετοιμάσει κάτι ειδικά για σήμερα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα ψαχούλεψε για λίγο στην τσάντα της και μετά έβγαλε από μέσα δυο&lt;br /&gt;
κομμάτια χαρτί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...Γιούτο-σαν, αυτό είναι το δικό σου, ελπίζω να σου φανεί χρήσιμο...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Τι είναι αυτό;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Οδηγός για ψώνια.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα χαμογέλασε περήφανα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αχά...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τι στο καλό ήταν αυτό;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αυτός είναι ένας οδηγός που έφτιαξα ειδικά για σήμερα. Έχω υπολογίσει ήδη τα μέρη που θα επισκεφτούμε, τη διαδρομή που θα ακολουθήσουμε, και την αναμενόμενη ώρα άφιξής μας σ’αυτό το χαρτί, οπότε είναι ένας γενικός χάρτης. Έφαγα τρεις ώρες για να φτιάξω αυτό τον οδηγό, χε χε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα γέλασε σεμνότυφα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ώστε ήταν χάρτης τελικά. Ήταν καλή ιδέα να σχεδιάσει από πριν το πρόγραμμά μας, αλλά αφού έριξα μια ματιά στις μπερδεμένες γραμμές που θύμιζαν έντονα πύθωνες που πάλευαν, δεν ήμουν και τόσο σίγουρος ότι θα μπορούσε αυτό το πράγμα να περάσει για χάρτης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Προσπάθησα να μη φανερώσω τις ανησυχίες μου καθώς ανασήκωσα τον οδηγό για να τον δω καλύτερα. Αν και είχα χάσει κάθε ελπίδα σε ό,τι αφορούσε το χάρτη, τα άλλα μέρη φαινόντουσαν σωστά φτιαγμένα, οπότε λογικά δε θα χανόμασταν με βάση τις πληροφορίες που ήταν γραμμένες εκεί. Εφόσον θα μπορούσαμε να φτάσουμε στον προορισμό μας χωρίς πρόβλημα, δε νομίζω να υπήρχε κανένα πρόβλημα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σύμφωνα με το πρόγραμμα του οδηγού, η Χάρουκα είχε βάλει την αγορά του ΡΤΑ (γύρω στις 5 το απόγευμα) σαν την τελευταία δραστηριότητα της ημέρας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιατί έβαλες το πιο σημαντικό πράγμα τελευταίο στο πρόγραμμα; Αν θέλεις στ’αλήθεια να το αγοράσεις, δεν πρέπει να το αναζητήσεις νωρίτερα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχα την εντύπωση ότι ο μέσος Ιάπωνας προσπαθούσε συνήθως να αποκτήσει το αντικείμενο που είχε βάλει στόχο το συντομότερο δυνατό. Ίσως όμως η Χάρουκα να είχε άλλους σκοπούς όταν το έβαλε τελευταίο στο πρόγραμμα, μπορεί να της αρέσει να αφήνει το καλύτερο για το τέλος;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Απαντώντας στην ερώτησή μου, η Χάρουκα μισόκλεισε παιχνιδιάρικα τα μάτια της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αν το πάρουμε στην αρχή της ημέρας, αυτό θα σήμαινε ότι το ταξίδι μας θα έχει τελειώσει. Και είναι κάτι που περίμενα με τόση λαχτάρα...θα είναι κρίμα να τελειώσει έτσι γρήγορα. Κι έπειτα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Κι έπειτα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Κι έπειτα...νομίζω πως είναι καλύτερα να αφήσουμε την πιο σημαντική δραστηριότητα για το τέλος της ημέρας.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Φαίνεται πως η Χάρουκα είναι απ’αυτούς που αφήνουν το καλύτερο μέρος για το τέλος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όπως και να είχε, η αγορά του ΡΤΑ ήταν ο κύριος στόχος της ημέρας. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως πριν απ’τον κύριο στόχο, φαινόταν πως είχαμε αρκετούς δευτερεύοντες στόχους να εκπληρώσουμε. Έτσι οι δυο μας αρχίσαμε τα ψώνια μας στην Ακιχαμπάρα ακολουθώντας το πρόγραμμα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτό το μέρος...είναι όπως πάντα γεμάτο κόσμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όπου και να γυρίζαμε, βλέπαμε πόστερ από άνιμε και βιντεοπαιχνίδια, ακόμα και μερικές διαφημίσεις σε φυσικό μέγεθος. Εδώ ήταν σαν να περνούσες σε άλλη διάσταση, σου έδινε την αίσθηση ενός τελείως διαφορετικού κόσμου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...Θα στρίψουμε αριστερά σ’αυτή τη διασταύρωση, θα προχωρήσουμε ευθεία για λίγο, και μετά θα στρίψουμε δεξιά...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα κοιτούσε το χάρτη καθώς με οδηγούσε μέσα απ’αυτό τον περίεργο καινούριο&lt;br /&gt;
κόσμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
...Μα πώς τον διαβάζει αυτό το χάρτη; Εμένα αυτός ο χάρτης μου θύμιζε όλο και περισσότερο χέλια με στομάχια μπλεγμένα μεταξύ τους, και ασφαλώς χρειαζόταν κάποιου είδους ταλέντο για να μπορέσει κανείς να σχεδιάσει κάτι τέτοιο. Ωστόσο, χρειαζόταν ακόμα μεγαλύτερο ταλέντο για να μπορέσει κανείς να αποκρυπτογραφήσει αυτό το χάρτη...Αν και εγώ προσωπικά δε θα ήθελα ποτέ να έχω ένα τέτοιο ταλέντο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Και αφού στρίψουμε δεξιά εδώ, πρέπει να δούμε ένα άσπρο κτίριο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Χάρη στη Χάρουκα, δε χαθήκαμε και φτάσαμε με ασφάλεια σε καθένα από τους προορισμούς μας, εκπληρώνοντας σύντομα όλους τους δευτερεύοντες στόχους μας(ψώνια σε μαγαζιά άνιμε, αγορά ειδών οτάκου κλπ.). Τώρα πηγαίναμε για τον τέταρτο στόχο μας – ένα βιβλιοπωλείο άνιμε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Καθώς διασχίζαμε τον τεράστιο δρόμο, πέσαμε πάνω σε πολλές μικρές ομάδες ανθρώπων. Υπήρχαν κάπου τριάντα σαράντα άνθρωποι που σχημάτιζαν ουρές έξω από κάποια μαγαζιά. Ίσως να συμμετείχαν σε κάποια εκδήλωση; Μια τόσο ζεστή μέρα, χαρά στο κουράγιο τους. Θα ήθελα να τους κρατήσω τη θέση στην ουρά να πάρουν μια ανάσα για λίγο. Αλλά βέβαια, αυτό δεν ήταν δυνατό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Καθώς τους κοίταζα,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αχ! Αυτό είναι!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα, που στεκόταν δίπλα μου, ξαφνικά έφυγε τρέχοντας. Αχ, όχι πάλι! Στόχος της&lt;br /&gt;
ήταν ακόμα ένα κατάστημα, και μπορούσα μόνο να κοιτάζω σιωπηλά την&lt;br /&gt;
ενθουσιασμένη της σιλουέτα που έτρεχε ολοταχώς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ήταν ήδη η τρίτη φορά που συνέβαινε αυτό, οπότε δεν με ξάφνιαζε πλέον.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αργά αργά κατευθύνθηκα προς τα κει που είχε πάει η Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα είχε κολλήσει ολόκληρη πάνω στη βιτρίνα του μαγαζιού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι όμορφη...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η ματιά της ήταν καρφωμένη σε μια φιγούρα ενός κοκκινομάλικου κοριτσιού που έπαιζε πιάνο (η τιμή του ήταν πανάκριβη, εικοσιπέντε χιλιάδες γεν.......) Το ύφος της ήταν σαν ενός νεαρού που περνάει κάθε μέρα από το οργανοπωλείο για να χαζέψει την αγαπημένη του τρομπέτα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα ορμούσε σαν ταύρος μπροστά στο κόκκινο πανί κάθε φορά που έβλεπε κάτι&lt;br /&gt;
που της άρεσε, αγνοώντας οτιδήποτε συνέβαινε γύρω της. Ακόμα και μένα δίπλα της&lt;br /&gt;
με ξεχνούσε εντελώς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γι’αυτό και αρκετές φορές ήδη είχα βρεθεί σε μια άβολη κατάσταση κατά την οποία κουβαλούσα κάμποσες τσάντες πράγματα αλλά με είχε εγκαταλείψει η συνοδός μου, κάτι που μου έδινε μια αίσθηση κενού και μοναξιάς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί είμαι εδώ; Άρχισα να αναρωτιέμαι το λόγο της ύπαρξής μου εδώ...Όμως όσο περνούσε η ώρα, σιγά σιγά συμφιλιώθηκα μ’αυτό το αίσθημα κενού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δεν είναι ένα είδος ευτυχίας που μπορώ να δω κάτι τόσο χαριτωμένο;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ωστόσο, δε με πείραζε και τόσο η εγκατάλειψή μου από τη Χάρουκα τώρα που έβλεπα πόσο ευτυχισμένη ήταν, κάτι που σίγουρα δε θα έβλεπα ποτέ στο σχολείο. Γιατί και μόνο που έβλεπα ένα τόσο αθώο και χαρούμενο ‘Άστρο της Νύχτας’ ήταν η καλύτερη ανταμοιβή για μένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μετά από ένα τέταρτο, η Χάρουκα ακόμα δεν έδειχνε διατεθειμένη να ξεκολλήσει από τη βιτρίνα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Εμμ...αν σου αρέσει τόσο, γιατί δεν το αγοράζεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν συνεχιστεί αυτό, θα παρεμποδίσουμε τη λειτουργία του καταστήματος. Όμως όταν έκανα αυτή την πρόταση στη Χάρουκα, μου απάντησε με θλιμμένο ύφος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Υπάρχουν τόσα που θέλω να αγοράσω, αλλά...δεν έχω αρκετά χρήματα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χρήματα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ποιος θα το περίμενε ότι η κόρη μιας οικογένειας πιο πλούσιας κι απ’τον αυτοκράτορα θα έλεγε ποτέ κάτι τέτοιο. Κρίνοντας από τον τρόπο ζωής τους, το χαρτζηλίκι της Χάρουκα πρέπει να ήταν τουλάχιστον ένα εκατομμύριο γεν το μήνα, και το δώρο της για την Πρωτοχρονιά τουλάχιστον πέντε εκατομμύρια γεν, σωστά;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όταν τη ρώτησα σχετικά,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ό...όχι, κάθε άλλο!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα κούνησε έντονα αρνητικά το κεφάλι της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Το χαρτζηλίκι μου είναι πολύ μικρό...Με μεγάλη δυσκολία καταφέρνω να βάζω στην άκρη λίγα χρήματα κάθε μήνα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δηλαδή πόσα σου δίνουν το μήνα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ήθελα να μάθω περισσότερα, για να ξέρω για άλλη φορά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Να...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το ποσό που βγήκε από τα χείλη της Χάρουκα παραδόξως δεν διέφερε και πολύ από το δικό μου χαρτζηλίκι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αυτό κι αν είναι έκπληξη...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχα πραγματικά εκπλαγεί. Η μεγαλύτερη κόρη της πλούσιας και ισχυρής οικογένειας Νογκιζάκα να παίρνει περίπου το ίδιο χαρτζηλίκι με το γιο της μικροαστικής οικογένειας Αγιάσε, που δεν ήξερε ούτε το γενεαλογικό της δέντρο πέρα από λίγες γενιές, αυτό ήταν κάτι που θα ξάφνιαζε τον καθένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ο πατέρας μου είναι πολύ αυστηρός...Για σήμερα μόνο, έβγαλα μέχρι και το μονάκριβο χαρτονόμισμά μου των δέκα χιλιάδων γεν από το κουτί με τις οικονομίες μου...ακόμα και το γουρουνάκι μου πήγε να συναντήσει τον Κύριο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γουρουνάκι...Τον κουμπαρά της εννοούσε;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γι’αυτό δεν μπορώ να ξοδέψω τα χρήματά μου ασυλλόγιστα...Δεν πειράζει, χαίρομαι και μόνο που το κοιτάζω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα γέλασε χαρούμενα. Στ’αλήθεια καταφέρνει πάντα να κερδίζει τη στοργή των άλλων και μόνο μ’αυτό. Χάρουκα, σου υπόσχομαι να σ’αφήσω να κοιτάξεις τη βιτρίνα όσο θες (τουλάχιστον μέχρι να έρθουν οι υπάλληλοι να μας διώξουν)!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Και έτσι, μείναμε για άλλα δέκα λεπτά περίπου μπροστά στη βιτρίνα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Σ’ευχαριστώ που με άφησες να ζήσω μια τόσο υπέροχη εμπειρία.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Επιτέλους η Χάρουκα ικανοποιήθηκε. Όμως, πάνω που ετοιμαζόμασταν να ξεκινήσουμε για τον επόμενο προορισμό μας...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αχ!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πάλι κάτι τράβηξε την προσοχή της Χάρουκα, και όρμησε στο πλάι του κεντρικού δρόμου για τέταρτη φορά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτή τη φορά, ο στόχος της ήταν ένα κατάστημα που πουλούσε είδη άνιμε. Ωστόσο δεν μπήκε στο κατάστημα, αλλά πήγε γραμμή σε κάτι ορθογώνια αντικείμενα που ήταν παραταγμένα απέξω. Α! Ήταν αυτόματοι πωλητές που έβγαζαν κάψουλες, σωστά; Πόσες αναμνήσεις, θυμάμαι που πήγαινα όλη την ώρα σε τέτοια μηχανήματα όταν ήμουν στο δημοτικό. Οι κάψουλες περιείχαν πλαστικές φιγούρες με ήρωες άνιμε και ορισμένους μπρατσωμένους υπερήρωες που αγαπούσα, και αν έψαχνα τα παλιά μου πράγματα, σίγουρα θα ξέθαβα αρκετές τέτοιες φιγούρες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αυτά είναι που έλεγες, έτσι δεν είναι; Αν βάλεις ένα κέρμα θα βγει μια κάψουλα...Α! Αυτή δεν είναι η ‘Αδέξια Άκι-τσαν’;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
...Κάπου το είχα ξανακούσει αυτό το όνομα. Το ορθογώνιο κουτί που έδειχνε η Χάρουκα με το δάχτυλό της είχε τη φωτογραφία της φιγούρας ενός γνώριμου κοριτσιού με μπλε μαλλιά που έπαιζε πιάνο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αυτό είναι...πολύ χαριτωμένο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα είχε μια παιδιάστικη έκφραση στα μάτια της. Αισθάνθηκα ότι τα ενδιαφέροντά της μου ήταν όλο και πιο οικεία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιατί δεν το δοκιμάζεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτό ήταν διαφορετικό από αυτό που κοιτούσε μόλις πριν από λίγο, γι’αυτό δε φανταζόμουν να ήταν πρόβλημα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ; Να το δοκιμάσω; Εννοείς να δοκιμάσω αυτό το μηχάνημα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ακριβώς.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...Αλλά...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Την ενθάρρυνα να δοκιμάσει το μηχάνημα, αλλά για κάποιο λόγο που δεν καταλάβαινα, η Χάρουκα δίσταζε πολύ να δεχτεί την πρότασή μου. Α! Λες να μην την ενδιαφέρουν αυτά τα πράγματα;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Απαντώντας στην ερώτησή μου, η Χάρουκα είπε με σιγανή φωνή,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Εμμ...Για να σου πω την αλήθεια, είναι η πρώτη φορά που δοκιμάζω κάτι τέτοιο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Η πρώτη σου φορά;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η πρώτη φορά που έπαιζε με μηχάνημα για κάψουλες;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ναι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα έγνεψε ντροπαλά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Σήμερα είναι η πρώτη φορά που είδα κάτι τέτοιο, και επίσης η πρώτη μου επαφή μαζί του. Χμμ...Πώς να το πω...Αυτή πρέπει να είναι η πρώτη μου εμπειρία, σωστά; Γι’αυτό ανησυχώ λίγο...θα τα καταφέρω άραγε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η λέξη που χρησιμοποίησε δεν ήταν και τόσο λάθος, ωστόσο θα προτιμούσα να σταματήσει να μιλάει για την πρώτη της εμπειρία μεσημεριάτικα με τόσο κόσμο τριγύρω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τ...τι νομίζεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...μάλλον έχεις δίκιο. Πάντως δεν είναι και τίποτα δύσκολο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Απλώς ρίχνεις το κέρμα και γυρίζεις το χερούλι να βγει η κάψουλα. Ακόμα και παιδάκια του νηπιαγωγείου μπορούν να το κάνουν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λες, ε; Τότε να κάνω μια προσπάθεια.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα φάνηκε επιτέλους να το παίρνει απόφαση. Έβγαλε το πορτοφόλι της από την τσάντα της και πλησίασε το μηχάνημα με δέος ανάλογο με ενός μεσόκοπου, άσχετου με την τεχνολογία υπαλλήλου όταν αντικρίζει τον τελευταίο μοντέλο υπολογιστή της εταιρείας πάνω στο γραφείο του. Μάλλον θα χρειαστεί να την παρακολουθώ διακριτικά για λίγο...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α...αχ; Αχ; Περίεργο...τι συμβαίνει;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ξαφνικά, η Χάρουκα πήρε μπερδεμένο ύφος. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι τρέχει;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιούτο-σαν...Είναι χαλασμένο το μηχάνημα; Δεν μπορώ να βάλω χρήματα μέσα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δε φαίνεται χαλασμένο...Άσε με να ρίξω μια ματιά.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πλησίασα για να δω καλύτερα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μόνο όταν πλησίασα είδα ότι η Χάρουκα προσπαθούσε να χώσει ένα χαρτονόμισμα των δέκα χιλιάδων γεν στο άνοιγμα για κέρματα. Χάρουκα, ξεφτέρι μου, δε θα μπορούσες ποτέ να χώσεις ένα χαρτονόμισμα σε άνοιγμα για κέρματα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«;;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Χάρουκα, δε μπορείς να χρησιμοποιήσεις χαρτονομίσματα σ’αυτά τα μηχανήματα, δέχονται μόνο κέρματα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α ναι; Αλήθεια;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Ναι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σε ικετεύω, μην κάνεις τέτοιες ερωτήσεις σαν να μην τρέχει τίποτα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Κατάλαβα, δέχονται μόνο κέρματα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα άνοιξε για άλλη μια φορά το πορτοφόλι της, μόνο και μόνο για να κατσουφιάσει, σαν να έχει το αγαπημένο της φαγητό μπροστά της και να μην μπορεί να το φάει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Δεν έχω κέρματα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Θα σου δανείσω εγώ!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν συνεχίσουμε έτσι, ένας Θεός ξέρει πότε η Χάρουκα θα γυρίσει επιτέλους το χερούλι του μηχανήματος, γι’αυτό της έκανα αυτή την πρόταση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Συγγνώμη για την αναστάτωση.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έβαλα ένα χαρτονόμισμα των χιλίων γεν στο μηχάνημα ανταλλαγής κερμάτων και πήρα σε αντάλλαγμα δέκα κέρματα των εκατό γεν. Καθώς κοίταζα τη μετατροπή του χαρτονομίσματός μου σε κέρματα, είχα την αίσθηση ότι τα χρήματά μου είχαν χαθεί, μια που, στο τέλος τέλος, είμαι ένας συνηθισμένος τσιγκούνης κάτοικος μεγαλούπολης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έλα, πάρτα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ε...Ευχαριστώ.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα πήρε νευρικά ένα κέρμα των εκατό γεν από το χέρι μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Και κάπως έτσι η Χάρουκα ξεκίνησε την πρώτη της εμπειρία με τα μηχανήματα για κάψουλες...Αν και...εγώ είχα ένα προαίσθημα ότι αυτή η πρώτη εμπειρία θα ήταν μάλλον επικίνδυνη γι’αυτήν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Φοβόμουν πως θα εθιστεί στο μηχάνημα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Από προηγούμενες εμπειρίες, ήξερα ότι οποιοσδήποτε χρησιμοποιούσε μηχανήματα για κάψουλες, ήταν εξαιρετικά δύσκολο να σταματήσει από τη στιγμή που είχε διαλέξει ένα στόχο. Αν δεν αποκτούσε το αντικείμενο που είχε βάλει στο μάτι, ο χρήστης του μηχανήματος συχνά δεν κατάφερνε να σταματήσει να παίζει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν ο χρήστης είναι παιδί του δημοτικού, τα πράγματα δεν είναι και τόσο άσχημα, γιατί όσο και να θέλει να συνεχίσει να παίζει, θα αναγκαστεί να σταματήσει όταν του τελειώσουν τα χρήματα. Με άλλα λόγια, τα πορτοφόλια των παιδιών του δημοτικού είναι από μόνα τους περιορισμός. Αν τη στιγμή που ξεμείνει από κέρματα, κάποιος δίπλα στο παιδάκι του δημοτικού κατά σύμπτωση πετύχει τη φιγούρα που ήθελε, το παιδί κατά πάσα πιθανότατα θα βάλει τα κλάματα εκεί επιτόπου. Όμως, αφού περάσει αμέτρητες παρόμοιες δοκιμασίες και βάσανα, το παιδί του δημοτικού τελικά θα μεγαλώσει και θα ωριμάσει...Αλλά για στάσου, νομίζω πως έφυγα απ’το θέμα μας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τέλος πάντων, αυτό που θέλω να πω είναι ότι, αν αυτός που παίζει είναι ένας μαθητής λυκείου με σημαντικά μεγαλύτερο πορτοφόλι, πώς θα εξελιχτεί η κατάσταση;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Και μόνο που σκέφτηκα την πιθανή κατάληξη με έπιασε πονοκέφαλος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν και ευχόμουν με όλη μου την ψυχή να έκανα λάθος στις προβλέψεις μου, η πραγματικότητα είναι ανελέητη...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όπως το περίμενα, για να πετύχει η Χάρουκα το αντικείμενο-στόχο της (την ‘Αδέξια Άκι-τσαν’ που έπαιζε πιάνο), έστειλε τέσσερις Νατσούμε Σοσέκι (χαρτονομίσματα των χιλίων γεν) να συναντήσουν τον Κύριο, ενώ οι άδειες κάψουλες κυλούσαν στο έδαφος γύρω μας σαν βότσαλα στην όχθη ενός ποταμού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
==&#039;&#039;&#039;3&#039;&#039;&#039;==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και μετά ήταν ώρα για μεσημεριανό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σύμφωνα με το πρόγραμμά μας, το μέρος όπου θα τρώγαμε μεσημεριανό ήταν ένα εστιατόριο που λεγόταν ‘Calotte-culotte’.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι είδους εστιατόριο είναι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μπορεί να ήταν οικογενειακό εστιατόριο, αλλά ήταν αδύνατο καταλάβω περισσότερα από το όνομά του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα μου χάρισε ένα μυστηριώδες χαμόγελο, σαν να περίμενε εδώ και πολλή ώρα αυτή την ερώτηση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Είναι ένα καφέ για το οποίο διάβασα σε ένα περιοδικό, ένα μέρος στο οποίο ήθελα να έρθω εδώ και πολύ καιρό. Αυτή είναι η δεύτερη πιο σημαντική δραστηριότητα της μέρας, γι’αυτό να την περιμένεις με ανυπομονησία!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η δεύτερη πιο σημαντική δραστηριότητα της μέρας; Χμμ, τώρα που το ξανακοίταζα, υπήρχε ένα μικρό σύμβολο σε σχήμα λουλουδιού δίπλα στο όνομα του καφέ, που δεν είχα προσέξει πριν (ή είχα υποσυνείδητα διαγράψει από το οπτικό μου πεδίο). Κι ακόμα, ένα ‘τέρας’ ήταν σχεδιασμένο δίπλα στο μεγάλο κατάστημα ηλεκτρονικών που ήταν ο αντικειμενικός σκοπός του ταξιδιού μας. Αυτό το ‘τέρας’ είχε μια γενειάδα μυτερή σαν βελόνα, κοφτερά νύχια και κατακόκκινα μάτια...Μάλλον η Χάρουκα προσπάθησε να ζωγραφίσει μια γάτα, σωστά;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λαλαλα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα σιγοτραγουδούσε το σκοπό της ‘Προσευχής μιας Νεαρής Παρθένας’ καθώς προχωρούσε χοροπηδώντας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως εγώ δεν μπορούσα να χαλαρώσω. Με είχε κυριεύσει μια ακατανόητη δυσάρεστη αίσθηση, σαν την ξαφνική εμφάνιση σύννεφων βροχής, μαζί με αστραπόβροντα και κεραυνούς μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Φτάσαμε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η φωνή της Χάρουκα με επανέφερε στην πραγματικότητα. Φαίνεται πως είχαμε φτάσει στον προορισμό μας όσο εγώ ήμουν χαμένος στις σκέψεις μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δε φαίνεται να έχει πολύ κόσμο, τέλεια! Πάμε μέσα, Γιούτο-σαν!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η φωνή της Χάρουκα έμοιαζε εξαιρετικά χαρούμενη.&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Eirini kl</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Nogizaka_Haruka_no_Himitsu_(Greek)&amp;diff=98282</id>
		<title>Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek)</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Nogizaka_Haruka_no_Himitsu_(Greek)&amp;diff=98282"/>
		<updated>2011-06-02T16:40:05Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Eirini kl: /* Τόμος 1 */&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;[[Image:Nogizaka_Haruka_no_Himitsu_vol_1_cover.jpg|230px|thumb|Volume 1 Cover]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Nogizaka Haruka no Himitsu (乃木坂春香の秘密, μτφ. Το μυστικό της Χάρουκα Νογκιζάκα) είναι ένα ιαπωνικό ελαφρό μυθιστόρημα σε συνέχειες γραμμένο από τον Yūsaku Igarashi. Εικονογράφηση από Shaa.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μπορείτε να διαβάσετε το Nogizaka Haruka no Himitsu και στις ακόλουθες γλώσσες:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*[[Nogizaka Haruka no Himitsu|English (Αγγλικά)]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Περίληψη ιστορίας==&lt;br /&gt;
Ο πρωταγωνιστής, Γιούτο Αγιάσε, είναι ένα συνηθισμένο αγόρι χωρίς ιδιαίτερα χαρίσματα. Πηγαίνει σε ένα ιδιωτικό σχολείο, όπου είναι ένας από τους πολλούς, χωρίς να ξεχωρίζει ιδιαίτερα, ώσπου μια μέρα, ανακαλύπτει κατά τύχη το μυστικό της πριγκίπισσας του σχολείου Χάρουκα Νογκιζάκα, και η ζωή του αλλάζει για πάντα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Χάρουκα, το τελειότερο και πιο απλησίαστο κορίτσι του σχολείου, θαυμάζεται τόσο για την ομορφιά και την εξυπνάδα της, ώστε οι συμμαθητές της τη φωνάζουν Άστρο της Νύχτας και Αστραφτερή Πριγκίπισσα του Πιάνου. Κανείς όμως δε γνωρίζει ότι όλα αυτά δεν είναι παρά μια μάσκα που κρύβει την αληθινή της φύση. Γιατί, στην πραγματικότητα, είναι μια φανατική οπαδός των άνιμε και των μάνγκα, μια γνήσια οτάκου.&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
== Μετάφραση ==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
=== [[Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek):Registration Page|Σελίδα εγγραφών]] ===&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όσοι θέλουν να συμβάλλουν στη μετάφραση παρακαλούνται να ειδοποιήσουν πρώτα τον υπεύθυνο του προγράμματος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039; Ζητείται από τους μεταφραστές να [[Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek):Registration Page|δηλώσουν]] τα κεφάλαια πάνω στα οποία εργάζονται&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Οδηγίες διαμόρφωσης===&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Κάθε Κεφάλαιο (μετά τη διόρθωση) πρέπει να συμβαδίζει με τις γενικές οδηγίες διαμόρφωσης.&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
*[[Format_guideline|Γενικές οδηγίες διαμόρφωσης]] (English)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
== Πρόοδος ==&lt;br /&gt;
19 Δεκεμβρίου 2010 - Έναρξη έργου&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
19 Δεκεμβρίου 2010 - Ολοκλήρωση προλόγου, Τόμος 1&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
6 Μαρτίου 2011 - Ολοκλήρωση Κεφαλαίου 1, Τόμος 1&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
== Nogizaka Haruka no Himitsu από τον Yūsaku Igarashi ==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 1===&lt;br /&gt;
::*[[Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek):Volume1_Illustrations|Εικόνες  μυθιστορήματος]]&lt;br /&gt;
::*[[Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek):Volume1_Prologue|Πρόλογος]]&lt;br /&gt;
::*[[Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek):Volume1_Chapter1|Κεφάλαιο 1]]&lt;br /&gt;
::*[[Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek):Volume1_Chapter2|Κεφάλαιο 2 (55%)]]&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Επίλογος&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του Μεταφραστή&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 2===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες  μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 7&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 8&lt;br /&gt;
::*Επίλογος&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του Μεταφραστή&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 3===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες  μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 9&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 10&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 11&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 12&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του Μεταφραστή&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Teaser==&lt;br /&gt;
[[Nogizaka_Haruka_no_Himitsu:Teaser 1|Teaser 1]], [[Nogizaka_Haruka_no_Himitsu:Teaser 2|Teaser 2]], [[Nogizaka_Haruka_no_Himitsu:Teaser 3|Teaser 3]], [[Nogizaka_Haruka_no_Himitsu:Teaser 4|Teaser 4]], [[Nogizaka_Haruka_no_Himitsu:Teaser 5|Teaser 5]], [[Nogizaka_Haruka_no_Himitsu:Teaser 6|Teaser 6]] and [[Nogizaka_Haruka_no_Himitsu:Teaser 7|Teaser 7]] forum translation by [[User:ShadowZeroHeart|ShadowZeroHeart]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Προσωπικό Έργου==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*Project Administrator:  &lt;br /&gt;
*Project Supervisor: &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Μεταφραστές===&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
:*[[user:eirini_kl|eirini_kl]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όσοι μεταφραστές επιθυμούν να συμμετέχουν είναι ευπρόσδεκτοι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Διορθωτές===&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όσοι διορθωτές γνωρίζουν καλά αγγλικά και ελληνικά είναι ευπρόσδεκτοι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Κυκλοφορίες σειράς==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*Τόμος 1 - Κυκλοφόρησε 2004.10.25 ISBN 4-8402-2830-2 &lt;br /&gt;
*Τόμος 2 - Κυκλοφόρησε 2005.6.25 ISBN 4-8402-3059-5 &lt;br /&gt;
*Τόμος 3 - Κυκλοφόρησε 2005.12.25 ISBN 4-8402-3234-2 &lt;br /&gt;
*Τόμος 4 - Κυκλοφόρησε 2006.6.25 ISBN 4-8402-3447-7 &lt;br /&gt;
*Τόμος 5 - Κυκλοφόρησε 2006.12.25 ISBN 4-8402-3634-8 &lt;br /&gt;
*Τόμος 6 - Κυκλοφόρησε 2007.6.25 ISBN 978-4-8402-3880-9 &lt;br /&gt;
*Τόμος 7 - Κυκλοφόρησε 2007.12.25 ISBN 978-4-8402-4115-1 &lt;br /&gt;
*Τόμος 8 - Κυκλοφόρησε 2008.7.25 ISBN 978-4-04-867127-9 &lt;br /&gt;
*Τόμος 9 - Κυκλοφόρησε 2008.12.25 ISBN 978-4-04-867419-5&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Category:Alternative Languages]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Category:Greek|Ελληνικά]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Eirini kl</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Nogizaka_Haruka_no_Himitsu_(Greek):Volume1_Chapter2&amp;diff=96472</id>
		<title>Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek):Volume1 Chapter2</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Nogizaka_Haruka_no_Himitsu_(Greek):Volume1_Chapter2&amp;diff=96472"/>
		<updated>2011-05-21T19:15:57Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Eirini kl: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;  &lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Κεφάλαιο 2&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
==&#039;&#039;&#039;0&#039;&#039;&#039;==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Ήταν μια καυτή Κυριακή του Μαΐου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στεκόμουν μπροστά από ένα κατάστημα που βρισκόταν στο μεγαλύτερο δρόμο μαγαζιών με ηλεκτρονικά στην Ιαπωνία. &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Κοιτώντας το παράξενο θέαμα μπροστά μου, δεν μπόρεσα να μην αφήσω ένα σιωπηλό αναστεναγμό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Γιατί δε βγήκε ακόμα; Τόση ώρα παίζω...» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα πανέμορφο κορίτσι μουρμούρισε με απογοήτευση στα μάτια της γέρνοντας το κεφαλάκι της στο πλάι. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αυτή η έκφραση δεν ήταν και τόσο παράδοξη, μια και το όμορφο κορίτσι είναι, κατά βάση, άνθρωπος (αν και αρκετοί θα διαφωνούσαν ως προς αυτό), και μοιάζει να βασανίζεται από ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα. Στην πραγματικότητα, το πράγμα δεν ήταν και τόσο περίπλοκο, απλώς...  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Απλώς, η ουσία του προβλήματος είναι.......το αντικείμενο που το όμορφο κορίτσι κρατούσε στο δεξί της χέρι, και το αντικείμενο μπροστά στα μάτια της. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πάλι δεν το πέτυχα...» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα ντελικάτα δάχτυλα κρατούσαν σφιχτά ένα σφαιρικό αντικείμενο κάπου 6 εκ. σε διάμετρο, που είχε βγει από ένα μηχάνημα με κερματοδέκτη. Αυτό και άλλα παρόμοια αντικείμενα έβγαιναν το ένα πίσω από το άλλο εδώ και αρκετή ώρα, από κάτι που ο απλός κόσμος αποκαλεί μηχάνημα με κάψουλες. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι παράξενο...» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κάθε φορά που τσέκαρε το παιχνίδι μέσα στην ωοειδή κάψουλα, η φωνή της Χάρουκα γινόταν όλο και πιο αδύναμη, αλλά παρόλα αυτά, το χέρι που γύριζε συνεχώς το χερούλι του μηχανήματος δεν εννοούσε να σταματήσει. Ποιος θα φανταζόταν ότι είχε τέτοια προδιάθεση για εθισμό στο τζόγο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Άλλη μια φορά...Σίγουρα θα το πετύχω την επόμενη φορά...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τέλος πάντων...Αυτό το πανέμορφο κορίτσι που έριχνε μανιωδώς κέρματα στον κερματοδέκτη του μηχανήματος με κάψουλες λες και εξαρτιόταν η ζωή της απ’αυτό προκαλούσε στους άλλους μια αφόρητη αίσθηση αντιφατικότητας. Όλοι όσοι περνούσαν δίπλα μας άθελά τους γύριζαν να κοιτάξουν το περίεργο θέαμα που παρουσιάζαμε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Χάρουκα...Αρκετά δεν έπαιξες;»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήδη υπήρχαν πάνω από δέκα κάψουλες που κυλούσαν στο έδαφος γύρω της, αλλά η Χάρουκα εξακολούθησε να κουνάει αρνητικά το κεφάλι της. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Μα η Άκι-τσαν που παίζει πιάνο δε βγήκε ακόμα...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με άλλα λόγια, δε θα φύγουμε από δω αν δε βγει η Άκι-τσαν που παίζει πιάνο; Αχ βρε Χάρουκα, μην πέφτεις στην παγίδα των ύπουλων εμπορικών τεχνασμάτων......  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κλανκ κλανκ, ακούστηκε πάλι ο μοχλός. Η Χάρουκα κοίταξε το αντικείμενο μέσα στην κάψουλα και συνοφρυώθηκε έντονα με πένθιμο ύφος.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πάλι δεν το πέτυχα...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν ήξερα πια τι να κάνω και κοιτούσα αβοήθητος τη Χάρουκα να ρίχνει το ένα κέρμα μετά το άλλο στο μηχάνημα, μόνο και μόνο για να αφήνει κάθε φορά ένα αναστεναγμό βαθύ σαν το Ρήγμα Μαριάνα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τι κάνω...Τι κάθομαι και κάνω εδώ!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ούτε εγώ ο ίδιος δεν καταλαβαίνω. Είχα μια τόσο σπάνια ευκαιρία να πάω για ψώνια με τη Χάρουκα, πώς έγινε και καταλήξαμε εδώ; Εκείνη τη στιγμή, ένιωσα μια ακατανίκητη ανάγκη να ξανασκεφτώ την απόφασή μου να ακολουθήσω το νέο δρόμο που ανοίχτηκε στη ζωή μου, που είχα πάρει πριν από ένα μήνα περίπου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πώς βρέθηκα εγώ σ’αυτή την κατάσταση;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θα πρέπει να αρχίσω...από τρεις μέρες πριν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==&#039;&#039;&#039;1&#039;&#039;&#039;==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όταν τέλειωσαν οι διακοπές της Χρυσής Εβδομάδας, όλοι στο σχολείο άρχισαν να ετοιμάζονται με φούρια για τις επερχόμενες εξετάσεις του τριμήνου. Μια μέρα, μετά το σχολείο, η καθηγήτρια μουσικής που ήταν και αναπληρώτρια υπεύθυνη καθηγήτριά μου, με είχε μισοϋποχρεώσει να κάνω το βοηθό της (για την ακρίβεια με έβαλε να καθαρίσω τις τουαλέτες του προσωπικού ολομόναχος). Όταν γύρισα στην τάξη, λαχανιασμένος από την κοπιαστική εργασία, βρήκα ένα σημείωμα στο συρτάρι του θρανίου μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αν έχεις χρόνο μετά το σχολείο, έλα στο δωμάτιο μουσικής, έχω κάτι να σου πω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πώς βρέθηκε αυτό το γράμμα στο συρτάρι μου; Ο γραφικός χαρακτήρας ήταν άψογος, δε θα μου έκανε καμία εντύπωση αν οποιοσδήποτε άλλος το περνούσε για ερωτικό ραβασάκι ή κάτι ανάλογο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχε μόνο ένα ελάττωμα αυτό το γράμμα. Ένα ζώο με μάτια δαίμονα (ήταν ζώο, σωστά;) ήταν ζωγραφισμένο δίπλα στις λέξεις. Αν ένα αθώο παιδί έβλεπε κατά τύχη αυτό το σχέδιο, η ψυχούλα του θα τραυματιζόταν ανεπανόρθωτα και θα καταλάβαινε για πρώτη φορά την απανθρωπιά του κόσμου έξω απ’το καταφύγιο του σπιτιού του. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μια ματιά μου έφτασε για να καταλάβω ποιος ήταν ο συγγραφέας του γράμματος. Μόνο ένα άτομο ήξερα που μπορούσε να φτιάχνει τέτοια σατανικά σκίτσα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έπρεπε να το περιμένω...η Χάρουκα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όπως το φαντάστηκα, η υπογραφή στο γράμμα ήταν ‘Νογκιζάκα Χάρουκα’.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είναι η συμμαθήτριά μου, η πολυτάλαντη κόρη πλούσιας και ισχυρής οικογένειας, αυτή που όλοι φωνάζουν το ‘Άστρο της Νύχτας’, το πιο διάσημο κορίτσι στο σχολείο με τριψήφιο νούμερο μελών στο φαν κλαμπ της. Μπορεί να υπάρχουν κάποιοι στο Λύκειο Χακούτζου που να μην ξέρουν το όνομα του λυκειάρχη τους, αλλά κανείς που δεν ξέρει το όνομα της Χάρουκα Νογκιζάκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί κάποιος τόσο διάσημος όσο αυτή, να καλέσει έναν κοινό θνητό σαν εμένα στο δωμάτιο μουσικής μετά το σχολείο; Επειδή ήξερα ένα μυστικό της...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κοιτάζοντας το ρολόι, είδα ότι ήταν σχεδόν πέντε το απόγευμα, κοντά μιάμισι ώρα μετά το τέλος των μαθημάτων. Αν και δεν είχα κανένα τρόπο να αποφύγω την αγγαρεία που μου φόρτωσαν, φοβόμουν πως η πριγκίπισσά μου μάλλον θα είχε ήδη πάει σπίτι αφού θα περίμενε μάταια τόση ώρα να έρθω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έτρεξα στο δωμάτιο μουσικής. Δεν ήταν ψυχή στους φωτισμένους από το ηλιοβασίλεμα διαδρόμους, και οι μόνοι ήχοι που ακούγονταν ήταν από τις αθλητικές λέσχες που έκαναν προπόνηση κάτω από τα παράθυρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν και ήταν ακόμα Μάιος, έκανε ήδη πολύ ζέστη, τόσο που ακόμα και ένα σύντομο τρέξιμο το απογευματάκι με έκανε να ιδρώνω. Έβγαλα μια πετσέτα από την τσάντα μου και σκούπισα το μέτωπό μου, αποφασίζοντας να πάρω ένα κουτάκι χυμό μάνγκο (περιορισμένη έκδοση ειδικά για το καλοκαίρι) από τους αυτόματους πωλητές αναψυκτικών. Πουφ, τι ζέστη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όταν έφτασα στην πόρτα του δωμάτιου μουσικής, μπορούσα να ακούσω ομιλίες εκτός από τον ήχο του πιάνου. Φαινόταν να είναι κόσμος μαζεμένος στο δωμάτιο μουσικής. Μη μου πεις ότι είναι κι άλλοι εδώ εκτός από τη Χάρουκα; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έσπρωξα τη χοντρή, μονωμένη πόρτα. Από την άλλη μεριά της πόρτας ήταν...ο απαγορευμένος κήπος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο πρώτος άνθρωπος που αντίκρυσα ήταν η Χάρουκα. Φυσικό ήταν, αφού αυτή ήταν που&lt;br /&gt;
με κάλεσε. Θα ήταν πρόβλημα αν δεν την έβλεπα εκεί. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως...γιατί υπήρχαν τόσα κορίτσια γύρω από τη Χάρουκα;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχαν περικυκλώσει τελείως τη Χάρουκα που έπαιζε πιάνο. Με μια πρώτη ματιά, υπήρχαν πάνω από δέκα κορίτσια από όλες τις τάξεις, από την πρώτη ως την τρίτη λυκείου. Λες να ζήλευαν τη δημοτικότητα του ‘Άστρου της Νύχτας’; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
...Μπα, αδύνατον, κανείς ποτέ δε ζηλεύει τη Χάρουκα. Κρίνοντας από τις εκφράσεις στα πρόσωπά τους καθώς κοίταζαν τα ντελικάτα δάχτυλα της Χάρουκα να χορεύουν πάνω στα πλήκτρα του πιάνου, προφανώς ξεχείλιζαν από θαυμασμό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έτσι έμενε μόνο μια απάντηση. Η Χάρουκα Νογκιζάκα, το ‘Άστρο της Νύχτας’, ήταν εξίσου δημοφιλής με τα κορίτσια όπως ήταν και με τα αγόρια. Με άλλα λόγια, στα μάτια των άλλων κοριτσιών, η Χάρουκα είχε απίστευτη επιρροή. Τόσο που απλώς παίζοντας πιάνο στο δωμάτιο μουσικής μάζευε κόσμο γύρω της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Στο τέλος του κομματιού, όλα τα κορίτσια χειροκρότησαν με ενθουσιασμό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χάρουκα-σενπάι, αυτό ήταν πολύ ωραίο κομμάτι, πως λέγεται;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αυτό ήταν το ‘Jeux d’eau’ (παιχνίδια του νερού), του Γάλλου συνθέτη Μωρίς Ραβέλ.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ουάου, μπορούσες να νιώσεις στ’αλήθεια το κυμάτισμα του νερού! Εγώ καταγοητεύτηκα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Πραγματικά μου έδωσε την αίσθηση ενός κελαρυστού ρυακιού.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τα κορίτσια αντάλλασσαν συνεπαρμένα τις απόψεις τους πάνω στο κομμάτι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Χμμ...Ώστε αυτός είναι ο κόσμος των κοριτσιών! Ένα λιβάδι με κρίνους ήταν το σκηνικό αυτού του κόσμου, που σε τραβούσε σαν μαγνήτης. Εκείνη τη στιγμή, τα κορίτσια ήταν απασχολημένα να θαυμάζουν τη Χάρουκα, κι αυτή ήταν απασχολημένη να απαντάει στις ερωτήσεις τους, κι έτσι κανείς δεν είχε προσέξει πως είχα μπει στο δωμάτιο...Κάτι που με έκανε να νιώθω παραγκωνισμένος και ασήμαντος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δεν είχα άλλη επιλογή από του να ανακοινώσω την παρουσία μου στο δωμάτιο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έι, Χάρουκα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Της έγνεψα από τη γωνιά του δωματίου. Όπως το περίμενα...τα λόγια μου άλλαξαν μεμιάς την ατμόσφαιρα στο δωμάτιο, αν και δεν ήταν αυτή η πρόθεσή μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Ποιος είναι αυτός;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Φώναξε τη Χάρουκα-σενπάι με το μικρό της, τι σχέσεις έχουν;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ο Αγιάσε είναι, από την τάξη 1...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πάνω από δέκα δολοφονικές ματιές καρφώθηκαν ταυτόχρονα πάνω μου. Μ...μήπως έκανα κάτι που δεν έπρεπε;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κρύος ιδρώτας με έλουσε, και άθελά μου έκανα ένα βήμα πίσω. Εκείνη τη στιγμή, η Χάρουκα πρόσεξε επιτέλους την παρουσία μου και μου χαμογέλασε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α, Γιούτο-σαν, ήρθες, συγγνώμη που σε έκανα να περιμένεις!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Η Χάρουκα-σενπάι τον φώναξε με το μικρό του...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Η Χάρουκα-σενπάι μοιάζει πολύ χαρούμενη...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ποιος νομίζει πως είναι για να κάνει κάτι τέτοιο!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Οι διαπεραστικές ματιές των κοριτσιών έγιναν ακόμα πιο κοφτερές, και ένιωσα σαν να με έβαλαν να γονατίσω στο χαλί από βελόνες από το ‘Θρύλο του Βασιλιά Αρθούρου’ με ένα βράχο στα γόνατά μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λυπάμαι πολύ, αλλά είχαμε κανονίσει να συναντηθούμε. Θα σταματήσουμε εδώ για σήμερα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα έκλινε απολογητικά το κεφάλι της καθώς τα κορίτσια εξέφραζαν τις αντιρρήσεις&lt;br /&gt;
τους με φωνές του τύπου ‘Όχι!’, ‘Θέλουμε να ακούσουμε κι άλλο τη σενπάι να&lt;br /&gt;
παίζει πιάνο’. Παρόλα αυτά, έφυγαν από το δωμάτιο μουσικής, μην τολμώντας να&lt;br /&gt;
αντιταχθούν στην απόφαση της Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Καθώς περνούσαν από δίπλα μου, κάποιες μου έριχναν φαρμακερά βλέμματα, κι άλλες πάλι εκτόξευαν χαμηλόφωνα μια ποικιλία θανάσιμων απειλών που ξεκινούσαν από ‘Έτσι και κάνεις τίποτα περίεργο στη Χάρουκα-σενπάι, θα σε μαχαιρώσω!», και έφταναν μέχρι ‘Να προσέχεις όταν περπατάς μόνος σου το βράδυ!’ ή και μέχρι πολύ ακραίες όπως ‘Έχε το νου σου για κανένα αδέσποτο σωλήνα με βιτριόλι!’&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Τι ήθελες να μου πεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αφού βεβαιώθηκα ότι οι Ερινύες, τα κορίτσια ήθελα να πω, είχαν όντως φύγει από το δωμάτιο (θα ήταν πολύ επικίνδυνα τα πράγματα αν δεν είχαν φύγει), μπήκα στο θέμα για το οποίο είχα έρθει ως εκεί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα χαμήλωσε το κεφάλι της και με ρώτησε ντροπαλά,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιούτο-σαν...Είσαι ελεύθερος αυτή την Κυριακή;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Την Κυριακή; Ναι, δεν έχω κανονίσει τίποτα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν και αναρωτιόμουν γιατί με ρώτησε κάτι τέτοιο η Χάρουκα, προφανώς δε μπορούσα να της πω ότι είχα να κάνω τη μπουγάδα της βλαμμένης της αδερφής μου τις Κυριακές (και γενικά τις δουλειές του νοικοκυριού). Εν τω μεταξύ, η Χάρουκα πήρε πολύ ευτυχισμένο ύφος μόλις άκουσε την απάντησή μου, και μετά μου έκανε ανήσυχα άλλη μια ερώτηση...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τ...Τότε, θα μπορούσες να βγεις μαζί μου;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Εκείνη τη στιγμή, το μυαλό μου άδειασε τελείως καθώς προσπαθούσα απεγνωσμένα να επεξεργαστώ το νόημα πίσω από τα λόγια της Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γκαχ...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτή η αναπάντεχη πρόταση είχε κυριολεκτικά βραχυκυκλώσει το μυαλό μου. Μη μου πεις πως αυτό ήταν...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ραντεβού;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα μόλις μου ζήτησε να βγούμε ραντεβού;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Όχι όχι όχι, δεν είναι αυτό, όχι ραντεβού...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα έγνεψε έντονα αρνητικά, κατακόκκινη σαν αστακός. Βλέποντας πόσο πεισματικά αρνιόταν ότι επρόκειτο για ραντεβού...ένιωσα ένα τσίμπημα απογοήτευσης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δεν είναι ραντεβού, απλώς ήθελα να αγοράσω κάτι και θα ήθελα να έρθεις μαζί μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μου εξήγησε η κατακόκκινη Χάρουκα. Αν και έχουμε εξαιρετικά καλές σχέσεις εδώ και ένα μήνα, δεν υπήρχε περίπτωση να μου ζητήσει το ‘Άστρο της Νύχτας’ να βγούμε ραντεβού. Αλλά...από την άλλη, οι περισσότεροι κάτι τέτοιο (να πάνε δυο άνθρωποι για ψώνια μαζί) δε θα το θεωρούσαν ραντεβού;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λοιπόν...Λοιπόν τι λες; Φυ...φυσικά αν δε θέλεις, δεν έχεις καμία υποχρέωση να...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όχι, εντάξει είμαι, θα έρθω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Απάντησα πιο γρήγορα κι από την ταχύτητα του φωτός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όποιος τολμούσε να αρνηθεί μια πρόσκληση από τη Χάρουκα θα του άξιζε να τον φάνε χίλιοι δαίμονες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αλήθεια;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ξαφνικά η Χάρουκα άστραψε από χαρά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Σε...σ’ευχαριστώ. Επειδή είναι η πρώτη φορά που θα πάω εκεί, δε θα ένιωθα καθόλου ασφαλής μόνη μου...Αναρωτιόμουν τι θα έκανα αν αρνιόσουν, Γιούτο-σαν.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Χμμ, για κάποιο λόγο θα δεχόμουν με μεγάλη μου χαρά. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι πετούσα στα σύννεφα από τη χαρά μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όταν λες για ψώνια, εννοείς...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όταν έκανα αυτή την κρίσιμη ερώτηση, μου απάντησε με ένα τόσο ωραίο χαμόγελο που θα έκανε κάθε έφηβο αγόρι στο δρόμο να ερωτευτεί το ‘Άστρο της Νύχτας’.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ναι, στην Ακιχαμπάρα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Εντάξει...Τα καταλάβαινα όλα τώρα. Αυτό είναι το μυστικό της Χάρουκα Νογκιζάκα. Ο παράξενος δεσμός που την ενώνει μαζί μου, η αναπάντεχη πλευρά του ‘Άστρου της Νύχτας’ που δε γνωρίζει κανείς εκτός από μένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πώς να το κάνουμε...η Χάρουκα Νογκιζάκα...είναι οτάκου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==&#039;&#039;&#039;2&#039;&#039;&#039;==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κι έτσι ήταν που αποφάσισα πώς θα περνούσα εκείνη την Κυριακή μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Για να είμαι ειλικρινής, δεν ήμουν και τόσο ενθουσιασμένος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Φυσικά, δεν ήταν ότι δεν ήθελα να περάσω την Κυριακή παρέα με τη Χάρουκα. Θα έπρεπε να πετάω από χαρά γι’αυτή της την πρόσκληση, μια που έτσι θα περνούσα την Κυριακή μόνος μου με το ‘Άστρο της Νύχτας’, κάτι που ήταν σαφώς καλύτερο από το να πλένω ρούχα στο σπίτι. Και η Χάρουκα είναι πανέμορφη, άρα θα έπρεπε να είμαι στον έβδομο ουρανό και μόνο που θα ήμουν μαζί της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο λόγος για την έλλειψη ενθουσιασμού μου ήταν ότι μέχρι σήμερα είχα μόνο κακές αναμνήσεις από την Ακιχαμπάρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Εκείνη η μέρα ήταν η τρίτη φορά στη ζωή μου που βρισκόμουν στην Ακιχαμπάρα. Οι δυο προηγούμενες φορές ήταν μάλλον οδυνηρές εμπειρίες, και λίγα λέω...βέβαια γι’αυτό δεν έφταιγε η Ακιχαμπάρα αλλά ο ηλίθιος που με κουβάλησε εκεί. Όμως οι τραυματικές αναμνήσεις που είχα από τις δυο πρώτες επισκέψεις μου στην Ακιχαμπάρα δεν ήταν δυνατό να φύγουν τόσο εύκολα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Την πρώτη φορά που είχα έρθει εδώ πήγαινα στην πρώτη δημοτικού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τότε είχα δεχτεί την πρόσκληση του Νομπουνάγκα, και άφησα την ασφάλεια του σπιτιού μου για να έρθω σ’αυτό τον πελώριο δρόμο με τη διάθεση να ζήσω την περιπέτεια. Όμως μόλις μια ώρα αργότερα, είχα μετανιώσει πικρά γι’αυτή μου την απόφαση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί χάθηκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ήμουν ολομόναχος μέσα στον πολύβουο, κατάμεστο από ανθρώπους δρόμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο λόγος γι’αυτό ήταν απλούστατα ότι ο τύπος που με είχε φέρει μέχρι εκεί ξέχασε εντελώς την ύπαρξή μου με το που έτρεξε να αγοράσει τα πράγματα που ήθελε. Είχαμε την ίδια ηλικία, όμως αυτός στην Ακιχαμπάρα ένιωθε σαν στο σπίτι του, ενώ εγώ από την άλλη έχασα τελείως τον προσανατολισμό μου μόλις βρέθηκα εκεί (κάτι που μου συμβαίνει αρκετά συχνά), κι έτσι δεν άργησα να χαθώ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κι αφού είχα χαθεί, προφανώς δε μπορούσα να βρω το δρόμο για το σταθμό του τραίνου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μετά από δυο ατέλειωτες ώρες κλαυθμού και οδυρμού, με περιμάζεψε ένας αστυνομικός και με βοήθησε να πάω σπίτι μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η δεύτερη φορά ήταν μετά από λίγα χρόνια, όταν πήγαινα στην έκτη δημοτικού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν και είχα ορκιστεί να μην ξαναπατήσω ποτέ στην Ακιχαμπάρα, για μια ακόμα φορά δέχτηκα την πρόσκληση του φίλου μου. Και για μια ακόμα φορά ο τύπος με παράτησε στα κρύα του λουτρού την ώρα που ψωνίζαμε. Εκείνες οι ώρες είναι μια πολύ σκοτεινή περίοδος της ζωής μου ακόμα και τώρα, παρόλο που εκείνη τη φορά κατάφερα να βρω μόνος μου το δρόμο για το σπίτι μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Και γι’αυτό ακόμα και τώρα έχω ένα αίσθημα φόβου και ανασφάλειας γι’αυτό το δρόμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχαμε συμφωνήσει να συναντηθούμε μπροστά στο σταθμό του τραίνου στην Ακιχαμπάρα. Επειδή ήταν Κυριακή, ο σταθμός ήταν πλημμυρισμένος από κόσμο. Α ναι, η Χάρουκα είχε πει ότι ήταν η πρώτη φορά που πήγαινε στην Ακιχαμπάρα. Ξαφνιάστηκα όταν το άκουσα, αλλά όταν το ξανασκέφτηκα, δεν ήταν και τόσο περίεργο. Στον ένα μήνα της γνωριμίας μας, γνώριζα ήδη καλά ότι η Χάρουκα ήταν μια όμορφη, έξυπνη, καλόκαρδη και ταλαντούχα κόρη πλούσιας και ισχυρής οικογένειας, πράγμα που σήμαινε ότι σαν οτάκου δεν είχε μεγάλη εμπειρία, αλλά μπορούσα να καταλάβω ότι οι δυνατότητες εξέλιξής της στον τομέα αυτό ήταν μεγαλύτερες κι από το Έβερεστ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όπως ήμουν χαμένος στις σκέψεις μου...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Περιμένεις πολλή ώρα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κατά φωνή, όσο εγώ ήμουν απορροφημένος από τις σκέψεις μου, η Χάρουκα είχε ήδη φτάσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Με συγχωρείς, προσπάθησα να είμαι στην ώρα μου...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όχι, δεν άργησες, εγώ ήρθα νωρίς.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αλήθεια έλεγα. Για να είμαι ακριβής, ανυπομονούσα τόσο να περάσω τη μέρα με τη Χάρουκα, που σηκώθηκα από τα άγρια χαράματα. Ήμουν ενθουσιασμένος σαν σχολιαρόπαιδο πριν την εκδρομή του σχολείου. Επειδή ντρεπόμουν λιγάκι γι’αυτό, δεν τόλμησα να το πω στη Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως ακόμα κι έτσι!!!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Μμ...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σήμερα ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα τη Χάρουκα με τα καθημερινά της ρούχα...Πώς να την περιγράψω; Είναι πραγματικά απίστευτα χαριτωμένη. Μια λευκή κορδέλα ήταν δεμένη γύρω από τα μεταξένια μακριά μαλλιά της, και φορούσε ένα λευκό φόρεμα δυτικού τύπου και μια κρεμ ζακετούλα, στ’αλήθεια ήταν η απόλυτη ενσάρκωση μιας κόρης πλούσιας και ισχυρής οικογένειας.  Τα ρούχα αυτά ενίσχυαν τη γοητεία της τουλάχιστον 2.5 φορές περισσότερο συγκριτικά με τις άλλες κόρες πλουσίων οικογενειών (προσωπική μου άποψη αυτό). Κάθε εκατοστό της ύπαρξής της ανέδινε αριστοκρατικότητα.......Αχ! δεν είχα λόγια για την περιγράψω, γι’αυτό ας πούμε απλώς πως ήταν αρκετά χαριτωμένη για να μαγέψει ολόκληρο το γαλαξία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι...Τι συμβαίνει; Θα με κάνεις να ντραπώ αν συνεχίσεις να με κοιτάς έτσι...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α, συγγνώμη.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ανίκανος να αντισταθώ, την κοιτούσα σαν χαμένος. Όμως ο τρόπος που η Χάρουκα ανασήκωσε τις γωνίες των ματιών της και με κοίταξε κοκκινίζοντας ήταν τόσο γλυκός...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όχι, δε μπορώ να συνεχίσω με τις φαντασιώσεις! Φοβάμαι πως θα πάθω καμιά εγκεφαλική βλάβη αν συνεχίσω έτσι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κούνησα βίαια το κεφάλι μου, αποδιώχνοντας όλες τις προηγούμενες σκέψεις μου. Η Χάρουκα από την άλλη, με κοίταξε ανήσυχα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Έχω τίποτα; Είναι η πρώτη φορά που φοράω αυτό το φόρεμα...Μήπως είναι άσχημο;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όχι, και βέβαια όχι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Και βέβαια δεν συνέβαινε τίποτα τέτοιο, το φόρεμα ταίριαζε τέλεια στη Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα μπορεί να μην το είχε αντιληφθεί, αλλά απ’την ώρα που εμφανίστηκε, όλα&lt;br /&gt;
τα μάτια (ιδίως των αντρών) είχαν καρφωθεί πάνω της. Με κάθε ειλικρίνεια, όπου&lt;br /&gt;
κι αν πήγαινε η Χάρουκα, πάντα θα ήταν το κέντρο της προσοχής του κόσμου. Πάντα&lt;br /&gt;
ξεχώριζε, σαν ένας υπέροχος κύκνος μέσα σ’ένα κοπάδι από ασχημόπαπα (εμού&lt;br /&gt;
συμπεριλαμβανομένου).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Πάμε!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α,ναι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Ακούγοντας την πρότασή μου, η Χάρουκα χαμογέλασε ντροπαλά καθώς το φόρεμά της ανέμιζε ελαφρά στον άνεμο. Αυτή η απλή κίνηση έκανε τους πάντες γύρω της να αναστενάξουν με θαυμασμό, γιατί ήταν..........πολύ πολύ πολύ πολύ πολύ πολύ χαριτωμένη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τι τυχερός που είμαι που μπόρεσα να την δω έτσι! Φώναξα από μέσα μου καθώς ξεκινούσα μαζί με τη Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Νομίζω πως πρέπει να εξηγήσω το λόγο για την εξόρμησή μας στην Ακιχαμπάρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όχι, θέλω να πω, προφανώς ήρθαμε για να αγοράσουμε κάτι. Απλώς θα ήθελα να περιγράψω με περισσότερες λεπτομέρειες τι ήταν αυτό που θέλαμε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτή ήταν λίγο πολύ η συζήτηση που είχα με τη Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Να...θέλω να πάρω ένα ασημί Portable Toys Advance.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το ‘Portable Toys Advance’ που ανέφερε η Χάρουκα ήταν μια πολύ δημοφιλής φορητή παιχνιδομηχανή, που για συντομία συνήθως την αποκαλούσαν ‘ΡΤΑ’.  Από όσο ήξερα, το ασημί ΡΤΑ ήταν ένα εξαιρετικά σπάνιο μοντέλο περιορισμένης έκδοσης, κάτι που ακόμα κι ο Νομπουνάγκα θα ήθελε να αποκτήσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τότε καλύτερα να πάμε σε ένα κατάστημα παιχνιδιών, έτσι δεν είναι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Σωστά, νομίζω πως οποιοδήποτε κατάστημα παιχνιδιών ή ηλεκτρονικών θα πρέπει να το έχει. Δεν είμαι και πολύ σίγουρη δηλαδή, απλώς σου λέω τι έγραφε το περιοδικό.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δεν είναι και πολύ αξιόπιστη τελικά...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τότε πάμε να κοιτάξουμε στα καταστήματα ηλεκτρονικών, μια που σχεδόν όλα τα καταστήματα σ’αυτό το δρόμο είναι καταστήματα ηλεκτρονικών...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Εδώ που τα λέμε, πιο δύσκολο θα ήταν να βρούμε ένα κατάστημα σ’αυτό το δρόμο που να μην είναι κατάστημα ηλεκτρονικών.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λοιπόν ας ξεκινήσουμε από το κατάστημα ηλεκτρονικών σ’αυτή τη γωνία, εντάξει;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Και πήγα να μας οδηγήσω προς τη σωστή κατεύθυνση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α, περίμενε μια στιγμή.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η πρότασή μου απορρίφθηκε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...ξέρεις, έχω ετοιμάσει κάτι ειδικά για σήμερα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα ψαχούλεψε για λίγο στην τσάντα της και μετά έβγαλε από μέσα δυο&lt;br /&gt;
κομμάτια χαρτί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...Γιούτο-σαν, αυτό είναι το δικό σου, ελπίζω να σου φανεί χρήσιμο...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Τι είναι αυτό;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Οδηγός για ψώνια.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα χαμογέλασε περήφανα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αχά...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τι στο καλό ήταν αυτό;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αυτός είναι ένας οδηγός που έφτιαξα ειδικά για σήμερα. Έχω υπολογίσει ήδη τα μέρη που θα επισκεφτούμε, τη διαδρομή που θα ακολουθήσουμε, και την αναμενόμενη ώρα άφιξής μας σ’αυτό το χαρτί, οπότε είναι ένας γενικός χάρτης. Έφαγα τρεις ώρες για να φτιάξω αυτό τον οδηγό, χε χε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα γέλασε σεμνότυφα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ώστε ήταν χάρτης τελικά. Ήταν καλή ιδέα να σχεδιάσει από πριν το πρόγραμμά μας, αλλά αφού έριξα μια ματιά στις μπερδεμένες γραμμές που θύμιζαν έντονα πύθωνες που πάλευαν, δεν ήμουν και τόσο σίγουρος ότι θα μπορούσε αυτό το πράγμα να περάσει για χάρτης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Προσπάθησα να μη φανερώσω τις ανησυχίες μου καθώς ανασήκωσα τον οδηγό για να τον δω καλύτερα. Αν και είχα χάσει κάθε ελπίδα σε ό,τι αφορούσε το χάρτη, τα άλλα μέρη φαινόντουσαν σωστά φτιαγμένα, οπότε λογικά δε θα χανόμασταν με βάση τις πληροφορίες που ήταν γραμμένες εκεί. Εφόσον θα μπορούσαμε να φτάσουμε στον προορισμό μας χωρίς πρόβλημα, δε νομίζω να υπήρχε κανένα πρόβλημα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σύμφωνα με το πρόγραμμα του οδηγού, η Χάρουκα είχε βάλει την αγορά του ΡΤΑ (γύρω στις 5 το απόγευμα) σαν την τελευταία δραστηριότητα της ημέρας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιατί έβαλες το πιο σημαντικό πράγμα τελευταίο στο πρόγραμμα; Αν θέλεις στ’αλήθεια να το αγοράσεις, δεν πρέπει να το αναζητήσεις νωρίτερα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχα την εντύπωση ότι ο μέσος Ιάπωνας προσπαθούσε συνήθως να αποκτήσει το αντικείμενο που είχε βάλει στόχο το συντομότερο δυνατό. Ίσως όμως η Χάρουκα να είχε άλλους σκοπούς όταν το έβαλε τελευταίο στο πρόγραμμα, μπορεί να της αρέσει να αφήνει το καλύτερο για το τέλος;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Απαντώντας στην ερώτησή μου, η Χάρουκα μισόκλεισε παιχνιδιάρικα τα μάτια της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αν το πάρουμε στην αρχή της ημέρας, αυτό θα σήμαινε ότι το ταξίδι μας θα έχει τελειώσει. Και είναι κάτι που περίμενα με τόση λαχτάρα...θα είναι κρίμα να τελειώσει έτσι γρήγορα. Κι έπειτα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Κι έπειτα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Κι έπειτα...νομίζω πως είναι καλύτερα να αφήσουμε την πιο σημαντική δραστηριότητα για το τέλος της ημέρας.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Φαίνεται πως η Χάρουκα είναι απ’αυτούς που αφήνουν το καλύτερο μέρος για το τέλος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όπως και να είχε, η αγορά του ΡΤΑ ήταν ο κύριος στόχος της ημέρας. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως πριν απ’τον κύριο στόχο, φαινόταν πως είχαμε αρκετούς δευτερεύοντες στόχους να εκπληρώσουμε. Έτσι οι δυο μας αρχίσαμε τα ψώνια μας στην Ακιχαμπάρα ακολουθώντας το πρόγραμμα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτό το μέρος...είναι όπως πάντα γεμάτο κόσμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όπου και να γυρίζαμε, βλέπαμε πόστερ από άνιμε και βιντεοπαιχνίδια, ακόμα και μερικές διαφημίσεις σε φυσικό μέγεθος. Εδώ ήταν σαν να περνούσες σε άλλη διάσταση, σου έδινε την αίσθηση ενός τελείως διαφορετικού κόσμου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χμμ...Θα στρίψουμε αριστερά σ’αυτή τη διασταύρωση, θα προχωρήσουμε ευθεία για λίγο, και μετά θα στρίψουμε δεξιά...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα κοιτούσε το χάρτη καθώς με οδηγούσε μέσα απ’αυτό τον περίεργο καινούριο&lt;br /&gt;
κόσμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
...Μα πώς τον διαβάζει αυτό το χάρτη; Εμένα αυτός ο χάρτης μου θύμιζε όλο και περισσότερο χέλια με στομάχια μπλεγμένα μεταξύ τους, και ασφαλώς χρειαζόταν κάποιου είδους ταλέντο για να μπορέσει κανείς να σχεδιάσει κάτι τέτοιο. Ωστόσο, χρειαζόταν ακόμα μεγαλύτερο ταλέντο για να μπορέσει κανείς να αποκρυπτογραφήσει αυτό το χάρτη...Αν και εγώ προσωπικά δε θα ήθελα ποτέ να έχω ένα τέτοιο ταλέντο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Και αφού στρίψουμε δεξιά εδώ, πρέπει να δούμε ένα άσπρο κτίριο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Χάρη στη Χάρουκα, δε χαθήκαμε και φτάσαμε με ασφάλεια σε καθένα από τους προορισμούς μας, εκπληρώνοντας σύντομα όλους τους δευτερεύοντες στόχους μας(ψώνια σε μαγαζιά άνιμε, αγορά ειδών οτάκου κλπ.). Τώρα πηγαίναμε για τον τέταρτο στόχο μας – ένα βιβλιοπωλείο άνιμε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Καθώς διασχίζαμε τον τεράστιο δρόμο, πέσαμε πάνω σε πολλές μικρές ομάδες ανθρώπων. Υπήρχαν κάπου τριάντα σαράντα άνθρωποι που σχημάτιζαν ουρές έξω από κάποια μαγαζιά. Ίσως να συμμετείχαν σε κάποια εκδήλωση; Μια τόσο ζεστή μέρα, χαρά στο κουράγιο τους. Θα ήθελα να τους κρατήσω τη θέση στην ουρά να πάρουν μια ανάσα για λίγο. Αλλά βέβαια, αυτό δεν ήταν δυνατό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Καθώς τους κοίταζα,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αχ! Αυτό είναι!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα, που στεκόταν δίπλα μου, ξαφνικά έφυγε τρέχοντας. Αχ, όχι πάλι! Στόχος της&lt;br /&gt;
ήταν ακόμα ένα κατάστημα, και μπορούσα μόνο να κοιτάζω σιωπηλά την&lt;br /&gt;
ενθουσιασμένη της σιλουέτα που έτρεχε ολοταχώς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ήταν ήδη η τρίτη φορά που συνέβαινε αυτό, οπότε δεν με ξάφνιαζε πλέον.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αργά αργά κατευθύνθηκα προς τα κει που είχε πάει η Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα είχε κολλήσει ολόκληρη πάνω στη βιτρίνα του μαγαζιού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι όμορφη...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η ματιά της ήταν καρφωμένη σε μια φιγούρα ενός κοκκινομάλικου κοριτσιού που έπαιζε πιάνο (η τιμή του ήταν πανάκριβη, εικοσιπέντε χιλιάδες γεν.......) Το ύφος της ήταν σαν ενός νεαρού που περνάει κάθε μέρα από το οργανοπωλείο για να χαζέψει την αγαπημένη του τρομπέτα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα ορμούσε σαν ταύρος μπροστά στο κόκκινο πανί κάθε φορά που έβλεπε κάτι&lt;br /&gt;
που της άρεσε, αγνοώντας οτιδήποτε συνέβαινε γύρω της. Ακόμα και μένα δίπλα της&lt;br /&gt;
με ξεχνούσε εντελώς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γι’αυτό και αρκετές φορές ήδη είχα βρεθεί σε μια άβολη κατάσταση κατά την οποία κουβαλούσα κάμποσες τσάντες πράγματα αλλά με είχε εγκαταλείψει η συνοδός μου, κάτι που μου έδινε μια αίσθηση κενού και μοναξιάς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί είμαι εδώ; Άρχισα να αναρωτιέμαι το λόγο της ύπαρξής μου εδώ...Όμως όσο περνούσε η ώρα, σιγά σιγά συμφιλιώθηκα μ’αυτό το αίσθημα κενού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δεν είναι ένα είδος ευτυχίας που μπορώ να δω κάτι τόσο χαριτωμένο;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ωστόσο, δε με πείραζε και τόσο η εγκατάλειψή μου από τη Χάρουκα τώρα που έβλεπα πόσο ευτυχισμένη ήταν, κάτι που σίγουρα δε θα έβλεπα ποτέ στο σχολείο. Γιατί και μόνο που έβλεπα ένα τόσο αθώο και χαρούμενο ‘Άστρο της Νύχτας’ ήταν η καλύτερη ανταμοιβή για μένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μετά από ένα τέταρτο, η Χάρουκα ακόμα δεν έδειχνε διατεθειμένη να ξεκολλήσει από τη βιτρίνα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Εμμ...αν σου αρέσει τόσο, γιατί δεν το αγοράζεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν συνεχιστεί αυτό, θα παρεμποδίσουμε τη λειτουργία του καταστήματος. Όμως όταν έκανα αυτή την πρόταση στη Χάρουκα, μου απάντησε με θλιμμένο ύφος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Υπάρχουν τόσα που θέλω να αγοράσω, αλλά...δεν έχω αρκετά χρήματα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χρήματα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ποιος θα το περίμενε ότι η κόρη μιας οικογένειας πιο πλούσιας κι απ’τον αυτοκράτορα θα έλεγε ποτέ κάτι τέτοιο. Κρίνοντας από τον τρόπο ζωής τους, το χαρτζηλίκι της Χάρουκα πρέπει να ήταν τουλάχιστον ένα εκατομμύριο γεν το μήνα, και το δώρο της για την Πρωτοχρονιά τουλάχιστον πέντε εκατομμύρια γεν, σωστά;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όταν τη ρώτησα σχετικά,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ό...όχι, κάθε άλλο!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα κούνησε έντονα αρνητικά το κεφάλι της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Το χαρτζηλίκι μου είναι πολύ μικρό...Με μεγάλη δυσκολία καταφέρνω να βάζω στην άκρη λίγα χρήματα κάθε μήνα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δηλαδή πόσα σου δίνουν το μήνα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ήθελα να μάθω περισσότερα, για να ξέρω για άλλη φορά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Να...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Το ποσό που βγήκε από τα χείλη της Χάρουκα παραδόξως δεν διέφερε και πολύ από το δικό μου χαρτζηλίκι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αυτό κι αν είναι έκπληξη...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχα πραγματικά εκπλαγεί. Η μεγαλύτερη κόρη της πλούσιας και ισχυρής οικογένειας Νογκιζάκα να παίρνει περίπου το ίδιο χαρτζηλίκι με το γιο της μικροαστικής οικογένειας Αγιάσε, που δεν ήξερε ούτε το γενεαλογικό της δέντρο πέρα από λίγες γενιές, αυτό ήταν κάτι που θα ξάφνιαζε τον καθένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ο πατέρας μου είναι πολύ αυστηρός...Για σήμερα μόνο, έβγαλα μέχρι και το μονάκριβο χαρτονόμισμά μου των δέκα χιλιάδων γεν από το κουτί με τις οικονομίες μου...ακόμα και το γουρουνάκι μου πήγε να συναντήσει τον Κύριο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γουρουνάκι...Τον κουμπαρά της εννοούσε;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γι’αυτό δεν μπορώ να ξοδέψω τα χρήματά μου ασυλλόγιστα...Δεν πειράζει, χαίρομαι και μόνο που το κοιτάζω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα γέλασε χαρούμενα. Στ’αλήθεια καταφέρνει πάντα να κερδίζει τη στοργή των άλλων και μόνο μ’αυτό. Χάρουκα, σου υπόσχομαι να σ’αφήσω να κοιτάξεις τη βιτρίνα όσο θες (τουλάχιστον μέχρι να έρθουν οι υπάλληλοι να μας διώξουν)!&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Eirini kl</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Nogizaka_Haruka_no_Himitsu_(Greek):Volume1_Chapter2&amp;diff=96471</id>
		<title>Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek):Volume1 Chapter2</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Nogizaka_Haruka_no_Himitsu_(Greek):Volume1_Chapter2&amp;diff=96471"/>
		<updated>2011-05-21T19:04:32Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Eirini kl: /* 0 */&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;  &lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Κεφάλαιο 2&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
==&#039;&#039;&#039;0&#039;&#039;&#039;==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Ήταν μια καυτή Κυριακή του Μαΐου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στεκόμουν μπροστά από ένα κατάστημα που βρισκόταν στο μεγαλύτερο δρόμο μαγαζιών με ηλεκτρονικά στην Ιαπωνία. &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Κοιτώντας το παράξενο θέαμα μπροστά μου, δεν μπόρεσα να μην αφήσω ένα σιωπηλό αναστεναγμό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Γιατί δε βγήκε ακόμα; Τόση ώρα παίζω...» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα πανέμορφο κορίτσι μουρμούρισε με απογοήτευση στα μάτια της γέρνοντας το κεφαλάκι της στο πλάι. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αυτή η έκφραση δεν ήταν και τόσο παράδοξη, μια και το όμορφο κορίτσι είναι, κατά βάση, άνθρωπος (αν και αρκετοί θα διαφωνούσαν ως προς αυτό), και μοιάζει να βασανίζεται από ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα. Στην πραγματικότητα, το πράγμα δεν ήταν και τόσο περίπλοκο, απλώς...  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Απλώς, η ουσία του προβλήματος είναι.......το αντικείμενο που το όμορφο κορίτσι κρατούσε στο δεξί της χέρι, και το αντικείμενο μπροστά στα μάτια της. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πάλι δεν το πέτυχα...» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα ντελικάτα δάχτυλα κρατούσαν σφιχτά ένα σφαιρικό αντικείμενο κάπου 6 εκ. σε διάμετρο, που είχε βγει από ένα μηχάνημα με κερματοδέκτη. Αυτό και άλλα παρόμοια αντικείμενα έβγαιναν το ένα πίσω από το άλλο εδώ και αρκετή ώρα, από κάτι που ο απλός κόσμος αποκαλεί μηχάνημα με κάψουλες. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι παράξενο...» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κάθε φορά που τσέκαρε το παιχνίδι μέσα στην ωοειδή κάψουλα, η φωνή της Χάρουκα γινόταν όλο και πιο αδύναμη, αλλά παρόλα αυτά, το χέρι που γύριζε συνεχώς το χερούλι του μηχανήματος δεν εννοούσε να σταματήσει. Ποιος θα φανταζόταν ότι είχε τέτοια προδιάθεση για εθισμό στο τζόγο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Άλλη μια φορά...Σίγουρα θα το πετύχω την επόμενη φορά...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τέλος πάντων...Αυτό το πανέμορφο κορίτσι που έριχνε μανιωδώς κέρματα στον κερματοδέκτη του μηχανήματος με κάψουλες λες και εξαρτιόταν η ζωή της απ’αυτό προκαλούσε στους άλλους μια αφόρητη αίσθηση αντιφατικότητας. Όλοι όσοι περνούσαν δίπλα μας άθελά τους γύριζαν να κοιτάξουν το περίεργο θέαμα που παρουσιάζαμε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Χάρουκα...Αρκετά δεν έπαιξες;»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήδη υπήρχαν πάνω από δέκα κάψουλες που κυλούσαν στο έδαφος γύρω της, αλλά η Χάρουκα εξακολούθησε να κουνάει αρνητικά το κεφάλι της. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Μα η Άκι-τσαν που παίζει πιάνο δε βγήκε ακόμα...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με άλλα λόγια, δε θα φύγουμε από δω αν δε βγει η Άκι-τσαν που παίζει πιάνο; Αχ βρε Χάρουκα, μην πέφτεις στην παγίδα των ύπουλων εμπορικών τεχνασμάτων......  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κλανκ κλανκ, ακούστηκε πάλι ο μοχλός. Η Χάρουκα κοίταξε το αντικείμενο μέσα στην κάψουλα και συνοφρυώθηκε έντονα με πένθιμο ύφος.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πάλι δεν το πέτυχα...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν ήξερα πια τι να κάνω και κοιτούσα αβοήθητος τη Χάρουκα να ρίχνει το ένα κέρμα μετά το άλλο στο μηχάνημα, μόνο και μόνο για να αφήνει κάθε φορά ένα αναστεναγμό βαθύ σαν το Ρήγμα Μαριάνα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τι κάνω...Τι κάθομαι και κάνω εδώ!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ούτε εγώ ο ίδιος δεν καταλαβαίνω. Είχα μια τόσο σπάνια ευκαιρία να πάω για ψώνια με τη Χάρουκα, πώς έγινε και καταλήξαμε εδώ; Εκείνη τη στιγμή, ένιωσα μια ακατανίκητη ανάγκη να ξανασκεφτώ την απόφασή μου να ακολουθήσω το νέο δρόμο που ανοίχτηκε στη ζωή μου, που είχα πάρει πριν από ένα μήνα περίπου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πώς βρέθηκα εγώ σ’αυτή την κατάσταση;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θα πρέπει να αρχίσω...από τρεις μέρες πριν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==&#039;&#039;&#039;1&#039;&#039;&#039;==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όταν τέλειωσαν οι διακοπές της Χρυσής Εβδομάδας, όλοι στο σχολείο άρχισαν να ετοιμάζονται με φούρια για τις επερχόμενες εξετάσεις του τριμήνου. Μια μέρα, μετά το σχολείο, η καθηγήτρια μουσικής που ήταν και αναπληρώτρια υπεύθυνη καθηγήτριά μου, με είχε μισοϋποχρεώσει να κάνω το βοηθό της (για την ακρίβεια με έβαλε να καθαρίσω τις τουαλέτες του προσωπικού ολομόναχος). Όταν γύρισα στην τάξη, λαχανιασμένος από την κοπιαστική εργασία, βρήκα ένα σημείωμα στο συρτάρι του θρανίου μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αν έχεις χρόνο μετά το σχολείο, έλα στο δωμάτιο μουσικής, έχω κάτι να σου πω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πώς βρέθηκε αυτό το γράμμα στο συρτάρι μου; Ο γραφικός χαρακτήρας ήταν άψογος, δε θα μου έκανε καμία εντύπωση αν οποιοσδήποτε άλλος το περνούσε για ερωτικό ραβασάκι ή κάτι ανάλογο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχε μόνο ένα ελάττωμα αυτό το γράμμα. Ένα ζώο με μάτια δαίμονα (ήταν ζώο, σωστά;) ήταν ζωγραφισμένο δίπλα στις λέξεις. Αν ένα αθώο παιδί έβλεπε κατά τύχη αυτό το σχέδιο, η ψυχούλα του θα τραυματιζόταν ανεπανόρθωτα και θα καταλάβαινε για πρώτη φορά την απανθρωπιά του κόσμου έξω απ’το καταφύγιο του σπιτιού του. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μια ματιά μου έφτασε για να καταλάβω ποιος ήταν ο συγγραφέας του γράμματος. Μόνο ένα άτομο ήξερα που μπορούσε να φτιάχνει τέτοια σατανικά σκίτσα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έπρεπε να το περιμένω...η Χάρουκα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όπως το φαντάστηκα, η υπογραφή στο γράμμα ήταν ‘Νογκιζάκα Χάρουκα’.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είναι η συμμαθήτριά μου, η πολυτάλαντη κόρη πλούσιας και ισχυρής οικογένειας, αυτή που όλοι φωνάζουν το ‘Άστρο της Νύχτας’, το πιο διάσημο κορίτσι στο σχολείο με τριψήφιο νούμερο μελών στο φαν κλαμπ της. Μπορεί να υπάρχουν κάποιοι στο Λύκειο Χακούτζου που να μην ξέρουν το όνομα του λυκειάρχη τους, αλλά κανείς που δεν ξέρει το όνομα της Χάρουκα Νογκιζάκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί κάποιος τόσο διάσημος όσο αυτή, να καλέσει έναν κοινό θνητό σαν εμένα στο δωμάτιο μουσικής μετά το σχολείο; Επειδή ήξερα ένα μυστικό της...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κοιτάζοντας το ρολόι, είδα ότι ήταν σχεδόν πέντε το απόγευμα, κοντά μιάμισι ώρα μετά το τέλος των μαθημάτων. Αν και δεν είχα κανένα τρόπο να αποφύγω την αγγαρεία που μου φόρτωσαν, φοβόμουν πως η πριγκίπισσά μου μάλλον θα είχε ήδη πάει σπίτι αφού θα περίμενε μάταια τόση ώρα να έρθω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έτρεξα στο δωμάτιο μουσικής. Δεν ήταν ψυχή στους φωτισμένους από το ηλιοβασίλεμα διαδρόμους, και οι μόνοι ήχοι που ακούγονταν ήταν από τις αθλητικές λέσχες που έκαναν προπόνηση κάτω από τα παράθυρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν και ήταν ακόμα Μάιος, έκανε ήδη πολύ ζέστη, τόσο που ακόμα και ένα σύντομο τρέξιμο το απογευματάκι με έκανε να ιδρώνω. Έβγαλα μια πετσέτα από την τσάντα μου και σκούπισα το μέτωπό μου, αποφασίζοντας να πάρω ένα κουτάκι χυμό μάνγκο (περιορισμένη έκδοση ειδικά για το καλοκαίρι) από τους αυτόματους πωλητές αναψυκτικών. Πουφ, τι ζέστη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όταν έφτασα στην πόρτα του δωμάτιου μουσικής, μπορούσα να ακούσω ομιλίες εκτός από τον ήχο του πιάνου. Φαινόταν να είναι κόσμος μαζεμένος στο δωμάτιο μουσικής. Μη μου πεις ότι είναι κι άλλοι εδώ εκτός από τη Χάρουκα; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έσπρωξα τη χοντρή, μονωμένη πόρτα. Από την άλλη μεριά της πόρτας ήταν...ο απαγορευμένος κήπος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο πρώτος άνθρωπος που αντίκρυσα ήταν η Χάρουκα. Φυσικό ήταν, αφού αυτή ήταν που&lt;br /&gt;
με κάλεσε. Θα ήταν πρόβλημα αν δεν την έβλεπα εκεί. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως...γιατί υπήρχαν τόσα κορίτσια γύρω από τη Χάρουκα;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχαν περικυκλώσει τελείως τη Χάρουκα που έπαιζε πιάνο. Με μια πρώτη ματιά, υπήρχαν πάνω από δέκα κορίτσια από όλες τις τάξεις, από την πρώτη ως την τρίτη λυκείου. Λες να ζήλευαν τη δημοτικότητα του ‘Άστρου της Νύχτας’; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
...Μπα, αδύνατον, κανείς ποτέ δε ζηλεύει τη Χάρουκα. Κρίνοντας από τις εκφράσεις στα πρόσωπά τους καθώς κοίταζαν τα ντελικάτα δάχτυλα της Χάρουκα να χορεύουν πάνω στα πλήκτρα του πιάνου, προφανώς ξεχείλιζαν από θαυμασμό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έτσι έμενε μόνο μια απάντηση. Η Χάρουκα Νογκιζάκα, το ‘Άστρο της Νύχτας’, ήταν εξίσου δημοφιλής με τα κορίτσια όπως ήταν και με τα αγόρια. Με άλλα λόγια, στα μάτια των άλλων κοριτσιών, η Χάρουκα είχε απίστευτη επιρροή. Τόσο που απλώς παίζοντας πιάνο στο δωμάτιο μουσικής μάζευε κόσμο γύρω της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Στο τέλος του κομματιού, όλα τα κορίτσια χειροκρότησαν με ενθουσιασμό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χάρουκα-σενπάι, αυτό ήταν πολύ ωραίο κομμάτι, πως λέγεται;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αυτό ήταν το ‘Jeux d’eau’ (παιχνίδια του νερού), του Γάλλου συνθέτη Μωρίς Ραβέλ.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ουάου, μπορούσες να νιώσεις στ’αλήθεια το κυμάτισμα του νερού! Εγώ καταγοητεύτηκα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Πραγματικά μου έδωσε την αίσθηση ενός κελαρυστού ρυακιού.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τα κορίτσια αντάλλασσαν συνεπαρμένα τις απόψεις τους πάνω στο κομμάτι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Χμμ...Ώστε αυτός είναι ο κόσμος των κοριτσιών! Ένα λιβάδι με κρίνους ήταν το σκηνικό αυτού του κόσμου, που σε τραβούσε σαν μαγνήτης. Εκείνη τη στιγμή, τα κορίτσια ήταν απασχολημένα να θαυμάζουν τη Χάρουκα, κι αυτή ήταν απασχολημένη να απαντάει στις ερωτήσεις τους, κι έτσι κανείς δεν είχε προσέξει πως είχα μπει στο δωμάτιο...Κάτι που με έκανε να νιώθω παραγκωνισμένος και ασήμαντος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δεν είχα άλλη επιλογή από του να ανακοινώσω την παρουσία μου στο δωμάτιο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έι, Χάρουκα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Της έγνεψα από τη γωνιά του δωματίου. Όπως το περίμενα...τα λόγια μου άλλαξαν μεμιάς την ατμόσφαιρα στο δωμάτιο, αν και δεν ήταν αυτή η πρόθεσή μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Ποιος είναι αυτός;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Φώναξε τη Χάρουκα-σενπάι με το μικρό της, τι σχέσεις έχουν;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ο Αγιάσε είναι, από την τάξη 1...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πάνω από δέκα δολοφονικές ματιές καρφώθηκαν ταυτόχρονα πάνω μου. Μ...μήπως έκανα κάτι που δεν έπρεπε;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κρύος ιδρώτας με έλουσε, και άθελά μου έκανα ένα βήμα πίσω. Εκείνη τη στιγμή, η Χάρουκα πρόσεξε επιτέλους την παρουσία μου και μου χαμογέλασε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α, Γιούτο-σαν, ήρθες, συγγνώμη που σε έκανα να περιμένεις!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Η Χάρουκα-σενπάι τον φώναξε με το μικρό του...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Η Χάρουκα-σενπάι μοιάζει πολύ χαρούμενη...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ποιος νομίζει πως είναι για να κάνει κάτι τέτοιο!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Οι διαπεραστικές ματιές των κοριτσιών έγιναν ακόμα πιο κοφτερές, και ένιωσα σαν να με έβαλαν να γονατίσω στο χαλί από βελόνες από το ‘Θρύλο του Βασιλιά Αρθούρου’ με ένα βράχο στα γόνατά μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λυπάμαι πολύ, αλλά είχαμε κανονίσει να συναντηθούμε. Θα σταματήσουμε εδώ για σήμερα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα έκλινε απολογητικά το κεφάλι της καθώς τα κορίτσια εξέφραζαν τις αντιρρήσεις&lt;br /&gt;
τους με φωνές του τύπου ‘Όχι!’, ‘Θέλουμε να ακούσουμε κι άλλο τη σενπάι να&lt;br /&gt;
παίζει πιάνο’. Παρόλα αυτά, έφυγαν από το δωμάτιο μουσικής, μην τολμώντας να&lt;br /&gt;
αντιταχθούν στην απόφαση της Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Καθώς περνούσαν από δίπλα μου, κάποιες μου έριχναν φαρμακερά βλέμματα, κι άλλες πάλι εκτόξευαν χαμηλόφωνα μια ποικιλία θανάσιμων απειλών που ξεκινούσαν από ‘Έτσι και κάνεις τίποτα περίεργο στη Χάρουκα-σενπάι, θα σε μαχαιρώσω!», και έφταναν μέχρι ‘Να προσέχεις όταν περπατάς μόνος σου το βράδυ!’ ή και μέχρι πολύ ακραίες όπως ‘Έχε το νου σου για κανένα αδέσποτο σωλήνα με βιτριόλι!’&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Τι ήθελες να μου πεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αφού βεβαιώθηκα ότι οι Ερινύες, τα κορίτσια ήθελα να πω, είχαν όντως φύγει από το δωμάτιο (θα ήταν πολύ επικίνδυνα τα πράγματα αν δεν είχαν φύγει), μπήκα στο θέμα για το οποίο είχα έρθει ως εκεί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα χαμήλωσε το κεφάλι της και με ρώτησε ντροπαλά,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιούτο-σαν...Είσαι ελεύθερος αυτή την Κυριακή;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Την Κυριακή; Ναι, δεν έχω κανονίσει τίποτα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν και αναρωτιόμουν γιατί με ρώτησε κάτι τέτοιο η Χάρουκα, προφανώς δε μπορούσα να της πω ότι είχα να κάνω τη μπουγάδα της βλαμμένης της αδερφής μου τις Κυριακές (και γενικά τις δουλειές του νοικοκυριού). Εν τω μεταξύ, η Χάρουκα πήρε πολύ ευτυχισμένο ύφος μόλις άκουσε την απάντησή μου, και μετά μου έκανε ανήσυχα άλλη μια ερώτηση...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τ...Τότε, θα μπορούσες να βγεις μαζί μου;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Εκείνη τη στιγμή, το μυαλό μου άδειασε τελείως καθώς προσπαθούσα απεγνωσμένα να επεξεργαστώ το νόημα πίσω από τα λόγια της Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γκαχ...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτή η αναπάντεχη πρόταση είχε κυριολεκτικά βραχυκυκλώσει το μυαλό μου. Μη μου πεις πως αυτό ήταν...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ραντεβού;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα μόλις μου ζήτησε να βγούμε ραντεβού;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Όχι όχι όχι, δεν είναι αυτό, όχι ραντεβού...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα έγνεψε έντονα αρνητικά, κατακόκκινη σαν αστακός. Βλέποντας πόσο πεισματικά αρνιόταν ότι επρόκειτο για ραντεβού...ένιωσα ένα τσίμπημα απογοήτευσης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δεν είναι ραντεβού, απλώς ήθελα να αγοράσω κάτι και θα ήθελα να έρθεις μαζί μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μου εξήγησε η κατακόκκινη Χάρουκα. Αν και έχουμε εξαιρετικά καλές σχέσεις εδώ και ένα μήνα, δεν υπήρχε περίπτωση να μου ζητήσει το ‘Άστρο της Νύχτας’ να βγούμε ραντεβού. Αλλά...από την άλλη, οι περισσότεροι κάτι τέτοιο (να πάνε δυο άνθρωποι για ψώνια μαζί) δε θα το θεωρούσαν ραντεβού;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λοιπόν...Λοιπόν τι λες; Φυ...φυσικά αν δε θέλεις, δεν έχεις καμία υποχρέωση να...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όχι, εντάξει είμαι, θα έρθω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Απάντησα πιο γρήγορα κι από την ταχύτητα του φωτός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όποιος τολμούσε να αρνηθεί μια πρόσκληση από τη Χάρουκα θα του άξιζε να τον φάνε χίλιοι δαίμονες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αλήθεια;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ξαφνικά η Χάρουκα άστραψε από χαρά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Σε...σ’ευχαριστώ. Επειδή είναι η πρώτη φορά που θα πάω εκεί, δε θα ένιωθα καθόλου ασφαλής μόνη μου...Αναρωτιόμουν τι θα έκανα αν αρνιόσουν, Γιούτο-σαν.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Χμμ, για κάποιο λόγο θα δεχόμουν με μεγάλη μου χαρά. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι πετούσα στα σύννεφα από τη χαρά μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όταν λες για ψώνια, εννοείς...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όταν έκανα αυτή την κρίσιμη ερώτηση, μου απάντησε με ένα τόσο ωραίο χαμόγελο που θα έκανε κάθε έφηβο αγόρι στο δρόμο να ερωτευτεί το ‘Άστρο της Νύχτας’.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ναι, στην Ακιχαμπάρα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Εντάξει...Τα καταλάβαινα όλα τώρα. Αυτό είναι το μυστικό της Χάρουκα Νογκιζάκα. Ο παράξενος δεσμός που την ενώνει μαζί μου, η αναπάντεχη πλευρά του ‘Άστρου της Νύχτας’ που δε γνωρίζει κανείς εκτός από μένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πώς να το κάνουμε...η Χάρουκα Νογκιζάκα...είναι οτάκου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==&#039;&#039;&#039;2&#039;&#039;&#039;==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κι έτσι ήταν που αποφάσισα πώς θα περνούσα εκείνη την Κυριακή μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Για να είμαι ειλικρινής, δεν ήμουν και τόσο ενθουσιασμένος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Φυσικά, δεν ήταν ότι δεν ήθελα να περάσω την Κυριακή παρέα με τη Χάρουκα. Θα έπρεπε να πετάω από χαρά γι’αυτή της την πρόσκληση, μια που έτσι θα περνούσα την Κυριακή μόνος μου με το ‘Άστρο της Νύχτας’, κάτι που ήταν σαφώς καλύτερο από το να πλένω ρούχα στο σπίτι. Και η Χάρουκα είναι πανέμορφη, άρα θα έπρεπε να είμαι στον έβδομο ουρανό και μόνο που θα ήμουν μαζί της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο λόγος για την έλλειψη ενθουσιασμού μου ήταν ότι μέχρι σήμερα είχα μόνο κακές αναμνήσεις από την Ακιχαμπάρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Εκείνη η μέρα ήταν η τρίτη φορά στη ζωή μου που βρισκόμουν στην Ακιχαμπάρα. Οι δυο προηγούμενες φορές ήταν μάλλον οδυνηρές εμπειρίες, και λίγα λέω...βέβαια γι’αυτό δεν έφταιγε η Ακιχαμπάρα αλλά ο ηλίθιος που με κουβάλησε εκεί. Όμως οι τραυματικές αναμνήσεις που είχα από τις δυο πρώτες επισκέψεις μου στην Ακιχαμπάρα δεν ήταν δυνατό να φύγουν τόσο εύκολα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Την πρώτη φορά που είχα έρθει εδώ πήγαινα στην πρώτη δημοτικού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τότε είχα δεχτεί την πρόσκληση του Νομπουνάγκα, και άφησα την ασφάλεια του σπιτιού μου για να έρθω σ’αυτό τον πελώριο δρόμο με τη διάθεση να ζήσω την περιπέτεια. Όμως μόλις μια ώρα αργότερα, είχα μετανιώσει πικρά γι’αυτή μου την απόφαση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί χάθηκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ήμουν ολομόναχος μέσα στον πολύβουο, κατάμεστο από ανθρώπους δρόμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο λόγος γι’αυτό ήταν απλούστατα ότι ο τύπος που με είχε φέρει μέχρι εκεί ξέχασε εντελώς την ύπαρξή μου με το που έτρεξε να αγοράσει τα πράγματα που ήθελε. Είχαμε την ίδια ηλικία, όμως αυτός στην Ακιχαμπάρα ένιωθε σαν στο σπίτι του, ενώ εγώ από την άλλη έχασα τελείως τον προσανατολισμό μου μόλις βρέθηκα εκεί (κάτι που μου συμβαίνει αρκετά συχνά), κι έτσι δεν άργησα να χαθώ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κι αφού είχα χαθεί, προφανώς δε μπορούσα να βρω το δρόμο για το σταθμό του τραίνου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μετά από δυο ατέλειωτες ώρες κλαυθμού και οδυρμού, με περιμάζεψε ένας αστυνομικός και με βοήθησε να πάω σπίτι μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η δεύτερη φορά ήταν μετά από λίγα χρόνια, όταν πήγαινα στην έκτη δημοτικού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν και είχα ορκιστεί να μην ξαναπατήσω ποτέ στην Ακιχαμπάρα, για μια ακόμα φορά δέχτηκα την πρόσκληση του φίλου μου. Και για μια ακόμα φορά ο τύπος με παράτησε στα κρύα του λουτρού την ώρα που ψωνίζαμε. Εκείνες οι ώρες είναι μια πολύ σκοτεινή περίοδος της ζωής μου ακόμα και τώρα, παρόλο που εκείνη τη φορά κατάφερα να βρω μόνος μου το δρόμο για το σπίτι μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Και γι’αυτό ακόμα και τώρα έχω ένα αίσθημα φόβου και ανασφάλειας γι’αυτό το δρόμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχαμε συμφωνήσει να συναντηθούμε μπροστά στο σταθμό του τραίνου στην Ακιχαμπάρα. Επειδή ήταν Κυριακή, ο σταθμός ήταν πλημμυρισμένος από κόσμο. Α ναι, η Χάρουκα είχε πει ότι ήταν η πρώτη φορά που πήγαινε στην Ακιχαμπάρα. Ξαφνιάστηκα όταν το άκουσα, αλλά όταν το ξανασκέφτηκα, δεν ήταν και τόσο περίεργο. Στον ένα μήνα της γνωριμίας μας, γνώριζα ήδη καλά ότι η Χάρουκα ήταν μια όμορφη, έξυπνη, καλόκαρδη και ταλαντούχα κόρη πλούσιας και ισχυρής οικογένειας, πράγμα που σήμαινε ότι σαν οτάκου δεν είχε μεγάλη εμπειρία, αλλά μπορούσα να καταλάβω ότι οι δυνατότητες εξέλιξής της στον τομέα αυτό ήταν μεγαλύτερες κι από το Έβερεστ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όπως ήμουν χαμένος στις σκέψεις μου...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Περιμένεις πολλή ώρα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κατά φωνή, όσο εγώ ήμουν απορροφημένος από τις σκέψεις μου, η Χάρουκα είχε ήδη φτάσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Με συγχωρείς, προσπάθησα να είμαι στην ώρα μου...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όχι, δεν άργησες, εγώ ήρθα νωρίς.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αλήθεια έλεγα. Για να είμαι ακριβής, ανυπομονούσα τόσο να περάσω τη μέρα με τη Χάρουκα, που σηκώθηκα από τα άγρια χαράματα. Ήμουν ενθουσιασμένος σαν σχολιαρόπαιδο πριν την εκδρομή του σχολείου. Επειδή ντρεπόμουν λιγάκι γι’αυτό, δεν τόλμησα να το πω στη Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως ακόμα κι έτσι!!!&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Eirini kl</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Nogizaka_Haruka_no_Himitsu_(Greek)&amp;diff=96470</id>
		<title>Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek)</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Nogizaka_Haruka_no_Himitsu_(Greek)&amp;diff=96470"/>
		<updated>2011-05-21T19:03:46Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Eirini kl: /* Τόμος 1 */&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;[[Image:Nogizaka_Haruka_no_Himitsu_vol_1_cover.jpg|230px|thumb|Volume 1 Cover]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Nogizaka Haruka no Himitsu (乃木坂春香の秘密, μτφ. Το μυστικό της Χάρουκα Νογκιζάκα) είναι ένα ιαπωνικό ελαφρό μυθιστόρημα σε συνέχειες γραμμένο από τον Yūsaku Igarashi. Εικονογράφηση από Shaa.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μπορείτε να διαβάσετε το Nogizaka Haruka no Himitsu και στις ακόλουθες γλώσσες:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*[[Nogizaka Haruka no Himitsu|English (Αγγλικά)]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Περίληψη ιστορίας==&lt;br /&gt;
Ο πρωταγωνιστής, Γιούτο Αγιάσε, είναι ένα συνηθισμένο αγόρι χωρίς ιδιαίτερα χαρίσματα. Πηγαίνει σε ένα ιδιωτικό σχολείο, όπου είναι ένας από τους πολλούς, χωρίς να ξεχωρίζει ιδιαίτερα, ώσπου μια μέρα, ανακαλύπτει κατά τύχη το μυστικό της πριγκίπισσας του σχολείου Χάρουκα Νογκιζάκα, και η ζωή του αλλάζει για πάντα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Χάρουκα, το τελειότερο και πιο απλησίαστο κορίτσι του σχολείου, θαυμάζεται τόσο για την ομορφιά και την εξυπνάδα της, ώστε οι συμμαθητές της τη φωνάζουν Άστρο της Νύχτας και Αστραφτερή Πριγκίπισσα του Πιάνου. Κανείς όμως δε γνωρίζει ότι όλα αυτά δεν είναι παρά μια μάσκα που κρύβει την αληθινή της φύση. Γιατί, στην πραγματικότητα, είναι μια φανατική οπαδός των άνιμε και των μάνγκα, μια γνήσια οτάκου.&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
== Μετάφραση ==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
=== [[Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek):Registration Page|Σελίδα εγγραφών]] ===&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όσοι θέλουν να συμβάλλουν στη μετάφραση παρακαλούνται να ειδοποιήσουν πρώτα τον υπεύθυνο του προγράμματος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039; Ζητείται από τους μεταφραστές να [[Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek):Registration Page|δηλώσουν]] τα κεφάλαια πάνω στα οποία εργάζονται&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Οδηγίες διαμόρφωσης===&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Κάθε Κεφάλαιο (μετά τη διόρθωση) πρέπει να συμβαδίζει με τις γενικές οδηγίες διαμόρφωσης.&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
*[[Format_guideline|Γενικές οδηγίες διαμόρφωσης]] (English)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
== Πρόοδος ==&lt;br /&gt;
19 Δεκεμβρίου 2010 - Έναρξη έργου&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
19 Δεκεμβρίου 2010 - Ολοκλήρωση προλόγου, Τόμος 1&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
6 Μαρτίου 2011 - Ολοκλήρωση Κεφαλαίου 1, Τόμος 1&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
== Nogizaka Haruka no Himitsu από τον Yūsaku Igarashi ==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 1===&lt;br /&gt;
::*[[Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek):Volume1_Illustrations|Εικόνες  μυθιστορήματος]]&lt;br /&gt;
::*[[Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek):Volume1_Prologue|Πρόλογος]]&lt;br /&gt;
::*[[Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek):Volume1_Chapter1|Κεφάλαιο 1]]&lt;br /&gt;
::*[[Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek):Volume1_Chapter2|Κεφάλαιο 2 (35%)]]&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Επίλογος&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του Μεταφραστή&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 2===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες  μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 7&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 8&lt;br /&gt;
::*Επίλογος&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του Μεταφραστή&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 3===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες  μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 9&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 10&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 11&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 12&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του Μεταφραστή&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Teaser==&lt;br /&gt;
[[Nogizaka_Haruka_no_Himitsu:Teaser 1|Teaser 1]], [[Nogizaka_Haruka_no_Himitsu:Teaser 2|Teaser 2]], [[Nogizaka_Haruka_no_Himitsu:Teaser 3|Teaser 3]], [[Nogizaka_Haruka_no_Himitsu:Teaser 4|Teaser 4]], [[Nogizaka_Haruka_no_Himitsu:Teaser 5|Teaser 5]], [[Nogizaka_Haruka_no_Himitsu:Teaser 6|Teaser 6]] and [[Nogizaka_Haruka_no_Himitsu:Teaser 7|Teaser 7]] forum translation by [[User:ShadowZeroHeart|ShadowZeroHeart]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Προσωπικό Έργου==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*Project Administrator:  &lt;br /&gt;
*Project Supervisor: &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Μεταφραστές===&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
:*[[user:eirini_kl|eirini_kl]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όσοι μεταφραστές επιθυμούν να συμμετέχουν είναι ευπρόσδεκτοι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Διορθωτές===&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όσοι διορθωτές γνωρίζουν καλά αγγλικά και ελληνικά είναι ευπρόσδεκτοι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Κυκλοφορίες σειράς==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*Τόμος 1 - Κυκλοφόρησε 2004.10.25 ISBN 4-8402-2830-2 &lt;br /&gt;
*Τόμος 2 - Κυκλοφόρησε 2005.6.25 ISBN 4-8402-3059-5 &lt;br /&gt;
*Τόμος 3 - Κυκλοφόρησε 2005.12.25 ISBN 4-8402-3234-2 &lt;br /&gt;
*Τόμος 4 - Κυκλοφόρησε 2006.6.25 ISBN 4-8402-3447-7 &lt;br /&gt;
*Τόμος 5 - Κυκλοφόρησε 2006.12.25 ISBN 4-8402-3634-8 &lt;br /&gt;
*Τόμος 6 - Κυκλοφόρησε 2007.6.25 ISBN 978-4-8402-3880-9 &lt;br /&gt;
*Τόμος 7 - Κυκλοφόρησε 2007.12.25 ISBN 978-4-8402-4115-1 &lt;br /&gt;
*Τόμος 8 - Κυκλοφόρησε 2008.7.25 ISBN 978-4-04-867127-9 &lt;br /&gt;
*Τόμος 9 - Κυκλοφόρησε 2008.12.25 ISBN 978-4-04-867419-5&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Category:Alternative Languages]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Category:Greek|Ελληνικά]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Eirini kl</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Toradora!_(Greek)&amp;diff=95873</id>
		<title>Toradora! (Greek)</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Toradora!_(Greek)&amp;diff=95873"/>
		<updated>2011-05-16T22:35:44Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Eirini kl: /* Τόμος 2 */&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;[[Image:Toradora! novel cover.jpg|200px|thumb|Volume 01 cover.]]&lt;br /&gt;
Ιστοσελίδα του έργου Toradora! (とらドラ！). &#039;Ολοι είναι ευπρόσδεκτοι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μπορείτε να διαβάσετε τη σειρά Toradora!  και στις ακόλουθες γλώσσες:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*[[Toradora!|English (Αγγλικά)]]&lt;br /&gt;
*[[Toradora! (German)|Deutsch (Γερμανικά)]]&lt;br /&gt;
*[[Toradora! (Español)|Español (Ισπανικά)]]&lt;br /&gt;
*[[Toradora (Italian)|Italiano (Ιταλικά)]]&lt;br /&gt;
*[[Toradora! (Russian)|Русский (Ρωσικά)]]&lt;br /&gt;
*[[Toradora! (Romanian)|Română (Ρουμανικά)]]&lt;br /&gt;
*[[Toradora (Saling Tagalog)|Wikang Tagalog (Ταγκαλόγκ)]]&lt;br /&gt;
*[[Toradora! (Turkish)|Türkçe (Τουρκικά)]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
(Σημείωση: Η πρόοδος της μετάφρασης διαφέρει για κάθε γλώσσα.) &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Περίληψη ιστορίας==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Ρυουτζί Τακάσου ξεκινάει το δεύτερο έτος του λυκείου προσπαθώντας να κάνει όσο καλύτερη εντύπωση μπορεί. Ωστόσο υπάρχει κάτι που τον βασανίζει: παρά την ευγενική του προσωπικότητα έχει κληρονομήσει τα τρομακτικά μάτια του μαφιόζου πατέρα του, κάτι που συχνά κάνει τους συμμαθητές του να τον παρεξηγούν. Όμως αυτό θα αλλάξει την πρώτη ημέρα της νέας σχολικής χρονιάς όταν κατά λάθος πέφτει πάνω στο πιο επικίνδυνο πλάσμα του σχολείου - την Τάιγκα Αισάκα, γνωστή και ως Τίγρη Μινιατούρα. Παρά το μικροσκοπικό της μέγεθος, η Τάιγκα έχει πολύ ατίθαση συμπεριφορά και όπου πάει την ακολουθεί η αιματηρή της φήμη, από την οποία προήλθε και το παρατσούκλι της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μετά την άτυχη συνάντησή του με την Τάιγκα, ο Ρυουτζί κάνει ό,τι μπορεί για να την αποφύγει. Ωστόσο κατά τύχη ανακαλύπτει ότι η Τάιγκα είναι ερωτευμένη με τον καλύτερό του φίλο Γιουσάκου Κιταμούρα, ενώ και η Τάιγκα μαθαίνει ότι είναι ερωτευμένος με τη δική της καλύτερη φίλη Μινόρι Κουσιέντα. Και έτσι η Τάιγκα αποφασίζει να κάνει τον Ρυουτζί ένα είδος &amp;quot;προσωπικού υπηρέτη&amp;quot; που θα τη βοηθήσει να τα φτιάξει με τον Κιταμούρα, και σε αντάλλαγμα, προσφέρεται να τον βοηθήσει να έρθει πιο κοντά με τη Μινόρι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μια και τα σπίτια τους τυχαίνει να βρίσκονται κοντά, και λόγω της μανίας του Ρυουτζί για την καθαριότητα και τη νοικοκυροσύνη, η Τάιγκα καταλήγει να περνάει σχεδόν όλο το χρόνο της στο σπίτι του Ρυουτζί, εκτός από τις ώρες του ύπνου. Με τον καιρό, ο Ρυουτζί βλέπει μια πλευρά της Τάιγκα που οι περισσότεροι αγνοούν, και η σχέση τους γίνεται τόσο στενή ώστε αρχίζουν να κυκλοφορούν φήμες ότι οι δυο τους είναι ζευγάρι.&lt;br /&gt;
Έτσι ξεκινάει η σύγκρουση ανάμεσα στην Τίγρη και το Δράκο - το Toradora!&lt;br /&gt;
== Μετάφραση ==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
=== [[Toradora! (Greek): Registration Page|Ελληνικά]] ===&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όσοι επιθυμούν να συμβάλλουν οφείλουν να ειδοποιήσουν έναν υπεύθυνο πρωτύτερα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Ζητάμε από τους μεταφραστές να αναφέρουν στη [[Toradora! (Greek): Registration Page|σελίδα εγγραφών]] τα κεφάλαια πάνω στα οποία εργάζονται&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Οδηγίες διαμόρφωσης===&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Κάθε Κεφάλαιο (μετά τη διόρθωση) πρέπει να συμβαδίζει με τις γενικές οδηγίες διαμόρφωσης.&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
*[[Format_guideline|Γενικές οδηγίες διαμόρφωσης]] (English)&lt;br /&gt;
*[[Toradora!: Naming Conventions|Αναγνωρισμένη ονοματολογία Toradora!]] (English)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Πρόοδος==&lt;br /&gt;
*Σεπτέμβριος 11, 2009 - Έναρξη έργου.&lt;br /&gt;
*Ιανουάριος 31, 2010 - Ολοκλήρωση Τόμου 1&lt;br /&gt;
*Φεβρουάριος 28, 2010 - Ολοκλήρωση Κεφαλαίου 1, Τόμος 2&lt;br /&gt;
*Απρίλιος 17, 2010 - Ολοκλήρωση Κεφαλαίου 2, Τόμος 2&lt;br /&gt;
*Μάιος 24, 2010 - Ολοκλήρωση Κεφαλαίου 3, Τόμος 2&lt;br /&gt;
*Ιούλιος 16, 2010 - Ολοκλήρωση Κεφαλαίου 4, Τόμος 2&lt;br /&gt;
*Οκτώβριος 11, 2010 - Ολοκλήρωση Κεφαλαίου 5 Τόμος 2&lt;br /&gt;
*Δεκέμβριος 24, 2010 - Ολοκλήρωση Κεφαλαίου 6, Τόμος 2&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Η σειρά &#039;&#039;Toradora!&#039;&#039; από την [http://en.wikipedia.org/wiki/Yuyuko_Takemiya Yuyuko Takemiya]==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 1===&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1 Illustrations|Εικόνες Μυθιστορήματος]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Chapter1|Κεφάλαιο 1]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Chapter2|Κεφάλαιο 2]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Chapter3|Κεφάλαιο 3]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Chapter4|Κεφάλαιο 4]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Chapter5|Κεφάλαιο 5]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Chapter6|Κεφάλαιο 6]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Author&#039;s Notes|Σημειώσεις του συγγραφέα]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume1_Translator&#039;s Notes|Σημειώσεις του Μεταφραστή]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 2===&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2 Illustrations|Εικόνες Μυθιστορήματος]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Chapter1|Κεφάλαιο 1]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Chapter2|Κεφάλαιο 2]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Chapter3|Κεφάλαιο 3]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Chapter4|Κεφάλαιο 4]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Chapter5|Κεφάλαιο 5]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Chapter6|Κεφάλαιο 6]]&lt;br /&gt;
::*[[Toradora! (Greek):Volume2_Spin-off|Δευτερεύουσα ιστορία (50%)]]&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 3===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 4===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 5===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Πρόλογος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 7&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 6===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 7===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 8===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 9===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Πρόλογος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 10===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Πρόλογος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Δευτερεύουσα ιστορία- Ο Ανεμοστρόβιλος της Ευτυχίας στο Χρώμα της Κερασιάς===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Ο Ανεμοστρόβιλος της Ευτυχίας στο Χρώμα της Κερασιάς&lt;br /&gt;
:::*Μέρος 1 - Μηχανισμός Πυροδότησης&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
:::*Μέρος 2 - Συναγερμός Εκτάκτου Ανάγκης&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
:::*Μέρος 3 - Ανεμοστρόβιλος F12 &lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 1&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 2&lt;br /&gt;
::::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Ο Θρύλος του Γρουσούζικου Αγοριού&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του Συγγραφέα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Δευτερεύουσα ιστορία 2  Καλοθρεμμένη Τίγρη το Φθινόπωρο===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες Μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Καλοθρεμμένη Τίγρη το Φθινόπωρο&lt;br /&gt;
::*Όταν φτάνει η άνοιξη, ας πάμε στη Γκούνμα！ &lt;br /&gt;
::*Το τέλος των καλοκαιρινών διακοπών&lt;br /&gt;
::*Ήρθε το φθινόπωρο, ας πάμε στο αγρόκτημα！&lt;br /&gt;
::*Το κατοικίδιο του καθηγητή&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Δευτερεύουσα ιστορία 3  Δες το Μεσημεριανό μου===&lt;br /&gt;
::*[[Toradora!:Spin-Off_3_Illustrations|Εικόνες Μυθιστορήματος]]&lt;br /&gt;
::*Δες το Μεσημεριανό μου&lt;br /&gt;
::*Τίγρη Τίγρη&lt;br /&gt;
::*Κυριακή αλά Toradora&lt;br /&gt;
::*Καλωσήρθατε στην Ταβέρνα ο Δράκος&lt;br /&gt;
::*Καταφύγιο για τη Βροχή αλά Toradora&lt;br /&gt;
::*Η Επιτομή του Πολύ Άσχημου Τέλους&lt;br /&gt;
::*Γιάσουκο η Δράκαινα&lt;br /&gt;
::*Ο Αρχηγός&lt;br /&gt;
::*Τίγρη Μαϊμού&lt;br /&gt;
::*Ο Αόρατος Καταβροχθιστής Ράμεν&lt;br /&gt;
::*Υστερόγραφο&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Προσωπικό έργου==&lt;br /&gt;
&amp;lt;!--replace placeholder names with links to real ones, if any--&amp;gt;&lt;br /&gt;
*Project Administrator: &amp;lt;!--[[user:Administrator|Administrator]]--&amp;gt; (not assigned)&lt;br /&gt;
*Project Supervisor: [[user:Const2k|Const2k]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Μεταφραστές===&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
:*[[user:Eirini kl|Eirini kl]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Διορθωτές===&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
:&amp;lt;!--*[[user:Editor|Editor]]--&amp;gt; (not assigned)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όσοι editors γνωρίζουν καλά Αγγλικά και Ελληνικά είναι ευπρόσδεκτοι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Category:Alternative Languages]]&lt;br /&gt;
[[category:Greek]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Eirini kl</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Toradora!_(Greek):Volume2_Spin-off&amp;diff=95872</id>
		<title>Toradora! (Greek):Volume2 Spin-off</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Toradora!_(Greek):Volume2_Spin-off&amp;diff=95872"/>
		<updated>2011-05-16T22:34:17Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Eirini kl: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&#039;&#039;&#039;Δευτερεύουσα ιστορία&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Ο θρύλος της Τίγρης Μινιατούρας που φέρνει ευτυχία&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο τρίτος όροφος του παλιού σχολικού κτιρίου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αν και τα μαθήματα είχαν μόλις τελειώσει, ο διάδρομος ήταν κιόλας μισοσκότεινος και δε φαινόταν κανένας άλλος μαθητής. Οι λάμπες φθορισμού στο ταβάνι κατά διαστήματα βούιζαν και αναβόσβηναν, φωτίζοντας με ένα καταθλιπτικό φως το ήδη μελαγχολικό πρόσωπο του Τομίε Κούτα καθώς βάδιζε στο διάδρομο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κάποια στιγμή έφτασε επιτέλους μπροστά σε μια πόρτα που είχε πάνω της ένα χαρτί κολλημένο με σελοτέιπ. Πάνω στο χαρτί ήταν γραμμένες βιαστικά με μολύβι μερικές λέξεις.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το χαρτί έγραφε, «Αίθουσα μαθητικού συμβουλίου».&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Χαα». Ο Κούτα αναστέναξε και κοίταξε με κουρασμένα μάτια το παλιό πόμολο της πόρτας. Αναρωτήθηκε, τι νόημα είχε να έρχεται εδώ κάθε μέρα---&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μπουαχαχαχα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Αυτή πρέπει να είναι η πρόεδρος.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οπισθοχώρησε άθελά του καθώς άκουσε το βροντερό γέλιο πίσω από την πόρτα, και δίστασε να μπει μέσα. Χωρίς να το σκεφτεί, στο μυαλό του ήρθε η εικόνα του ιδιοκτήτη αυτού του γέλιου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα αξιόπιστο άτομο που μερικές φορές επιδείκνυε μια πατρική, αυστηρή αγάπη...Κάτι σαν μεγαλύτερος αδελφός ή προπονητής, τέτοιοι όροι ταίριαζαν στην χαρακτηριστικά ‘αρρενωπή’ προσωπικότητα αυτού του ατόμου. Ο Κούτα είχε αποφασίσει ότι δεν μισούσε αυτό το είδος του ανθρώπου. Ωστόσο,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Με συγχωρείτε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με μια συνεχόμενη κίνηση άνοιξε την πόρτα και μπήκε στο δωμάτιο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έι! Άργησες, πρωτοετή! Άντε, κάτσε, κάτσε εκεί!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Εντάξει.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Είχαν ήδη μεσολαβήσει λίγες εβδομάδες από την πρώτη τους συνάντηση, αλλά ακόμα δε μπορούσε να το συνηθίσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι ξεψυχισμένη απάντηση είναι αυτή;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τσκ, έκανε η αρρενωπή προσωπικότητα που λεγόταν Σουμίρε Κάνου, συνοδεύοντας το πλατάγισμα της γλώσσας με ένα χαρούμενο, καλοσυνάτο χαμόγελο. Λέγοντάς του «Άντε, φάε», του πέταξε ένα γλυκό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όμως πέρα απ’αυτά, αυτό το άτομο ήταν,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Με συγχωρείς, πρόεδρε, έχω εδώ τα οικονομικά στοιχεία του προηγούμενου έτους.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ααα, δώστα να τους ρίξω μια ματιά.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με μακριά μεταξένια μαύρα μαλλιά που έπεφταν στους λεπτούς ώμους της, ωχρό πρόσωπο, και σοβαρό ύφος, ήταν η τέλεια εικόνα μιας Γιαπωνέζας καλλονής.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήταν η Σουμίρε Κάνου, η πρόεδρος του μαθητικού συμβουλίου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήταν επίσης μια άριστη μαθήτρια, που ποτέ δεν είχε παραχωρήσει σε άλλον την πρώτη θέση στη βαθμολογία από τότε που είχε έρθει στο σχολείο. Παρεμπιπτόντως, η αδελφή της Σάκουρα Κάνου που ήταν δύο χρόνια μικρότερη, ήταν πρωτοετής στο σχολείο, και όλοι οι μαθητές τις αποκαλούσαν ‘οι αδελφές Κάνου’. Αν και, σαν πρόεδρος και μεγαλύτερη, η Σουμίρε έμοιαζε περισσότερο σαν μεγαλύτερος αδελφός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έι, Κούτα. Πάλι έτρωγες μόνος σου σήμερα, έτσι δεν είναι; Έτυχε να περάσω από την τάξη σου και σε είδα ολομόναχο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Σε παρακαλώ να κοιτάς τη δουλειά σου.» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καθισμένη δίπλα στο παράθυρο με τα πόδια ανοιχτά και κρατώντας τα έγγραφα στο ένα χέρι, η Σουμίρε τον κοίταζε με ένα ειρωνικό χαμόγελο. Δε φαινόταν διατεθειμένη να τον αφήσει στην ησυχία του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ακόμα δεν έχεις κάνει φίλους; Παρόλο που κοντεύει να τελειώσει ο Μάιος; Δεν πάνε κιόλας δυο μήνες από τότε που ξεκίνησες το λύκειο;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν υπήρχε ίχνος συμπόνοιας στα λόγια που έβγαιναν από τα ρόδινα χείλη της. Ο Κούτα έμεινε σιωπηλός, γυρίζοντάς της την πλάτη του και κοιτάζοντας επίμονα την ατζέντα του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εσύ, ένας πρωτοετής, τολμάς να αγνοείς εμένα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έλα τώρα, πρόεδρε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αυτός που έσπευσε σε βοήθειά του ήταν ο δευτεροετής αντιπρόεδρος, ο Γιουσάκου Κιταμούρα. Με τα σοβαρά γυαλιά του με τον ασημένιο σκελετό να λάμπουν στον ήλιο, παρενέβη μιλώντας ήρεμα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ο Κούτα ξεκίνησε με ένα μήνα καθυστέρηση, επομένως πάει μόλις ένας μήνας που άρχισε το σχολείο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ααα, ναι, σωστά!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Σουμίρε χτύπησε τα χέρια της σαν να χειροκροτούσε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι έγινε, σε χτύπησε αυτοκίνητο τη μέρα πριν την τελετή έναρξης...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Όχι. Με χτύπησε αυτοκίνητο τη μέρα πριν τις εξετάσεις για το λύκειο που ήταν η πρώτη επιλογή μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Σωστά, σωστά, χμμ, α ναι θυμήθηκα τώρα, το σπίτι του γείτονά σας έπιασε φωτιά και εξαιτίας αυτού το δικό σου σπίτι πλημμύρισε...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Αυτό συνέβη την παραμονή της εκδρομής μου στο γυμνάσιο. Τη μέρα πριν την τελετή έναρξης του λυκείου, είχα έναν έντονο πονόκοιλο που τελικά αποδείχτηκε πως ήταν σκωληκοειδίτιδα, με αποτέλεσμα να πάθω κρίση σκωληκοειδίτιδας την ώρα που είχαμε βγει για φαγητό για να το γιορτάσουμε, και μετά να χτυπήσω πάνω σε ένα από τα γειτονικά τραπέζια και να λιποθυμήσω...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ααα! Και μετά μπήκες στο νοσοκομείο για ένα μήνα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
--- Ο Κούτα μπορούσε μόνο να κρεμάσει σιωπηλά το κεφάλι του καθώς τον έδειχνε με το δάχτυλο. Ήξερε ήδη τι θα έλεγε μετά η Σουμίρε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Σοβαρά τώρα, τραβάς τα ατυχήματα σαν μαγνήτης!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μπουαχαχαχα!...Μα τόσο αστείο το έβρισκε;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πρόεδρε, μη γελάς τόσο. Κάνεις τον Κούτα να αισθάνεται άσχημα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα ακατάσχετο γέλιο συνέχισε να ακούγεται μέχρι που παρενέβη ο Κιταμούρα, και μια δυο γενικές γραμματείς – δευτεροετείς – έκαναν πως ήταν πολύ απορροφημένες από τη δουλειά τους, όμως οι ώμοι τους τραντάζονταν από το σιωπηλό γέλιο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
‘Γέλα όσο θέλεις’, κατέβασε μούτρα ο Κούτα και γύρισε από την άλλη. Συγγνώμη που είμαι τόσο άτυχος. Πάντως, πραγματικά ήταν άτυχος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όποτε επρόκειτο να του συμβεί κάτι σημαντικό, ο Κούτα αναπόφευκτα θα υπέφερε από κάποιο ανελέητο χτύπημα της μοίρας. Από τότε που είχε γεννηθεί μέχρι σήμερα, έτσι ήταν πάντα. Παρεμπιπτόντως, η βιντεοκάμερα του πατέρα του είχε μείνει από μπαταρία τη στιγμή που γεννιόταν ο Κούτα, κι αυτό είχε αποσπάσει την προσοχή του μαιευτήρα, με αποτέλεσμα να του πέσει το νεογέννητο πάνω στο τραπέζι της αίθουσας τοκετών.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και έτσι είχε πάντοτε προβλήματα μέχρι σήμερα. Όπως και να είχε όμως, ήταν δική του η απόφαση να συμμετάσχει στο μαθητικό συμβούλιο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Επειδή είχε ξεκινήσει καθυστερημένα τη ζωτικής σημασίας είσοδό του στο λύκειο, ο Κούτα , χωρίς να το συνειδητοποιήσει, είχε ξεκόψει από τους υπόλοιπους. Μια και δεν ήταν εξαρχής ιδιαίτερα εύθυμος και ζωηρός, είχε σκεφτεί να γίνει μέλος μιας λέσχης για να κάνει φίλους, όμως είχε χάσει την περίοδο εγγραφής των πρωτοετών σε λέσχες και έτσι δεν είχε την ευκαιρία να γίνει μέλος σε κάποια λέσχη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν τον μισούσαν ή τίποτα τέτοιο, αλλά εξαιτίας όλων αυτών είχε καταλήξει να μην έχει καθόλου φίλους για να περνάει τον ελεύθερο χρόνο του. Μια μέρα καθώς αναρωτιόταν πώς είχε βρεθεί σε μια τόσο αξιοθρήνητη κατάσταση, ο Κούτα είδε ένα πόστερ που έλεγε:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ζητούνται βοηθοί γενικών καθηκόντων! Οι πρωτοετείς είναι ευπρόσδεκτοι! Μαθητικό συμβούλιο»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Βοηθός γενικών καθηκόντων...Βασικά, θεώρησε ότι αυτό σήμαινε απλώς να βοηθάει σε διάφορες δραστηριότητες. Δεν ήταν πως ενδιαφερόταν ιδιαίτερα να βοηθάει το μαθητικό συμβούλιο στις δουλειές του. Όμως, οι λέξεις ‘οι πρωτοετείς είναι ευπρόσδεκτοι’, του έκαναν μεγάλη εντύπωση εκείνη τη στιγμή. Σαν να ήταν ανοιχτή η πόρτα του τελευταίου βαγονιού του τρένου που είχε μόλις χάσει---Έτσι ένιωθε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Είχε ελπίσει πως θα μπορούσε να γίνει φίλος με άλλους πρωτοετείς βοηθούς. Ή τουλάχιστον, πως αν γινόταν μέλος του μαθητικού συμβουλίου, θα έπαυε να είναι ένα τίποτα όπως ήταν τώρα. Έτσι είχε νομίσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ακόμα θυμόταν καθαρά τη στιγμή που, αφού είχε μαζέψει όλο του το κουράγιο μπροστά στην πόρτα του μαθητικού συμβουλίου, είχε ανοίξει αυτή την πόρτα για πρώτη φορά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θυμήθηκε την πανέμορφη μαυρομάλλα Yamato Nadeshiko που είχε γυρίσει ξαφνιασμένη να τον κοιτάξει. Ούτε στα πιο τρελά του όνειρα δεν είχε φανταστεί πως θα δούλευε μαζί με μια τέτοια καλλονή στο μαθητικό συμβούλιο. Τι τυχερός που ήταν---έτσι είχε νομίσει. Όμως αυτή τον χαιρέτησε σαν άντρας, κραυγάζοντας «Γειαχαραντάν!» και σηκώνοντας ψηλά το χέρι της. Μετά έπεσε άκομψα σε μια καρέκλα με ανοιχτά τα πόδια, και είπε «Πρωτοετής, έτσι; Τι χαμπάρια; Έλα, κάτσε!», και έδειξε μια άδεια καρέκλα...Τα πόδια του Κούτα λύγιζαν. Μπροστά του είχε έναν αξιόπιστο ‘μεγάλο αδελφό’ μεταμφιεσμένο σε Yamato Nadeshiko.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Επιπλέον, δεν υπήρχαν άλλοι πρωτοετείς βοηθοί και ακόμα και ο υπεύθυνος καθηγητής της τάξης του αγνοούσε ότι υπήρχε τέτοια θέση στο μαθητικό συμβούλιο, γι’αυτό και αντέδρασε λέγοντας «Ε; Είσαι βοηθός είπες;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όμως δε μπορούσε να παραιτηθεί επειδή τα πράγματα δεν είχαν έρθει όπως ήλπιζε, κι έτσι ο Κούτα ήταν υποχρεωμένος να πηγαίνει στην αίθουσα του μαθητικού συμβουλίου κάθε μέρα χωρίς άλλο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πραγματικά ήταν άτυχος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«---Ααχ, αν μόνο μπορούσα να αγγίξω την Τίγρη Μινιατούρα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μονολόγησε φωναχτά, αφήνοντας ένα βαθύ αναστεναγμό. Όμως,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Χμ;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Κιταμούρα ανταποκρίθηκε αμέσως.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τώρα μόλις, είπες κάτι για την Τίγρη Μινιατούρα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Κιταμούρα-σενπάι, ξέρεις για την Τίγρη Μινιατούρα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μην απαντάς σε μια ερώτηση με μια άλλη ερώτηση.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Κιταμούρα έδωσε μια ελαφριά καρπαζιά στο κεφάλι του Κούτα με την άκρη του σημειωματάριου της Σουμίρε, εν είδει φιλικής επίπληξης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έι!...Τι κάνεις; Δεν μπόρεσα να κρατηθώ, γιατί θέλω πολύ να μάθω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με την άκρη του σημειωματάριου ακουμπισμένη στο κεφάλι του Κούτα, άρχισε να το σέρνει γρήγορα μπρος πίσω, σαν πριόνι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ααχ, κ-καίει!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μην παίρνεις αψήφιστα το σημειωματάριο, κατά βάση είναι ξύλο ξέρεις. Τι θέλεις να μάθεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τ, τι βίαιος...Απλώς πρόκειται για κάτι που έλεγαν τα παιδιά στην τάξη μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
---Με δυο λόγια, είχε ακούσει ότι αν άγγιζε κανείς την Τίγρη Μινιατούρα, θα είχε καλοτυχία για όλα του τα χρόνια στο λύκειο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Κούτα είχε ακούσει γι’αυτό σαν ένα από τα επτά θαύματα του σχολείου εκείνη τη μέρα, την ώρα περίπου που η Σουμίρε τον είχε δει να κάθεται μόνο του στο απογευματινό διάλειμμα. Το είχε ακούσει από μια παρέα αγοριών που φλυαρούσε πίσω του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Χμμ. Και επειδή είσαι τόσο άτυχος, σκέφτηκες να το δοκιμάσεις, αλλά επειδή δεν είστε φίλοι, δε μπορούσες να τους ζητήσεις λεπτομέρειες, τώρα κατάλαβα τι έγινε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι ντροπιάρης.» Όταν άκουσε τη Σουμίρε που ξανάρχισε να μιλάει, ο Κούτα της γύρισε την πλάτη για άλλη μια φορά και μουρμούρισε κατσουφιασμένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εντάξει, φτάνει. Σταματήστε μ’αυτό το θέμα σας παρακαλώ...Απλώς αναρωτιόμουν γι’αυτό. Έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα. Είναι σίγουρα απλώς μια ιστορία.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Όχι, κάνεις λάθος.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η φωνή του Κιταμούρα αντήχησε απόκοσμα στο δωμάτιο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Η Τίγρη Μινιατούρα υπάρχει στ’αλήθεια. Την έχω δει με τα μάτια μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εε;! Μου λες αλήθεια;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Προς μεγάλη του έκπληξη, η Σουμίρε σήκωσε κι αυτή το χέρι της,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Κι εγώ την έχω δει.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κι άλλα μέλη σήκωσαν τα χέρια τους μετά την πρόεδρο και είπαν πως υπάρχει, ανταλλάσσοντας ματιές μεταξύ τους.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ώστε όλοι εσείς από τις μεγαλύτερες τάξεις λέτε πως την έχετε δει;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ναι, είναι πολύ γνωστή σε μας τους δευτεροετείς...Όμως να υπάρχει θρύλος που να λέει ότι η Τίγρη Μινιατούρα φέρνει ευτυχία...Ώστε έχει πάρει τέτοιες διαστάσεις...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σαν να μη μπορούσε να κρατηθεί άλλο, ο Κιταμούρα άφησε ένα σιγανό γέλιο. Ακόμα και η Σουμίρε και οι άλλοι χαμογελούσαν παράξενα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Τ, τι σας έπιασε όλους...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μην καταλαβαίνοντας τι γινόταν και προσπαθώντας να βγάλει άκρη, ο Κούτα κοίταξε γύρω του με αβοήθητο ύφος, αλλά, &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Αυτό είναι!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αναφώνησε ξαφνικά η Σουμίρε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Κούτα, να πας να αγγίξεις την Τίγρη Μινιατούρα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Εε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Αν έχουμε κάποιον τόσο επιρρεπή στην ατυχία όσο εσύ εδώ, μπορεί να μεταδώσεις την κακοτυχία σου και στο υπόλοιπο συμβούλιο, σωστά; Λοιπόν, ως πρόεδρος σου δίνω αυτή την εντολή: οφείλεις να αγγίξεις την Τίγρη Μινιατούρα και να θεραπεύσεις την κακοτυχία σου, και δεν επιτρέπεται να αποτύχεις.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Ακόμα κι αν μου λες να θεραπεύσω την κακοτυχία μου, δεν ξέρω ούτε καν τι είναι η Τίγρη Μινιατούρα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Θα μπορούσες να ρωτήσεις τους συμμαθητές σου. Ξεκίνα να συγκεντρώνεις πληροφορίες το συντομότερο δυνατόν, από αύριο κιόλας.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Σαν δύσκολο μου φαίνεται.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κάνοντας «Τι πρά~γμα;», τα μάτια της Σουμίρε έγιναν κοφτερά σαν μαχαίρια, μέχρι που ο Κιταμούρα μπήκε πάλι στη μέση λέγοντας «Έλα τώρα,»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Υποθέτω πως είναι δύσκολο να σε ρίξουμε έτσι αβοήθητο στα βαθιά, τελικά. Κούτα, θα σου δώσω ένα στοιχείο για να σε βοηθήσω. Στην τάξη μου, τη 2-Γ, υπάρχει κάποια που λέγεται Κουσιέντα. Καλό θα ήταν να μιλήσεις μαζί της. Από όσο ξέρω, αυτή ξέρει περισσότερα από κάθε άλλον στο σχολείο για την Τίγρη Μινιατούρα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Κουσιέντα...σενπάι, έτσι τη λένε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Γνέφοντας καταφατικά, ο Κιταμούρα κοίταξε τον Κούτα με ένα καλοσυνάτο χαμόγελο, αλλά,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Κιταμούρα-σενπάι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Χμ;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Φαίνεται σαν να το διασκεδάζεις.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ναι, λιγάκι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα έξυπνα μάτια πίσω από εκείνα τα γυαλιά, έμοιαζαν να έχουν απύθμενο βάθος. Ακόμα και τώρα που χαμογελούσε, η ήρεμη ματιά του έμοιαζε να διαπερνά τον Κούτα ως τα βάθη της ψυχής του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Κούτα έβλεπε πάντα τον Κιταμούρα σαν έναν ευγενικό δευτεροετή, αλλά στην τελική, ήταν το δεξί χέρι της Σουμίρε---Ή μάλλον, για κάποιο λόγο ένιωθε ότι κάτι έτρεχε με όλους τους συγκεντρωμένους στην αίθουσα του μαθητικού συμβουλίου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο πρωταθλητής της γκαντεμιάς Κούτα έβαλε κατά μέρος τη δική του παραξενιά και έμεινε να κοιτάζει καχύποπτα τα πρόσωπα των μεγαλύτερων συμμαθητών του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;span style=&amp;quot;font-size: 300%; border: &amp;quot;&amp;gt;&amp;lt;center&amp;gt;* * *&amp;lt;/center&amp;gt;&amp;lt;/span&amp;gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κατάλαβες, Κούτα; Πρώτα απ’όλα, η Τίγρη Μινιατούρα είναι πραγματική. Δεύτερον, είναι πολύ άγρια, και γι’αυτό θα είναι πολύ δύσκολο να την αγγίξεις.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
---Αυτά τα στοιχεία του είχε δώσει η Σουμίρε, αποκαλώντας τα ‘ειδική προσφορά’. Όμως μόνο μ’αυτά, εξακολουθούσε να μη γνωρίζει τι ακριβώς ήταν αυτή η Τίγρη Μινιατούρα. Συνήθως, σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις, επρόκειτο για κανένα μπρούτζινο αγαλματάκι ή κάτι ανάλογο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Με δουλεύουν, το ξέρω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήταν την επόμενη μέρα, και ο Κούτα στεκόταν υπάκουα έξω από την πόρτα της τάξης 2-Γ. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όπως και να είχε, είχε αυστηρές διαταγές από τη Σουμίρε---Του είχε δηλώσει ξεκάθαρα ότι αν αγνοούσε τις εντολές της, οι συνέπειες θα ήταν πολύ δυσάρεστες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εμμ, με άλλα λόγια...Θα με απολύσεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αν επρόκειτο μόνο γι’αυτό, δε θα τον πείραζε και τόσο. Όμως,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Όχι. Θα σε υποχρεώσω να γίνεις ο επόμενος πρόεδρος του μαθητικού συμβουλίου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Δε θα έπρεπε ο επόμενος πρόεδρος να είναι ένας από τους δευτεροετείς;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Συγχαρητήρια! Θα είσαι ο πρώτος πρωτοετής πρόεδρος.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Δεν υπάρχει περίπτωση.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έτσι, κοιτάζοντας θλιμμένα το πάτωμα, κατευθύνθηκε ολομόναχος προς την τάξη της δευτέρας λυκείου. Εδώ και λίγη ώρα έριχνε κλεφτές ματιές μέσα, αλλά μη μπορώντας να βρει τον αξιόπιστο Κιταμούρα, είχε βρεθεί σε αδιέξοδο. Δε φαινόταν να μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο εκτός από το να φωνάξει κάποιον μόνος του και να του ζητήσει να τον πάει στην Κουσιέντα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εμμ, με συγχωρείτε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ναι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μαζεύοντας όλο του το θάρρος, φώναξε μια δευτεροετή που περνούσε. Γυρίζοντας να τον κοιτάξει, &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι συμβαίνει;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Είχε ένα φωτεινό χαμόγελο, και κοιτούσε τον Κούτα με καλοσυνάτα καστανά μάτια. Με το στρογγυλό της πρόσωπο να αστράφτει από ένα λαμπερό χαμόγελο, τα απαλά και γυαλιστερά ρόδινα χείλη, και την ειλικρινή και υγιή εμφάνισή της, ήταν τελείως διαφορετική από την τύπου ‘μεγάλος αδελφός’ εμφάνιση της προέδρου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Α, εμμ...ε, εγώ ψάχνω την Κουσιέντα-σενπάι που πρέπει να είναι σ’αυτήν»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εδώ~!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«την τάξη...Ε, ναι λοιπόν.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κοιτούσε το κορίτσι μπροστά του που είχε σηκώσει ψηλά το χέρι της. Ο Κούτα έγειρε ελαφρά το κεφάλι του. Χμμ, καθώς ξανασκεφτόταν τι είχε συμβεί, αυτή που φώναξε ξαφνικά «Εδώ~!» ήταν,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εγώ είμαι η Κουσιέντα~.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ναι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πραγματικά, ήταν ένα χαριτωμένο αλλά κάπως παράξενο κορίτσι...Ένιωσε να τον κυριεύει η απογοήτευση για άλλη μια φορά. Όλοι όσοι συναντούσε εδώ φαινόντουσαν να είναι παράξενοι, κι ο Κούτα αναρωτήθηκε αν αυτό ήταν άλλη μια εκδήλωση της συνεχούς κακοτυχίας του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έλα τώρα, τι είναι αυτό το ‘ναι’! Εσύ ήσουν που με φώναξες, ξέρεις!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τον σκούντησε στον ώμο με κάπως υπερβολική οικειότητα, κάνοντάς τον να παραπατήσει. Κατάφερε όμως να κρατηθεί όρθιος και κοίταξε κατευθείαν μπροστά. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Ο Κιταμούρα-σενπάι μου σύστησε να σε βρω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν ήθελε να υποστεί τις επιπλήξεις της Σουμίρε, επομένως για την ώρα έπρεπε να τα βγάλει πέρα με την Κουσιέντα. Όμως, &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ο Κιταμούρα-κουν; Μμμ, όμως εγώ δεν ξέρω τίποτα γι’αυτό, ξέρεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εε...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Κούτα έμεινε εκεί άφωνος, καθώς ξανάφερνε στη μνήμη του το πρόσωπο του διοπτροφόρου αντιπρόεδρου. Σκεφτόταν ότι θα έπρεπε να της εξηγήσει από την αρχή γιατί και πώς αναζητούσε την Τίγρη Μινιατούρα. Το όλο πράγμα ήταν αρκετά ντροπιαστικό. Ένας πρωτοετής να έρχεται στα καλά καθούμενα σε μια τάξη της δευτέρας και να ρωτάει «Πού μπορώ να βρω την Τίγρη Μινιατούρα;»---αυτό ήταν, πράγματι, κάπως...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έι, Κουσιέντα! Αυτός εκεί είναι ένας πρωτοετής, ο Τομίε Κούτα. Θέλει να μάθει για την Τίγρη Μινιατούρα, γι’αυτό του σύστησα εσένα. Θέλω να πω, εσύ ξέρεις τα πάντα γι’αυτό το θέμα. Λοιπόν, τα λέμε!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σαν περαστικό αεράκι, ο Κιταμούρα εμφανίστηκε από το πουθενά και εξήγησε όλα αυτά που ο Κούτα ντρεπόταν να ξεστομίσει και μετά εξαφανίστηκε εξίσου γρήγορα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το ίδιο γρήγορα, τα μάτια της Κουσιέντα έγιναν συννεφιασμένα και απόμακρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ώστε θέλεις να μάθεις για την Τίγρη Μινιατούρα...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Σενπάι, τι ύφος είναι αυτό;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μη μιλάς.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σαν για να κόψει το δρόμο διαφυγής του Κούτα, η Κουσιέντα άπλωσε τα μπράτσα της παραμένοντας μπροστά στην πόρτα. Το προηγούμενο λαμπερό χαμόγελό της είχε χαθεί εντελώς, και το είχε αντικαταστήσει μια αδειανή έκφραση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Όταν μάθεις για την Τίγρη Μινιατούρα, τι σκοπεύεις να κάνεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μιλώντας με μια επίτηδες χαμηλωμένη και βραχνή φωνή, τον κοίταξε ερευνητικά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Α, αυτό που...να προσπαθήσω να την αγγίξω...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Να αγγίξεις. Να την αγγίξεις. Θέλεις να αγγίξεις. Θέλεις να την αγγίξεις.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Το είπες τέσσερεις φορές, έτσι δεν είναι; Ε ναι λοιπόν.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Φιου~. Ο βαθύς αναστεναγμός που άφησε η Κουσιέντα χάιδεψε τα μαλλιά του Κούτα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Έχεις ασφάλεια; Εννοείται πως μιλάω για ασφάλεια ατυχημάτων.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έχω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Λόγω της κακοτυχίας που τον κυνηγούσε, είχε φροντίσει να ασφαλιστεί για ατυχήματα πάσης φύσεως.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ακούγοντας την απάντησή του, η Κουσιέντα έγνεψε καταφατικά με αποφασιστικότητα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Υποθέτω πως είναι εντάξει, στο κάτω κάτω είσαι νέος...Φαίνεται πως ακόμα δεν ξέρεις τι ακριβώς είναι η Τίγρη Μινιατούρα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ναι. Γι’αυτό ήρθα να ρωτήσω εσένα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ό,τι και να σου πει μια γριά σαν και μένα, δε θα μπορέσεις να καταλάβεις...Ένα μόνο πράγμα μπορεί να σου μάθει αυτή η γριά...Η λέξη ‘μινιατούρα’ έχει να κάνει με το μέγεθος της Τίγρης Μινιατούρας...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
...Γριά;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και μπροστά στα μάτια του μπερδεμένου Κούτα,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ουχ~! Γκουχ! Γκουχ, γκουχ!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Κου, Κουσιέντα-σενπάι, είσαι καλά;...Εεε;!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Γκουχ, γκουχ, βήχοντας ακατάπαυστα, η υποτιθέμενη γριά Κουσιέντα έπεσε στο ένα γόνατο με τα μαλλιά της ανακατεμένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εμμ, ψέματα το κάνεις, έτσι δεν είναι;  Με δουλεύεις, αυτό είναι, σωστά;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ήρθε το τέλος...γι’αυτή τη γριά...Τώρα πρέπει...να ρωτήσεις αυτόν...που λέγεται Τακάσου...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κι έτσι απλά, έκανε την πεθαμένη εκεί στο διάδρομο την ώρα του διαλείμματος, πέφτοντας με πάταγο στο πάτωμα. Η φούστα της σηκώθηκε αποκαλύπτοντας το πίσω μέρος από το άσπρο κιλοτάκι της, αλλά δεν έδειξε να προβληματίζεται καθόλου από αυτό ή να προσπαθεί να το καλύψει, κάτι που υπό φυσιολογικές συνθήκες θα τον έκανε να αισθανθεί τυχερός και ίσως να ανοίξει η μύτη του, όμως τώρα...Είχε τρομερή νευρικότητα καθώς αναρωτιόταν τι έπρεπε να κάνει...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Εμμ...ποιος είναι πάλι αυτός ο Τακάσου;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ευτυχώς, πέρασε επιτέλους από δίπλα τους ένα κορίτσι από την τάξη της Κουσιέντα και έσκυψε από πάνω της λέγοντας «Έι, φαίνεται το βρακί σου.»&lt;br /&gt;
και της έφτιαξε τη φούστα. Ακόμα και τότε, η Κουσιέντα παρέμεινε στο έδαφος, όμως του έδειξε με το δάχτυλό της μια από τις γωνίες της τάξης. Ακολουθώντας το με το βλέμμα του, είδε μια παρέα δευτεροετών αγοριών που φλυαρούσαν εύθυμα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και τότε ο Κούτα ξεροκατάπιε και κράτησε την ανάσα του. Ένας από την παρέα τον πρόσεξε και στράφηκε προς το μέρος του,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Τι κάνει εκεί η Κουσιέντα...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Κούτα σκέφτηκε πως έφτασε η τελευταία του ώρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το χαμηλό και βαθύ μουρμουρητό του τύπου δημιουργούσε τρομακτική ατμόσφαιρα. Επίσης, η κοφτερή ματιά του έδειχνε ότι δεν ήταν τύπος που έπαιζε κανείς μαζί του. Το πρόσωπό του έμοιαζε συσπασμένο από εκνευρισμό και η όλη εμφάνισή του ήταν πολύ σκληρή για ανθρώπινο ον. Χτυπούσε νευρικά το πάτωμα με το πόδι του και όλο του το σώμα ανέδινε μια σκοτεινή, επικίνδυνη αύρα που κάλυπτε όλα και όλους γύρω του. Ο Κούτα αναρωτήθηκε πώς βρέθηκε ένας τέτοιος τρομερός αλήτης σε αυτό το λύκειο, που όσο να πεις ήταν αρκετά καλού επιπέδου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και τότε κατάλαβε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Χωρίς άλλο, αυτός ο αλήτης έπρεπε να είναι ο Τακάσου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μοίρα του Κούτα αναπόφευκτα ακολουθούσε πάντοτε το χειρότερο δυνατό σενάριο με μαθηματική ακρίβεια. Έτσι ήταν σίγουρος πως είχε δίκιο. Δεν άντεχε άλλο, και ήταν έτοιμος να τα παρατήσει και να γυρίσει στην τάξη του. Ο Κούτα πίστευε, ήταν βέβαιος για την ακρίβεια, ότι αυτό θα ήταν το καλύτερο, αλλά...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τακάσου-κουν...Ο νεαρός από δω, φαίνεται πως έχει κάτι να σου πει...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ουα;!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα δευτερόλεπτο πριν προλάβει να το σκάσει, η υποτίθεται νεκρή Κουσιέντα φώναξε ευγενικά τον Τακάσου εκ μέρους του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Φυσικά, ο Κούτα δεν απόρησε καθόλου όταν ο αλήτης απάντησε στα λόγια της με ένα «Τι είναι;». Με μάτια που γυάλιζαν, έκανε πίσω την καρέκλα του και σηκώθηκε. Δεν ήταν ιδιαίτερα σωματώδης, αλλά η τρομακτική δύναμη που ανέδινε καθώς σηκωνόταν έμοιαζε να παραμορφώνει και τον ίδιο το χώρο γύρω του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Γλείφοντας τα ξεραμένα χείλη του, ο Τακάσου τον πλησίασε. Περπατώντας με μεγάλα γρήγορα βήματα, έκλεισε γρήγορα την απόσταση ανάμεσά τους.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ε, εε!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ενστικτωδώς, ο Κούτα έκανε μεταβολή. Στρίβοντας σαν να επρόκειτο να κάνει άλμα, ήταν έτοιμος να το βάλει στα πόδια---&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Αχ!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...~!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένιωσε ένα ελαφρό χτύπημα στο στήθος του. Είχε σκουντήσει κάποιον κατά λάθος. Κάνοντας πίσω, γύρισε από την άλλη,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Συγγνώμη!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σκύβοντας αμήχανα το κεφάλι, ετοιμάστηκε να το σκάσει. Όμως,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Α, άουτς...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Φαίνεται πως το δυστύχημα ήταν πιο σοβαρό από όσο είχε νομίσει. Ένα μικρόσωμο κορίτσι ήταν σκυμμένο στο πλάι του διαδρόμου. Ο Κούτα πρέπει να την είχε ρίξει κάτω όταν τη σκούντησε. Ξαφνιασμένος, έτρεξε κοντά της,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Γκαχ!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σκουίς, ένιωσε μια δυσάρεστη γλιστερή αίσθηση κάτω από τα πόδια του---Ήταν πιθανότατα αυτό που κρατούσε το κορίτσι, ένα σάντουιτς που είχε πέσει στο πάτωμα, και που μετά αυτός το είχε πατήσει. Όμως, με τον Τακάσου να πλησιάζει και το κορίτσι ακόμα πεσμένο, δεν υπήρχε χρόνος να ασχοληθεί με το σάντουιτς. Άπλωσε το χέρι του να τη βοηθήσει να σηκωθεί,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Είσαι εντάξ...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Του κόπηκε η μιλιά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σαν κούκλα, τα μακριά μαλλιά της τύλιγαν απαλά το μικρό σώμα της. Κοιτώντας λίγο προς τα πάνω, τα μάτια της καρφώθηκαν στον Κούτα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το πρόσωπό της ήταν τόσο λευκό, σχεδόν διάφανο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα μάτια της έλαμπαν απόκοσμα σαν το νυχτερινό ουρανό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα χείλη της ήταν σαν μισάνοιχτο ρόδινο τριαντάφυλλο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Βλέποντας την απίστευτη ομορφιά της ανάμεσα από τα κενά που άφηναν οι μπούκλες των μαλλιών της, για μια στιγμή ξέχασε στην κυριολεξία να πάρει ανάσα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Ουα...αου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Νιώθοντας σαν να τον είχε χτυπήσει κεραυνός, ο Κούτα ξέχασε στη στιγμή όλες τις ατυχίες του μέχρι εκείνη την ώρα και την κοίταζε μαγεμένος από τη ματιά της. Σαν να χοροπηδούσε γυμνός μέσα σε ένα νυχτερινό ουρανό διάστικτο από αστέρια, τέτοια ήταν η επικίνδυνη παρόρμηση που ένιωθε---Έχασε κάθε επαφή με το περιβάλλον. Οι δευτεροετείς που είχαν συγκεντρωθεί έμοιαζαν να έχουν παγώσει κι αυτός κρατούσε την ανάσα του, μη μπορώντας να σκεφτεί τίποτα άλλο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έτσι απλά, ήταν γοητευμένος από την ομορφιά που είχε μπροστά του...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τρέχα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...~;!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήταν ο Τακάσου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Προτού το καταλάβει, ο αλήτης ο Τακάσου τον είχε φτάσει και πήδηξε μπροστά του. Μπαίνοντας μπροστά του σαν να προσπαθούσε να κρύψει το κορίτσι πίσω από την πλάτη του, φαινόταν απίστευτα τρομακτικός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Φύγε, αν αγαπάς τη ζωή σου, φύγε!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Εε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Του ούρλιαξε. Έγνεψε με μανία στον Κούτα να φύγει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μη στέκεσαι έτσι, φύγε γρήγορα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ε, εντάξει!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σίγουρα αυτό ήταν απειλή. Παρόλο που δεν καταλάβαινε τίποτα, ο Κούτα δε μπόρεσε να αντισταθεί στη φωνή του Τακάσου και αναγκάστηκε να αφήσει το κορίτσι εκεί που ήταν και να φύγει τρέχοντας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με άλλα λόγια, αυτό το κορίτσι ήταν αιχμάλωτο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με βάση τα γεγονότα, αυτό ήταν το συμπέρασμα που έβγαλε ο Κούτα. Αυτός ο αλήτης ο Τακάσου την ανάγκαζε να είναι σκλάβα του. Δεν ήξερε όλες τις λεπτομέρειες, αλλά ήταν βέβαιος πως έτσι είχαν τα πράγματα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Στ’αλήθεια θέλω να τη σώσω...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αααχ~...Αναστενάζοντας βαθιά καθώς φανταζόταν το μαρτύριό της, ο Κούτα βρισκόταν στην αίθουσα του μαθητικού συμβουλίου μετά το σχολείο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δυο άτομα στράφηκαν με αναπάντεχη ταχύτητα να κοιτάξουν το πρόσωπο του Κούτα από το πλάι, χωρίς ωστόσο να τον κοιτάξουν κατάφατσα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ακριβώς ό,τι θα περίμενα από τον Κούτα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μουρμούρισε η Σουμίρε με ένα ίχνος θαυμασμού. Διπλώνοντας τα χέρια του δίπλα της, &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τρέχει κατευθείαν προς την καταστροφή λες και τον τραβάει μαγνήτης...Το πώς πέφτει στα τυφλά  ακριβώς πάνω στον κίνδυνο είναι πέρα από κάθε προσδοκία.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτό έλεγε κι ο Κιταμούρα. Ακόμα και τα άλλα μέλη συμφωνούσαν λέγοντας «Ναι, ναι», δημιουργώντας μια παράξενη αίσθηση ομοφωνίας μέσα στην πολυκοσμία της αίθουσας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Μπορείτε να λέτε ό,τι θέλετε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Νιώθοντας ξαφνικά ξεκομμένος από όλους, ο Κούτα συνέχισε να έχει την πλάτη του γυρισμένη στους μεγαλύτερους συμμαθητές τους.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, ο Κούτα εκείνη τη στιγμή δε φοβόταν ούτε κακοτυχίες ούτε τίποτα. Μάλλον, αν το να υποστεί λίγη ακόμα κακοτυχία θα του επέτρεπε να σώσει εκείνη την πανέμορφη δευτεροετή, θα το δεχόταν ξανά και ξανά---Το σημαντικό ήταν ότι την είχε ερωτευτεί με την πρώτη ματιά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δε μπορούσε παρά να μετανιώνει πικρά που το είχε σκάσει και την είχε αφήσει εκεί. Ακόμα κι αν τον είχε αγριοκοιτάξει εκείνος ο αλήτης...Όχι, δεν τον ένοιαζε ποιον αντίπαλο θα έπρεπε να αντιμετωπίσει. Αν μπορούσε να αντέξει αυτό το λίγο πόνο, πίστευε πως θα υπήρχε ένα πραγματικά ευτυχισμένο τέλος γι’αυτόν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Πρόεδρε, θα το κάνω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σηκώνοντας σταθερά το κεφάλι του, ο Κούτα κοίταξε αποφασιστικά τα μεγάλα μάτια της Σουμίρε. Αυτή έμεινε σιωπηλή για λίγο, αλλά μετά άρχισε να κουνάει αρνητικά το κεφάλι της. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Μην το κάνεις. Παράτα τα. Μην κάνεις κάτι τόσο απερίσκεπτο. Ανατριχιάζω και μόνο που το σκέφτομαι...Με την κακοτυχία που σε δέρνει, καλύτερα να κρατήσεις όσο πιο χαμηλό προφίλ γίνεται.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αποκλείεται! Θα το κάνω. Θα τα καταφέρω ό,τι και να γίνει. Θα σώσω αυτό το φτωχό κορίτσι. Και μετά θα αγγίξω την Τίγρη Μινιατούρα και θα γίνω ευτυχισμένος!...Θα την αγγίξω μαζί της...για να γίνουμε και οι δυο ευτυχισμένοι μαζί...Κι ύστερα, εσύ ήσουν που μου είπες να το κάνω αυτό από την αρχή, πρόεδρε, έτσι δεν είναι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Μα, δε μου φαίνεται πως αυτό το φτωχό κορίτσι ή οποιοσδήποτε άλλος εδώ που τα λέμε σου ζήτησε να τον σώσεις.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως ο Κούτα πετούσε στα σύννεφα, και δεν άκουγε λέξη από όσα του έλεγαν. Σκεφτόταν το υπέροχο πρόσωπο αυτού του κοριτσιού. Και τα μάτια της που έμοιαζαν σαν τον έναστρο ουρανό. Και την εύθραυστη σαν γυαλί έκφραση του προσώπου της. Τα χαρακτηριστικά της που θύμιζαν νεράιδα...ήταν σίγουρος πως δεν υπήρχε καμιά στον κόσμο σαν κι αυτήν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Εμμ. Κούτα, ξέρεις, υπάρχει κάτι που νομίζω πως πρέπει να μάθεις...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Σας παρακαλώ αφήστε με ήσυχο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο Κιταμούρα προσπάθησε μάταια να διαλύσει τις ρόδινες φαντασιώσεις του Κούτα,αλλά αυτός πλέον ήταν αμετάπειστος. Ο Κούτα ήταν χαμένος στον κόσμο των ονείρων του. Το κορίτσι, αυτός, και η Τίγρη Μινιατούρα, όλα μαζί σε ένα όραμα ευτυχίας,είχαν κυριεύσει το μυαλό του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αχ, εντάξει. Δεν πειράζει, Κιταμούρα, μην ασχολείσαι άλλο. Αφού είναι έτσι τα πράγματα, άστον να κάνει ό,τι θέλει μέχρι να τελειώσουν όλα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ακόμα και η σταθερή φωνή της Σουμίρε δεν έφτανε στ’αυτιά του Κούτα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ο Κούτα είπε ήδη ότι θέλει να τον αφήσουμε ήσυχο. Δεν πρόκειται να ακούσει καμία συμβουλή από μας. Λοιπόν, καλή του τύχη κι όλα τα σχετικά.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Θα είναι άραγε στ’αλήθεια εντάξει; Τέλος πάντων...τι να γίνει.»&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Eirini kl</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Toradora!_(Greek):Volume2_Spin-off&amp;diff=95870</id>
		<title>Toradora! (Greek):Volume2 Spin-off</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Toradora!_(Greek):Volume2_Spin-off&amp;diff=95870"/>
		<updated>2011-05-16T22:29:13Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Eirini kl: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&#039;&#039;&#039;Δευτερεύουσα ιστορία&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Ο θρύλος της Τίγρης Μινιατούρας που φέρνει ευτυχία&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο τρίτος όροφος του παλιού σχολικού κτιρίου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αν και τα μαθήματα είχαν μόλις τελειώσει, ο διάδρομος ήταν κιόλας μισοσκότεινος και δε φαινόταν κανένας άλλος μαθητής. Οι λάμπες φθορισμού στο ταβάνι κατά διαστήματα βούιζαν και αναβόσβηναν, φωτίζοντας με ένα καταθλιπτικό φως το ήδη μελαγχολικό πρόσωπο του Τομίε Κούτα καθώς βάδιζε στο διάδρομο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κάποια στιγμή έφτασε επιτέλους μπροστά σε μια πόρτα που είχε πάνω της ένα χαρτί κολλημένο με σελοτέιπ. Πάνω στο χαρτί ήταν γραμμένες βιαστικά με μολύβι μερικές λέξεις.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το χαρτί έγραφε, «Αίθουσα μαθητικού συμβουλίου».&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Χαα». Ο Κούτα αναστέναξε και κοίταξε με κουρασμένα μάτια το παλιό πόμολο της πόρτας. Αναρωτήθηκε, τι νόημα είχε να έρχεται εδώ κάθε μέρα---&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μπουαχαχαχα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Αυτή πρέπει να είναι η πρόεδρος.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οπισθοχώρησε άθελά του καθώς άκουσε το βροντερό γέλιο πίσω από την πόρτα, και δίστασε να μπει μέσα. Χωρίς να το σκεφτεί, στο μυαλό του ήρθε η εικόνα του ιδιοκτήτη αυτού του γέλιου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα αξιόπιστο άτομο που μερικές φορές επιδείκνυε μια πατρική, αυστηρή αγάπη...Κάτι σαν μεγαλύτερος αδελφός ή προπονητής, τέτοιοι όροι ταίριαζαν στην χαρακτηριστικά ‘αρρενωπή’ προσωπικότητα αυτού του ατόμου. Ο Κούτα είχε αποφασίσει ότι δεν μισούσε αυτό το είδος του ανθρώπου. Ωστόσο,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Με συγχωρείτε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με μια συνεχόμενη κίνηση άνοιξε την πόρτα και μπήκε στο δωμάτιο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έι! Άργησες, πρωτοετή! Άντε, κάτσε, κάτσε εκεί!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Εντάξει.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Είχαν ήδη μεσολαβήσει λίγες εβδομάδες από την πρώτη τους συνάντηση, αλλά ακόμα δε μπορούσε να το συνηθίσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι ξεψυχισμένη απάντηση είναι αυτή;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τσκ, έκανε η αρρενωπή προσωπικότητα που λεγόταν Σουμίρε Κάνου, συνοδεύοντας το πλατάγισμα της γλώσσας με ένα χαρούμενο, καλοσυνάτο χαμόγελο. Λέγοντάς του «Άντε, φάε», του πέταξε ένα γλυκό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όμως πέρα απ’αυτά, αυτό το άτομο ήταν,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Με συγχωρείς, πρόεδρε, έχω εδώ τα οικονομικά στοιχεία του προηγούμενου έτους.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ααα, δώστα να τους ρίξω μια ματιά.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με μακριά μεταξένια μαύρα μαλλιά που έπεφταν στους λεπτούς ώμους της, ωχρό πρόσωπο, και σοβαρό ύφος, ήταν η τέλεια εικόνα μιας Γιαπωνέζας καλλονής.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήταν η Σουμίρε Κάνου, η πρόεδρος του μαθητικού συμβουλίου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήταν επίσης μια άριστη μαθήτρια, που ποτέ δεν είχε παραχωρήσει σε άλλον την πρώτη θέση στη βαθμολογία από τότε που είχε έρθει στο σχολείο. Παρεμπιπτόντως, η αδελφή της Σάκουρα Κάνου που ήταν δύο χρόνια μικρότερη, ήταν πρωτοετής στο σχολείο, και όλοι οι μαθητές τις αποκαλούσαν ‘οι αδελφές Κάνου’. Αν και, σαν πρόεδρος και μεγαλύτερη, η Σουμίρε έμοιαζε περισσότερο σαν μεγαλύτερος αδελφός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έι, Κούτα. Πάλι έτρωγες μόνος σου σήμερα, έτσι δεν είναι; Έτυχε να περάσω από την τάξη σου και σε είδα ολομόναχο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Σε παρακαλώ να κοιτάς τη δουλειά σου.» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καθισμένη δίπλα στο παράθυρο με τα πόδια ανοιχτά και κρατώντας τα έγγραφα στο ένα χέρι, η Σουμίρε τον κοίταζε με ένα ειρωνικό χαμόγελο. Δε φαινόταν διατεθειμένη να τον αφήσει στην ησυχία του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ακόμα δεν έχεις κάνει φίλους; Παρόλο που κοντεύει να τελειώσει ο Μάιος; Δεν πάνε κιόλας δυο μήνες από τότε που ξεκίνησες το λύκειο;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν υπήρχε ίχνος συμπόνοιας στα λόγια που έβγαιναν από τα ρόδινα χείλη της. Ο Κούτα έμεινε σιωπηλός, γυρίζοντάς της την πλάτη του και κοιτάζοντας επίμονα την ατζέντα του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εσύ, ένας πρωτοετής, τολμάς να αγνοείς εμένα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έλα τώρα, πρόεδρε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αυτός που έσπευσε σε βοήθειά του ήταν ο δευτεροετής αντιπρόεδρος, ο Γιουσάκου Κιταμούρα. Με τα σοβαρά γυαλιά του με τον ασημένιο σκελετό να λάμπουν στον ήλιο, παρενέβη μιλώντας ήρεμα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ο Κούτα ξεκίνησε με ένα μήνα καθυστέρηση, επομένως πάει μόλις ένας μήνας που άρχισε το σχολείο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ααα, ναι, σωστά!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Σουμίρε χτύπησε τα χέρια της σαν να χειροκροτούσε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι έγινε, σε χτύπησε αυτοκίνητο τη μέρα πριν την τελετή έναρξης...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Όχι. Με χτύπησε αυτοκίνητο τη μέρα πριν τις εξετάσεις για το λύκειο που ήταν η πρώτη επιλογή μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Σωστά, σωστά, χμμ, α ναι θυμήθηκα τώρα, το σπίτι του γείτονά σας έπιασε φωτιά και εξαιτίας αυτού το δικό σου σπίτι πλημμύρισε...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Αυτό συνέβη την παραμονή της εκδρομής μου στο γυμνάσιο. Τη μέρα πριν την τελετή έναρξης του λυκείου, είχα έναν έντονο πονόκοιλο που τελικά αποδείχτηκε πως ήταν σκωληκοειδίτιδα, με αποτέλεσμα να πάθω κρίση σκωληκοειδίτιδας την ώρα που είχαμε βγει για φαγητό για να το γιορτάσουμε, και μετά να χτυπήσω πάνω σε ένα από τα γειτονικά τραπέζια και να λιποθυμήσω...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ααα! Και μετά μπήκες στο νοσοκομείο για ένα μήνα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
--- Ο Κούτα μπορούσε μόνο να κρεμάσει σιωπηλά το κεφάλι του καθώς τον έδειχνε με το δάχτυλο. Ήξερε ήδη τι θα έλεγε μετά η Σουμίρε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Σοβαρά τώρα, τραβάς τα ατυχήματα σαν μαγνήτης!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μπουαχαχαχα!...Μα τόσο αστείο το έβρισκε;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πρόεδρε, μη γελάς τόσο. Κάνεις τον Κούτα να αισθάνεται άσχημα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα ακατάσχετο γέλιο συνέχισε να ακούγεται μέχρι που παρενέβη ο Κιταμούρα, και μια δυο γενικές γραμματείς – δευτεροετείς – έκαναν πως ήταν πολύ απορροφημένες από τη δουλειά τους, όμως οι ώμοι τους τραντάζονταν από το σιωπηλό γέλιο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
‘Γέλα όσο θέλεις’, κατέβασε μούτρα ο Κούτα και γύρισε από την άλλη. Συγγνώμη που είμαι τόσο άτυχος. Πάντως, πραγματικά ήταν άτυχος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όποτε επρόκειτο να του συμβεί κάτι σημαντικό, ο Κούτα αναπόφευκτα θα υπέφερε από κάποιο ανελέητο χτύπημα της μοίρας. Από τότε που είχε γεννηθεί μέχρι σήμερα, έτσι ήταν πάντα. Παρεμπιπτόντως, η βιντεοκάμερα του πατέρα του είχε μείνει από μπαταρία τη στιγμή που γεννιόταν ο Κούτα, κι αυτό είχε αποσπάσει την προσοχή του μαιευτήρα, με αποτέλεσμα να του πέσει το νεογέννητο πάνω στο τραπέζι της αίθουσας τοκετών.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και έτσι είχε πάντοτε προβλήματα μέχρι σήμερα. Όπως και να είχε όμως, ήταν δική του η απόφαση να συμμετάσχει στο μαθητικό συμβούλιο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Επειδή είχε ξεκινήσει καθυστερημένα τη ζωτικής σημασίας είσοδό του στο λύκειο, ο Κούτα , χωρίς να το συνειδητοποιήσει, είχε ξεκόψει από τους υπόλοιπους. Μια και δεν ήταν εξαρχής ιδιαίτερα εύθυμος και ζωηρός, είχε σκεφτεί να γίνει μέλος μιας λέσχης για να κάνει φίλους, όμως είχε χάσει την περίοδο εγγραφής των πρωτοετών σε λέσχες και έτσι δεν είχε την ευκαιρία να γίνει μέλος σε κάποια λέσχη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν τον μισούσαν ή τίποτα τέτοιο, αλλά εξαιτίας όλων αυτών είχε καταλήξει να μην έχει καθόλου φίλους για να περνάει τον ελεύθερο χρόνο του. Μια μέρα καθώς αναρωτιόταν πώς είχε βρεθεί σε μια τόσο αξιοθρήνητη κατάσταση, ο Κούτα είδε ένα πόστερ που έλεγε:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ζητούνται βοηθοί γενικών καθηκόντων! Οι πρωτοετείς είναι ευπρόσδεκτοι! Μαθητικό συμβούλιο»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Βοηθός γενικών καθηκόντων...Βασικά, θεώρησε ότι αυτό σήμαινε απλώς να βοηθάει σε διάφορες δραστηριότητες. Δεν ήταν πως ενδιαφερόταν ιδιαίτερα να βοηθάει το μαθητικό συμβούλιο στις δουλειές του. Όμως, οι λέξεις ‘οι πρωτοετείς είναι ευπρόσδεκτοι’, του έκαναν μεγάλη εντύπωση εκείνη τη στιγμή. Σαν να ήταν ανοιχτή η πόρτα του τελευταίου βαγονιού του τρένου που είχε μόλις χάσει---Έτσι ένιωθε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Είχε ελπίσει πως θα μπορούσε να γίνει φίλος με άλλους πρωτοετείς βοηθούς. Ή τουλάχιστον, πως αν γινόταν μέλος του μαθητικού συμβουλίου, θα έπαυε να είναι ένα τίποτα όπως ήταν τώρα. Έτσι είχε νομίσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ακόμα θυμόταν καθαρά τη στιγμή που, αφού είχε μαζέψει όλο του το κουράγιο μπροστά στην πόρτα του μαθητικού συμβουλίου, είχε ανοίξει αυτή την πόρτα για πρώτη φορά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θυμήθηκε την πανέμορφη μαυρομάλλα Yamato Nadeshiko που είχε γυρίσει ξαφνιασμένη να τον κοιτάξει. Ούτε στα πιο τρελά του όνειρα δεν είχε φανταστεί πως θα δούλευε μαζί με μια τέτοια καλλονή στο μαθητικό συμβούλιο. Τι τυχερός που ήταν---έτσι είχε νομίσει. Όμως αυτή τον χαιρέτησε σαν άντρας, κραυγάζοντας «Γειαχαραντάν!» και σηκώνοντας ψηλά το χέρι της. Μετά έπεσε άκομψα σε μια καρέκλα με ανοιχτά τα πόδια, και είπε «Πρωτοετής, έτσι; Τι χαμπάρια; Έλα, κάτσε!», και έδειξε μια άδεια καρέκλα...Τα πόδια του Κούτα λύγιζαν. Μπροστά του είχε έναν αξιόπιστο ‘μεγάλο αδελφό’ μεταμφιεσμένο σε Yamato Nadeshiko.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Επιπλέον, δεν υπήρχαν άλλοι πρωτοετείς βοηθοί και ακόμα και ο υπεύθυνος καθηγητής της τάξης του αγνοούσε ότι υπήρχε τέτοια θέση στο μαθητικό συμβούλιο, γι’αυτό και αντέδρασε λέγοντας «Ε; Είσαι βοηθός είπες;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όμως δε μπορούσε να παραιτηθεί επειδή τα πράγματα δεν είχαν έρθει όπως ήλπιζε, κι έτσι ο Κούτα ήταν υποχρεωμένος να πηγαίνει στην αίθουσα του μαθητικού συμβουλίου κάθε μέρα χωρίς άλλο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πραγματικά ήταν άτυχος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«---Ααχ, αν μόνο μπορούσα να αγγίξω την Τίγρη Μινιατούρα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μονολόγησε φωναχτά, αφήνοντας ένα βαθύ αναστεναγμό. Όμως,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Χμ;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Κιταμούρα ανταποκρίθηκε αμέσως.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τώρα μόλις, είπες κάτι για την Τίγρη Μινιατούρα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Κιταμούρα-σενπάι, ξέρεις για την Τίγρη Μινιατούρα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μην απαντάς σε μια ερώτηση με μια άλλη ερώτηση.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Κιταμούρα έδωσε μια ελαφριά καρπαζιά στο κεφάλι του Κούτα με την άκρη του σημειωματάριου της Σουμίρε, εν είδει φιλικής επίπληξης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έι!...Τι κάνεις; Δεν μπόρεσα να κρατηθώ, γιατί θέλω πολύ να μάθω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με την άκρη του σημειωματάριου ακουμπισμένη στο κεφάλι του Κούτα, άρχισε να το σέρνει γρήγορα μπρος πίσω, σαν πριόνι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ααχ, κ-καίει!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μην παίρνεις αψήφιστα το σημειωματάριο, κατά βάση είναι ξύλο ξέρεις. Τι θέλεις να μάθεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τ, τι βίαιος...Απλώς πρόκειται για κάτι που έλεγαν τα παιδιά στην τάξη μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
---Με δυο λόγια, είχε ακούσει ότι αν άγγιζε κανείς την Τίγρη Μινιατούρα, θα είχε καλοτυχία για όλα του τα χρόνια στο λύκειο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Κούτα είχε ακούσει γι’αυτό σαν ένα από τα επτά θαύματα του σχολείου εκείνη τη μέρα, την ώρα περίπου που η Σουμίρε τον είχε δει να κάθεται μόνο του στο απογευματινό διάλειμμα. Το είχε ακούσει από μια παρέα αγοριών που φλυαρούσε πίσω του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Χμμ. Και επειδή είσαι τόσο άτυχος, σκέφτηκες να το δοκιμάσεις, αλλά επειδή δεν είστε φίλοι, δε μπορούσες να τους ζητήσεις λεπτομέρειες, τώρα κατάλαβα τι έγινε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι ντροπιάρης.» Όταν άκουσε τη Σουμίρε που ξανάρχισε να μιλάει, ο Κούτα της γύρισε την πλάτη για άλλη μια φορά και μουρμούρισε κατσουφιασμένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εντάξει, φτάνει. Σταματήστε μ’αυτό το θέμα σας παρακαλώ...Απλώς αναρωτιόμουν γι’αυτό. Έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα. Είναι σίγουρα απλώς μια ιστορία.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Όχι, κάνεις λάθος.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η φωνή του Κιταμούρα αντήχησε απόκοσμα στο δωμάτιο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Η Τίγρη Μινιατούρα υπάρχει στ’αλήθεια. Την έχω δει με τα μάτια μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εε;! Μου λες αλήθεια;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Προς μεγάλη του έκπληξη, η Σουμίρε σήκωσε κι αυτή το χέρι της,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Κι εγώ την έχω δει.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κι άλλα μέλη σήκωσαν τα χέρια τους μετά την πρόεδρο και είπαν πως υπάρχει, ανταλλάσσοντας ματιές μεταξύ τους.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ώστε όλοι εσείς από τις μεγαλύτερες τάξεις λέτε πως την έχετε δει;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ναι, είναι πολύ γνωστή σε μας τους δευτεροετείς...Όμως να υπάρχει θρύλος που να λέει ότι η Τίγρη Μινιατούρα φέρνει ευτυχία...Ώστε έχει πάρει τέτοιες διαστάσεις...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σαν να μη μπορούσε να κρατηθεί άλλο, ο Κιταμούρα άφησε ένα σιγανό γέλιο. Ακόμα και η Σουμίρε και οι άλλοι χαμογελούσαν παράξενα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Τ, τι σας έπιασε όλους...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μην καταλαβαίνοντας τι γινόταν και προσπαθώντας να βγάλει άκρη, ο Κούτα κοίταξε γύρω του με αβοήθητο ύφος, αλλά, &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Αυτό είναι!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αναφώνησε ξαφνικά η Σουμίρε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Κούτα, να πας να αγγίξεις την Τίγρη Μινιατούρα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Εε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Αν έχουμε κάποιον τόσο επιρρεπή στην ατυχία όσο εσύ εδώ, μπορεί να μεταδώσεις την κακοτυχία σου και στο υπόλοιπο συμβούλιο, σωστά; Λοιπόν, ως πρόεδρος σου δίνω αυτή την εντολή: οφείλεις να αγγίξεις την Τίγρη Μινιατούρα και να θεραπεύσεις την κακοτυχία σου, και δεν επιτρέπεται να αποτύχεις.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Ακόμα κι αν μου λες να θεραπεύσω την κακοτυχία μου, δεν ξέρω ούτε καν τι είναι η Τίγρη Μινιατούρα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Θα μπορούσες να ρωτήσεις τους συμμαθητές σου. Ξεκίνα να συγκεντρώνεις πληροφορίες το συντομότερο δυνατόν, από αύριο κιόλας.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Σαν δύσκολο μου φαίνεται.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κάνοντας «Τι πρά~γμα;», τα μάτια της Σουμίρε έγιναν κοφτερά σαν μαχαίρια, μέχρι που ο Κιταμούρα μπήκε πάλι στη μέση λέγοντας «Έλα τώρα,»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Υποθέτω πως είναι δύσκολο να σε ρίξουμε έτσι αβοήθητο στα βαθιά, τελικά. Κούτα, θα σου δώσω ένα στοιχείο για να σε βοηθήσω. Στην τάξη μου, τη 2-Γ, υπάρχει κάποια που λέγεται Κουσιέντα. Καλό θα ήταν να μιλήσεις μαζί της. Από όσο ξέρω, αυτή ξέρει περισσότερα από κάθε άλλον στο σχολείο για την Τίγρη Μινιατούρα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Κουσιέντα...σενπάι, έτσι τη λένε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Γνέφοντας καταφατικά, ο Κιταμούρα κοίταξε τον Κούτα με ένα καλοσυνάτο χαμόγελο, αλλά,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Κιταμούρα-σενπάι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Χμ;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Φαίνεται σαν να το διασκεδάζεις.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ναι, λιγάκι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα έξυπνα μάτια πίσω από εκείνα τα γυαλιά, έμοιαζαν να έχουν απύθμενο βάθος. Ακόμα και τώρα που χαμογελούσε, η ήρεμη ματιά του έμοιαζε να διαπερνά τον Κούτα ως τα βάθη της ψυχής του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Κούτα έβλεπε πάντα τον Κιταμούρα σαν έναν ευγενικό δευτεροετή, αλλά στην τελική, ήταν το δεξί χέρι της Σουμίρε---Ή μάλλον, για κάποιο λόγο ένιωθε ότι κάτι έτρεχε με όλους τους συγκεντρωμένους στην αίθουσα του μαθητικού συμβουλίου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο πρωταθλητής της γκαντεμιάς Κούτα έβαλε κατά μέρος τη δική του παραξενιά και έμεινε να κοιτάζει καχύποπτα τα πρόσωπα των μεγαλύτερων συμμαθητών του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;span style=&amp;quot;font-size: 300%; border: &amp;quot;&amp;gt;&amp;lt;center&amp;gt;* * *&amp;lt;/center&amp;gt;&amp;lt;/span&amp;gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κατάλαβες, Κούτα; Πρώτα απ’όλα, η Τίγρη Μινιατούρα είναι πραγματική. Δεύτερον, είναι πολύ άγρια, και γι’αυτό θα είναι πολύ δύσκολο να την αγγίξεις.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
---Αυτά τα στοιχεία του είχε δώσει η Σουμίρε, αποκαλώντας τα ‘ειδική προσφορά’. Όμως μόνο μ’αυτά, εξακολουθούσε να μη γνωρίζει τι ακριβώς ήταν αυτή η Τίγρη Μινιατούρα. Συνήθως, σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις, επρόκειτο για κανένα μπρούτζινο αγαλματάκι ή κάτι ανάλογο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Με δουλεύουν, το ξέρω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήταν την επόμενη μέρα, και ο Κούτα στεκόταν υπάκουα έξω από την πόρτα της τάξης 2-Γ. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όπως και να είχε, είχε αυστηρές διαταγές από τη Σουμίρε---Του είχε δηλώσει ξεκάθαρα ότι αν αγνοούσε τις εντολές της, οι συνέπειες θα ήταν πολύ δυσάρεστες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εμμ, με άλλα λόγια...Θα με απολύσεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αν επρόκειτο μόνο γι’αυτό, δε θα τον πείραζε και τόσο. Όμως,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Όχι. Θα σε υποχρεώσω να γίνεις ο επόμενος πρόεδρος του μαθητικού συμβουλίου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Δε θα έπρεπε ο επόμενος πρόεδρος να είναι ένας από τους δευτεροετείς;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Συγχαρητήρια! Θα είσαι ο πρώτος πρωτοετής πρόεδρος.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Δεν υπάρχει περίπτωση.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έτσι, κοιτάζοντας θλιμμένα το πάτωμα, κατευθύνθηκε ολομόναχος προς την τάξη της δευτέρας λυκείου. Εδώ και λίγη ώρα έριχνε κλεφτές ματιές μέσα, αλλά μη μπορώντας να βρει τον αξιόπιστο Κιταμούρα, είχε βρεθεί σε αδιέξοδο. Δε φαινόταν να μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο εκτός από το να φωνάξει κάποιον μόνος του και να του ζητήσει να τον πάει στην Κουσιέντα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εμμ, με συγχωρείτε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ναι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μαζεύοντας όλο του το θάρρος, φώναξε μια δευτεροετή που περνούσε. Γυρίζοντας να τον κοιτάξει, &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι συμβαίνει;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Είχε ένα φωτεινό χαμόγελο, και κοιτούσε τον Κούτα με καλοσυνάτα καστανά μάτια. Με το στρογγυλό της πρόσωπο να αστράφτει από ένα λαμπερό χαμόγελο, τα απαλά και γυαλιστερά ρόδινα χείλη, και την ειλικρινή και υγιή εμφάνισή της, ήταν τελείως διαφορετική από την τύπου ‘μεγάλος αδελφός’ εμφάνιση της προέδρου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Α, εμμ...ε, εγώ ψάχνω την Κουσιέντα-σενπάι που πρέπει να είναι σ’αυτήν»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εδώ~!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«την τάξη...Ε, ναι λοιπόν.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κοιτούσε το κορίτσι μπροστά του που είχε σηκώσει ψηλά το χέρι της. Ο Κούτα έγειρε ελαφρά το κεφάλι του. Χμμ, καθώς ξανασκεφτόταν τι είχε συμβεί, αυτή που φώναξε ξαφνικά «Εδώ~!» ήταν,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εγώ είμαι η Κουσιέντα~.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ναι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πραγματικά, ήταν ένα χαριτωμένο αλλά κάπως παράξενο κορίτσι...Ένιωσε να τον κυριεύει η απογοήτευση για άλλη μια φορά. Όλοι όσοι συναντούσε εδώ φαινόντουσαν να είναι παράξενοι, κι ο Κούτα αναρωτήθηκε αν αυτό ήταν άλλη μια εκδήλωση της συνεχούς κακοτυχίας του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έλα τώρα, τι είναι αυτό το ‘ναι’! Εσύ ήσουν που με φώναξες, ξέρεις!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τον σκούντησε στον ώμο με κάπως υπερβολική οικειότητα, κάνοντάς τον να παραπατήσει. Κατάφερε όμως να κρατηθεί όρθιος και κοίταξε κατευθείαν μπροστά. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Ο Κιταμούρα-σενπάι μου σύστησε να σε βρω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν ήθελε να υποστεί τις επιπλήξεις της Σουμίρε, επομένως για την ώρα έπρεπε να τα βγάλει πέρα με την Κουσιέντα. Όμως, &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ο Κιταμούρα-κουν; Μμμ, όμως εγώ δεν ξέρω τίποτα γι’αυτό, ξέρεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εε...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Κούτα έμεινε εκεί άφωνος, καθώς ξανάφερνε στη μνήμη του το πρόσωπο του διοπτροφόρου αντιπρόεδρου. Σκεφτόταν ότι θα έπρεπε να της εξηγήσει από την αρχή γιατί και πώς αναζητούσε την Τίγρη Μινιατούρα. Το όλο πράγμα ήταν αρκετά ντροπιαστικό. Ένας πρωτοετής να έρχεται στα καλά καθούμενα σε μια τάξη της δευτέρας και να ρωτάει «Πού μπορώ να βρω την Τίγρη Μινιατούρα;»---αυτό ήταν, πράγματι, κάπως...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έι, Κουσιέντα! Αυτός εκεί είναι ένας πρωτοετής, ο Τομίε Κούτα. Θέλει να μάθει για την Τίγρη Μινιατούρα, γι’αυτό του σύστησα εσένα. Θέλω να πω, εσύ ξέρεις τα πάντα γι’αυτό το θέμα. Λοιπόν, τα λέμε!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σαν περαστικό αεράκι, ο Κιταμούρα εμφανίστηκε από το πουθενά και εξήγησε όλα αυτά που ο Κούτα ντρεπόταν να ξεστομίσει και μετά εξαφανίστηκε εξίσου γρήγορα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το ίδιο γρήγορα, τα μάτια της Κουσιέντα έγιναν συννεφιασμένα και απόμακρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ώστε θέλεις να μάθεις για την Τίγρη Μινιατούρα...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Σενπάι, τι ύφος είναι αυτό;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μη μιλάς.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σαν για να κόψει το δρόμο διαφυγής του Κούτα, η Κουσιέντα άπλωσε τα μπράτσα της παραμένοντας μπροστά στην πόρτα. Το προηγούμενο λαμπερό χαμόγελό της είχε χαθεί εντελώς, και το είχε αντικαταστήσει μια αδειανή έκφραση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Όταν μάθεις για την Τίγρη Μινιατούρα, τι σκοπεύεις να κάνεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μιλώντας με μια επίτηδες χαμηλωμένη και βραχνή φωνή, τον κοίταξε ερευνητικά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Α, αυτό που...να προσπαθήσω να την αγγίξω...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Να αγγίξεις. Να την αγγίξεις. Θέλεις να αγγίξεις. Θέλεις να την αγγίξεις.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Το είπες τέσσερεις φορές, έτσι δεν είναι; Ε ναι λοιπόν.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Φιου~. Ο βαθύς αναστεναγμός που άφησε η Κουσιέντα χάιδεψε τα μαλλιά του Κούτα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Έχεις ασφάλεια; Εννοείται πως μιλάω για ασφάλεια ατυχημάτων.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έχω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Λόγω της κακοτυχίας που τον κυνηγούσε, είχε φροντίσει να ασφαλιστεί για ατυχήματα πάσης φύσεως.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ακούγοντας την απάντησή του, η Κουσιέντα έγνεψε καταφατικά με αποφασιστικότητα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Υποθέτω πως είναι εντάξει, στο κάτω κάτω είσαι νέος...Φαίνεται πως ακόμα δεν ξέρεις τι ακριβώς είναι η Τίγρη Μινιατούρα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ναι. Γι’αυτό ήρθα να ρωτήσω εσένα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ό,τι και να σου πει μια γριά σαν και μένα, δε θα μπορέσεις να καταλάβεις...Ένα μόνο πράγμα μπορεί να σου μάθει αυτή η γριά...Η λέξη ‘μινιατούρα’ έχει να κάνει με το μέγεθος της Τίγρης Μινιατούρας...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
...Γριά;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και μπροστά στα μάτια του μπερδεμένου Κούτα,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ουχ~! Γκουχ! Γκουχ, γκουχ!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Κου, Κουσιέντα-σενπάι, είσαι καλά;...Εεε;!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Γκουχ, γκουχ, βήχοντας ακατάπαυστα, η υποτιθέμενη γριά Κουσιέντα έπεσε στο ένα γόνατο με τα μαλλιά της ανακατεμένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εμμ, ψέματα το κάνεις, έτσι δεν είναι;  Με δουλεύεις, αυτό είναι, σωστά;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ήρθε το τέλος...γι’αυτή τη γριά...Τώρα πρέπει...να ρωτήσεις αυτόν...που λέγεται Τακάσου...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κι έτσι απλά, έκανε την πεθαμένη εκεί στο διάδρομο την ώρα του διαλείμματος, πέφτοντας με πάταγο στο πάτωμα. Η φούστα της σηκώθηκε αποκαλύπτοντας το πίσω μέρος από το άσπρο κιλοτάκι της, αλλά δεν έδειξε να προβληματίζεται καθόλου από αυτό ή να προσπαθεί να το καλύψει, κάτι που υπό φυσιολογικές συνθήκες θα τον έκανε να αισθανθεί τυχερός και ίσως να ανοίξει η μύτη του, όμως τώρα...Είχε τρομερή νευρικότητα καθώς αναρωτιόταν τι έπρεπε να κάνει...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Εμμ...ποιος είναι πάλι αυτός ο Τακάσου;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ευτυχώς, πέρασε επιτέλους από δίπλα τους ένα κορίτσι από την τάξη της Κουσιέντα και έσκυψε από πάνω της λέγοντας «Έι, φαίνεται το βρακί σου.»&lt;br /&gt;
και της έφτιαξε τη φούστα. Ακόμα και τότε, η Κουσιέντα παρέμεινε στο έδαφος, όμως του έδειξε με το δάχτυλό της μια από τις γωνίες της τάξης. Ακολουθώντας το με το βλέμμα του, είδε μια παρέα δευτεροετών αγοριών που φλυαρούσαν εύθυμα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και τότε ο Κούτα ξεροκατάπιε και κράτησε την ανάσα του. Ένας από την παρέα τον πρόσεξε και στράφηκε προς το μέρος του,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Τι κάνει εκεί η Κουσιέντα...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Κούτα σκέφτηκε πως έφτασε η τελευταία του ώρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το χαμηλό και βαθύ μουρμουρητό του τύπου δημιουργούσε τρομακτική ατμόσφαιρα. Επίσης, η κοφτερή ματιά του έδειχνε ότι δεν ήταν τύπος που έπαιζε κανείς μαζί του. Το πρόσωπό του έμοιαζε συσπασμένο από εκνευρισμό και η όλη εμφάνισή του ήταν πολύ σκληρή για ανθρώπινο ον. Χτυπούσε νευρικά το πάτωμα με το πόδι του και όλο του το σώμα ανέδινε μια σκοτεινή, επικίνδυνη αύρα που κάλυπτε όλα και όλους γύρω του. Ο Κούτα αναρωτήθηκε πώς βρέθηκε ένας τέτοιος τρομερός αλήτης σε αυτό το λύκειο, που όσο να πεις ήταν αρκετά καλού επιπέδου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και τότε κατάλαβε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Χωρίς άλλο, αυτός ο αλήτης έπρεπε να είναι ο Τακάσου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μοίρα του Κούτα αναπόφευκτα ακολουθούσε πάντοτε το χειρότερο δυνατό σενάριο με μαθηματική ακρίβεια. Έτσι ήταν σίγουρος πως είχε δίκιο. Δεν άντεχε άλλο, και ήταν έτοιμος να τα παρατήσει και να γυρίσει στην τάξη του. Ο Κούτα πίστευε, ήταν βέβαιος για την ακρίβεια, ότι αυτό θα ήταν το καλύτερο, αλλά...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τακάσου-κουν...Ο νεαρός από δω, φαίνεται πως έχει κάτι να σου πει...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ουα;!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα δευτερόλεπτο πριν προλάβει να το σκάσει, η υποτίθεται νεκρή Κουσιέντα φώναξε ευγενικά τον Τακάσου εκ μέρους του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Φυσικά, ο Κούτα δεν απόρησε καθόλου όταν ο αλήτης απάντησε στα λόγια της με ένα «Τι είναι;». Με μάτια που γυάλιζαν, έκανε πίσω την καρέκλα του και σηκώθηκε. Δεν ήταν ιδιαίτερα σωματώδης, αλλά η τρομακτική δύναμη που ανέδινε καθώς σηκωνόταν έμοιαζε να παραμορφώνει και τον ίδιο το χώρο γύρω του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Γλείφοντας τα ξεραμένα χείλη του, ο Τακάσου τον πλησίασε. Περπατώντας με μεγάλα γρήγορα βήματα, έκλεισε γρήγορα την απόσταση ανάμεσά τους.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ε, εε!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ενστικτωδώς, ο Κούτα έκανε μεταβολή. Στρίβοντας σαν να επρόκειτο να κάνει άλμα, ήταν έτοιμος να το βάλει στα πόδια---&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Αχ!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...~!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένιωσε ένα ελαφρό χτύπημα στο στήθος του. Είχε σκουντήσει κάποιον κατά λάθος. Κάνοντας πίσω, γύρισε από την άλλη,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Συγγνώμη!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σκύβοντας αμήχανα το κεφάλι, ετοιμάστηκε να το σκάσει. Όμως,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Α, άουτς...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Φαίνεται πως το δυστύχημα ήταν πιο σοβαρό από όσο είχε νομίσει. Ένα μικρόσωμο κορίτσι ήταν σκυμμένο στο πλάι του διαδρόμου. Ο Κούτα πρέπει να την είχε ρίξει κάτω όταν τη σκούντησε. Ξαφνιασμένος, έτρεξε κοντά της,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Γκαχ!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σκουίς, ένιωσε μια δυσάρεστη γλιστερή αίσθηση κάτω από τα πόδια του---Ήταν πιθανότατα αυτό που κρατούσε το κορίτσι, ένα σάντουιτς που είχε πέσει στο πάτωμα, και που μετά αυτός το είχε πατήσει. Όμως, με τον Τακάσου να πλησιάζει και το κορίτσι ακόμα πεσμένο, δεν υπήρχε χρόνος να ασχοληθεί με το σάντουιτς. Άπλωσε το χέρι του να τη βοηθήσει να σηκωθεί,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Είσαι εντάξ...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Του κόπηκε η μιλιά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σαν κούκλα, τα μακριά μαλλιά της τύλιγαν απαλά το μικρό σώμα της. Κοιτώντας λίγο προς τα πάνω, τα μάτια της καρφώθηκαν στον Κούτα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το πρόσωπό της ήταν τόσο λευκό, σχεδόν διάφανο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα μάτια της έλαμπαν απόκοσμα σαν το νυχτερινό ουρανό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα χείλη της ήταν σαν μισάνοιχτο ρόδινο τριαντάφυλλο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Βλέποντας την απίστευτη ομορφιά της ανάμεσα από τα κενά που άφηναν οι μπούκλες των μαλλιών της, για μια στιγμή ξέχασε στην κυριολεξία να πάρει ανάσα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Ουα...αου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Νιώθοντας σαν να τον είχε χτυπήσει κεραυνός, ο Κούτα ξέχασε στη στιγμή όλες τις ατυχίες του μέχρι εκείνη την ώρα και την κοίταζε μαγεμένος από τη ματιά της. Σαν να χοροπηδούσε γυμνός μέσα σε ένα νυχτερινό ουρανό διάστικτο από αστέρια, τέτοια ήταν η επικίνδυνη παρόρμηση που ένιωθε---Έχασε κάθε επαφή με το περιβάλλον. Οι δευτεροετείς που είχαν συγκεντρωθεί έμοιαζαν να έχουν παγώσει κι αυτός κρατούσε την ανάσα του, μη μπορώντας να σκεφτεί τίποτα άλλο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έτσι απλά, ήταν γοητευμένος από την ομορφιά που είχε μπροστά του...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τρέχα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...~;!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήταν ο Τακάσου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Προτού το καταλάβει, ο αλήτης ο Τακάσου τον είχε φτάσει και πήδηξε μπροστά του. Μπαίνοντας μπροστά του σαν να προσπαθούσε να κρύψει το κορίτσι πίσω από την πλάτη του, φαινόταν απίστευτα τρομακτικός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Φύγε, αν αγαπάς τη ζωή σου, φύγε!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Εε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Του ούρλιαξε. Έγνεψε με μανία στον Κούτα να φύγει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μη στέκεσαι έτσι, φύγε γρήγορα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ε, εντάξει!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σίγουρα αυτό ήταν απειλή. Παρόλο που δεν καταλάβαινε τίποτα, ο Κούτα δε μπόρεσε να αντισταθεί στη φωνή του Τακάσου και αναγκάστηκε να αφήσει το κορίτσι εκεί που ήταν και να φύγει τρέχοντας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με άλλα λόγια, αυτό το κορίτσι ήταν αιχμάλωτο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με βάση τα γεγονότα, αυτό ήταν το συμπέρασμα που έβγαλε ο Κούτα. Αυτός ο αλήτης ο Τακάσου την ανάγκαζε να είναι σκλάβα του. Δεν ήξερε όλες τις λεπτομέρειες, αλλά ήταν βέβαιος πως έτσι είχαν τα πράγματα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Στ’αλήθεια θέλω να τη σώσω...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αααχ~...Αναστενάζοντας βαθιά καθώς φανταζόταν το μαρτύριό της, ο Κούτα βρισκόταν στην αίθουσα του μαθητικού συμβουλίου μετά το σχολείο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δυο άτομα στράφηκαν με αναπάντεχη ταχύτητα να κοιτάξουν το πρόσωπο του Κούτα από το πλάι, χωρίς ωστόσο να τον κοιτάξουν κατάφατσα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ακριβώς ό,τι θα περίμενα από τον Κούτα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μουρμούρισε η Σουμίρε με ένα ίχνος θαυμασμού. Διπλώνοντας τα χέρια του δίπλα της, &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τρέχει κατευθείαν προς την καταστροφή λες και τον τραβάει μαγνήτης...Το πώς πέφτει στα τυφλά καταπάνω στον κίνδυνο είναι πέρα από όλες τις προσδοκίες μας.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτό έλεγε κι ο Κιταμούρα. Ακόμα και τα άλλα μέλη συμφωνούσαν λέγοντας «Ναι, ναι», δημιουργώντας μια παράξενη αίσθηση ομοφωνίας μέσα στην πολυκοσμία της αίθουσας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Μπορείτε να λέτε ό,τι θέλετε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Νιώθοντας ξαφνικά ξεκομμένος από όλους, ο Κούτα συνέχισε να έχει την πλάτη του γυρισμένη στους μεγαλύτερους συμμαθητές τους.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, ο Κούτα εκείνη τη στιγμή δε φοβόταν ούτε κακοτυχίες ούτε τίποτα. Μάλλον, αν το να υποστεί λίγη ακόμα κακοτυχία θα του επέτρεπε να σώσει εκείνη την πανέμορφη δευτεροετή, θα το δεχόταν ξανά και ξανά---Το σημαντικό ήταν ότι την είχε ερωτευτεί με την πρώτη ματιά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δε μπορούσε παρά να μετανιώνει πικρά που το είχε σκάσει και την είχε αφήσει εκεί. Ακόμα κι αν τον είχε αγριοκοιτάξει εκείνος ο αλήτης...Όχι, δεν τον ένοιαζε ποιον αντίπαλο θα έπρεπε να αντιμετωπίσει. Αν μπορούσε να αντέξει αυτό το λίγο πόνο, πίστευε πως θα υπήρχε ένα πραγματικά ευτυχισμένο τέλος γι’αυτόν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Πρόεδρε, θα το κάνω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Σηκώνοντας σταθερά το κεφάλι του, ο Κούτα κοίταξε αποφασιστικά τα μεγάλα μάτια της Σουμίρε. Αυτή έμεινε σιωπηλή για λίγο, αλλά μετά άρχισε να κουνάει αρνητικά το κεφάλι της. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Μην το κάνεις. Παράτα τα. Μην κάνεις κάτι τόσο απερίσκεπτο. Ανατριχιάζω και μόνο που το σκέφτομαι...Με την κακοτυχία που σε δέρνει, καλύτερα να κρατήσεις όσο πιο χαμηλό προφίλ γίνεται.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αποκλείεται! Θα το κάνω. Θα τα καταφέρω ό,τι και να γίνει. Θα σώσω αυτό το φτωχό κορίτσι. Και μετά θα αγγίξω την Τίγρη Μινιατούρα και θα γίνω ευτυχισμένος!...Θα την αγγίξω μαζί της...για να γίνουμε και οι δυο ευτυχισμένοι μαζί...Κι ύστερα, εσύ ήσουν που μου είπες να το κάνω αυτό από την αρχή, πρόεδρε, έτσι δεν είναι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Μα, δε μου φαίνεται πως αυτό το φτωχό κορίτσι ή οποιοσδήποτε άλλος εδώ που τα λέμε σου ζήτησε να τον σώσεις.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως ο Κούτα πετούσε στα σύννεφα, και δεν άκουγε λέξη από όσα του έλεγαν. Σκεφτόταν το υπέροχο πρόσωπο αυτού του κοριτσιού. Και τα μάτια της που έμοιαζαν σαν τον έναστρο ουρανό. Και την εύθραυστη σαν γυαλί έκφραση του προσώπου της. Τα χαρακτηριστικά της που θύμιζαν νεράιδα...ήταν σίγουρος πως δεν υπήρχε καμιά στον κόσμο σαν κι αυτήν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Εμμ. Κούτα, ξέρεις, υπάρχει κάτι που νομίζω πως πρέπει να μάθεις...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Σας παρακαλώ αφήστε με ήσυχο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο Κιταμούρα προσπάθησε μάταια να διαλύσει τις ρόδινες φαντασιώσεις του Κούτα,αλλά αυτός πλέον ήταν αμετάπειστος. Ο Κούτα ήταν χαμένος στον κόσμο των ονείρων του. Το κορίτσι, αυτός, και η Τίγρη Μινιατούρα, όλα μαζί σε ένα όραμα ευτυχίας,είχαν κυριεύσει το μυαλό του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αχ, εντάξει. Δεν πειράζει, Κιταμούρα, μην ασχολείσαι άλλο. Αφού είναι έτσι τα πράγματα, άστον να κάνει ό,τι θέλει μέχρι να τελειώσουν όλα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ακόμα και η σταθερή φωνή της Σουμίρε δεν έφτανε στ’αυτιά του Κούτα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ο Κούτα είπε ήδη ότι θέλει να τον αφήσουμε ήσυχο. Δεν πρόκειται να ακούσει καμία συμβουλή από μας. Λοιπόν, καλή του τύχη κι όλα τα σχετικά.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Θα είναι άραγε στ’αλήθεια εντάξει; Τέλος πάντων...τι να γίνει.»&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Eirini kl</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Nogizaka_Haruka_no_Himitsu_(Greek):Volume1_Chapter2&amp;diff=94095</id>
		<title>Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek):Volume1 Chapter2</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Nogizaka_Haruka_no_Himitsu_(Greek):Volume1_Chapter2&amp;diff=94095"/>
		<updated>2011-05-05T22:07:00Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Eirini kl: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;  &lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Κεφάλαιο 2&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
==&#039;&#039;&#039;0&#039;&#039;&#039;==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Ήταν μια καυτή Κυριακή του Μαΐου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στεκόμουν μπροστά από ένα κατάστημα που βρισκόταν στο μεγαλύτερο δρόμο μαγαζιών με ηλεκτρονικά στην Ιαπωνία. &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Κοιτώντας το παράξενο θέαμα μπροστά μου, δεν μπόρεσα να μην αφήσω ένα σιωπηλό αναστεναγμό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Γιατί δε βγήκε ακόμα; Τόση ώρα παίζω...» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα πανέμορφο κορίτσι μουρμούρισε με απογοήτευση στα μάτια της γέρνοντας το κεφαλάκι της στο πλάι. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αυτή η έκφραση δεν ήταν και τόσο παράδοξη, μια και το όμορφο κορίτσι είναι, κατά βάση, άνθρωπος (αν και αρκετοί θα διαφωνούσαν ως προς αυτό), και μοιάζει να βασανίζεται από ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα. Στην πραγματικότητα, το πράγμα δεν ήταν και τόσο περίπλοκο, απλώς...  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Απλώς, η ουσία του προβλήματος είναι.......το αντικείμενο που το όμορφο κορίτσι κρατούσε στο δεξί της χέρι, και το αντικείμενο μπροστά στα μάτια της. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πάλι δεν το πέτυχα...» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα ντελικάτα δάχτυλα κρατούσαν σφιχτά ένα σφαιρικό αντικείμενο κάπου 6 εκ. σε διάμετρο, που είχε βγει από ένα μηχάνημα με κερματοδέκτη. Αυτό και άλλα παρόμοια αντικείμενα έβγαιναν το ένα πίσω από το άλλο εδώ και αρκετή ώρα, από κάτι που ο απλός κόσμος αποκαλεί μηχάνημα με κάψουλες. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι παράξενο...» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κάθε φορά που τσέκαρε το παιχνίδι μέσα στην ωοειδή κάψουλα, η φωνή της Χάρουκα γινόταν όλο και πιο αδύναμη, αλλά παρόλα αυτά, το χέρι που γύριζε συνεχώς το χερούλι του μηχανήματος δεν εννοούσε να σταματήσει. Ποιος θα φανταζόταν ότι είχε τέτοια προδιάθεση για εθισμό στο τζόγο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Άλλη μια φορά...Σίγουρα θα το πετύχω την επόμενη φορά...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τέλος πάντων...Αυτό το πανέμορφο κορίτσι που έριχνε μανιωδώς κέρματα στον κερματοδέκτη του μηχανήματος με κάψουλες λες και εξαρτιόταν η ζωή της απ’αυτό προκαλούσε στους άλλους μια αφόρητη αίσθηση αντιφατικότητας. Όλοι όσοι περνούσαν δίπλα μας άθελά τους γύριζαν να κοιτάξουν το περίεργο θέαμα που παρουσιάζαμε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Χάρουκα...Αρκετά δεν έπαιξες;»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήδη υπήρχαν πάνω από δέκα κάψουλες που κυλούσαν στο έδαφος γύρω της, αλλά η Χάρουκα εξακολούθησε να κουνάει αρνητικά το κεφάλι της. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Μα η Άκι-τσαν που παίζει πιάνο δε βγήκε ακόμα...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με άλλα λόγια, δε θα φύγουμε από δω αν δε βγει η Άκι-τσαν που παίζει πιάνο; Αχ βρε Χάρουκα, μην πέφτεις στην παγίδα των ύπουλων εμπορικών τεχνασμάτων......  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κλανκ κλανκ, ακούστηκε πάλι ο μοχλός. Η Χάρουκα κοίταξε το αντικείμενο μέσα στην κάψουλα και συνοφρυώθηκε έντονα με πένθιμο ύφος.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πάλι δεν το πέτυχα...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν ήξερα πια τι να κάνω και κοιτούσα αβοήθητος τη Χάρουκα να ρίχνει το ένα κέρμα μετά το άλλο στο μηχάνημα, μόνο και μόνο για να αφήνει κάθε φορά ένα αναστεναγμό βαθύ σαν το Ρήγμα Μαριάνα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τι κάνω...Τι κάθομαι και κάνω εδώ!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ούτε εγώ ο ίδιος δεν καταλαβαίνω. Είχα μια τόσο σπάνια ευκαιρία να πάω για ψώνια με τη Χάρουκα, πώς έγινε και καταλήξαμε εδώ; Εκείνη τη στιγμή, ένιωσα μια ακατανίκητη ανάγκη να ξανασκεφτώ την απόφασή μου να ακολουθήσω το νέο δρόμο που ανοίχτηκε στη ζωή μου, που είχα πάρει πριν από ένα μήνα περίπου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πώς βρέθηκα εγώ σ’αυτή την κατάσταση;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θα πρέπει να αρχίσω...από τρεις μέρες πριν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==&#039;&#039;&#039;1&#039;&#039;&#039;==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όταν τέλειωσαν οι διακοπές της Χρυσής Εβδομάδας, όλοι στο σχολείο άρχισαν να ετοιμάζονται με φούρια για τις επερχόμενες εξετάσεις του τριμήνου. Μια μέρα, μετά το σχολείο, η καθηγήτρια μουσικής που ήταν και αναπληρώτρια υπεύθυνη καθηγήτριά μου, με είχε μισοϋποχρεώσει να κάνω το βοηθό της (για την ακρίβεια με έβαλε να καθαρίσω τις τουαλέτες του προσωπικού ολομόναχος). Όταν γύρισα στην τάξη, λαχανιασμένος από την κοπιαστική εργασία, βρήκα ένα σημείωμα στο συρτάρι του θρανίου μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αν έχεις χρόνο μετά το σχολείο, έλα στο δωμάτιο μουσικής, έχω κάτι να σου πω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πώς βρέθηκε αυτό το γράμμα στο συρτάρι μου; Ο γραφικός χαρακτήρας ήταν άψογος, δε θα μου έκανε καμία εντύπωση αν οποιοσδήποτε άλλος το περνούσε για ερωτικό ραβασάκι ή κάτι ανάλογο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχε μόνο ένα ελάττωμα αυτό το γράμμα. Ένα ζώο με μάτια δαίμονα (ήταν ζώο, σωστά;) ήταν ζωγραφισμένο δίπλα στις λέξεις. Αν ένα αθώο παιδί έβλεπε κατά τύχη αυτό το σχέδιο, η ψυχούλα του θα τραυματιζόταν ανεπανόρθωτα και θα καταλάβαινε για πρώτη φορά την απανθρωπιά του κόσμου έξω απ’το καταφύγιο του σπιτιού του. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μια ματιά μου έφτασε για να καταλάβω ποιος ήταν ο συγγραφέας του γράμματος. Μόνο ένα άτομο ήξερα που μπορούσε να φτιάχνει τέτοια σατανικά σκίτσα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έπρεπε να το περιμένω...η Χάρουκα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όπως το φαντάστηκα, η υπογραφή στο γράμμα ήταν ‘Νογκιζάκα Χάρουκα’.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είναι η συμμαθήτριά μου, η πολυτάλαντη κόρη πλούσιας και ισχυρής οικογένειας, αυτή που όλοι φωνάζουν το ‘Άστρο της Νύχτας’, το πιο διάσημο κορίτσι στο σχολείο με τριψήφιο νούμερο μελών στο φαν κλαμπ της. Μπορεί να υπάρχουν κάποιοι στο Λύκειο Χακούτζου που να μην ξέρουν το όνομα του λυκειάρχη τους, αλλά κανείς που δεν ξέρει το όνομα της Χάρουκα Νογκιζάκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί κάποιος τόσο διάσημος όσο αυτή, να καλέσει έναν κοινό θνητό σαν εμένα στο δωμάτιο μουσικής μετά το σχολείο; Επειδή ήξερα ένα μυστικό της...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κοιτάζοντας το ρολόι, είδα ότι ήταν σχεδόν πέντε το απόγευμα, κοντά μιάμισι ώρα μετά το τέλος των μαθημάτων. Αν και δεν είχα κανένα τρόπο να αποφύγω την αγγαρεία που μου φόρτωσαν, φοβόμουν πως η πριγκίπισσά μου μάλλον θα είχε ήδη πάει σπίτι αφού θα περίμενε μάταια τόση ώρα να έρθω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έτρεξα στο δωμάτιο μουσικής. Δεν ήταν ψυχή στους φωτισμένους από το ηλιοβασίλεμα διαδρόμους, και οι μόνοι ήχοι που ακούγονταν ήταν από τις αθλητικές λέσχες που έκαναν προπόνηση κάτω από τα παράθυρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν και ήταν ακόμα Μάιος, έκανε ήδη πολύ ζέστη, τόσο που ακόμα και ένα σύντομο τρέξιμο το απογευματάκι με έκανε να ιδρώνω. Έβγαλα μια πετσέτα από την τσάντα μου και σκούπισα το μέτωπό μου, αποφασίζοντας να πάρω ένα κουτάκι χυμό μάνγκο (περιορισμένη έκδοση ειδικά για το καλοκαίρι) από τους αυτόματους πωλητές αναψυκτικών. Πουφ, τι ζέστη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όταν έφτασα στην πόρτα του δωμάτιου μουσικής, μπορούσα να ακούσω ομιλίες εκτός από τον ήχο του πιάνου. Φαινόταν να είναι κόσμος μαζεμένος στο δωμάτιο μουσικής. Μη μου πεις ότι είναι κι άλλοι εδώ εκτός από τη Χάρουκα; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έσπρωξα τη χοντρή, μονωμένη πόρτα. Από την άλλη μεριά της πόρτας ήταν...ο απαγορευμένος κήπος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο πρώτος άνθρωπος που αντίκρυσα ήταν η Χάρουκα. Φυσικό ήταν, αφού αυτή ήταν που&lt;br /&gt;
με κάλεσε. Θα ήταν πρόβλημα αν δεν την έβλεπα εκεί. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως...γιατί υπήρχαν τόσα κορίτσια γύρω από τη Χάρουκα;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχαν περικυκλώσει τελείως τη Χάρουκα που έπαιζε πιάνο. Με μια πρώτη ματιά, υπήρχαν πάνω από δέκα κορίτσια από όλες τις τάξεις, από την πρώτη ως την τρίτη λυκείου. Λες να ζήλευαν τη δημοτικότητα του ‘Άστρου της Νύχτας’; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
...Μπα, αδύνατον, κανείς ποτέ δε ζηλεύει τη Χάρουκα. Κρίνοντας από τις εκφράσεις στα πρόσωπά τους καθώς κοίταζαν τα ντελικάτα δάχτυλα της Χάρουκα να χορεύουν πάνω στα πλήκτρα του πιάνου, προφανώς ξεχείλιζαν από θαυμασμό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έτσι έμενε μόνο μια απάντηση. Η Χάρουκα Νογκιζάκα, το ‘Άστρο της Νύχτας’, ήταν εξίσου δημοφιλής με τα κορίτσια όπως ήταν και με τα αγόρια. Με άλλα λόγια, στα μάτια των άλλων κοριτσιών, η Χάρουκα είχε απίστευτη επιρροή. Τόσο που απλώς παίζοντας πιάνο στο δωμάτιο μουσικής μάζευε κόσμο γύρω της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Στο τέλος του κομματιού, όλα τα κορίτσια χειροκρότησαν με ενθουσιασμό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χάρουκα-σενπάι, αυτό ήταν πολύ ωραίο κομμάτι, πως λέγεται;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αυτό ήταν το ‘Jeux d’eau’ (παιχνίδια του νερού), του Γάλλου συνθέτη Μωρίς Ραβέλ.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ουάου, μπορούσες να νιώσεις στ’αλήθεια το κυμάτισμα του νερού! Εγώ καταγοητεύτηκα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Πραγματικά μου έδωσε την αίσθηση ενός κελαρυστού ρυακιού.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τα κορίτσια αντάλλασσαν συνεπαρμένα τις απόψεις τους πάνω στο κομμάτι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Χμμ...Ώστε αυτός είναι ο κόσμος των κοριτσιών! Ένα λιβάδι με κρίνους ήταν το σκηνικό αυτού του κόσμου, που σε τραβούσε σαν μαγνήτης. Εκείνη τη στιγμή, τα κορίτσια ήταν απασχολημένα να θαυμάζουν τη Χάρουκα, κι αυτή ήταν απασχολημένη να απαντάει στις ερωτήσεις τους, κι έτσι κανείς δεν είχε προσέξει πως είχα μπει στο δωμάτιο...Κάτι που με έκανε να νιώθω παραγκωνισμένος και ασήμαντος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δεν είχα άλλη επιλογή από του να ανακοινώσω την παρουσία μου στο δωμάτιο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έι, Χάρουκα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Της έγνεψα από τη γωνιά του δωματίου. Όπως το περίμενα...τα λόγια μου άλλαξαν μεμιάς την ατμόσφαιρα στο δωμάτιο, αν και δεν ήταν αυτή η πρόθεσή μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Ποιος είναι αυτός;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Φώναξε τη Χάρουκα-σενπάι με το μικρό της, τι σχέσεις έχουν;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ο Αγιάσε είναι, από την τάξη 1...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πάνω από δέκα δολοφονικές ματιές καρφώθηκαν ταυτόχρονα πάνω μου. Μ...μήπως έκανα κάτι που δεν έπρεπε;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κρύος ιδρώτας με έλουσε, και άθελά μου έκανα ένα βήμα πίσω. Εκείνη τη στιγμή, η Χάρουκα πρόσεξε επιτέλους την παρουσία μου και μου χαμογέλασε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α, Γιούτο-σαν, ήρθες, συγγνώμη που σε έκανα να περιμένεις!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Η Χάρουκα-σενπάι τον φώναξε με το μικρό του...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Η Χάρουκα-σενπάι μοιάζει πολύ χαρούμενη...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ποιος νομίζει πως είναι για να κάνει κάτι τέτοιο!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Οι διαπεραστικές ματιές των κοριτσιών έγιναν ακόμα πιο κοφτερές, και ένιωσα σαν να με έβαλαν να γονατίσω στο χαλί από βελόνες από το ‘Θρύλο του Βασιλιά Αρθούρου’ με ένα βράχο στα γόνατά μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λυπάμαι πολύ, αλλά είχαμε κανονίσει να συναντηθούμε. Θα σταματήσουμε εδώ για σήμερα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα έκλινε απολογητικά το κεφάλι της καθώς τα κορίτσια εξέφραζαν τις αντιρρήσεις&lt;br /&gt;
τους με φωνές του τύπου ‘Όχι!’, ‘Θέλουμε να ακούσουμε κι άλλο τη σενπάι να&lt;br /&gt;
παίζει πιάνο’. Παρόλα αυτά, έφυγαν από το δωμάτιο μουσικής, μην τολμώντας να&lt;br /&gt;
αντιταχθούν στην απόφαση της Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Καθώς περνούσαν από δίπλα μου, κάποιες μου έριχναν φαρμακερά βλέμματα, κι άλλες πάλι εκτόξευαν χαμηλόφωνα μια ποικιλία θανάσιμων απειλών που ξεκινούσαν από ‘Έτσι και κάνεις τίποτα περίεργο στη Χάρουκα-σενπάι, θα σε μαχαιρώσω!», και έφταναν μέχρι ‘Να προσέχεις όταν περπατάς μόνος σου το βράδυ!’ ή και μέχρι πολύ ακραίες όπως ‘Έχε το νου σου για κανένα αδέσποτο σωλήνα με βιτριόλι!’&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Τι ήθελες να μου πεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αφού βεβαιώθηκα ότι οι Ερινύες, τα κορίτσια ήθελα να πω, είχαν όντως φύγει από το δωμάτιο (θα ήταν πολύ επικίνδυνα τα πράγματα αν δεν είχαν φύγει), μπήκα στο θέμα για το οποίο είχα έρθει ως εκεί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα χαμήλωσε το κεφάλι της και με ρώτησε ντροπαλά,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιούτο-σαν...Είσαι ελεύθερος αυτή την Κυριακή;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Την Κυριακή; Ναι, δεν έχω κανονίσει τίποτα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν και αναρωτιόμουν γιατί με ρώτησε κάτι τέτοιο η Χάρουκα, προφανώς δε μπορούσα να της πω ότι είχα να κάνω τη μπουγάδα της βλαμμένης της αδερφής μου τις Κυριακές (και γενικά τις δουλειές του νοικοκυριού). Εν τω μεταξύ, η Χάρουκα πήρε πολύ ευτυχισμένο ύφος μόλις άκουσε την απάντησή μου, και μετά μου έκανε ανήσυχα άλλη μια ερώτηση...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τ...Τότε, θα μπορούσες να βγεις μαζί μου;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Εκείνη τη στιγμή, το μυαλό μου άδειασε τελείως καθώς προσπαθούσα απεγνωσμένα να επεξεργαστώ το νόημα πίσω από τα λόγια της Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γκαχ...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτή η αναπάντεχη πρόταση είχε κυριολεκτικά βραχυκυκλώσει το μυαλό μου. Μη μου πεις πως αυτό ήταν...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ραντεβού;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα μόλις μου ζήτησε να βγούμε ραντεβού;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Όχι όχι όχι, δεν είναι αυτό, όχι ραντεβού...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα έγνεψε έντονα αρνητικά, κατακόκκινη σαν αστακός. Βλέποντας πόσο πεισματικά αρνιόταν ότι επρόκειτο για ραντεβού...ένιωσα ένα τσίμπημα απογοήτευσης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δεν είναι ραντεβού, απλώς ήθελα να αγοράσω κάτι και θα ήθελα να έρθεις μαζί μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μου εξήγησε η κατακόκκινη Χάρουκα. Αν και έχουμε εξαιρετικά καλές σχέσεις εδώ και ένα μήνα, δεν υπήρχε περίπτωση να μου ζητήσει το ‘Άστρο της Νύχτας’ να βγούμε ραντεβού. Αλλά...από την άλλη, οι περισσότεροι κάτι τέτοιο (να πάνε δυο άνθρωποι για ψώνια μαζί) δε θα το θεωρούσαν ραντεβού;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λοιπόν...Λοιπόν τι λες; Φυ...φυσικά αν δε θέλεις, δεν έχεις καμία υποχρέωση να...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όχι, εντάξει είμαι, θα έρθω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Απάντησα πιο γρήγορα κι από την ταχύτητα του φωτός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όποιος τολμούσε να αρνηθεί μια πρόσκληση από τη Χάρουκα θα του άξιζε να τον φάνε χίλιοι δαίμονες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αλήθεια;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ξαφνικά η Χάρουκα άστραψε από χαρά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Σε...σ’ευχαριστώ. Επειδή είναι η πρώτη φορά που θα πάω εκεί, δε θα ένιωθα καθόλου ασφαλής μόνη μου...Αναρωτιόμουν τι θα έκανα αν αρνιόσουν, Γιούτο-σαν.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Χμμ, για κάποιο λόγο θα δεχόμουν με μεγάλη μου χαρά. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι πετούσα στα σύννεφα από τη χαρά μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όταν λες για ψώνια, εννοείς...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όταν έκανα αυτή την κρίσιμη ερώτηση, μου απάντησε με ένα τόσο ωραίο χαμόγελο που θα έκανε κάθε έφηβο αγόρι στο δρόμο να ερωτευτεί το ‘Άστρο της Νύχτας’.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ναι, στην Ακιχαμπάρα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Εντάξει...Τα καταλάβαινα όλα τώρα. Αυτό είναι το μυστικό της Χάρουκα Νογκιζάκα. Ο παράξενος δεσμός που την ενώνει μαζί μου, η αναπάντεχη πλευρά του ‘Άστρου της Νύχτας’ που δε γνωρίζει κανείς εκτός από μένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πώς να το κάνουμε...η Χάρουκα Νογκιζάκα...είναι οτάκου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==&#039;&#039;&#039;2&#039;&#039;&#039;==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κι έτσι ήταν που αποφάσισα πώς θα περνούσα εκείνη την Κυριακή μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Για να είμαι ειλικρινής, δεν ήμουν και τόσο ενθουσιασμένος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Φυσικά, δεν ήταν ότι δεν ήθελα να περάσω την Κυριακή παρέα με τη Χάρουκα. Θα έπρεπε να πετάω από χαρά γι’αυτή της την πρόσκληση, μια που έτσι θα περνούσα την Κυριακή μόνος μου με το ‘Άστρο της Νύχτας’, κάτι που ήταν σαφώς καλύτερο από το να πλένω ρούχα στο σπίτι. Και η Χάρουκα είναι πανέμορφη, άρα θα έπρεπε να είμαι στον έβδομο ουρανό και μόνο που θα ήμουν μαζί της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο λόγος για την έλλειψη ενθουσιασμού μου ήταν ότι μέχρι σήμερα είχα μόνο κακές αναμνήσεις από την Ακιχαμπάρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Εκείνη η μέρα ήταν η τρίτη φορά στη ζωή μου που βρισκόμουν στην Ακιχαμπάρα. Οι δυο προηγούμενες φορές ήταν μάλλον οδυνηρές εμπειρίες, και λίγα λέω...βέβαια γι’αυτό δεν έφταιγε η Ακιχαμπάρα αλλά ο ηλίθιος που με κουβάλησε εκεί. Όμως οι τραυματικές αναμνήσεις που είχα από τις δυο πρώτες επισκέψεις μου στην Ακιχαμπάρα δεν ήταν δυνατό να φύγουν τόσο εύκολα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Την πρώτη φορά που είχα έρθει εδώ πήγαινα στην πρώτη δημοτικού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τότε είχα δεχτεί την πρόσκληση του Νομπουνάγκα, και άφησα την ασφάλεια του σπιτιού μου για να έρθω σ’αυτό τον πελώριο δρόμο με τη διάθεση να ζήσω την περιπέτεια. Όμως μόλις μια ώρα αργότερα, είχα μετανιώσει πικρά γι’αυτή μου την απόφαση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί χάθηκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ήμουν ολομόναχος μέσα στον πολύβουο, κατάμεστο από ανθρώπους δρόμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο λόγος γι’αυτό ήταν απλούστατα ότι ο τύπος που με είχε φέρει μέχρι εκεί ξέχασε εντελώς την ύπαρξή μου με το που έτρεξε να αγοράσει τα πράγματα που ήθελε. Είχαμε την ίδια ηλικία, όμως αυτός στην Ακιχαμπάρα ένιωθε σαν στο σπίτι του, ενώ εγώ από την άλλη έχασα τελείως τον προσανατολισμό μου μόλις βρέθηκα εκεί (κάτι που μου συμβαίνει αρκετά συχνά), κι έτσι δεν άργησα να χαθώ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κι αφού είχα χαθεί, προφανώς δε μπορούσα να βρω το δρόμο για το σταθμό του τραίνου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μετά από δυο ατέλειωτες ώρες κλαυθμού και οδυρμού, με περιμάζεψε ένας αστυνομικός και με βοήθησε να πάω σπίτι μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η δεύτερη φορά ήταν μετά από λίγα χρόνια, όταν πήγαινα στην έκτη δημοτικού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν και είχα ορκιστεί να μην ξαναπατήσω ποτέ στην Ακιχαμπάρα, για μια ακόμα φορά δέχτηκα την πρόσκληση του φίλου μου. Και για μια ακόμα φορά ο τύπος με παράτησε στα κρύα του λουτρού την ώρα που ψωνίζαμε. Εκείνες οι ώρες είναι μια πολύ σκοτεινή περίοδος της ζωής μου ακόμα και τώρα, παρόλο που εκείνη τη φορά κατάφερα να βρω μόνος μου το δρόμο για το σπίτι μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Και γι’αυτό ακόμα και τώρα έχω ένα αίσθημα φόβου και ανασφάλειας γι’αυτό το δρόμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχαμε συμφωνήσει να συναντηθούμε μπροστά στο σταθμό του τραίνου στην Ακιχαμπάρα. Επειδή ήταν Κυριακή, ο σταθμός ήταν πλημμυρισμένος από κόσμο. Α ναι, η Χάρουκα είχε πει ότι ήταν η πρώτη φορά που πήγαινε στην Ακιχαμπάρα. Ξαφνιάστηκα όταν το άκουσα, αλλά όταν το ξανασκέφτηκα, δεν ήταν και τόσο περίεργο. Στον ένα μήνα της γνωριμίας μας, γνώριζα ήδη καλά ότι η Χάρουκα ήταν μια όμορφη, έξυπνη, καλόκαρδη και ταλαντούχα κόρη πλούσιας και ισχυρής οικογένειας, πράγμα που σήμαινε ότι σαν οτάκου δεν είχε μεγάλη εμπειρία, αλλά μπορούσα να καταλάβω ότι οι δυνατότητες εξέλιξής της στον τομέα αυτό ήταν μεγαλύτερες κι από το Έβερεστ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όπως ήμουν χαμένος στις σκέψεις μου...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Περιμένεις πολλή ώρα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κατά φωνή, όσο εγώ ήμουν απορροφημένος από τις σκέψεις μου, η Χάρουκα είχε ήδη φτάσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Με συγχωρείς, προσπάθησα να είμαι στην ώρα μου...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όχι, δεν άργησες, εγώ ήρθα νωρίς.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αλήθεια έλεγα. Για να είμαι ακριβής, ανυπομονούσα τόσο να περάσω τη μέρα με τη Χάρουκα, που σηκώθηκα από τα άγρια χαράματα. Ήμουν ενθουσιασμένος σαν σχολιαρόπαιδο πριν την εκδρομή του σχολείου. Επειδή ντρεπόμουν λιγάκι γι’αυτό, δεν τόλμησα να το πω στη Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως ακόμα κι έτσι!!!&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Eirini kl</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Nogizaka_Haruka_no_Himitsu_(Greek)&amp;diff=91755</id>
		<title>Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek)</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Nogizaka_Haruka_no_Himitsu_(Greek)&amp;diff=91755"/>
		<updated>2011-04-20T21:47:39Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Eirini kl: /* Τόμος 1 */&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;[[Image:Nogizaka_Haruka_no_Himitsu_vol_1_cover.jpg|230px|thumb|Volume 1 Cover]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Nogizaka Haruka no Himitsu (乃木坂春香の秘密, μτφ. Το μυστικό της Χάρουκα Νογκιζάκα) είναι ένα ιαπωνικό ελαφρό μυθιστόρημα σε συνέχειες γραμμένο από τον Yūsaku Igarashi. Εικονογράφηση από Shaa.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μπορείτε να διαβάσετε το Nogizaka Haruka no Himitsu και στις ακόλουθες γλώσσες:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*[[Nogizaka Haruka no Himitsu|English (Αγγλικά)]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Περίληψη ιστορίας==&lt;br /&gt;
Ο πρωταγωνιστής, Γιούτο Αγιάσε, είναι ένα συνηθισμένο αγόρι χωρίς ιδιαίτερα χαρίσματα. Πηγαίνει σε ένα ιδιωτικό σχολείο, όπου είναι ένας από τους πολλούς, χωρίς να ξεχωρίζει ιδιαίτερα, ώσπου μια μέρα, ανακαλύπτει κατά τύχη το μυστικό της πριγκίπισσας του σχολείου Χάρουκα Νογκιζάκα, και η ζωή του αλλάζει για πάντα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Χάρουκα, το τελειότερο και πιο απλησίαστο κορίτσι του σχολείου, θαυμάζεται τόσο για την ομορφιά και την εξυπνάδα της, ώστε οι συμμαθητές της τη φωνάζουν Άστρο της Νύχτας και Αστραφτερή Πριγκίπισσα του Πιάνου. Κανείς όμως δε γνωρίζει ότι όλα αυτά δεν είναι παρά μια μάσκα που κρύβει την αληθινή της φύση. Γιατί, στην πραγματικότητα, είναι μια φανατική οπαδός των άνιμε και των μάνγκα, μια γνήσια οτάκου.&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
== Μετάφραση ==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
=== [[Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek):Registration Page|Σελίδα εγγραφών]] ===&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όσοι θέλουν να συμβάλλουν στη μετάφραση παρακαλούνται να ειδοποιήσουν πρώτα τον υπεύθυνο του προγράμματος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039; Ζητείται από τους μεταφραστές να [[Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek):Registration Page|δηλώσουν]] τα κεφάλαια πάνω στα οποία εργάζονται&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Οδηγίες διαμόρφωσης===&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Κάθε Κεφάλαιο (μετά τη διόρθωση) πρέπει να συμβαδίζει με τις γενικές οδηγίες διαμόρφωσης.&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
*[[Format_guideline|Γενικές οδηγίες διαμόρφωσης]] (English)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
== Πρόοδος ==&lt;br /&gt;
19 Δεκεμβρίου 2010 - Έναρξη έργου&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
19 Δεκεμβρίου 2010 - Ολοκλήρωση προλόγου, Τόμος 1&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
6 Μαρτίου 2011 - Ολοκλήρωση Κεφαλαίου 1, Τόμος 1&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
== Nogizaka Haruka no Himitsu από τον Yūsaku Igarashi ==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 1===&lt;br /&gt;
::*[[Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek):Volume1_Illustrations|Εικόνες  μυθιστορήματος]]&lt;br /&gt;
::*[[Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek):Volume1_Prologue|Πρόλογος]]&lt;br /&gt;
::*[[Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek):Volume1_Chapter1|Κεφάλαιο 1]]&lt;br /&gt;
::*[[Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek):Volume1_Chapter2|Κεφάλαιο 2 (20%)]]&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Επίλογος&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του Μεταφραστή&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 2===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες  μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 7&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 8&lt;br /&gt;
::*Επίλογος&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του Μεταφραστή&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 3===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες  μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 9&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 10&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 11&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 12&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του Μεταφραστή&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Teaser==&lt;br /&gt;
[[Nogizaka_Haruka_no_Himitsu:Teaser 1|Teaser 1]], [[Nogizaka_Haruka_no_Himitsu:Teaser 2|Teaser 2]], [[Nogizaka_Haruka_no_Himitsu:Teaser 3|Teaser 3]], [[Nogizaka_Haruka_no_Himitsu:Teaser 4|Teaser 4]], [[Nogizaka_Haruka_no_Himitsu:Teaser 5|Teaser 5]], [[Nogizaka_Haruka_no_Himitsu:Teaser 6|Teaser 6]] and [[Nogizaka_Haruka_no_Himitsu:Teaser 7|Teaser 7]] forum translation by [[User:ShadowZeroHeart|ShadowZeroHeart]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Προσωπικό Έργου==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*Project Administrator:  &lt;br /&gt;
*Project Supervisor: &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Μεταφραστές===&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
:*[[user:eirini_kl|eirini_kl]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όσοι μεταφραστές επιθυμούν να συμμετέχουν είναι ευπρόσδεκτοι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Διορθωτές===&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όσοι διορθωτές γνωρίζουν καλά αγγλικά και ελληνικά είναι ευπρόσδεκτοι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Κυκλοφορίες σειράς==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*Τόμος 1 - Κυκλοφόρησε 2004.10.25 ISBN 4-8402-2830-2 &lt;br /&gt;
*Τόμος 2 - Κυκλοφόρησε 2005.6.25 ISBN 4-8402-3059-5 &lt;br /&gt;
*Τόμος 3 - Κυκλοφόρησε 2005.12.25 ISBN 4-8402-3234-2 &lt;br /&gt;
*Τόμος 4 - Κυκλοφόρησε 2006.6.25 ISBN 4-8402-3447-7 &lt;br /&gt;
*Τόμος 5 - Κυκλοφόρησε 2006.12.25 ISBN 4-8402-3634-8 &lt;br /&gt;
*Τόμος 6 - Κυκλοφόρησε 2007.6.25 ISBN 978-4-8402-3880-9 &lt;br /&gt;
*Τόμος 7 - Κυκλοφόρησε 2007.12.25 ISBN 978-4-8402-4115-1 &lt;br /&gt;
*Τόμος 8 - Κυκλοφόρησε 2008.7.25 ISBN 978-4-04-867127-9 &lt;br /&gt;
*Τόμος 9 - Κυκλοφόρησε 2008.12.25 ISBN 978-4-04-867419-5&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Category:Alternative Languages]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Category:Greek|Ελληνικά]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Eirini kl</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Nogizaka_Haruka_no_Himitsu_(Greek):Volume1_Chapter2&amp;diff=91754</id>
		<title>Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek):Volume1 Chapter2</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Nogizaka_Haruka_no_Himitsu_(Greek):Volume1_Chapter2&amp;diff=91754"/>
		<updated>2011-04-20T21:45:51Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Eirini kl: /* 1 */&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;  &lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Κεφάλαιο 2&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
==&#039;&#039;&#039;0&#039;&#039;&#039;==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Ήταν μια καυτή Κυριακή του Μαΐου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στεκόμουν μπροστά από ένα κατάστημα που βρισκόταν στο μεγαλύτερο δρόμο μαγαζιών με ηλεκτρονικά στην Ιαπωνία. &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Κοιτώντας το παράξενο θέαμα μπροστά μου, δεν μπόρεσα να μην αφήσω ένα σιωπηλό αναστεναγμό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Γιατί δε βγήκε ακόμα; Τόση ώρα παίζω...» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα πανέμορφο κορίτσι μουρμούρισε με απογοήτευση στα μάτια της γέρνοντας το κεφαλάκι της στο πλάι. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αυτή η έκφραση δεν ήταν και τόσο παράδοξη, μια και το όμορφο κορίτσι είναι, κατά βάση, άνθρωπος (αν και αρκετοί θα διαφωνούσαν ως προς αυτό), και μοιάζει να βασανίζεται από ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα. Στην πραγματικότητα, το πράγμα δεν ήταν και τόσο περίπλοκο, απλώς...  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Απλώς, η ουσία του προβλήματος είναι.......το αντικείμενο που το όμορφο κορίτσι κρατούσε στο δεξί της χέρι, και το αντικείμενο μπροστά στα μάτια της. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πάλι δεν το πέτυχα...» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα ντελικάτα δάχτυλα κρατούσαν σφιχτά ένα σφαιρικό αντικείμενο κάπου 6 εκ. σε διάμετρο, που είχε βγει από ένα μηχάνημα με κερματοδέκτη. Αυτό και άλλα παρόμοια αντικείμενα έβγαιναν το ένα πίσω από το άλλο εδώ και αρκετή ώρα, από κάτι που ο απλός κόσμος αποκαλεί μηχάνημα με κάψουλες. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι παράξενο...» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κάθε φορά που τσέκαρε το παιχνίδι μέσα στην ωοειδή κάψουλα, η φωνή της Χάρουκα γινόταν όλο και πιο αδύναμη, αλλά παρόλα αυτά, το χέρι που γύριζε συνεχώς το χερούλι του μηχανήματος δεν εννοούσε να σταματήσει. Ποιος θα φανταζόταν ότι είχε τέτοια προδιάθεση για εθισμό στο τζόγο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Άλλη μια φορά...Σίγουρα θα το πετύχω την επόμενη φορά...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τέλος πάντων...Αυτό το πανέμορφο κορίτσι που έριχνε μανιωδώς κέρματα στον κερματοδέκτη του μηχανήματος με κάψουλες λες και εξαρτιόταν η ζωή της απ’αυτό προκαλούσε στους άλλους μια αφόρητη αίσθηση αντιφατικότητας. Όλοι όσοι περνούσαν δίπλα μας άθελά τους γύριζαν να κοιτάξουν το περίεργο θέαμα που παρουσιάζαμε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Χάρουκα...Αρκετά δεν έπαιξες;»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήδη υπήρχαν πάνω από δέκα κάψουλες που κυλούσαν στο έδαφος γύρω της, αλλά η Χάρουκα εξακολούθησε να κουνάει αρνητικά το κεφάλι της. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Μα η Άκι-τσαν που παίζει πιάνο δε βγήκε ακόμα...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με άλλα λόγια, δε θα φύγουμε από δω αν δε βγει η Άκι-τσαν που παίζει πιάνο; Αχ βρε Χάρουκα, μην πέφτεις στην παγίδα των ύπουλων εμπορικών τεχνασμάτων......  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κλανκ κλανκ, ακούστηκε πάλι ο μοχλός. Η Χάρουκα κοίταξε το αντικείμενο μέσα στην κάψουλα και συνοφρυώθηκε έντονα με πένθιμο ύφος.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πάλι δεν το πέτυχα...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν ήξερα πια τι να κάνω και κοιτούσα αβοήθητος τη Χάρουκα να ρίχνει το ένα κέρμα μετά το άλλο στο μηχάνημα, μόνο και μόνο για να αφήνει κάθε φορά ένα αναστεναγμό βαθύ σαν το Ρήγμα Μαριάνα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τι κάνω...Τι κάθομαι και κάνω εδώ!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ούτε εγώ ο ίδιος δεν καταλαβαίνω. Είχα μια τόσο σπάνια ευκαιρία να πάω για ψώνια με τη Χάρουκα, πώς έγινε και καταλήξαμε εδώ; Εκείνη τη στιγμή, ένιωσα μια ακατανίκητη ανάγκη να ξανασκεφτώ την απόφασή μου να ακολουθήσω το νέο δρόμο που ανοίχτηκε στη ζωή μου, που είχα πάρει πριν από ένα μήνα περίπου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πώς βρέθηκα εγώ σ’αυτή την κατάσταση;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θα πρέπει να αρχίσω...από τρεις μέρες πριν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==&#039;&#039;&#039;1&#039;&#039;&#039;==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όταν τέλειωσαν οι διακοπές της Χρυσής Εβδομάδας, όλοι στο σχολείο άρχισαν να ετοιμάζονται με φούρια για τις επερχόμενες εξετάσεις του τριμήνου. Μια μέρα, μετά το σχολείο, η καθηγήτρια μουσικής που ήταν και αναπληρώτρια υπεύθυνη καθηγήτριά μου, με είχε μισοϋποχρεώσει να κάνω το βοηθό της (για την ακρίβεια με έβαλε να καθαρίσω τις τουαλέτες του προσωπικού ολομόναχος). Όταν γύρισα στην τάξη, λαχανιασμένος από την κοπιαστική εργασία, βρήκα ένα σημείωμα στο συρτάρι του θρανίου μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αν έχεις χρόνο μετά το σχολείο, έλα στο δωμάτιο μουσικής, έχω κάτι να σου πω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πώς βρέθηκε αυτό το γράμμα στο συρτάρι μου; Ο γραφικός χαρακτήρας ήταν άψογος, δε θα μου έκανε καμία εντύπωση αν οποιοσδήποτε άλλος το περνούσε για ερωτικό ραβασάκι ή κάτι ανάλογο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχε μόνο ένα ελάττωμα αυτό το γράμμα. Ένα ζώο με μάτια δαίμονα (ήταν ζώο, σωστά;) ήταν ζωγραφισμένο δίπλα στις λέξεις. Αν ένα αθώο παιδί έβλεπε κατά τύχη αυτό το σχέδιο, η ψυχούλα του θα τραυματιζόταν ανεπανόρθωτα και θα καταλάβαινε για πρώτη φορά την απανθρωπιά του κόσμου έξω απ’το καταφύγιο του σπιτιού του. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μια ματιά μου έφτασε για να καταλάβω ποιος ήταν ο συγγραφέας του γράμματος. Μόνο ένα άτομο ήξερα που μπορούσε να φτιάχνει τέτοια σατανικά σκίτσα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έπρεπε να το περιμένω...η Χάρουκα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όπως το φαντάστηκα, η υπογραφή στο γράμμα ήταν ‘Νογκιζάκα Χάρουκα’.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είναι η συμμαθήτριά μου, η πολυτάλαντη κόρη πλούσιας και ισχυρής οικογένειας, αυτή που όλοι φωνάζουν το ‘Άστρο της Νύχτας’, το πιο διάσημο κορίτσι στο σχολείο με τριψήφιο νούμερο μελών στο φαν κλαμπ της. Μπορεί να υπάρχουν κάποιοι στο Λύκειο Χακούτζου που να μην ξέρουν το όνομα του λυκειάρχη τους, αλλά κανείς που δεν ξέρει το όνομα της Χάρουκα Νογκιζάκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί κάποιος τόσο διάσημος όσο αυτή, να καλέσει έναν κοινό θνητό σαν εμένα στο δωμάτιο μουσικής μετά το σχολείο; Επειδή ήξερα ένα μυστικό της...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κοιτάζοντας το ρολόι, είδα ότι ήταν σχεδόν πέντε το απόγευμα, κοντά μιάμισι ώρα μετά το τέλος των μαθημάτων. Αν και δεν είχα κανένα τρόπο να αποφύγω την αγγαρεία που μου φόρτωσαν, φοβόμουν πως η πριγκίπισσά μου μάλλον θα είχε ήδη πάει σπίτι αφού θα περίμενε μάταια τόση ώρα να έρθω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έτρεξα στο δωμάτιο μουσικής. Δεν ήταν ψυχή στους φωτισμένους από το ηλιοβασίλεμα διαδρόμους, και οι μόνοι ήχοι που ακούγονταν ήταν από τις αθλητικές λέσχες που έκαναν προπόνηση κάτω από τα παράθυρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν και ήταν ακόμα Μάιος, έκανε ήδη πολύ ζέστη, τόσο που ακόμα και ένα σύντομο τρέξιμο το απογευματάκι με έκανε να ιδρώνω. Έβγαλα μια πετσέτα από την τσάντα μου και σκούπισα το μέτωπό μου, αποφασίζοντας να πάρω ένα κουτάκι χυμό μάνγκο (περιορισμένη έκδοση ειδικά για το καλοκαίρι) από τους αυτόματους πωλητές αναψυκτικών. Πουφ, τι ζέστη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όταν έφτασα στην πόρτα του δωμάτιου μουσικής, μπορούσα να ακούσω ομιλίες εκτός από τον ήχο του πιάνου. Φαινόταν να είναι κόσμος μαζεμένος στο δωμάτιο μουσικής. Μη μου πεις ότι είναι κι άλλοι εδώ εκτός από τη Χάρουκα; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έσπρωξα τη χοντρή, μονωμένη πόρτα. Από την άλλη μεριά της πόρτας ήταν...ο απαγορευμένος κήπος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο πρώτος άνθρωπος που αντίκρυσα ήταν η Χάρουκα. Φυσικό ήταν, αφού αυτή ήταν που&lt;br /&gt;
με κάλεσε. Θα ήταν πρόβλημα αν δεν την έβλεπα εκεί. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως...γιατί υπήρχαν τόσα κορίτσια γύρω από τη Χάρουκα;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχαν περικυκλώσει τελείως τη Χάρουκα που έπαιζε πιάνο. Με μια πρώτη ματιά, υπήρχαν πάνω από δέκα κορίτσια από όλες τις τάξεις, από την πρώτη ως την τρίτη λυκείου. Λες να ζήλευαν τη δημοτικότητα του ‘Άστρου της Νύχτας’; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
...Μπα, αδύνατον, κανείς ποτέ δε ζηλεύει τη Χάρουκα. Κρίνοντας από τις εκφράσεις στα πρόσωπά τους καθώς κοίταζαν τα ντελικάτα δάχτυλα της Χάρουκα να χορεύουν πάνω στα πλήκτρα του πιάνου, προφανώς ξεχείλιζαν από θαυμασμό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έτσι έμενε μόνο μια απάντηση. Η Χάρουκα Νογκιζάκα, το ‘Άστρο της Νύχτας’, ήταν εξίσου δημοφιλής με τα κορίτσια όπως ήταν και με τα αγόρια. Με άλλα λόγια, στα μάτια των άλλων κοριτσιών, η Χάρουκα είχε απίστευτη επιρροή. Τόσο που απλώς παίζοντας πιάνο στο δωμάτιο μουσικής μάζευε κόσμο γύρω της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Στο τέλος του κομματιού, όλα τα κορίτσια χειροκρότησαν με ενθουσιασμό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χάρουκα-σενπάι, αυτό ήταν πολύ ωραίο κομμάτι, πως λέγεται;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αυτό ήταν το ‘Jeux d’eau’ (παιχνίδια του νερού), του Γάλλου συνθέτη Μωρίς Ραβέλ.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ουάου, μπορούσες να νιώσεις στ’αλήθεια το κυμάτισμα του νερού! Εγώ καταγοητεύτηκα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Πραγματικά μου έδωσε την αίσθηση ενός κελαρυστού ρυακιού.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τα κορίτσια αντάλλασσαν συνεπαρμένα τις απόψεις τους πάνω στο κομμάτι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Χμμ...Ώστε αυτός είναι ο κόσμος των κοριτσιών! Ένα λιβάδι με κρίνους ήταν το σκηνικό αυτού του κόσμου, που σε τραβούσε σαν μαγνήτης. Εκείνη τη στιγμή, τα κορίτσια ήταν απασχολημένα να θαυμάζουν τη Χάρουκα, κι αυτή ήταν απασχολημένη να απαντάει στις ερωτήσεις τους, κι έτσι κανείς δεν είχε προσέξει πως είχα μπει στο δωμάτιο...Κάτι που με έκανε να νιώθω παραγκωνισμένος και ασήμαντος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δεν είχα άλλη επιλογή από του να ανακοινώσω την παρουσία μου στο δωμάτιο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έι, Χάρουκα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Της έγνεψα από τη γωνιά του δωματίου. Όπως το περίμενα...τα λόγια μου άλλαξαν μεμιάς την ατμόσφαιρα στο δωμάτιο, αν και δεν ήταν αυτή η πρόθεσή μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Ποιος είναι αυτός;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Φώναξε τη Χάρουκα-σενπάι με το μικρό της, τι σχέσεις έχουν;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ο Αγιάσε είναι, από την τάξη 1...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πάνω από δέκα δολοφονικές ματιές καρφώθηκαν ταυτόχρονα πάνω μου. Μ...μήπως έκανα κάτι που δεν έπρεπε;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κρύος ιδρώτας με έλουσε, και άθελά μου έκανα ένα βήμα πίσω. Εκείνη τη στιγμή, η Χάρουκα πρόσεξε επιτέλους την παρουσία μου και μου χαμογέλασε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α, Γιούτο-σαν, ήρθες, συγγνώμη που σε έκανα να περιμένεις!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Η Χάρουκα-σενπάι τον φώναξε με το μικρό του...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Η Χάρουκα-σενπάι μοιάζει πολύ χαρούμενη...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ποιος νομίζει πως είναι για να κάνει κάτι τέτοιο!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Οι διαπεραστικές ματιές των κοριτσιών έγιναν ακόμα πιο κοφτερές, και ένιωσα σαν να με έβαλαν να γονατίσω στο χαλί από βελόνες από το ‘Θρύλο του Βασιλιά Αρθούρου’ με ένα βράχο στα γόνατά μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λυπάμαι πολύ, αλλά είχαμε κανονίσει να συναντηθούμε. Θα σταματήσουμε εδώ για σήμερα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα έκλινε απολογητικά το κεφάλι της καθώς τα κορίτσια εξέφραζαν τις αντιρρήσεις&lt;br /&gt;
τους με φωνές του τύπου ‘Όχι!’, ‘Θέλουμε να ακούσουμε κι άλλο τη σενπάι να&lt;br /&gt;
παίζει πιάνο’. Παρόλα αυτά, έφυγαν από το δωμάτιο μουσικής, μην τολμώντας να&lt;br /&gt;
αντιταχθούν στην απόφαση της Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Καθώς περνούσαν από δίπλα μου, κάποιες μου έριχναν φαρμακερά βλέμματα, κι άλλες πάλι εκτόξευαν χαμηλόφωνα μια ποικιλία θανάσιμων απειλών που ξεκινούσαν από ‘Έτσι και κάνεις τίποτα περίεργο στη Χάρουκα-σενπάι, θα σε μαχαιρώσω!», και έφταναν μέχρι ‘Να προσέχεις όταν περπατάς μόνος σου το βράδυ!’ ή και μέχρι πολύ ακραίες όπως ‘Έχε το νου σου για κανένα αδέσποτο σωλήνα με βιτριόλι!’&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Τι ήθελες να μου πεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αφού βεβαιώθηκα ότι οι Ερινύες, τα κορίτσια ήθελα να πω, είχαν όντως φύγει από το δωμάτιο (θα ήταν πολύ επικίνδυνα τα πράγματα αν δεν είχαν φύγει), μπήκα στο θέμα για το οποίο είχα έρθει ως εκεί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα χαμήλωσε το κεφάλι της και με ρώτησε ντροπαλά,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιούτο-σαν...Είσαι ελεύθερος αυτή την Κυριακή;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Την Κυριακή; Ναι, δεν έχω κανονίσει τίποτα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν και αναρωτιόμουν γιατί με ρώτησε κάτι τέτοιο η Χάρουκα, προφανώς δε μπορούσα να της πω ότι είχα να κάνω τη μπουγάδα της βλαμμένης της αδερφής μου τις Κυριακές (και γενικά τις δουλειές του νοικοκυριού). Εν τω μεταξύ, η Χάρουκα πήρε πολύ ευτυχισμένο ύφος μόλις άκουσε την απάντησή μου, και μετά μου έκανε ανήσυχα άλλη μια ερώτηση...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τ...Τότε, θα μπορούσες να βγεις μαζί μου;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Εκείνη τη στιγμή, το μυαλό μου άδειασε τελείως καθώς προσπαθούσα απεγνωσμένα να επεξεργαστώ το νόημα πίσω από τα λόγια της Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γκαχ...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτή η αναπάντεχη πρόταση είχε κυριολεκτικά βραχυκυκλώσει το μυαλό μου. Μη μου πεις πως αυτό ήταν...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ραντεβού;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα μόλις μου ζήτησε να βγούμε ραντεβού;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Όχι όχι όχι, δεν είναι αυτό, όχι ραντεβού...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα έγνεψε έντονα αρνητικά, κατακόκκινη σαν αστακός. Βλέποντας πόσο πεισματικά αρνιόταν ότι επρόκειτο για ραντεβού...ένιωσα ένα τσίμπημα απογοήτευσης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δεν είναι ραντεβού, απλώς ήθελα να αγοράσω κάτι και θα ήθελα να έρθεις μαζί μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μου εξήγησε η κατακόκκινη Χάρουκα. Αν και έχουμε εξαιρετικά καλές σχέσεις εδώ και ένα μήνα, δεν υπήρχε περίπτωση να μου ζητήσει το ‘Άστρο της Νύχτας’ να βγούμε ραντεβού. Αλλά...από την άλλη, οι περισσότεροι κάτι τέτοιο (να πάνε δυο άνθρωποι για ψώνια μαζί) δε θα το θεωρούσαν ραντεβού;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λοιπόν...Λοιπόν τι λες; Φυ...φυσικά αν δε θέλεις, δεν έχεις καμία υποχρέωση να...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όχι, εντάξει είμαι, θα έρθω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Απάντησα πιο γρήγορα κι από την ταχύτητα του φωτός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όποιος τολμούσε να αρνηθεί μια πρόσκληση από τη Χάρουκα θα του άξιζε να τον φάνε χίλιοι δαίμονες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αλήθεια;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ξαφνικά η Χάρουκα άστραψε από χαρά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Σε...σ’ευχαριστώ. Επειδή είναι η πρώτη φορά που θα πάω εκεί, δε θα ένιωθα καθόλου ασφαλής μόνη μου...Αναρωτιόμουν τι θα έκανα αν αρνιόσουν, Γιούτο-σαν.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Χμμ, για κάποιο λόγο θα δεχόμουν με μεγάλη μου χαρά. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι πετούσα στα σύννεφα από τη χαρά μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όταν λες για ψώνια, εννοείς...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όταν έκανα αυτή την κρίσιμη ερώτηση, μου απάντησε με ένα τόσο ωραίο χαμόγελο που θα έκανε κάθε έφηβο αγόρι στο δρόμο να ερωτευτεί το ‘Άστρο της Νύχτας’.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ναι, στην Ακιχαμπάρα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Εντάξει...Τα καταλάβαινα όλα τώρα. Αυτό είναι το μυστικό της Χάρουκα Νογκιζάκα. Ο παράξενος δεσμός που την ενώνει μαζί μου, η αναπάντεχη πλευρά του ‘Άστρου της Νύχτας’ που δε γνωρίζει κανείς εκτός από μένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πώς να το κάνουμε...η Χάρουκα Νογκιζάκα...είναι οτάκου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==&#039;&#039;&#039;2&#039;&#039;&#039;==&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Eirini kl</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Nogizaka_Haruka_no_Himitsu_(Greek):Volume1_Chapter2&amp;diff=91753</id>
		<title>Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek):Volume1 Chapter2</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Nogizaka_Haruka_no_Himitsu_(Greek):Volume1_Chapter2&amp;diff=91753"/>
		<updated>2011-04-20T21:39:49Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Eirini kl: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;  &lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Κεφάλαιο 2&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
==&#039;&#039;&#039;0&#039;&#039;&#039;==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Ήταν μια καυτή Κυριακή του Μαΐου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στεκόμουν μπροστά από ένα κατάστημα που βρισκόταν στο μεγαλύτερο δρόμο μαγαζιών με ηλεκτρονικά στην Ιαπωνία. &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Κοιτώντας το παράξενο θέαμα μπροστά μου, δεν μπόρεσα να μην αφήσω ένα σιωπηλό αναστεναγμό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Γιατί δε βγήκε ακόμα; Τόση ώρα παίζω...» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα πανέμορφο κορίτσι μουρμούρισε με απογοήτευση στα μάτια της γέρνοντας το κεφαλάκι της στο πλάι. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αυτή η έκφραση δεν ήταν και τόσο παράδοξη, μια και το όμορφο κορίτσι είναι, κατά βάση, άνθρωπος (αν και αρκετοί θα διαφωνούσαν ως προς αυτό), και μοιάζει να βασανίζεται από ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα. Στην πραγματικότητα, το πράγμα δεν ήταν και τόσο περίπλοκο, απλώς...  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Απλώς, η ουσία του προβλήματος είναι.......το αντικείμενο που το όμορφο κορίτσι κρατούσε στο δεξί της χέρι, και το αντικείμενο μπροστά στα μάτια της. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πάλι δεν το πέτυχα...» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα ντελικάτα δάχτυλα κρατούσαν σφιχτά ένα σφαιρικό αντικείμενο κάπου 6 εκ. σε διάμετρο, που είχε βγει από ένα μηχάνημα με κερματοδέκτη. Αυτό και άλλα παρόμοια αντικείμενα έβγαιναν το ένα πίσω από το άλλο εδώ και αρκετή ώρα, από κάτι που ο απλός κόσμος αποκαλεί μηχάνημα με κάψουλες. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι παράξενο...» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κάθε φορά που τσέκαρε το παιχνίδι μέσα στην ωοειδή κάψουλα, η φωνή της Χάρουκα γινόταν όλο και πιο αδύναμη, αλλά παρόλα αυτά, το χέρι που γύριζε συνεχώς το χερούλι του μηχανήματος δεν εννοούσε να σταματήσει. Ποιος θα φανταζόταν ότι είχε τέτοια προδιάθεση για εθισμό στο τζόγο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Άλλη μια φορά...Σίγουρα θα το πετύχω την επόμενη φορά...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τέλος πάντων...Αυτό το πανέμορφο κορίτσι που έριχνε μανιωδώς κέρματα στον κερματοδέκτη του μηχανήματος με κάψουλες λες και εξαρτιόταν η ζωή της απ’αυτό προκαλούσε στους άλλους μια αφόρητη αίσθηση αντιφατικότητας. Όλοι όσοι περνούσαν δίπλα μας άθελά τους γύριζαν να κοιτάξουν το περίεργο θέαμα που παρουσιάζαμε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Χάρουκα...Αρκετά δεν έπαιξες;»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήδη υπήρχαν πάνω από δέκα κάψουλες που κυλούσαν στο έδαφος γύρω της, αλλά η Χάρουκα εξακολούθησε να κουνάει αρνητικά το κεφάλι της. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Μα η Άκι-τσαν που παίζει πιάνο δε βγήκε ακόμα...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με άλλα λόγια, δε θα φύγουμε από δω αν δε βγει η Άκι-τσαν που παίζει πιάνο; Αχ βρε Χάρουκα, μην πέφτεις στην παγίδα των ύπουλων εμπορικών τεχνασμάτων......  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κλανκ κλανκ, ακούστηκε πάλι ο μοχλός. Η Χάρουκα κοίταξε το αντικείμενο μέσα στην κάψουλα και συνοφρυώθηκε έντονα με πένθιμο ύφος.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πάλι δεν το πέτυχα...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν ήξερα πια τι να κάνω και κοιτούσα αβοήθητος τη Χάρουκα να ρίχνει το ένα κέρμα μετά το άλλο στο μηχάνημα, μόνο και μόνο για να αφήνει κάθε φορά ένα αναστεναγμό βαθύ σαν το Ρήγμα Μαριάνα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τι κάνω...Τι κάθομαι και κάνω εδώ!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ούτε εγώ ο ίδιος δεν καταλαβαίνω. Είχα μια τόσο σπάνια ευκαιρία να πάω για ψώνια με τη Χάρουκα, πώς έγινε και καταλήξαμε εδώ; Εκείνη τη στιγμή, ένιωσα μια ακατανίκητη ανάγκη να ξανασκεφτώ την απόφασή μου να ακολουθήσω το νέο δρόμο που ανοίχτηκε στη ζωή μου, που είχα πάρει πριν από ένα μήνα περίπου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πώς βρέθηκα εγώ σ’αυτή την κατάσταση;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θα πρέπει να αρχίσω...από τρεις μέρες πριν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==&#039;&#039;&#039;1&#039;&#039;&#039;==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όταν τέλειωσαν οι διακοπές της Χρυσής Εβδομάδας, όλοι στο σχολείο άρχισαν να ετοιμάζονται με φούρια για τις επερχόμενες εξετάσεις του τριμήνου. Μια μέρα, μετά το σχολείο, η καθηγήτρια μουσικής που ήταν και αναπληρώτρια υπεύθυνη καθηγήτριά μου, με είχε μισοϋποχρεώσει να κάνω το βοηθό της (για την ακρίβεια με έβαλε να καθαρίσω τις τουαλέτες του προσωπικού ολομόναχος). Όταν γύρισα στην τάξη, λαχανιασμένος από την κοπιαστική εργασία, βρήκα ένα σημείωμα στο συρτάρι του θρανίου μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αν έχεις χρόνο μετά το σχολείο, έλα στο δωμάτιο μουσικής, έχω κάτι να σου πω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πώς βρέθηκε αυτό το γράμμα στο συρτάρι μου; Ο γραφικός χαρακτήρας ήταν άψογος, δε θα μου έκανε καμία εντύπωση αν οποιοσδήποτε άλλος το περνούσε για ερωτικό ραβασάκι ή κάτι ανάλογο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχε μόνο ένα ελάττωμα αυτό το γράμμα. Ένα ζώο με μάτια δαίμονα (ήταν ζώο, σωστά;) ήταν ζωγραφισμένο δίπλα στις λέξεις. Αν ένα αθώο παιδί έβλεπε κατά τύχη αυτό το σχέδιο, η ψυχούλα του θα τραυματιζόταν ανεπανόρθωτα και θα καταλάβαινε για πρώτη φορά την απανθρωπιά του κόσμου έξω απ’το καταφύγιο του σπιτιού του. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μια ματιά μου έφτασε για να καταλάβω ποιος ήταν ο συγγραφέας του γράμματος. Μόνο ένα άτομο ήξερα που μπορούσε να φτιάχνει τέτοια σατανικά σκίτσα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έπρεπε να το περιμένω...η Χάρουκα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όπως το φαντάστηκα, η υπογραφή στο γράμμα ήταν ‘Νογκιζάκα Χάρουκα’.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είναι η συμμαθήτριά μου, η πολυτάλαντη κόρη πλούσιας και ισχυρής οικογένειας, αυτή που όλοι φωνάζουν το ‘Άστρο της Νύχτας’, το πιο διάσημο κορίτσι στο σχολείο με τριψήφιο νούμερο μελών στο φαν κλαμπ της. Μπορεί να υπάρχουν κάποιοι στο Λύκειο Χακούτζου που να μην ξέρουν το όνομα του λυκειάρχη τους, αλλά κανείς που δεν ξέρει το όνομα της Χάρουκα Νογκιζάκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί κάποιος τόσο διάσημος όσο αυτή, να καλέσει έναν κοινό θνητό σαν εμένα στο δωμάτιο μουσικής μετά το σχολείο; Επειδή ήξερα ένα μυστικό της...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κοιτάζοντας το ρολόι, είδα ότι ήταν σχεδόν πέντε το απόγευμα, κοντά μιάμισι ώρα μετά το τέλος των μαθημάτων. Αν και δεν είχα κανένα τρόπο να αποφύγω την αγγαρεία που μου φόρτωσαν, φοβόμουν πως η πριγκίπισσά μου μάλλον θα είχε ήδη πάει σπίτι αφού θα περίμενε μάταια τόση ώρα να έρθω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έτρεξα στο δωμάτιο μουσικής. Δεν ήταν ψυχή στους φωτισμένους από το ηλιοβασίλεμα διαδρόμους, και οι μόνοι ήχοι που ακούγονταν ήταν από τις αθλητικές λέσχες που έκαναν προπόνηση κάτω από τα παράθυρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν και ήταν ακόμα Μάιος, έκανε ήδη πολύ ζέστη, τόσο που ακόμα και ένα σύντομο τρέξιμο το απογευματάκι με έκανε να ιδρώνω. Έβγαλα μια πετσέτα από την τσάντα μου και σκούπισα το μέτωπό μου, αποφασίζοντας να πάρω ένα κουτάκι χυμό μάνγκο (περιορισμένη έκδοση ειδικά για το καλοκαίρι) από τους αυτόματους πωλητές αναψυκτικών. Πουφ, τι ζέστη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όταν έφτασα στην πόρτα του δωμάτιου μουσικής, μπορούσα να ακούσω ομιλίες εκτός από τον ήχο του πιάνου. Φαινόταν να είναι κόσμος μαζεμένος στο δωμάτιο μουσικής. Μη μου πεις ότι είναι κι άλλοι εδώ εκτός από τη Χάρουκα; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έσπρωξα τη χοντρή, μονωμένη πόρτα. Από την άλλη μεριά της πόρτας ήταν...ο απαγορευμένος κήπος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ο πρώτος άνθρωπος που αντίκρυσα ήταν η Χάρουκα. Φυσικό ήταν, αφού αυτή ήταν που&lt;br /&gt;
με κάλεσε. Θα ήταν πρόβλημα αν δεν την έβλεπα εκεί. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όμως...γιατί υπήρχαν τόσα κορίτσια γύρω από τη Χάρουκα;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Είχαν περικυκλώσει τελείως τη Χάρουκα που έπαιζε πιάνο. Με μια πρώτη ματιά, υπήρχαν πάνω από δέκα κορίτσια από όλες τις τάξεις, από την πρώτη ως την τρίτη λυκείου. Λες να ζήλευαν τη δημοτικότητα του ‘Άστρου της Νύχτας’; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
...Μπα, αδύνατον, κανείς ποτέ δε ζηλεύει τη Χάρουκα. Κρίνοντας από τις εκφράσεις στα πρόσωπά τους καθώς κοίταζαν τα ντελικάτα δάχτυλα της Χάρουκα να χορεύουν πάνω στα πλήκτρα του πιάνου, προφανώς ξεχείλιζαν από θαυμασμό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Έτσι έμενε μόνο μια απάντηση. Η Χάρουκα Νογκιζάκα, το ‘Άστρο της Νύχτας’, ήταν εξίσου δημοφιλής με τα κορίτσια όπως ήταν και με τα αγόρια. Με άλλα λόγια, στα μάτια των άλλων κοριτσιών, η Χάρουκα είχε απίστευτη επιρροή. Τόσο που απλώς παίζοντας πιάνο στο δωμάτιο μουσικής μάζευε κόσμο γύρω της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Στο τέλος του κομματιού, όλα τα κορίτσια χειροκρότησαν με ενθουσιασμό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χάρουκα-σενπάι, αυτό ήταν πολύ ωραίο κομμάτι, πως λέγεται;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αυτό ήταν το ‘Jeux d’eau’ (παιχνίδια του νερού), του Γάλλου συνθέτη Μωρίς Ραβέλ.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ουάου, μπορούσες να νιώσεις στ’αλήθεια το κυμάτισμα του νερού! Εγώ καταγοητεύτηκα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Πραγματικά μου έδωσε την αίσθηση ενός κελαρυστού ρυακιού.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τα κορίτσια αντάλλασσαν συνεπαρμένα τις απόψεις τους πάνω στο κομμάτι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Χμμ...Ώστε αυτός είναι ο κόσμος των κοριτσιών! Ένα λιβάδι με κρίνους ήταν το σκηνικό αυτού του κόσμου, που σε τραβούσε σαν μαγνήτης. Εκείνη τη στιγμή, τα κορίτσια ήταν απασχολημένα να θαυμάζουν τη Χάρουκα, κι αυτή ήταν απασχολημένη να απαντάει στις ερωτήσεις τους, κι έτσι κανείς δεν είχε προσέξει πως είχα μπει στο δωμάτιο...Κάτι που με έκανε να νιώθω παραγκωνισμένος και ασήμαντος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δεν είχα άλλη επιλογή από του να ανακοινώσω την παρουσία μου στο δωμάτιο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Έι, Χάρουκα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Της έγνεψα από τη γωνιά του δωματίου. Όπως το περίμενα...τα λόγια μου άλλαξαν μεμιάς την ατμόσφαιρα στο δωμάτιο, αν και δεν ήταν αυτή η πρόθεσή μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Ποιος είναι αυτός;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Φώναξε τη Χάρουκα-σενπάι με το μικρό της, τι σχέσεις έχουν;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ο Αγιάσε είναι, από την τάξη 1...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πάνω από δέκα δολοφονικές ματιές καρφώθηκαν ταυτόχρονα πάνω μου. Μ...μήπως έκανα κάτι που δεν έπρεπε;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κρύος ιδρώτας με έλουσε, και άθελά μου έκανα ένα βήμα πίσω. Εκείνη τη στιγμή, η Χάρουκα πρόσεξε επιτέλους την παρουσία μου και μου χαμογέλασε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Α, Γιούτο-σαν, ήρθες, συγγνώμη που σε έκανα να περιμένεις!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Η Χάρουκα-σενπάι τον φώναξε με το μικρό του...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Η Χάρουκα-σενπάι μοιάζει πολύ χαρούμενη...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ποιος νομίζει πως είναι για να κάνει κάτι τέτοιο!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Οι διαπεραστικές ματιές των κοριτσιών έγιναν ακόμα πιο κοφτερές, και ένιωσα σαν να με έβαλαν να γονατίσω στο χαλί από βελόνες από το ‘Θρύλο του Βασιλιά Αρθούρου’ με ένα βράχο στα γόνατά μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λυπάμαι πολύ, αλλά είχαμε κανονίσει να συναντηθούμε. Θα σταματήσουμε εδώ για σήμερα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα έκλινε απολογητικά το κεφάλι της καθώς τα κορίτσια εξέφραζαν τις αντιρρήσεις&lt;br /&gt;
τους με φωνές του τύπου ‘Όχι!’, ‘Θέλουμε να ακούσουμε κι άλλο τη σενπάι να&lt;br /&gt;
παίζει πιάνο’. Παρόλα αυτά, έφυγαν από το δωμάτιο μουσικής, μην τολμώντας να&lt;br /&gt;
αντιταχθούν στην απόφαση της Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Καθώς περνούσαν από δίπλα μου, κάποιες μου έριχναν φαρμακερά βλέμματα, κι άλλες πάλι εκτόξευαν χαμηλόφωνα μια ποικιλία θανάσιμων απειλών που ξεκινούσαν από ‘Έτσι και κάνεις τίποτα περίεργο στη Χάρουκα-σενπάι, θα σε μαχαιρώσω!», και έφταναν μέχρι ‘Να προσέχεις όταν περπατάς μόνος σου το βράδυ!’ ή και μέχρι πολύ ακραίες όπως ‘Έχε το νου σου για κανένα αδέσποτο σωλήνα με βιτριόλι!’&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Τι ήθελες να μου πεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αφού βεβαιώθηκα ότι οι Ερινύες, τα κορίτσια ήθελα να πω, είχαν όντως φύγει από το δωμάτιο (θα ήταν πολύ επικίνδυνα τα πράγματα αν δεν είχαν φύγει), μπήκα στο θέμα για το οποίο είχα έρθει ως εκεί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα χαμήλωσε το κεφάλι της και με ρώτησε ντροπαλά,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Γιούτο-σαν...Είσαι ελεύθερος αυτή την Κυριακή;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Την Κυριακή; Ναι, δεν έχω κανονίσει τίποτα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αν και αναρωτιόμουν γιατί με ρώτησε κάτι τέτοιο η Χάρουκα, προφανώς δε μπορούσα να της πω ότι είχα να κάνω τη μπουγάδα της βλαμμένης της αδερφής μου τις Κυριακές (και γενικά τις δουλειές του νοικοκυριού). Εν τω μεταξύ, η Χάρουκα πήρε πολύ ευτυχισμένο ύφος μόλις άκουσε την απάντησή μου, και μετά μου έκανε ανήσυχα άλλη μια ερώτηση...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τ...Τότε, θα μπορούσες να βγεις μαζί μου;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Εκείνη τη στιγμή, το μυαλό μου άδειασε τελείως καθώς προσπαθούσα απεγνωσμένα να επεξεργαστώ το νόημα πίσω από τα λόγια της Χάρουκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γκαχ...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτή η αναπάντεχη πρόταση είχε κυριολεκτικά βραχυκυκλώσει το μυαλό μου. Μη μου πεις πως αυτό ήταν...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ραντεβού;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα μόλις μου ζήτησε να βγούμε ραντεβού;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Όχι όχι όχι, δεν είναι αυτό, όχι ραντεβού...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Η Χάρουκα έγνεψε έντονα αρνητικά, κατακόκκινη σαν αστακός. Βλέποντας πόσο πεισματικά αρνιόταν ότι επρόκειτο για ραντεβού...ένιωσα ένα τσίμπημα απογοήτευσης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Δεν είναι ραντεβού, απλώς ήθελα να αγοράσω κάτι και θα ήθελα να έρθεις μαζί μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Μου εξήγησε η κατακόκκινη Χάρουκα. Αν και έχουμε εξαιρετικά καλές σχέσεις εδώ και ένα μήνα, δεν υπήρχε περίπτωση να μου ζητήσει το ‘Άστρο της Νύχτας’ να βγούμε ραντεβού. Αλλά...από την άλλη, οι περισσότεροι κάτι τέτοιο (να πάνε δυο άνθρωποι για ψώνια μαζί) δε θα το θεωρούσαν ραντεβού;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Λοιπόν...Λοιπόν τι λες; Φυ...φυσικά αν δε θέλεις, δεν έχεις καμία υποχρέωση να...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όχι, εντάξει είμαι, θα έρθω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Απάντησα πιο γρήγορα κι από την ταχύτητα του φωτός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όποιος τολμούσε να αρνηθεί μια πρόσκληση από τη Χάρουκα θα του άξιζε να τον φάνε χίλιοι δαίμονες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Αλήθεια;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ξαφνικά η Χάρουκα άστραψε από χαρά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Σε...σ’ευχαριστώ. Επειδή είναι η πρώτη φορά που θα πάω εκεί, δε θα ένιωθα καθόλου ασφαλής μόνη μου...Αναρωτιόμουν τι θα έκανα αν αρνιόσουν, Γιούτο-σαν.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Χμμ, για κάποιο λόγο θα δεχόμουν με μεγάλη μου χαρά. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι πετούσα στα σύννεφα από τη χαρά μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Όταν λες για ψώνια, εννοείς...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Όταν έκανα αυτή την κρίσιμη ερώτηση, μου απάντησε με ένα τόσο ωραίο χαμόγελο που θα έκανε κάθε έφηβο αγόρι στο δρόμο να ερωτευτεί το ‘Άστρο της Νύχτας’.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Ναι, στην Ακιχαμπάρα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Εντάξει...Τα καταλάβαινα όλα τώρα. Αυτό είναι το μυστικό της Χάρουκα Νογκιζάκα. Ο παράξενος δεσμός που την ενώνει μαζί μου, η αναπάντεχη πλευρά του ‘Άστρου της Νύχτας’ που δε γνωρίζει κανείς εκτός από μένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Γιατί...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πώς να το κάνουμε...η Χάρουκα Νογκιζάκα...είναι οτάκου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
==&#039;&#039;&#039;2&#039;&#039;&#039;==&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Eirini kl</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Nogizaka_Haruka_no_Himitsu:Volume2_Chapter7&amp;diff=91743</id>
		<title>Nogizaka Haruka no Himitsu:Volume2 Chapter7</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Nogizaka_Haruka_no_Himitsu:Volume2_Chapter7&amp;diff=91743"/>
		<updated>2011-04-20T19:15:52Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Eirini kl: /* Chapter 7 */&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;===Chapter 7===&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
After getting through the ticket-barrier, I saw that the streets were filled with people.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
It sounds a little weird to use such a commonly-used literary description, but I really couldn&#039;t think of anything better to describe what I was seeing.  At nine o&#039;clock in the morning of August the 17th, I was standing in front of the International Exhibition Centre station that was on the sub-line of the Rinkai high-speed rail line. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Wow......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Anyway, no matter where I looked, all I saw were people, people and more people. Just how did they manage to assemble so many poeple here? This place was literally bursting at the seams   with the sheer amount of people. The amount of people at the shopping district was already extremely high, but this makes the shopping district look almost empty. This exceedingly chaotic   assembly of people really reminded me of groups like Black Dragon and Sea Iguana. (TL Note: Don&#039;t ask me, I have no idea what those groups are either -_-) &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
And that&#039;s not all.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......It&#039;s really hot.&amp;quot; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Even though it was still quite early in the day, the sun&#039;s rays were already shooting down on all directions like laser beams. Add the heat-reflecting properties of the asphalt road and the number of human &#039;heat sources&#039; in this place and--How do I put it......In other words, it was so hot, I could literally feel myself wilting under the heat. Although I really wanted to use the hose of the fire-truck parked nearby to hose down the masses, but I resisted the urge to do so. In a country that has one of the highest population densities in the world, it is generally frowned upon to complain about the number of people around you. And now and I mention it, I seem to be part of the crowd, so I&#039;m really not in any   position to complain.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......I guess I should start walking.&amp;quot;  I mentally prepared myself for the crowd as I stepped out, trying as hard as I could to avoid knocking into people. I slowly made my way past the ridiculously crowded bus interchange, walked over the small bridge that was obviously over-capacity, and started to climb past the mountain of people on the steps. I could see the strange-looking structure that looked as though it had an inverted pyramid on top of it in the distance.  The place that they call the &#039;Tokyo Big Sight&#039; was my destination, and also where I was supposed to meet Haruka.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Right, as to why we&#039;re meeting in a place like this. Because we lived in the same direction from the Big Sight, I had suggested that we meet along the way, but Haruka insisted on meeting at the Big Sight itself.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;An event like this starts from the moment you wait for the other person. Don&#039;t you think that it&#039;ll be really exciting to meet at the place itselt to soak up the atmosphere? It&#039;ll feel   like something good will happen.&amp;quot; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka explained. I guess it&#039;s the same sort of reasoning that every activity you do before you get home is part of a long journey? (I don&#039;t really understand)  Well, I don&#039;t really understand Haruka&#039;s way of thinking sometimes (......most of the time?), but since it didn&#039;t really made a difference to me, I agreed to Haruka&#039;s arrangement without much thought.  And then, after about five minutes of forging my way forward in the crowd.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
It looks like I&#039;ve finally reached the entrance of the Tokyo Big Sight, but......  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......&amp;quot; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
It looked like a ridiculously long queue has already formed up outside the entrance.  The queue looked like a drunk anaconda, and I couldn&#039;t see where the head of the queue was. All I could see was that the queue had split up into several rows that extended towards the parking lot.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
......Hmm, wasn&#039;t the the event supposed to start at ten?  I confirmed the timing on the &#039;Summer Comiket Map&#039; that Haruka had given me. Haruka had wanted to meet at ten o&#039;clock sharp, but after the Akihabara incident last time (The item was sold out), I suggested that we meet not five minutes, but an hour before the opening time, but--  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Y,Yuuto-san......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
--It looks like I&#039;ve been too naive in my planning. Haruka, who had reached before me, ran over to me with tears in her eyes.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;W,What do we do, there&#039;re so many people......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka didn&#039;t even have time for her usual morning greeting as she looked at the people around her, her voice a significant amount of decibels higher than normal.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;T, To ensure that we don&#039;t fail this time, I even came a little eariler than our meeting time, but it was already like this......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah-&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Well, I can&#039;t say I&#039;m too surprised about that. It&#039;s quite obvious that a queue of this magnitude didn&#039;t just magically form up in the last ten minutes.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;T, Then I might not be able to buy Neko Bus Station&#039;s book......Even though Yuuto-san has agreed to come to the Summer Comiket together--&amp;quot; (TL Note: Neko = Cat)  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka&#039;s voice was trembling as she spoked.  On a side note, the Summer Comiket seems to be some kind of free market for books and CDs, and a book by a group named &#039;Neko Bus Station&#039; seemed to be Haruka&#039;s top priority today.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;W,What should I do......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Well, why don&#039;t you calm down a little first.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I attempted to get Haruka, who was panicking a little, to settle down. As usual, Haruka&#039;s rather weak in dealing with such sudden situations.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;B,But......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......Anyway, we should join the queue. It looks like there&#039;s only one entrance.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I wasn&#039;t fully aware of the whole situation, but it looked like the only thing we can do is to queue up with the rest of the people.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......Alright.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka and I walked to the back of the queue, which seemed to stretch to the other end of the horizon. We still hadn&#039;t managed to catch a glimpse of the front of the queue.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
......Just what time had the people at the front of the queue started queuing? On the other hand, one good thing was that despite the length of the queue, it was extremely neat.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;What should we do......Would it be alright, would we be able to get to &#039;Neko Bus Station&#039;......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka, who was standing beside me, had been mumbling under her breath as though she was reciting Buddhist scriptures for a while now.  Hmm.  Although I really want to tell Haruka that it&#039;ll be alright, but looking at the amound of people in front of us, it probably won&#039;t be very persuasive......To be honest, even I was beginning to despair. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Just as I was trying to think of how I should comfort Haruka,  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Hey, are you referring to the production group, &#039;Neko Bus Station&#039;?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Suddenly, the bespectacled guy who was queuing in front of us (for some reason, he was also equipped with colorful fan) turned to look at us.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, y, yes.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka nodded in response.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Hmm, it&#039;ll be a little difficult to get their new publications from this position, since we&#039;re quite a distance behind the front of the queue.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Just as I had feared......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka put a hand to her forehead as she looked as though she was about to faint. Her face was deathly pale as she looked like the seer who had just foreseen the end of the world.  Looking at her reaction, the bespectacled guy hurridly attempted to calm her down.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;B,but even then, I think it should be alright.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......Eh?&amp;quot;  &amp;quot;It&#039;ll be a little difficult, but if you hurry, you should be able to get a copy.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Really!?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka took a step forward, her aura so overpowering that the bespectacled guy took a step back in surprise.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Well, I guess so. If this was any of the previous comikets, then you wouldn&#039;t stand a chance. But they&#039;re the super big wigs this year, so they&#039;ll have printed significantly more of their works to sell.&amp;quot;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
According to this guy, we still have a chance, even though I don&#039;t understand the big wig reference. Did he mean the big wig supermarket of books? (TL Note: Because of Yuuto&#039;s stupid random referencing (which aren&#039;t even funny in the first place), I&#039;m forced to use a comparatively more awkward phrase (big wig) so that the two sentences link up -_-)  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;T,That&#039;s great......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka had a relieved look on her face as she sat down on the ground. I&#039;m really relieved too, looks like we&#039;ll be able to avoid the tragedy of our previous trip to Akihabara. I patted myself on the chest as we patiently waited for about an hour. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;The Summer Comkiet is now open. Participants, please walk in orderly.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
We heard the broadcast from the speakers that were spread out all over the place.  Looks like the Summer Comiket is finally open.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Yuuto-san, it has finally began, hasn&#039;t it.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Yes, it has.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The queue finally started moving slowly, like a lumbering African elephant.  At the same time, we heard the ground rumbling in the distance.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;--? What is that sound?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I have no idea. Could it be some kind of construction work?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The two of us looked to the direction that the rumbling was coming from.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, that&#039;s the first rush of the Summer Comiket opening.&amp;quot; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The bespectacled guy turned to us once again.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Summer Comiket opening......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......First rush?&amp;quot;  What&#039;s that?&amp;quot; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
To put in simply, that&#039;s the sound of the footsteps of the people who are already inside. Individual footsteps may not make much noise, but because everyone wants to get to the booths as quickly as possible, they literally make the ground shake with the force of their running.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;But the announcer had just told everyone to walk orderly......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Well, everyone are willing to give up their lives to get the books that they want. And it&#039;s not very likely that you&#039;ll continue walking slowly when everyone around you is running.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The bespectacled guy smiled sheepishly. In other words, it&#039;s like how &#039;If everyone runs the red light, then there&#039;s nothing to be afraid of&#039; (not a very apt analogy, I&#039;m afraid). Which means what I thought sounded more like the roar of a monster, or the battle-cry of a certain silver alien superhero who&#039;s fighting alien monsters is actually the sound of people running.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
......Looks like we&#039;ve come to a really intense place. The slightly uneasy feeling that I&#039;m getting from the rumbling footsteps of the people further in front of us seemed to signal that the road ahead of us is fraught with difficulties. The events that followed proved that for once, my gut was right.    &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......W,we&#039;re finally in.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......Ah, right.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The two of us breathed heavily as we looked at each other. It was already eleven when we finally got into the exhibition centre.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
......Even though the &#039;Opening rush&#039; was a little too intense, but I was rather surprised that it took us an hour just to get in. Although I hadn&#039;t expected to get in early, but an hour was really too much. And looking back at the queue behind me, I couldn&#039;t see the end of the queue......Once more, this is a really intense place.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Well then, what do we do now?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Right. I would like to go over to Neko Bus Station&#039;s booth first.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka immediately responded to my question.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Because saving the most enjoyable activity for the last didn&#039;t work the last time, I think we should make it the first item on our agenda this time round.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I could see the flames burning in Haruka&#039;s eyes. Looks like she&#039;s still strung up over what happened the last time.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;And then, the location of Neko Bus Station is......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka opened up the &#039;Summer Comiket Map&#039;.  Just like the &#039;Shopping guide&#039; the last time, all the major locations and the timetable for going to the locations were clearly denoted on the map.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;It should be over here.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka said as she went over to an escalator with me following close behind. According to the Summer Comiket Map, our first destination was a exhibition hall named East 1. On a side note, even after looking at Haruka&#039;s map, I had no idea where East 1 was. Even though the Summer Comiket Map was extremely detailed (At least Haruka seems to think so)......Personally, I think Haruka&#039;s the only one who can actually read and understand the map. To be a little more detailed, I could only see a bunch of Arikabes standing in a cemetary. (TL Note: Arikabes can be literally translated as &#039;Grey Wall Demons&#039;)  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Speaking of which, is admission free?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I asked Haruka as we made our way towards East 1. Usually, such a big event would require an admission fee (about maybe a thousand or two thousand yen), but I haven&#039;t seen anything that looked like ticket booths or admission gates.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, yes, admission is free.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka looked intently at the Summer Comiket Map as she answered me.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I&#039;ve heard that for the earlier comikets, you had to buy an official catalogue before you were allowed entry, but right now, it&#039;s completely free. I guess the organizers just want to encourage more people to come for this event?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I see......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Don&#039;t you think that it&#039;s better to share happiness with as many people as possible?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka ran towards the elevator with an innocent smile on her face. On the other hand, I do think that the sharing is a little too extreme. There was a tunnel at the end of the elevator. The tunnel was about thirty metres wide, and had an extremely high ceiling (I would estimate it at about fifty metres in height), and looked more like an exhibition hall than a tunnel. The tunnel split off into smaller paths at both sides. To my right was East 1, 2 and 3, while East 4, 5 and 6 were on my right. Looks like most of the exhibition halls for the Summer Comiket are within this area.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;There really are a lot of people here......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Even though the tunnel was extremely large, but it was stuffed to capacity with people. There were people weaving through the crowd, there were people calling their friends on their cellphones, and there were even groups of people who had sat down on the ground, looking as though they were having some pre-battle briefing. What I was seeing was a literal representation of people being &#039;packed like sardines&#039;. It was so crowded that even a dog would have gotten kicked if it had tried to move. Any movement could result in an accident.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Kya!&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Just as I was thinking about how easy it would be to knock into someone, Haruka gave a surprised shout as one of a three person group who were walking in a line knocked into her.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I, I&#039;m sorry, are you alright?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The guy who had knocked into Haruka quickly turned around to apologise.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Y, Yes, I&#039;m alright. What about you?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, I&#039;m alright too.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;That&#039;s great......I&#039;m really sorry.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka bowed her head as the three guys walked off apologetically.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Haruka, are you alright?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Yes, this is nothing.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka smiled like a playful puppy as she answered me. Even though I had though that the collision looked rather painful. It looks like Haruka&#039;s surprisingly durable. And speaking of durable, Haruka didn&#039;t have a scratch on her after half the bookshelves in the school library came down the other time.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Shall we go, Yuuto-san?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
But Haruka only managed a few steps before......  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Wahh&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
This time, she collided with a concrete pillar that had been hidden by the crowd.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I, I&#039;m really sorry. I wasn&#039;t really concentrating on what was in front of me. I&#039;m really sorry.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
She still hadn&#039;t realized that she had walked into a concrete pillar as she continued to apologizing.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......&amp;quot; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Hmm. Even though it was exactly Haruka&#039;s fault for not looking at what was in front of her, but also because there were really too many people around. It would be extremely easy for us to get separated in such a crowd if this continues. Haruka doesn&#039;t have a cellphone, so it&#039;ll be practically impossible to find her again if we get separated......And it&#039;s not like Nanami-san is here to use her mysterious tracking ability either.  Which was why.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah-, Haruka.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
There was only one solution for the problem at hand.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Yes? What is it?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;--Umm.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I slowly stretched out my right hand towards Haruka, not because I wanted to do something perverted, but because I didn&#039;t want us to get separated, yes. Haruka looked at my outstretched right hand as though it was a rock from the moon, her eyes wide with amazement, before saying......  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Umm...... Doggie handshake?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;No!&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I grabbed Haruka&#039;s left hand with my right hand.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka slanted her head to the side.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;It&#039;s not that......Umm, how do I put it, your hand......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;? The other one?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka placed her right hand on top of mine.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......Woof?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
......I&#039;m begging you, please stop linking everything with dogs.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;That&#039;s not what I&#039;m trying to say. You see, it&#039;s really easy to get separated in the crowd like this, so to prevent us from getting separated from each other......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;.......Ah.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka finally understood what I was trying to say, as she started blushing furiously.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;No, I, I&#039;m not trying to hint at anything here, t,this is just to prevent us from getting separated.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......A, Ah, r, right.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka shyly took the hand that I offered her.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;P, Please take care of me......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I felt the softness of Haruka&#039;s skin in my hand. Her hand was as smooth as marble. I held her hand a little tighter, and felt Haruka holding my hand back lightly.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Y, Yuuto-san&#039;s hand is really big.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka smiled as she said. S, She&#039;s really cute...... I desperately tried to hold down the sudden urge to hug her, as I didn&#039;t have a good reason to do something like that in reality, and also, I didn&#039;t really dare to do something like that. I would probably get arrested for something like that. Hmm, I don&#039;t think that would be serious enough to warrant an arrest right? Ah--What am I thinking about.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;W, Well then, we should get going. The books might be sold out if we don&#039;t hurry.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;R, Right.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I tried to cover up my embarrassment by changing the subject. And just like that, the two of us stepped into exhibition hall East 1--    &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Wow......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Wow......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
In a sense, we had stepped into a completely different world. In a hall that was about one-fifth the size of a school gymnasium, numerous booths that were made up of rectangular office tables and foldable chairs were lined up (the regulars seem to call the booths &#039;circle spaces&#039;). Looking down the line of booths, it seemed as though there were about a thousand of them, and huge amounts of books and CDs were stacked on top of each table.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Welcome-&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Please take a look at our newest book!&amp;quot; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The &#039;circle spaces&#039; were surrounded by people holding up handmade advertisement boards, giving out fliers, and asking people to take a look at their booths.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, please give me a copy of this.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Sure, that would be five hundred yen.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The people working at the booths were either busy attending to the customers or counting their earnings. Monstrous queues were also forming up in front of some booths.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;So this is the Summer Comiket......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The light-hearted atmosphere felt like that of a school festival. Whether it was the people working at the booths or the people buying from the booths, they were all extremely busy with something. But one thing they all had in common was the smile that they wore on their faces.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
In a moment, I too was swept away by the atmosphere.  The &#039;Summer Comiket&#039;......because it was held at such a formal place (The Tokyo International Exhibition Centre), I had expected a more business-like atmosphere.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;This is incredible......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka looked like a person who had lived her entire life near the equator seeing snow for the first time. The two of us looked around in awe like two people from the countryside who had gone into a big city for the first time.  I suddenly remembered something.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;--Hey, Haruka, don&#039;t we have something more important to do?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
According to that bespectacled guy, we already had a bad position in the queue. Which means that we really couldn&#039;t afford to stand around  like this.   &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;! Y,You&#039;re right. We&#039;ve got to get to &#039;Neko Bus Station&#039;.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
In response to my reminder, Haruka whipped out the Summer Comiket Map violently as she looked for the exact location of our destination (she had no problem with using only one hand, as her single hand flew over the pages of the map).  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Hmm, let&#039;s see, we&#039;re at the entrance of the East 1 Hall, so......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka was still holding on to my hand as she looked around, her cute actions reminding me of a squirrel looking for food. Although it&#039;s not a very nice thing to do while Haruka is hurridly looking for the right direction, but I couldn&#039;t help but be mesmerized by how pretty she was.  To be honest, I&#039;ve been having another problem since a while ago. Quite a few people were staring---No, many people were staring. Some people looked at Haruka and I from afar, some turned   aroud for a second look after walking past us, while some even stopped to blatantly stare. Of course, they were looking at Haruka, not me.  For your information, Haruka was wearing a white summer dress with a matching white cardigan over it, topped with a straw-colored had on her head, giving everyone a perfect representation   of the style of a lady from a rich family.  Well, a girl as beautiful as Haruka would be the centre of attention everywhere she goes, so I wasn&#039;t very surprised by the looks we were getting. Even though I wasn&#039;t surprised......But   Haruka seems to stand out even more than usual in this space that was unusually detached from our usual reality.  --Like the white swan in the middle of a crowd of Brown-eared Bulbuls......? Hmm, how about the only stalk of white Lilium in a field of Dandelions. (Actually, I think both analogies are   quite suitable.)  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Just as I was thinking of analogies,  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, that is!?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Suddenly, I felt a strong force pulling on my right hand. Immediately after I felt the force, Haruka shot out like a bullet.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;H, Hey.&amp;quot;  &amp;quot;I found it! &#039;Neko Bus Station&#039; is over there! Ah, there are so many people queuing up already--We should quickly get in line as well.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The force that was pulling on my right hand was like trying to pull up a rock bream that had bit into the end of a fishing line.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Hey, wait up.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Hurry up, hurry up.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
--Looks like Haruka&#039;s up to her usual antics again. I only just remembered that Haruka had the tendency to disregard everything around her when she sees someting that she really wants. It&#039;s a small miracle that Haruka started to act like that only now in a place that was practically a treasure trove to her.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;H,Haruka, I understand how you feel, but we really don&#039;t need to be in such a hurry.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;N,No. If we don&#039;t hurry, then they might be sold out.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka sprinted like a cheetah while dragging me along behind her. Haruka was moving at about 8.5 times her normal speed as she weaved through the enormous amount of people and inanimate obstacles that stood between her and &#039;Neko Bus Station&#039;. She was simply unstoppable.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;J,Just where are we going?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;There, we&#039;re going towards that booth in that corner.&amp;quot; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka pointed towards a booth at one end of the hall. There was still about fifty metres between our current position and out destination.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
......Hmm, is it even possible to see the books that were placed on the booth fifty metres away in such a chaotic hall? Well, at least I can&#039;t do it.  I looked at Haruka.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I,If we don&#039;t hurry......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The look in her eyes mirrored that of an eagle that had locked on to its prey. By the intensity of that look, it was probably a huge eagle too. I really wonder where the cute squirrel from a few minutes ago had disappeared to. I thought to myself as I attempted to keep up with Haruka as she half-dragged me towards the booth. What kind of situation am I in? Summer holidays. Shopping while holding hands with a stunningly beautiful girl. Although it sounds really romantic, but reality couldn&#039;t be further from that. The romantic atmosphere was nowhere to be found......But then again, I&#039;m really happy to be able to just   hold on to Haruka&#039;s hand (what an innocent boy).   &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
When we finally got to &#039;Neko Bus Station&#039;, what awaited us was......another queue.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......Don&#039;t tell me we&#039;re going to have to queue again?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Well, it sure looks that way.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
It was a queue that was about thirty metres in length. Although it wasn&#039;t as long as the queue that we were in outside the exhibition hall, but for a single queue, it was quite long. And the queue didn&#039;t just confine itself to the interior of the hall, as it stretched towards the huge doorway (probably used to move large objects?) leading out of the exhibition hall. As the popular booths would always get extremely long queues,   the queues usually stretched towards the exit out of the hall so as to not as to clog up the already crowded exhibition hall. Well, it really would be extremely frustrating if a long   queue like that was snaking around the interior of the hall.  And so, Haruka and I took our place at the back of the queue outside the hall.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......It&#039;s hot.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Unsurprisingly, the summer sun was extremely hot. The sunlight stabbed into the top of my head mercilessly, its uv-rays made more deadly by the thinning of the ozone layer in the atmosphere. For a modern person who grew up in air-conditioned rooms like me, my body&#039;s ability to dissipate heat was extremely low, which made standing under the sun like this torture. Haruka look at me worriedly as though I was the classmate with low-blood pressure who could faint at any moment.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Yuuto-san, are you alright? You don&#039;t look good......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I&#039;m fine, it&#039;s just a little hot out here.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......I see. That&#039;s alright, but--&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Well, the main problem was the sun, so......  Looking at the length of the queue, an optimistic estimate would put our waiting time at about ten minutes......I think (personal deduction). No matter what, it shouldn&#039;t take us more   than twenty minutes.......Probably (personal deduction). Although it was torture to be standing out in the sun like this, but I shouldn&#039;t have any problem with it if it&#039;s only about   twenty minutes--  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, the two of you over there.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
--That&#039;s what I thought. But I was too naive. I was as naive as the grasshopper who hopes to survive winter without building up any supplies of food. A staff member who was in charge of the queues ran over to us.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;That&#039;s no the end of the queue--&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......Eh?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;It&#039;s like this, we actually split up the queue into a few sections so as to not cause too much inconvienience to other people. Which means that this isn&#039;t the end of the queue. For your information, this is the segment that leads directly to the booth.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......So, where is the end of the queue?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Over there.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The staff member pointed to......a spot that was about sixty metres from where we were.  It was a little far, but I managed to spot a sign that said &#039;End of queue&#039; there. Of course, the space between our current position and the &#039;end of queue&#039; sign was as concentrated with people as a sausage was with meat.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......You have got to be kidding me.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I&#039;m serious.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The staff member gave us a professional smile as she answered. I felt as though all the strength was sapped from my body in an instand......I would have wanted her to tell me that it wasn&#039;t true, even if she was just pulling my leg.  Beside me, Haruka answered for the two of us.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, I see. We&#039;ll be going over now.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
She told the staff member without any change in her facial expression whatsoever. Speaking of which, Haruka seems to have come mentally prepared to queue till the end of time.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Well then, we better get going, Yuuto-san.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......Ah.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Looks like I have no choice but to brace myself for the long, long queue ahead.  Now I know exactly how the carp on the cutting board feels. And so, Haruka and I became a member of the approximately ninety-metre long queue.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;It&#039;s really how......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I&#039;m really no match for the heat of the summer sun.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Yuuto-san, are you alright? You&#039;re sweating like crazy......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka tried to stem the never-ending tide of sweat that was washing over me with her handkerchief.  -Rub Rub-  I felt an expensive-feeling material on my cheek, along with a soft fragrance. I also felt the softness of Haruka&#039;s hand through the fabric......Her touch feels really good.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah-Thank you. Haruka, are you feeling alright?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Yes, I&#039;m perfectly fine.&amp;quot;  Haruka nodded her head, her straw-colored hat bobbing up and down together with her movement as she continued a little smugly.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I&#039;m really resistant to heat because the animal fortune teller says that I&#039;m a Koala bear.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......Huh?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;And Koala bears live in Australia, in the southern hemisphere.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
......No, I really don&#039;t see the link between the two.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Shouldn&#039;t the properties of my body mimic that of Koala bears if the animal fortune teller says that I&#039;m a Koala bear? Isn&#039;t that how it works?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka blinked with an innocent look in her large eyes......Looks like she has had a complete misunderstanding of the animal fortune teller.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
--Anyway, whether Haruka is a Koala bear or not is not the point. Just as she had said, Haruka&#039;s face was extremely cool. Even though she has spent the same amount of time under the sun as I have, but there wasn&#039;t a drop of sweat on Haruka&#039;s skin that seemed to have the color of shaved ice. In other words, the area around Haruka has a comparatively lower temperature......Looks like this is the second rule of the world that concerns ladies from rich families after &#039;Ladies from rich families don&#039;t sweat. This should be the rule where &#039;Ladies from rich ramilies are always cool&#039; right?  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;? What&#039;s wrong, Yuuto-san?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka slanted her head to one side like a white penguin from the south pole.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;It&#039;s nothing.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
This isn&#039;s something that I should try to get to the bottom of. Let secrets remain secrets, just like many things in this world are.  After coming to this conclusion (or rather, avoiding the issue altogether), I opened the can of Pet-Bottle Juice (One for 200 yen, tourist attraction-pricing). Just as I was drinking that can of exhorbitantly-priced juice,  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah-, look who&#039;s here......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Suddenly, a familiar voice flew into my ear. That voice was so powerful that it simply sliced through the crowd.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......&amp;quot;   &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
It can&#039;t be......  I only know one person (other than Ruko) who is in ownership of such a powerful voice. I looked in the direction of the voice with a sinking feeling--  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Could it be Yuuto? It&#039;s Yuuto right?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I saw my childhood friend of more than ten years coming towards where I was, both of his hands weighed down by numerous paper bags, but......  I hurriedly looked away (turning my face away so as to hide from him), but it was too late.  My childhood friend (male) -- Asakura Nobunaga shouted happily as he waved the mass of paper bags that he was holding in both hands.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah-, it really is Yuuto. Why are you in a place like this? Could it be that you&#039;re interest in our path has finally awakened?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah-, no, it&#039;s just that......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I stuttered as I attempted to hide Haruka behind me so that Nobunaga won&#039;t notice her.  It would not be a good thing if Haruka and I were to be seen together like this, and the place where we&#039;re at makes it even worse. Because this concerns Haruka&#039;s secret, trying to avoid such a meeting would be the best course of action so as to avoid the inevitable deluge of questions and misunderstandings.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;You don&#039;t have to hide it--I see--You&#039;ve finally come over to our side-&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The only silver lining in this dark, dark cloud was that Nobunaga didn&#039;t seem to have noticed Haruka&#039;s existence.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Hmm-, although I never doubted that you would eventually come over to our side, but I hadn&#039;t expected you to come to your senses so quickly. This is such a touching moment! So-So- what have you bought already?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
As usual Nobunaga chugged along at his own pace as he started on yet another of his long monologues. He seems to have grossly misunderstood something, but correcting him would only make things more difficult than they already are, so I think I&#039;ll just leave it like this.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Well, I&#039;ve already bought the newest publications of &#039;Fuji Tsubo Machine&#039; and &#039;Twinkle Heart&#039;-. Of course, I&#039;ve also gotten the Neko Bus Station&#039;s new publications. To be honest, for a first-timer like you to be queueing up at this booth, it shows that you&#039;ve got good taste, Yuuto!&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Nobunaga rambled on.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, speaking of which, did you know-? It&#039;s basic knowledge, but every single product that is sold here are made by the circle members themselves-. We call these Doujinshi, because these are made by people who have a common interest. Which is also why this event is completely different from a normal business exhibition--&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Nobunaga showed no signs of slowing down as he continued to drown me with the finer points of otaku culture.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;--Well, anyway, my main target for this event is &#039;Hani Tora&#039;. Of course, there are many other books that I&#039;m going to get, but this is my top priority. Ah, by the way &#039;Hani Tora&#039; is the abbreviation for &#039;Hanikami Triangle&#039;--. You should also remember that &#039;Hanikami&#039; is written in hiragana, while &#039;Triangle&#039; is written in katakana so you don&#039;t get it wrong. Also, &#039;Hani   Tora&#039; has already had two seasons. Even though I&#039;m really attached to the first season&#039;s &#039;Clumsy Girl Aki-chan&#039; and &#039;Useless Girl Megu-chan&#039;, but recently, &#039;Cat Girl Mia&#039; has started to   grow on me as well. Even though her cat ears and cat tail is really cliche and over-used, but I think that it&#039;s quite a unique choice in the context of the show. I guess this is what they   call the &#039;full circle&#039; effect. Just like how the suspect of a crime returns to the scene of the crime? Well, you get my point, and anyway, she&#039;s really popular right now. Ah, but it&#039;s not just that. Other characters like &#039;God|Little Girl Sakura&#039; have also been introduced, another overused cliche where a three hundred year-old god is trapped in the body of a little girl,   but because she looks really cute with her twin-tales, so it&#039;s alright. And she&#039;s also a bit of a &#039;Tsundere&#039;, which makes it even better. Oh, and there&#039;s one more person that you cannot forget, &#039;Spirit Bird Chizuru&#039;, who&#039;s the the air-headed, older sister type. She may be air-headed, but a pretty older sister&#039;s really nice isn&#039;t it--. I would also rather have that kind   of older sister than the rude younger sister that I have now. I&#039;m really jealous of Yuuto for having such a pretty older sister. And also--&amp;quot; (TL Note: I had actually translated &#039;Hanikami   Triangle&#039; into english for the earlier chapters as &#039;Shy Triangle&#039;, but because Nobunaga was going into the specifics for writing the title in Japanese, I had to use the romaji version   instead.)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Anyway, Nobunaga continued in this vein for a while longer. (Otaku-encyclopedia mode)  About three more minutes passed.  Nobunaga rambled on in one single breath with the intensity of a pony chasing a carrot that was being dangled in front of it as he completely ignored my reaction. And he continued to ramble......Hang on, just how large was this guy&#039;s lung capacity? He couldn&#039;t be breathing through invisible gills could he?  And also, I had absolutely no idea what he was talking about, and he didn&#039;t even stop to explain the otaku-specific terms before shooting them at me. The only part which I remotely understood was the part about older sisters......But even though I understand what he was saying, I really wonder if he&#039;s normal for wanting something like &#039;that&#039;. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;And then, there&#039;s still some more of this--&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah-, stop, stop!&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I quickly cut Nobunaga off before he could go into otaku-encyclopedia mode again.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Hmm, what? The good part&#039;s only just beginning--&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Nobunaga gave me an irritated look. If I let him go on like this, then it&#039;ll be nightfall before he finally finishes talking (real-life experience).  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah--, I&#039;m really grateful for your professional explanation, but don&#039;t you have someplace that you have to go?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Now that you mention it--Ah, that&#039;s right!&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Nobunaga suddenly shouted.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I, I remember that I still have things that I need to buy. Even though I really want to educate you more about &#039;Hani Tora&#039;, but I really must go over to &#039;Operation Battlefield&#039;-&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, don&#039;t mind me.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Actually, I would really want you to go.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, really? Then I apologise for having to go off so hurriedly-&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, goodbye.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Yes, see you, Yuuto, Nogizaka-san.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Eh......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Bye Bye.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Nobunaga bid us goodbye as he threw himself into the crowd.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, hey......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Did he just say &#039;Nogizaka-san&#039;? I wanted to ask him about it, but Nobunaga had already disappeared into the crowd.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I don&#039;t know how to put this. But even though I&#039;ve known him for more than ten years, he&#039;s still quite a mysterious person...... And so, as Nobunaga was in otaku-encyclopedia mode, we were steadily moving forward in the queue.  And finally, we were about four, five people away from the booth.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Just a little more......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka became increasingly excitable as we neared the booth.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Are we not there yet......How many more people are in front of us......Can we really get the book......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka mumbled the questions that a child would ask Santa Claus as she peeked in front of us with her hands clasped in front of her chest. She&#039;s really looking forward to buying that book isn&#039;t she? Is there a special reason for why Haruka was so excited about that book?  After I asked her about it,  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I really like the Neko Bus Station&#039;s artiest. I&#039;ve been a fan of that artist ever since I saw his illustrations in a megazine......That&#039;s why I&#039;m looking forward to buying his work so much today.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka answered. I see where she&#039;s coming from now. Now I understand why Haruka&#039;s so excited about this.  And so, we queued for about five more minutes.  Finally, the long queue was over.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I, It&#039;s finally our turn.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
We finally stood in front of Neko Bus Station&#039;s booth--  But a figure suddenly cut in front of us from the blind spot of the attendent like a ninja.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Hey......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
That figure was a plump guy in a T-shirt who had his face hidden with a baseball cap.  He snatched the three books that were on the table with the agility of middle-aunties at a supermarket time-sale, threw one thousand five hundred yen onto the table before running off.  All these happened in less than twenty seconds.  Because it all happened so quickly, we were all a little stunned.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah......!&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Suddenly, Haruka let out an exclamation.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;R, Right, the book......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka snapped out of her stunned state as she took out her purse. But-  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, I&#039;m really sorry, but the previous customer just bought the last few books.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......Eh?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka&#039;s expression froze.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;W, What do you mean......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I, I&#039;m saying that we&#039;re sold out. I&#039;m really sorry, looking at how you&#039;ve queued up for such a long time......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;S, Sold out......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Just as the attendent had said, the table was completely empty, save for the advertisement board and the sample book. The people who were behind us in the queue were already starting to walk off.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I finally got a sense of what had just happened. The guy who suddenly cut into the queue. How he hurriedly bought the last books. The sold-out booth.In other words......He had cut our queue? So he just snatched up the last few books from right under our noses? I see......No, how could something like that happen!? I couldn&#039;t help but question the attendent.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I&#039;m sorry, but is there really no more stock!? And that guy had just cut our queue!&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......Did he?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Yes, that guy wearing the baseball cap who just ran off......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Huh......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
But I didn&#039;t get the answer that I was looking for. Not that I&#039;m surprised, seeing as that person had cut in from the attendent&#039;s blind spot......  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I&#039;m really sorry, but we&#039;re sold out, so please return......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;How could you do this, but......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Please, go.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......Yuuto-san, it&#039;s alright.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Seeing that I wasn&#039;t about to let this issue go, Haruka attempted to stop me.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;It&#039;s......alright. I&#039;ll, give up.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;But......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
You really wanted that book didn&#039;t you? Is it really alright for some person to just cut in and steal the book that you would have been able to buy?  Haruka shook her head lightly in response to my question. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I&#039;m really angry about it. But even if I&#039;m angry......Yuuto-san will seem like the bad person if we carry on like this.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
She was right. If I can&#039;t prove that the previous customer had cut into the queue, I would simply look immature and unreasonable to the people around us. But to give up like this......  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......It&#039;s alright. I understand Yuuto-san&#039;s feelings.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Yuuto-san.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......I get it.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Even though I don&#039;t agree with her, but because it&#039;s what Haruka wants, I have no choice but to let go of the issue.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......I&#039;m sorry for being so rash.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
After apologising to the attendent, the two of us walked away from the &#039;Neko Bus Station&#039; booth.     &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, the two of you over there! Please wait!&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
As Haruka and I walked along the fringes of the exhibition hall, someone called out to the two of us. Looking back, I saw a brown-haired man who looked to be a little older than the two of us walking over.  When he finally made it through the crowd to where we were, the man breathed heavily from the exertion as he said,  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, I&#039;m glad I was able to catch up with the two of you. I almost lost you two for a moment there.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......Umm, is there a problem?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Looks like he&#039;s looking for the two of us, but I don&#039;t remember seeing him anywhere. From Haruka&#039;s reaction, it doesn&#039;t look like she recognizes him either. The two of us were a little confused.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah. How do I put it. Well......here.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The man took handed us some books as he tried to explain what he was doing. The a blue-haired girl was on all three cover illustrations on the books. Huh, what&#039;s with the books?  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;T, This is......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Beside me, Haruka sounded as though she couldn&#039;t believe her eyes.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;T,This is......the new publications. Neko Bus Station&#039;s new publications.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Eh?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
So......  I looked at the man standing in front of us. He looked a little embarrassed.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I saw what happened just now, how that strange guy cut in front of the two of you. It&#039;s really not your fault, since it all happened so quickly. Because there were so many other customers around the booth, we couldn&#039;t make it up to the two of you in front of the other customers. I&#039;ll feel really bad if the two of you go home empty-handed even though the two of you queued up for such a long time in the sun.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
He continued.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;How do I put it, I&#039;m really sorry to have caused the two of you such unhappiness......As such, I will be very happy if the two of you would accept this.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
He said as he handed Haruka the books.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Umm, eh, eh?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka looked as though she had just been tricked by a fox as she looked at the books in her hands before looking at the man&#039;s face.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;T, Then, how much is it......?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, you don&#039;t have to pay. It&#039;s one of our back-up copies.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The man winked mischievously at us.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;B, But even so......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;It&#039;s really alright.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
He replied.  Looked like this man&#039;s connected to &#039;Neko Bus Station&#039; in some way. He obviously isn&#039;t the booth attendent, so......  But no matter what, someone who chased after us just because he saw how someone had cut our queue must be a good person.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;T, Thank you very much. I will really cherish this.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Please do, I will be very happy if you do.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;T, Then, if you&#039;re willing to leave your name--&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka tried to say as her the ringing tone of a cellphone drowned out her sentence.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, excuse me.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The man answered his cellphone.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Hello? Yes, that&#039;s right. Ah, I see. Yes......Yes......I get it, I&#039;ll be right back.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The man got off the conversation.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I&#039;m sorry, but I really have to go back.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, I see.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Then, I&#039;ll be taking my leave.--I will continue to work hard at my art,so please continue to support me.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;? Hmm......Yes. Thank you very much.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka bowed deeply. The man bid us goodbye with a light wave of his hand as he left. In the end, we still didn&#039;t know who he was. Just who could he be?     &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
It&#039;s been three hours since Haruka and I entered the exhibition centre. After &#039;Neko Bus Station&#039;, the two of us queued for five more booths, and also went around to take a look at the western halls. Since we&#039;ve gotten most of her targets, Haruka was now happily looking for buried treasure in the other exhibition halls (of course, I was walking around with her).  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Yuuto-san, this is really cute isn&#039;t it?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Mm, Ah, I guess so.&amp;quot;  I answered ambiguously. Asking like me something like that was as good as asking a wall for its opinion.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;It is right? ---Yes, I&#039;ve made up my mind. Excuse me, could I have this?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka paid 500 yen for a book with a girl in a western dress on the cover. This was something that I&#039;ve seen a couple of times before already.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Thank you very much-&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Under the gaze of the booth attendent, Haruka and I left the booth.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;That was a good buy.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka smiled happily as she remarked. She really looks content.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......That&#039;s great.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
To be honest, I don&#039;t really know what&#039;s so great, and I really can&#039;t tell the difference between these things, but since these things make Haruka happy, they&#039;re great. (What an irresponsible way of thinking).  &lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, over there-&amp;quot; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
And once again, Haruka had seen something interesting and ran off towards it. Ah, not again.  As I chased after her, I looked around the hall. Although it has already been quite a while since the exhibition halls opened, the tide of people showed no signs of abating. Conversely, the exhibition hall looked to have become even more crowded. The hall looked like a giant hamster theme park. People walking around with paper bags in their hands, people who were queuing quietly, people who were holding up advertisement boards or shouting advertisement slogans, and......Maids. A Maid-san. I&#039;m not using this uncommon term not for the sake of rhetoric, nor am I trying to make a political statement.  Because there was really a Maid-san walking around the hall.  On a side note, there wasn&#039;t just Maid-san&#039;s walking around. Miko-sans in traditional costumes and waitress-sans, men in karate costumes, and there was even someone in a black costume who   looked like a demon. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ever since a while ago, I&#039;ve been seeing such people walking around. These people are probably the same type of people as the cat-ear maid-sans in Akihabara right?  Even though I was a little surprised at first, but I&#039;ve gotten used to it by now. Looks like I&#039;ve underestimated the power of human adaptability.  I looked around once more, feeling like I&#039;ve unravelled the secrets of the world.  See, there&#039;s a smiling Maid-san who&#039;s taking pictures over there--  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......Hmm?&amp;quot; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
--Hand on, isn&#039;t that......  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, this is bad-, go under cover.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;What&#039;s the point, he&#039;s seen us already.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
That familiar-looking maid-san hurriedly turned around and disappeared into the crowd after noticing my gaze. Beside her, I seemed to have caught a glimpse of a twin-tailed figure that looked a bit like Haruka......  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
......  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
......  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
......Speaking of which, those two probably know about the existence of the &#039;Summer Comiket Map&#039;......  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Since we&#039;re on this topic, I&#039;m really not surprised that the existence of the &#039;Summer Comiket Map&#039; was sniffed out. Or should I say, there was a hundred and sixty percent chance that the two of them would be able to find something like that. Taking into account their past actions, I really won&#039;t be surprised if the two of them were following Haruka and I today. In other words, this was similar to what we did with Hazuki-san the other day--  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......Well, I guess I&#039;ll just leave it like that.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Because I felt that I would probably be bogged down in a swamp of possibilies if I continued to think about this, I wisely decided to think of what I just saw as an illusion. Of course, not like I can do anything about the two of them in a crowd like this. I shook my head as I tried to focus my thoughts on something else-  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......Oh?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I saw a familiar-looking male-female group over at that side.  One half of that familiar-looking group was a wild-looking guy who, just like Haruka, looked completely out of place at an event like this. Beside him was a quiet-looking girl who was walking beside him in small steps like a little puppy. Aren&#039;t the two of them from our class--Sendai and Yatsusaki-san?  Although there was quite a bit of distance between us, but it&#039;s really hard to mistake that kind of facial features for anything else. Sendai Keiji was a short-tempered, violent, aggressive guy who was the natural enemy of otakus. People call him &#039;Mad Dog&#039;.  Yatsusaki Setsuna, on the other hand, was a shy and weak-looking girl who couldn&#039;t even talk to people without blushing. She is affectionately (?) known as the &#039;Lord Hachi, the Loyal Puppy&#039;.  Other than Haruka and the three idiots, who, for a variety of different reasons, stood out in our class, the two of them were also stood out due to either positive or negative reasons.  The two of them looked to be deep in conversation as they disappeared into the crowd.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
......This was also an illusion, right?  That was the only rational explanation I could come up with.  It was already an extremely unblieveable scene for the two completely different people like those two to be walking side by side, but for the two of them to be walking together in such an   event was practically a miracle. Because putting Yatsusaki-san aside, &#039;Mad Dog&#039; Sendai-san was the natural enemy of otakus, so his appearance in a place like this was as impossible as a vampire singing gospels in the middle of a churck with a rosario to his chest.    &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Hmmm......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
It must be the unusual place that I&#039;m in that&#039;s making my brain go wonky. Yes, that must be it. There&#039;s no other explanation.  I (forcibly) persuaded myself that it was indeed the case.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Yuuto-san.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka called out to me, as she pointed in a certain direction. Looks like she&#039;s spotted something interesting again.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;This, This way.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I walked over to her.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;What do you think? This looks quite goo--&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka suddenly stopped speaking as she completely froze in place.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Haruka?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
As I got closer to Haruka, her eyes had practically disappeared as she squinted at the book in her hands, while a steady stream of steam was shooting out of the top of her head. W, What&#039;s wrong? Did Haruka just break down?  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Haruka, what&#039;s going on--&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I quickly got over to take a look at the book in Haruka&#039;s hands--  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;.......Ah.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The reason for Haruka&#039;s reaction was immediately made crystal clear.  The reason being, the book had a lot of exposed skin. The characters in the illustrations rarely wore any clothes, while some illustrations were clearly adult-material......Well, I guess by now it&#039;s clear that it was that kind of book.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, Waaaaaaa......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka was in a state of complete shutdown. I guess this proves the myth that ladies from rich families have absolutely no immunity towards such things right? Something that&#039;s the complete opposite of a certain sexually harrassing music teacher who give stacks of adult megazines as birthday presents.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......A, Anyway, let&#039;s go someplace where you can calm down.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
A brief survey of the area showed that most of the booths in our immediate vicinity were selling adult material. Looks like we had accidentally wandered into a place where we shouldn&#039;t be.  After taking the book off Haruka&#039;s hands, I gave the surprised-looking attendent a sheepish look before ushering Haruka out of the area. However, the exhibition hall was still full of people, and it was hard enough to move through the crowd, let alone finding a quiet place to calm Haruka down. Which was why the two of us were making our way out of the exhibition hall--To that tall building that looked like an observatory (it seemed to be a rooftop exhibition hall).  Of course, I was the one who thought that going to someplace high was a good idea, although I would like to believe that this has nothing to do with the old adage &#039;Smoke and something likes high places&#039;. (TL Note: If I remember correctly, the &#039;something&#039; in this saying refers to proud people, which means that the saying basically implies that people who like high   places are inherently proud)  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Haruka, are you alright?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Y, Yes......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka replied me in a small voice, sounding like a weak baby rabbit. I could hear her muttering &#039;I, It became like that, and t, this, became like that, ah, waaaaa......&#039; from time to time......Looks like it&#039;s quite serious.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......Well, why don&#039;t you have a drink first. Would orange juice be alright?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I took out the can of orange juice (the 200 yen per can tourist attraction pricing) and handed it to Haruka. Under ideal circumstances, I would rather buy a nice, cold can for Haruka, but I really can&#039;t leave her alone like this right now.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Here.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;E, Excuse me......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka took the can from my hand and started drinking in small sips. As I had expected, she was probably feeling a little dehydrated after letting off so much steam just now.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;It tastes really nice......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
After sipping her way through about two-thirds of the can, Haruka stopped drinking.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Thank you. I feel much better now.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;That&#039;s great.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I took the can of orange juice and drank the rest of it as I was also feeling a little thirsty.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Yuuto-san, what&#039;s wrong?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;N, Nothing......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Once I thought about it, didn&#039;t Haruka just drink from this can? In other words, Haruka&#039;s lips have just touched the can, and since I&#039;ve also drank from the can, doesn&#039;t that mean that we&#039;ve had an indirect kiss...... I looked at the can in deep thought. Hmm, to drink or not to drink, that is the question--  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Just as I tried to make up my mind like how a theatre director would make up his mind,  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Hmm?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka suddenly exclaimed in surprise at something that she saw.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Yuuto-san, doesn&#039;t it look like quite a number of people are gathering over there?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, Ahh, it sure looks that way.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I covered the can with a plastic cap (what a useless person) before looking in the direction that Haruka was pointing at. Haruka was looking at the middle of the square, and after taking a closer look, it did seem as though there was some kind of event going on.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;What could they be doing? Probably an event......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Her interest piqued by the crowd of people, Haruka walked towards the centre of the square. Although I had a bad feeling about it, but I had no choice but to follow her.  And so, what awaited us in the middle of the square was--  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Wow......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;This is......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
......How should I put it.  What was in the middle of the square was, in a way, out of this world. A female demon with feathery wings (she also happened to be showing a lot of skin) was sitting on a chair with her   legs crossed, while a cat-eared maid strolled by with a broom in hand, only a small distance from a pink-haired girl making &#039;V&#039; signs with both of her hands. There were also female knights posing in medieval armour, as a girl in a sailor high school uniform smiled, her hair an impossibly bright color. Also, every single one of them were literally surrounded by guys   with cameras happily snapping away as they chatted with the girl.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
What I was seeing was really out of this world, has the sun finally melted my brain?  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Wow~That&#039;s &#039;Princess Spring Onion&#039; from &#039;Magical Dinner&#039;, and that&#039;s &#039;Sergeant Cinnamon&#039; from the &#039;Milky Way Afternoon Tea War&#039;.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
In stark contrast to my lost expression, Haruka&#039;s eyes glittered as she looked around excitedly. Even though we had come out here to take a break, but it looks like the opposite has happened.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;W, Well, do you mind if I go for a closer look?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka looked like a cat who had just discovered cat powder as she looked at me expectantly. As expected, I just can&#039;t bring myself to reject her.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......Sure, just take care of yourself. I&#039;ll wait for you here.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Yes, thank you very much. I&#039;ll be going now.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka answered me before making her way towards the cosplayers.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
She seemed to have remembered something as she suddenly came back.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I&#039;m sorry, but could you hold this for me?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka took off her cardigan and straw hat and handed them over to me, probably thinking that they&#039;ll be a more of a hindrance in the crowd.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;It&#039;s probably a bit of a burden......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Don&#039;t mind me.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
It&#039;s not like the cardigan and straw hat were large objects or anything......At least, they seemed small in comparison to the three bulging paper bags that were beside me.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Well then, thank you for holding these for me.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;No problem.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka&#039;s cardigan still had Haruka&#039;s warmth on it as I took it into my hands, as my heart started to pump a little at that feeling.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I&#039;ll be going now.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka said to me before skipping into that other world like a fish in water---  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;--Hmm?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
She was surrounded by a few camera-holding guys almost immediately.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;H, Hey, you.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;W, Would you be willing to pose for a picture?&amp;quot;   &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......(Silent)&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;H, Hey......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka had a confused expression on her face as the guys moved closer around her.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Hmm, could it be that this is your first time?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;A Summer Comiket debut? Ah, don&#039;t worry, it&#039;ll be over in an instant. It won&#039;t hurt or anything.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......(Silently moving closer)&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Why do I feel some sort of killing aura from what they were saying? And speaking of which, why were they surrounding Haruka? Even if pretty girls like Haruka are always the centre of attention, but this is ridiculous!  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
--And so.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Oh, isn&#039;t that a cosplay of Haruna-sama from &#039;Nocturne Girls School Lacrosse Club&#039;?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;That&#039;s rare. Isn&#039;t that the Ojou-sama (lady from a rich family) character?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I heard the guys around Haruka talking among themselves.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I have to admit, she really looks like Haruna.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I know, right? This cosplay&#039;s famous for being extremely difficult. I&#039;ve seen other versions, but they all looked really fake.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Could it be that she&#039;s a real Ojou-sama?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Hah, that&#039;s impossible. Why would a real Ojou-sama come to a place like this. Anyway, let&#039;s go for a closer look.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The guys laughed among themselves as they edged closer to Haruka.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
......I seem to have finally understood what was going on.  In other words, after taking off her cardigan, Haruka just happened to look like a certain anime character (also an Ojou-sama), and so the people around her mistook her for a cosplayer. Hmm, normally, such a coincidence would never happen, but because Haruka was an Ojou-sama herself, I wasn&#039;t very surprised at how she resembled an Ojou-sama character.  Just as I was thinking about the current situation, the camera-toting guys and the audience (mostly guys) around Haruka was steadily increasing.  And of the entire crowd, the three people who had initally started talking to her were moving even closer.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Hey, Hey, what&#039;s your name? Ah, your cosplay&#039;s really good, so I&#039;m really interested in knowing your name.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Could I have your address so that I can mail the photos to you?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......(Silently moving even closer)&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;No, umm, I&#039;m......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Oh, she looks exactly like Haruna-sama when she&#039;s unsettled!&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Yes, this is beautiful!&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......! (Silently moved)&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The three of them continued to chase Haruka for answers, while everyone else around them were starting to walk away after seeing how their presence was unsettling Haruka.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;C, Come on, just your name--&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Your cellphone number too. Ah, I won&#039;t mind your email adress either.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......(Silently taking out his cellphone)&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The three of them clung on to Haruka like evil salesmen.......This was going too far.  I don&#039;t know about the rules of this world, and I don&#039;t want to spoil Haruka&#039;s happy mood, but there was a limit to my endurance. I won&#039;t just stand aside as those people continue to unsettle Haruka.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;--Ah-, excuse me.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I forced myself between the three of them and Haruka, as the three of them looked like three hungry wolves who were closing in on a young deer who had lost its mother. The three of them   gave me really angry looks, but I simply ignored them.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, Y, Yuuto-san.&amp;quot;  Haruka looked extremely relieved at my timely intervention, and I could even see the tears of joy forming up in the corners of her eyes......If I had known that this would be her reaction, I would have done this earlier. Now I kind of regret waiting for such a long time before intervening.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;--Let&#039;s go.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I took Haruka&#039;s hand in mine and turned to walk away.  But.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;H, Hang on. What are you trying to do. We&#039;re taking pictures here you know. Don&#039;t meddle with something that you don&#039;t know about.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;You should stop blocking us.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......Disappear (really small voice)&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
As expected, the three of them were extremely unhappy.  Well, the three of you aren&#039;t exactly in a position to complain, I thought, but because the three of them looked to be really unreasonable, I chose to ignore them and simply walk away.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I, I told you to stop!&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
But we weren&#039;t able to just walk away. Haruka was stopped in her tracks as one of the guys grabbed her on the shoulder. These three are really irritating. Looks like we won&#039;t be able to settle this peacefully. Whether it was for the two of us, or whether this was the wrong thing to do, I couldn&#039;t just let them get their hands on Haruka like this, as I lifted up the paper bags that I was holding in my other hand (which contained books, fliers and posters, among other things&#039; to swing it at the three of them.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Why don&#039;t the three of you stop what you&#039;re doing right now-&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
But before I could swing the papers down at the three of them, a voice from the crowd sounded out.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;It&#039;s really obvious that she doesn&#039;t want you to take her picture. The three of you have taken it a little too far.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
While Haruka and I were tussling with the three of them, a small group of people had gathered around us. And it wasn&#039;t just the people who were looking at the cosplayers, as the cat-eared maid and the female knight were also here. Everyone looked at the three guys who had surrounded Haruka with cold gazes.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;That&#039;s right, they&#039;ve been harrassing her since just now. I saw everything.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Should we call the organizing staff?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Gah......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The three of them, who had been as aggressive as cockroaches in the summer, suddenly realized that they were completely out-numbered.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;D, Damn it, I&#039;ll remember this!&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I&#039;ll remember your face!&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......We&#039;ll be back for revenge (small voice)&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The three of them ran away from us after throwing down cliche lines that small-time gangsters usually use. I have to admit though, they ran away really quickly.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......Fuu.&amp;quot;  Well, at least the problem seems to have been solved for now. Just as I breathed a sigh of relief,  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;The three of them have all been blacklisted, so you should be careful.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
One of the people in the around around us (the cat-eared maid) said to me.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;They&#039;re notorious for harrassing shy-looking female cosplayers. You did a really good thing back there, standing up to them.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;That&#039;s right, I was impressed.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Well, but not everyone who&#039;s interested in cosplaying are like them, so I hope you carry on cosplaying.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Well, even though Haruka wasn&#039;t what they thought she was (cosplay?), but the care and concern that they were showing us really made our day, as Haruka gave them thankful looks.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Well, see you around. Let&#039;s do this (cosplay) again next time.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Yes, yes.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;See you.&amp;quot; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
After waving goodbye, the cat-eared maid and the other cosplayers left.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;They&#039;re really nice people right......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Yes, they are.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I honestly think so too.  In today&#039;s society, even if someone were to faint in the middle of a busy street, there may be no one willing to help him. But for a moment there, I felt like a part of the solidarity and warmth that modern Japan had lost was found again (a little exaggeration there). After that incident, Haruka and I spent the rest of the afternoon wandering from one booth to another, and also taking a look at the various events that were happening around the exhibition halls.  Four o&#039;clock in the afternoon.  We safely got to the end of the Summer Comiket.  &#039;As of now, the three-day Summer Comiket is over. Thank you very much for your participation&#039;, the announcement echoed through the exhibition hall as Haruka and I started on our way home.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......Please don&#039;t tell me we have to queue again?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......I, It looks like it.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
We were standing in front of the International Exhibition Centre station.  There seemed to be more people than I had seen when I came here in the morning.  Even though the crowd would be split into taking the Rinkai high-speed rail and the Yurikamome, but it wasn&#039;t exactly a surprise to see that the number of people that could flood an   entire exhibition hall would be able to flood the train station as well. (TL Note: Unlike the normal high-speed rail, the Yurikamome is an automatic rail system with no operator on its trains.)  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......Shall we go?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......I, I guess we should.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
It took us fifteen minutes to get our tickets, twenty minutes to get to the boarding platform from the ticket-barrier, and twenty more minutes to squeeze onto one of the incoming trains.   All in all, it took us about fifty-five minutes just to get onto the train at the International Exhibition Centre station.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ugh......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Kya......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
After pushing and squeezing our way into the train, what awaited us was even more chaotic pushing and squeezing.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;H, Haruka, are you alright?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I, I guess......probably......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka answered painfully.  Well, I guess it&#039;s quite obvious that the train was a lot more passengers than its legal limit.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Gah......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
To make Haruka a little more comfortable, I supported my body against the door of the train with both of my hands, but it was almost impossible to push against the combined weight of the   other passengers.  Because of the rocking of the train, the weight pressing onto my back came in waves.  I barely managed to stem the first two waves before the third wave went over the limit of my endurance.  The amount of space that I had managed to keep between Haruka and I disappeared--  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Argh&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Kyaa&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Due to the natural law of physics, my body came into intimate contact with Haruka&#039;s body--looking as though I was embracing her.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ugh......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka&#039;s beautiful features were right in front of my eyes.  I also felt something soft pressing up against my chest.  C, Could this be......  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;A, Ah, I&#039;m really sorry.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;N, No......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Even though Haruka was the one apologizing, but I felt like I should be the one apologizing.  And then, the fourth wave of force smashed into my back. As it took me by surprise, my arms instinctively wrapped themselves around Haruka as they looked for something to grab on to.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I, I&#039;m really sorry!&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
In response to Haruka&#039;s soft exclaimation, I really wanted to take my hands around her, but the weight on my back prevented me from making any kind of movement. Argh, what should I do?  I felt like a Cicada trying to wriggle out of its old skin.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I, It&#039;s alright, so......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka looked up at me.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Eh?&amp;quot;  &amp;quot;I, I&#039;m alright. I was just a little surprise at the sudden movement, but I&#039;m not feeling uncomfortable.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Even though it was her first experience in such a crowded train for Haruka (actually, this was my first time in such a crowded train as well), Haruka was smiling at me, even though she   was obviously in an uncomfortable position.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Haruka......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Looking at Haruka&#039;s smile, I felt as though I had just received an adrenaline shot, as power coursed into my arms once again. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &amp;quot;Y, Yuuto-san?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka was initially a little surprised, but then she acknowledged my action with a soft &#039;Mm&#039; before burying herself into my chest. Haruka&#039;s body felt really soft, as that sweet fragrance found its way into my nostrils once again.  I was holding Haruka in my arms.  Ah-, maybe it&#039;s not that bad after all.  I won&#039;t mind the ridiculous amount of people in the train, as long as I can have Haruka in my arms......But just as I was thinking along those lines, the pressure on my back suddenly vanished.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Osaki--, Osaki--, passengers who want to get of at this station, please hurry up.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Looks like we&#039;ve reached the train interchange already, even though it didn&#039;t feel like any time had passed at all.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah--, e, excuse me!&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I quickly let go of Haruka as I was harshly dragged back into reality.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, n, no, it&#039;s alright.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
No......What did I just do? Even though there were situational factors at play, but to hug her in the middle of a crowded train......  I guess the only rational explanation for this would be that we were still caught up in the excitable atmosphere of the Summer Comiket. Probably.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
An awkward silence descended upon the two of us, as the ambience sounds around us seemed to have become several times louder.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;B, But......&amp;quot;  And then, Haruka opened her mouth.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;But I......didn&#039;t dislike it.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Huh......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I, If it&#039;s Yuuto-san, then I don&#039;t really mind. On the contrary, my heart--&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
She stopped for a moment, looking as though she was too embarrassed to carry on.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;My heart was beating a little too fast.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka said to me. The expression on Haruka&#039;s face as she said that was the cutest that I&#039;ve ever seen. For a moment there, I felt like I had felt a bit of true happiness. And just like that, our Summer Comiket trip that could be described with the word &#039;chaotic&#039; 80% of the time, ended on a happy note (especially for me).   &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
After sending Haruka to the train station closest to her home (I had wanted to send her to her door step, but Haruka said that I only needed to send her to the station), I started on my way home. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, fancy meeting you here, Onii-chan~&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Good evening~&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The timing of these two people were impeccable.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
And the two people I am referring to is, of course, a certain twin-tailed girl and a maid-san.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;What are you doing in a place like this~? Ah, could it be that you went on a date with Onee-chan?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, it&#039;s so good to be young~&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I glared at them with my eyes narrowed, for they were stating the obvious.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, Onii-chan, what&#039;s with those scary eyes~. What&#039;s wrong?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Like the eyes of a dog with rabies~&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......It&#039;s been a long day for the two of you too.&amp;quot; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I replied with an oblique reference.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Eh? W, What are you talking about? Nanami-san, do you understand him?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;No~, not at all~&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The two of the looked away suspiciously. Did they seriously think that they weren&#039;t discovered?  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;--Well, about that.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
After a while, Mika finally looked at me with a sheepish look.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Just as we feared......you saw us?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......Did you seriously think that I didn&#039;t see the two of you?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
In a way, it&#039;s a really big problem if they really thought that way.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Well, about that~&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Since Yuuto-sama had looked directly at me~&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Mika and Nanami-san finally admitted their actions with sheepish expressions on their faces. Looks like they&#039;ve finally decided to face the music.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......Well, I&#039;m hoping for an explanation.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah~, yes.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Mika had a strange expression on her face as she explained.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;There was--something I was a little worried about.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Worried about what?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Although I hadn&#039;t expected a valid reason, but it looks as though there was a reason for the two of them following Haruka and I.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Of course, we were also just a little interested in whether Onii-chan would be able to safe escort Onee-chan to the Summer Comiket and back.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Well~, your performance was rather acceptable this time round, since you actually manage to hold hands with Onee-chan. But I felt that you would probably be able to take it one step further~&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Exactly~. You should have at least gotten her to hook her arm in yours. That&#039;s elementary knowledge~&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Because of the excitable atmosphere of an event like that, so even if you take it a step further, Onee-chan probably won&#039;t mind it~&amp;quot;  &amp;quot;And that&#039;s what we commonly refer to as the &#039;High Bridge Effect&#039;~&amp;quot; (TL Note: The &#039;High Bridge Effect&#039; comes from a study that was undertaken as part of the two-factor theory of emotion.   In the context of the novel, it refers to the fact that because Haruka was in an excitable state of emotion after the Summer Comiket, any feelings that she could harbour towards Yuuto would be amplified.)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
And as usual, the two of them started to ramle of topic again......  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;---So, what is it that you&#039;re worried about?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
To prevent the two of them from going further off-topic, I decided to cut off their rambling.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Hmm? Ah, right.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
After giving me a surprised look, Mika returned to a serious expression. Looks like she had really forgotten about what she had wanted to say for a moment there......  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Well, I&#039;m probably being a little too sensitive here, but......Onii-chan, did you happen to spot any suspicious people who seemed to be following the two of you around? Really big men   who look like security forces?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;No, other than Mika and Nanami-san, I haven&#039;t really seen anyone else who seemed to be following us......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
At least, I don&#039;t remember seeing anyone like that. But then again, I&#039;ve been looking at a lot of strangely-dressed people today, so I really can&#039;t say for sure.  Mika seemed to be deep in thought as she answered me.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......I see. But even if I don&#039;t think he&#039;ll go that far, but it&#039;s Oto-san we&#039;re talking about.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......Oto-san?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I seem to have heard a really inauspicious word. Oto-san......Could she be referring to the man who looks like a mafia boss whom I had met in London?  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Hmm~......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Mika made a small sound as she continued to think about the issue.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;--Well, let&#039;s not think about this right now.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;What do you mean.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
After piquing my interest with that inauspicious word, you now tell me to not think about it amymore?  Mika wagged a finger at me in response to my disappointed expression.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Don&#039;t mind it, guys who&#039;re don&#039;t know when to let go of things won&#039;t be popular you know~. Ideally, guys should be as steady as Peking Ducks before they&#039;re shipped out.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
What kind of example is that.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Anyway, you&#039;re going home right? We&#039;ll give you a lift.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I&#039;ll go get the car~&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Nanami-san mimed holding the steering wheel as she grinned at me. Even though they were probably changing the subject......But, I guess I&#039;ll just let it go.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;No, it&#039;s alright. I&#039;ll just go home by train.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I still have to buy food for Ruko on the way back, and I have a straight train back home, so I didn&#039;t take them up on their offer.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I see. Goodbye then, Onii-chan.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Zai Jian~&amp;quot; (TL Note: Zai Jian is chinese for goodbye)  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The two of them said their goodbyes (although I don&#039;t know why Nanami-san had to say it in chinese) as they walked off.  I looked them for a moment before turning around to walk through the ticket-barrier into the station.  Well, even though I&#039;m a little concerned about Mika&#039;s father, at least the day&#039;s activities are over.  And speaking of which, I&#039;m feeling quite tired. After making dinner for Ruko, I&#039;ll retire early for the night--   &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
--Or so I thought.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Because most things do not go according to plan in life.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I had just gotten home after buying some discounted 80 yen chicken from the supermarket when the phone in the hallway sounded as though it was waiting for me.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Hello--&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Onii-san!?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The voice on the other end of the line was the voice of the energetic girl whom I had just said goodbye to a little while ago.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Mika?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Onii-chan, this is really bad! Onee-chan, Onee-chan has......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;noinclude&amp;gt;&lt;br /&gt;
{| border=&amp;quot;1&amp;quot; cellpadding=&amp;quot;5&amp;quot; cellspacing=&amp;quot;0&amp;quot; style=&amp;quot;margin: 1em 1em 1em 0; background: #f9f9f9; border: 1px #aaaaaa solid; padding: 0.2em; border-collapse: collapse;&amp;quot;&lt;br /&gt;
|-&lt;br /&gt;
| Back to [[Nogizaka Haruka no Himitsu:Volume2_Chapter5|Chapter 6]]&lt;br /&gt;
| Return to [[Nogizaka Haruka no Himitsu|Main Page]]&lt;br /&gt;
| Forward to [[Nogizaka Haruka no Himitsu:Volume2_Chapter7|Chapter 8]]&lt;br /&gt;
|-&lt;br /&gt;
|}&lt;br /&gt;
&amp;lt;/noinclude&amp;gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Eirini kl</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Nogizaka_Haruka_no_Himitsu:Volume2_Chapter7&amp;diff=91740</id>
		<title>Nogizaka Haruka no Himitsu:Volume2 Chapter7</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Nogizaka_Haruka_no_Himitsu:Volume2_Chapter7&amp;diff=91740"/>
		<updated>2011-04-20T19:00:56Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Eirini kl: /* Chapter 7 */&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;===Chapter 7===&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
After getting through the ticket-barrier, I saw that the streets were filled with people.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
It sounds a little weird to use such a commonly-used literary description, but I really couldn&#039;t think of anything better to describe what I was seeing.  At nine o&#039;clock in the morning of August the 17th, I was standing in front of the International Exhibition Centre station that was on the sub-line of the Rinkai high-speed rail line. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Wow......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Anyway, no matter where I looked, all I saw were people, people and more people. Just how did they manage to assemble so many poeple here? This place was literally bursting at the seams   with the sheer amount of people. The amount of people at the shopping district was already extremely high, but this makes the shopping district look almost empty. This exceedingly chaotic   assembly of people really reminded me of groups like Black Dragon and Sea Iguana. (TL Note: Don&#039;t ask me, I have no idea what those groups are either -_-) &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
And that&#039;s not all.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......It&#039;s really hot.&amp;quot; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Even though it was still quite early in the day, the sun&#039;s rays were already shooting down on all directions like laser beams. Add the heat-reflecting properties of the asphalt road and the number of human &#039;heat sources&#039; in this place and--How do I put it......In other words, it was so hot, I could literally feel myself wilting under the heat. Although I really wanted to use the hose of the fire-truck parked nearby to hose down the masses, but I resisted the urge to do so. In a country that has one of the highest population densities in the world, it is generally frowned upon to complain about the number of people around you. And now and I mention it, I seem to be part of the crowd, so I&#039;m really not in any   position to complain.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......I guess I should start walking.&amp;quot;  I mentally prepared myself for the crowd as I stepped out, trying as hard as I could to avoid knocking into people. I slowly made my way past the ridiculously crowded bus interchange, walked over the small bridge that was obviously over-capacity, and started to climb past the mountain of people on the steps. I could see the strange-looking structure that looked as though it had an inverted pyramid on top of it in the distance.  The place that they call the &#039;Tokyo Big Sight&#039; was my destination, and also where I was supposed to meet Haruka.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Right, as to why we&#039;re meeting in a place like this. Because we lived in the same direction from the Big Sight, I had suggested that we meet along the way, but Haruka insisted on meeting at the Big Sight itself.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;An event like this starts from the moment you wait for the other person. Don&#039;t you think that it&#039;ll be really exciting to meet at the place itselt to soak up the atmosphere? It&#039;ll feel   like something good will happen.&amp;quot; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka explained. I guess it&#039;s the same sort of reasoning that every activity you do before you get home is part of a long journey? (I don&#039;t really understand)  Well, I don&#039;t really understand Haruka&#039;s way of thinking sometimes (......most of the time?), but since it didn&#039;t really made a difference to me, I agreed to Haruka&#039;s arrangement without much thought.  And then, after about five minutes of forging my way forward in the crowd.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
It looks like I&#039;ve finally reached the entrance of the Tokyo Big Sight, but......  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......&amp;quot; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
It looked like a ridiculously long queue has already formed up outside the entrance.  The queue looked like a drunk anaconda, and I couldn&#039;t see where the head of the queue was. All I could see was that the queue had split up into several rows that extended towards the parking lot.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
......Hmm, wasn&#039;t the the event supposed to start at ten?  I confirmed the timing on the &#039;Summer Comiket Map&#039; that Haruka had given me. Haruka had wanted to meet at ten o&#039;clock sharp, but after the Akihabara incident last time (The item was sold out), I suggested that we meet not five minutes, but an hour before the opening time, but--  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Y,Yuuto-san......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
--It looks like I&#039;ve been too naive in my planning. Haruka, who had reached before me, ran over to me with tears in her eyes.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;W,What do we do, there&#039;re so many people......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka didn&#039;t even have time for her usual morning greeting as she looked at the people around her, her voice a significant amount of decibels higher than normal.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;T, To ensure that we don&#039;t fail this time, I even came a little eariler than our meeting time, but it was already like this......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah-&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Well, I can&#039;t say I&#039;m too surprised about that. It&#039;s quite obvious that a queue of this magnitude didn&#039;t just magically form up in the last ten minutes.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;T, Then I might not be able to buy Neko Bus Station&#039;s book......Even though Yuuto-san has agreed to come to the Summer Comiket together--&amp;quot; (TL Note: Neko = Cat)  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka&#039;s voice was trembling as she spoked.  On a side note, the Summer Comiket seems to be some kind of free market for books and CDs, and a book by a group named &#039;Neko Bus Station&#039; seemed to be Haruka&#039;s top priority today.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;W,What should I do......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Well, why don&#039;t you calm down a little first.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I attempted to get Haruka, who was panicking a little, to settle down. As usual, Haruka&#039;s rather weak in dealing with such sudden situations.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;B,But......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......Anyway, we should join the queue. It looks like there&#039;s only one entrance.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I wasn&#039;t fully aware of the whole situation, but it looked like the only thing we can do is to queue up with the rest of the people.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......Alright.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka and I walked to the back of the queue, which seemed to stretch to the other end of the horizon. We still hadn&#039;t managed to catch a glimpse of the front of the queue.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
......Just what time had the people at the front of the queue started queuing? On the other hand, one good thing was that despite the length of the queue, it was extremely neat.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;What should we do......Would it be alright, would we be able to get to &#039;Neko Bus Station&#039;......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka, who was standing beside me, had been mumbling under her breath as though she was reciting Buddhist scriptures for a while now.  Hmm.  Although I really want to tell Haruka that it&#039;ll be alright, but looking at the amound of people in front of us, it probably won&#039;t be very persuasive......To be honest, even I was beginning to despair. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Just as I was trying to think of how I should comfort Haruka,  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Hey, are you referring to the production group, &#039;Neko Bus Station&#039;?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Suddenly, the bespectacled guy who was queuing in front of us (for some reason, he was also equipped with colorful fan) turned to look at us.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, y, yes.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka nodded in response.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Hmm, it&#039;ll be a little difficult to get their new publications from this position, since we&#039;re quite a distance behind the front of the queue.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Just as I had feared......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka put a hand to her forehead as she looked as though she was about to faint. Her face was deathly pale as she looked like the seer who had just foreseen the end of the world.  Looking at her reaction, the bespectacled guy hurridly attempted to calm her down.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;B,but even then, I think it should be alright.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......Eh?&amp;quot;  &amp;quot;It&#039;ll be a little difficult, but if you hurry, you should be able to get a copy.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Really!?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka took a step forward, her aura so overpowering that the bespectacled guy took a step back in surprise.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Well, I guess so. If this was any of the previous comikets, then you wouldn&#039;t stand a chance. But they&#039;re the super big wigs this year, so they&#039;ll have printed significantly more of their works to sell.&amp;quot;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
According to this guy, we still have a chance, even though I don&#039;t understand the big wig reference. Did he mean the big wig supermarket of books? (TL Note: Because of Yuuto&#039;s stupid random referencing (which aren&#039;t even funny in the first place), I&#039;m forced to use a comparatively more awkward phrase (big wig) so that the two sentences link up -_-)  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;T,That&#039;s great......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka had a relieved look on her face as she sat down on the ground. I&#039;m really relieved too, looks like we&#039;ll be able to avoid the tragedy of our previous trip to Akihabara. I patted myself on the chest as we patiently waited for about an hour. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;The Summer Comkiet is now open. Participants, please walk in orderly.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
We heard the broadcast from the speakers that were spread out all over the place.  Looks like the Summer Comiket is finally open.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Yuuto-san, it has finally began, hasn&#039;t it.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Yes, it has.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The queue finally started moving slowly, like a lumbering African elephant.  At the same time, we heard the ground rumbling in the distance.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;--? What is that sound?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I have no idea. Could it be some kind of construction work?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The two of us looked to the direction that the rumbling was coming from.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, that&#039;s the first rush of the Summer Comiket opening.&amp;quot; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The bespectacled guy turned to us once again.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Summer Comiket opening......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......First rush?&amp;quot;  What&#039;s that?&amp;quot; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
To put in simply, that&#039;s the sound of the footsteps of the people who are already inside. Individual footsteps may not make much noise, but because everyone wants to get to the booths as quickly as possible, they literally make the ground shake with the force of their running.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;But the announcer had just told everyone to walk orderly......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Well, everyone are willing to give up their lives to get the books that they want. And it&#039;s not very likely that you&#039;ll continue walking slowly when everyone around you is running.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The bespectacled guy smiled sheepishly. In other words, it&#039;s like how &#039;If everyone runs the red light, then there&#039;s nothing to be afraid of&#039; (not a very apt analogy, I&#039;m afraid). Which means what I thought sounded more like the roar of a monster, or the battle-cry of a certain silver alien superhero who&#039;s fighting alien monsters is actually the sound of people running.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
......Looks like we&#039;ve come to a really intense place. The slightly uneasy feeling that I&#039;m getting from the rumbling footsteps of the people further in front of us seemed to signal that the road ahead of us is fraught with difficulties. The events that followed proved that for once, my gut was right.    &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......W,we&#039;re finally in.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......Ah, right.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The two of us breathed heavily as we looked at each other. It was already eleven when we finally got into the exhibition centre.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
......Even though the &#039;Opening rush&#039; was a little too intense, but I was rather surprised that it took us an hour just to get in. Although I hadn&#039;t expected to get in early, but an hour was really too much. And looking back at the queue behind me, I couldn&#039;t see the end of the queue......Once more, this is a really intense place.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Well then, what do we do now?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Right. I would like to go over to Neko Bus Station&#039;s booth first.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka immediately responded to my question.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Because saving the most enjoyable activity for the last didn&#039;t work the last time, I think we should make it the first item on our agenda this time round.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I could see the flames burning in Haruka&#039;s eyes. Looks like she&#039;s still strung up over what happened the last time.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;And then, the location of Neko Bus Station is......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka opened up the &#039;Summer Comiket Map&#039;.  Just like the &#039;Shopping guide&#039; the last time, all the major locations and the timetable for going to the locations were clearly denoted on the map.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;It should be over here.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka said as she went over to an escalator with me following close behind. According to the Summer Comiket Map, our first destination was a exhibition hall named East 1. On a side note, even after looking at Haruka&#039;s map, I had no idea where East 1 was. Even though the Summer Comiket Map was extremely detailed (At least Haruka seems to think so)......Personally, I think Haruka&#039;s the only one who can actually read and understand the map. To be a little more detailed, I could only see a bunch of Arikabes standing in a cemetary. (TL Note: Arikabes can be literally translated as &#039;Grey Wall Demons&#039;)  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Speaking of which, is admission free?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I asked Haruka as we made our way towards East 1. Usually, such a big event would require an admission fee (about maybe a thousand or two thousand yen), but I haven&#039;t seen anything that looked like ticket booths or admission gates.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, yes, admission is free.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka looked intently at the Summer Comiket Map as she answered me.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I&#039;ve heard that for the earlier comikets, you had to buy an official catalogue before you were allowed entry, but right now, it&#039;s completely free. I guess the organizers just want to encourage more people to come for this event?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I see......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Don&#039;t you think that it&#039;s better to share happiness with as many people as possible?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka ran towards the elevator with an innocent smile on her face. On the other hand, I do think that the sharing is a little too extreme. There was a tunnel at the end of the elevator. The tunnel was about thirty metres wide, and had an extremely high ceiling (I would estimate it at about fifty metres in height), and looked more like an exhibition hall than a tunnel. The tunnel split off into smaller paths at both sides. To my right was East 1, 2 and 3, while East 4, 5 and 6 were on my right. Looks like most of the exhibition halls for the Summer Comiket are within this area.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;There really are a lot of people here......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Even though the tunnel was extremely large, but it was stuffed to capacity with people. There were people weaving through the crowd, there were people calling their friends on their cellphones, and there were even groups of people who had sat down on the ground, looking as though they were having some pre-battle briefing. What I was seeing was a literal representation of people being &#039;packed like sardines&#039;. It was so crowded that even a dog would have gotten kicked if it had tried to move. Any movement could result in an accident.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Kya!&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Just as I was thinking about how easy it would be to knock into someone, Haruka gave a surprised shout as one of a three person group who were walking in a line knocked into her.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I, I&#039;m sorry, are you alright?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The guy who had knocked into Haruka quickly turned around to apologise.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Y, Yes, I&#039;m alright. What about you?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, I&#039;m alright too.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;That&#039;s great......I&#039;m really sorry.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka bowed her head as the three guys walked off apologetically.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Haruka, are you alright?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Yes, this is nothing.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka smiled like a playful puppy as she answered me. Even though I had though that the collision looked rather painful. It looks like Haruka&#039;s surprisingly durable. And speaking of durable, Haruka didn&#039;t have a scratch on her after half the bookshelves in the school library came down the other time.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Shall we go, Yuuto-san?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
But Haruka only managed a few steps before......  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Wahh&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
This time, she collided with a concrete pillar that had been hidden by the crowd.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I, I&#039;m really sorry. I wasn&#039;t really concentrating on what was in front of me. I&#039;m really sorry.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
She still hadn&#039;t realized that she had walked into a concrete pillar as she continued to apologizing.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......&amp;quot; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Hmm. Even though it was exactly Haruka&#039;s fault for not looking at what was in front of her, but also because there were really too many people around. It would be extremely easy for us to get separated in such a crowd if this continues. Haruka doesn&#039;t have a cellphone, so it&#039;ll be practically impossible to find her again if we get separated......And it&#039;s not like Nanami-san is here to use her mysterious tracking ability either.  Which was why.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah-, Haruka.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
There was only one solution for the problem at hand.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Yes? What is it?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;--Umm.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I slowly stretched out my right hand towards Haruka, not because I wanted to do something perverted, but because I didn&#039;t want us to get separated, yes. Haruka looked at my outstretched right hand as though it was a rock from the moon, her eyes wide with amazement, before saying......  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Umm...... Doggie handshake?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;No!&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I grabbed Haruka&#039;s left hand with my right hand.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka slanted her head to the side.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;It&#039;s not that......Umm, how do I put it, your hand......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;? The other one?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka placed her right hand on top of mine.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......Woof?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
......I&#039;m begging you, please stop linking everything with dogs.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;That&#039;s not what I&#039;m trying to say. You see, it&#039;s really easy to get separated in the crowd like this, so to prevent us from getting separated from each other......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;.......Ah.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka finally understood what I was trying to say, as she started blushing furiously.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;No, I, I&#039;m not trying to hint at anything here, t,this is just to prevent us from getting separated.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......A, Ah, r, right.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka shyly took the hand that I offered her.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;P, Please take care of me......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I felt the softness of Haruka&#039;s skin in my hand. Her hand was as smooth as marble. I held her hand a little tighter, and felt Haruka holding my hand back lightly.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Y, Yuuto-san&#039;s hand is really big.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka smiled as she said. S, She&#039;s really cute...... I desperately tried to hold down the sudden urge to hug her, as I didn&#039;t have a good reason to do something like that in reality, and also, I didn&#039;t really dare to do something like that. I would probably get arrested for something like that. Hmm, I don&#039;t think that would be serious enough to warrant an arrest right? Ah--What am I thinking about.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;W, Well then, we should get going. The books might be sold out if we don&#039;t hurry.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;R, Right.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I tried to cover up my embarrassment by changing the subject. And just like that, the two of us stepped into exhibition hall East 1--    &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Wow......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Wow......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
In a sense, we had stepped into a completely different world. In a hall that was about one-fifth the size of a school gymnasium, numerous booths that were made up of rectangular office tables and foldable chairs were lined up (the regulars seem to call the booths &#039;circle spaces&#039;). Looking down the line of booths, it seemed as though there were about a thousand of them, and huge amounts of books and CDs were stacked on top of each table.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Welcome-&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Please take a look at our newest book!&amp;quot; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The &#039;circle spaces&#039; were surrounded by people holding up handmade advertisement boards, giving out fliers, and asking people to take a look at their booths.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, please give me a copy of this.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Sure, that would be five hundred yen.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The people working at the booths were either busy attending to the customers or counting their earnings. Monstrous queues were also forming up in front of some booths.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;So this is the Summer Comiket......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The light-hearted atmosphere felt like that of a school festival. Whether it was the people working at the booths or the people buying from the booths, they were all extremely busy with something. But one thing they all had in common was the smile that they wore on their faces.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
In a moment, I too was swept away by the atmosphere.  The &#039;Summer Comiket&#039;......because it was held at such a formal place (The Tokyo International Exhibition Centre), I had expected a more business-like atmosphere.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;This is incredible......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka looked like a person who had lived her entire life near the equator seeing snow for the first time. The two of us looked around in awe like two people from the countryside who had gone into a big city for the first time.  I suddenly remembered something.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;--Hey, Haruka, don&#039;t we have something more important to do?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
According to that bespectacled guy, we already had a bad position in the queue. Which means that we really couldn&#039;t afford to stand around around like this.   &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;! Y,You&#039;re right. We&#039;ve got to get to &#039;Neko Bus Station&#039;.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
In response to my reminder, Haruka whipped out the Summer Comiket Map violently as she looked for the exact location of our destination (she had no problem with using only one hand, as her single hand flew over the pages of the map).  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Hmm, let&#039;s see, we&#039;re at the entrance of the East 1 Hall, so......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka was still holding on to my hand as she looked around, her cute actions reminding me of a squirrel looking for food. Although it&#039;s not a very nice thing to do while Haruka is hurridly looking for the right direction, but I couldn&#039;t help but be mesmerized by how pretty she was.  To be honest, I&#039;ve been having another problem since a while ago. Quite a few people were staring---No, many people were staring. Some people looked at Haruka and I from afar, some turned   aroud for a second look after walking past us, while some even stopped to blatantly stare. Of course, they were looking at Haruka, not me.  For your information, Haruka was wearing a white summer dress with a matching white cardigan over it, topped with a straw-colored had on her head, giving everyone a perfect representation   of the style of a lady from a rich family.  Well, a girl as beautiful as Haruka would be the centre of attention everywhere she goes, so I wasn&#039;t very surprised by the looks we were getting. Even though I wasn&#039;t surprised......But   Haruka seems to stand out even more than usual in this space that was unusually detached from our usual reality.  --Like the white swan in the middle of a crowd of Brown-eared Bulbuls......? Hmm, how about the only stalk of white Lilium in a field of Dandelions. (Actually, I think both analogies are   quite suitable.)  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Just as I was thinking of analogies,  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, that is!?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Suddenly, I felt a strong force pulling on my right hand. Immediately after I felt the force, Haruka shot out like a bullet.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;H, Hey.&amp;quot;  &amp;quot;I found it! &#039;Neko Bus Station&#039; is over there! Ah, there are so many people queuing up already--We should quickly get in line as well.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The force that was pulling on my right hand was like trying to pull up a rock bream that had bit into the end of a fishing line.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Hey, wait up.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Hurry up, hurry up.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
--Looks like Haruka&#039;s up to her usual antics again. I only just remembered that Haruka had the tendency to disregard everything around her when she sees someting that she really wants. It&#039;s a small miracle that Haruka started to act like that only now in a place that was practically a treasure trove to her.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;H,Haruka, I understand how you feel, but we really don&#039;t need to be in such a hurry.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;N,No. If we don&#039;t hurry, then they might be sold out.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka sprinted like a cheetah while dragging me along behind her. Haruka was moving at about 8.5 times her normal speed as she weaved through the enormous amount of people and inanimate obstacles that stood between her and &#039;Neko Bus Station&#039;. She was simply unstoppable.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;J,Just where are we going?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;There, we&#039;re going towards that booth in that corner.&amp;quot; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka pointed towards a booth at one end of the hall. There was still about fifty metres between our current position and out destination.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
......Hmm, is it even possible to see the books that were placed on the booth fifty metres away in such a chaotic hall? Well, at least I can&#039;t do it.  I looked at Haruka.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I,If we don&#039;t hurry......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The look in her eyes mirrored that of an eagle that had locked on to its prey. By the intensity of that look, it was probably a huge eagle too. I really wonder where the cute squirrel from a few minutes ago had disappeared to. I thought to myself as I attempted to keep up with Haruka as she half-dragged me towards the booth. What kind of situation am I in? Summer holidays. Shopping while holding hands with a stunningly beautiful girl. Although it sounds really romantic, but reality couldn&#039;t be further from that. The romantic atmosphere was nowhere to be found......But then again, I&#039;m really happy to be able to just   hold on to Haruka&#039;s hand (what an innocent boy).   &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
When we finally got to &#039;Neko Bus Station&#039;, what awaited us was......another queue.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......Don&#039;t tell me we&#039;re going to have to queue again?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Well, it sure looks that way.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
It was a queue that was about thirty metres in length. Although it wasn&#039;t as long as the queue that we were in outside the exhibition hall, but for a single queue, it was quite long. And the queue didn&#039;t just confine itself to the interior of the hall, as it stretched towards the huge doorway (probably used to move large objects?) leading out of the exhibition hall. As the popular booths would always get extremely long queues,   the queues usually stretched towards the exit out of the hall so as to not as to clog up the already crowded exhibition hall. Well, it really would be extremely frustrating if a long   queue like that was snaking around the interior of the hall.  And so, Haruka and I took our place at the back of the queue outside the hall.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......It&#039;s hot.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Unsurprisingly, the summer sun was extremely hot. The sunlight stabbed into the top of my head mercilessly, its uv-rays made more deadly by the thinning of the ozone layer in the atmosphere. For a modern person who grew up in air-conditioned rooms like me, my body&#039;s ability to dissipate heat was extremely low, which made standing under the sun like this torture. Haruka look at me worriedly as though I was the classmate with low-blood pressure who could faint at any moment.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Yuuto-san, are you alright? You don&#039;t look good......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I&#039;m fine, it&#039;s just a little hot out here.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......I see. That&#039;s alright, but--&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Well, the main problem was the sun, so......  Looking at the length of the queue, an optimistic estimate would put our waiting time at about ten minutes......I think (personal deduction). No matter what, it shouldn&#039;t take us more   than twenty minutes.......Probably (personal deduction). Although it was torture to be standing out in the sun like this, but I shouldn&#039;t have any problem with it if it&#039;s only about   twenty minutes--  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, the two of you over there.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
--That&#039;s what I thought. But I was too naive. I was as naive as the grasshopper who hopes to survive winter without building up any supplies of food. A staff member who was in charge of the queues ran over to us.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;That&#039;s no the end of the queue--&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......Eh?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;It&#039;s like this, we actually split up the queue into a few sections so as to not cause too much inconvienience to other people. Which means that this isn&#039;t the end of the queue. For your information, this is the segment that leads directly to the booth.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......So, where is the end of the queue?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Over there.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The staff member pointed to......a spot that was about sixty metres from where we were.  It was a little far, but I managed to spot a sign that said &#039;End of queue&#039; there. Of course, the space between our current position and the &#039;end of queue&#039; sign was as concentrated with people as a sausage was with meat.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......You have got to be kidding me.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I&#039;m serious.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The staff member gave us a professional smile as she answered. I felt as though all the strength was sapped from my body in an instand......I would have wanted her to tell me that it wasn&#039;t true, even if she was just pulling my leg.  Beside me, Haruka answered for the two of us.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, I see. We&#039;ll be going over now.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
She told the staff member without any change in her facial expression whatsoever. Speaking of which, Haruka seems to have come mentally prepared to queue till the end of time.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Well then, we better get going, Yuuto-san.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......Ah.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Looks like I have no choice but to brace myself for the long, long queue ahead.  Now I know exactly how the carp on the cutting board feels. And so, Haruka and I became a member of the approximately ninety-metre long queue.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;It&#039;s really how......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I&#039;m really no match for the heat of the summer sun.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Yuuto-san, are you alright? You&#039;re sweating like crazy......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka tried to stem the never-ending tide of sweat that was washing over me with her handkerchief.  -Rub Rub-  I felt an expensive-feeling material on my cheek, along with a soft fragrance. I also felt the softness of Haruka&#039;s hand through the fabric......Her touch feels really good.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah-Thank you. Haruka, are you feeling alright?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Yes, I&#039;m perfectly fine.&amp;quot;  Haruka nodded her head, her straw-colored hat bobbing up and down together with her movement as she continued a little smugly.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I&#039;m really resistant to heat because the animal fortune teller says that I&#039;m a Koala bear.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......Huh?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;And Koala bears live in Australia, in the southern hemisphere.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
......No, I really don&#039;t see the link between the two.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Shouldn&#039;t the properties of my body mimic that of Koala bears if the animal fortune teller says that I&#039;m a Koala bear? Isn&#039;t that how it works?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka blinked with an innocent look in her large eyes......Looks like she has had a complete misunderstanding of the animal fortune teller.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
--Anyway, whether Haruka is a Koala bear or not is not the point. Just as she had said, Haruka&#039;s face was extremely cool. Even though she has spent the same amount of time under the sun as I have, but there wasn&#039;t a drop of sweat on Haruka&#039;s skin that seemed to have the color of shaved ice. In other words, the area around Haruka has a comparatively lower temperature......Looks like this is the second rule of the world that concerns ladies from rich families after &#039;Ladies from rich families don&#039;t sweat. This should be the rule where &#039;Ladies from rich ramilies are always cool&#039; right?  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;? What&#039;s wrong, Yuuto-san?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka slanted her head to one side like a white penguin from the south pole.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;It&#039;s nothing.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
This isn&#039;s something that I should try to get to the bottom of. Let secrets remain secrets, just like many things in this world are.  After coming to this conclusion (or rather, avoiding the issue altogether), I opened the can of Pet-Bottle Juice (One for 200 yen, tourist attraction-pricing). Just as I was drinking that can of exhorbitantly-priced juice,  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah-, look who&#039;s here......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Suddenly, a familiar voice flew into my ear. That voice was so powerful that it simply sliced through the crowd.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......&amp;quot;   &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
It can&#039;t be......  I only know one person (other than Ruko) who is in ownership of such a powerful voice. I looked in the direction of the voice with a sinking feeling--  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Could it be Yuuto? It&#039;s Yuuto right?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I saw my childhood friend of more than ten years coming towards where I was, both of his hands weighed down by numerous paper bags, but......  I hurriedly looked away (turning my face away so as to hide from him), but it was too late.  My childhood friend (male) -- Asakura Nobunaga shouted happily as he waved the mass of paper bags that he was holding in both hands.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah-, it really is Yuuto. Why are you in a place like this? Could it be that you&#039;re interest in our path has finally awakened?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah-, no, it&#039;s just that......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I stuttered as I attempted to hide Haruka behind me so that Nobunaga won&#039;t notice her.  It would not be a good thing if Haruka and I were to be seen together like this, and the place where we&#039;re at makes it even worse. Because this concerns Haruka&#039;s secret, trying to avoid such a meeting would be the best course of action so as to avoid the inevitable deluge of questions and misunderstandings.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;You don&#039;t have to hide it--I see--You&#039;ve finally come over to our side-&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The only silver lining in this dark, dark cloud was that Nobunaga didn&#039;t seem to have noticed Haruka&#039;s existence.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Hmm-, although I never doubted that you would eventually come over to our side, but I hadn&#039;t expected you to come to your senses so quickly. This is such a touching moment! So-So- what have you bought already?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
As usual Nobunaga chugged along at his own pace as he started on yet another of his long monologues. He seems to have grossly misunderstood something, but correcting him would only make things more difficult than they already are, so I think I&#039;ll just leave it like this.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Well, I&#039;ve already bought the newest publications of &#039;Fuji Tsubo Machine&#039; and &#039;Twinkle Heart&#039;-. Of course, I&#039;ve also gotten the Neko Bus Station&#039;s new publications. To be honest, for a first-timer like you to be queueing up at this booth, it shows that you&#039;ve got good taste, Yuuto!&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Nobunaga rambled on.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, speaking of which, did you know-? It&#039;s basic knowledge, but every single product that is sold here are made by the circle members themselves-. We call these Doujinshi, because these are made by people who have a common interest. Which is also why this event is completely different from a normal business exhibition--&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Nobunaga showed no signs of slowing down as he continued to drown me with the finer points of otaku culture.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;--Well, anyway, my main target for this event is &#039;Hani Tora&#039;. Of course, there are many other books that I&#039;m going to get, but this is my top priority. Ah, by the way &#039;Hani Tora&#039; is the abbreviation for &#039;Hanikami Triangle&#039;--. You should also remember that &#039;Hanikami&#039; is written in hiragana, while &#039;Triangle&#039; is written in katakana so you don&#039;t get it wrong. Also, &#039;Hani   Tora&#039; has already had two seasons. Even though I&#039;m really attached to the first season&#039;s &#039;Clumsy Girl Aki-chan&#039; and &#039;Useless Girl Megu-chan&#039;, but recently, &#039;Cat Girl Mia&#039; has started to   grow on me as well. Even though her cat ears and cat tail is really cliche and over-used, but I think that it&#039;s quite a unique choice in the context of the show. I guess this is what they   call the &#039;full circle&#039; effect. Just like how the suspect of a crime returns to the scene of the crime? Well, you get my point, and anyway, she&#039;s really popular right now. Ah, but it&#039;s not just that. Other characters like &#039;God|Little Girl Sakura&#039; have also been introduced, another overused cliche where a three hundred year-old god is trapped in the body of a little girl,   but because she looks really cute with her twin-tales, so it&#039;s alright. And she&#039;s also a bit of a &#039;Tsundere&#039;, which makes it even better. Oh, and there&#039;s one more person that you cannot forget, &#039;Spirit Bird Chizuru&#039;, who&#039;s the the air-headed, older sister type. She may be air-headed, but a pretty older sister&#039;s really nice isn&#039;t it--. I would also rather have that kind   of older sister than the rude younger sister that I have now. I&#039;m really jealous of Yuuto for having such a pretty older sister. And also--&amp;quot; (TL Note: I had actually translated &#039;Hanikami   Triangle&#039; into english for the earlier chapters as &#039;Shy Triangle&#039;, but because Nobunaga was going into the specifics for writing the title in Japanese, I had to use the romaji version   instead.)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Anyway, Nobunaga continued in this vein for a while longer. (Otaku-encyclopedia mode)  About three more minutes passed.  Nobunaga rambled on in one single breath with the intensity of a pony chasing a carrot that was being dangled in front of it as he completely ignored my reaction. And he continued to ramble......Hang on, just how large was this guy&#039;s lung capacity? He couldn&#039;t be breathing through invisible gills could he?  And also, I had absolutely no idea what he was talking about, and he didn&#039;t even stop to explain the otaku-specific terms before shooting them at me. The only part which I remotely understood was the part about older sisters......But even though I understand what he was saying, I really wonder if he&#039;s normal for wanting something like &#039;that&#039;. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;And then, there&#039;s still some more of this--&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah-, stop, stop!&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I quickly cut Nobunaga off before he could go into otaku-encyclopedia mode again.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Hmm, what? The good part&#039;s only just beginning--&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Nobunaga gave me an irritated look. If I let him go on like this, then it&#039;ll be nightfall before he finally finishes talking (real-life experience).  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah--, I&#039;m really grateful for your professional explanation, but don&#039;t you have someplace that you have to go?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Now that you mention it--Ah, that&#039;s right!&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Nobunaga suddenly shouted.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I, I remember that I still have things that I need to buy. Even though I really want to educate you more about &#039;Hani Tora&#039;, but I really must go over to &#039;Operation Battlefield&#039;-&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, don&#039;t mind me.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Actually, I would really want you to go.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, really? Then I apologise for having to go off so hurriedly-&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, goodbye.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Yes, see you, Yuuto, Nogizaka-san.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Eh......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Bye Bye.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Nobunaga bid us goodbye as he threw himself into the crowd.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, hey......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Did he just say &#039;Nogizaka-san&#039;? I wanted to ask him about it, but Nobunaga had already disappeared into the crowd.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I don&#039;t know how to put this. But even though I&#039;ve known him for more than ten years, he&#039;s still quite a mysterious person...... And so, as Nobunaga was in otaku-encyclopedia mode, we were steadily moving forward in the queue.  And finally, we were about four, five people away from the booth.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Just a little more......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka became increasingly excitable as we neared the booth.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Are we not there yet......How many more people are in front of us......Can we really get the book......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka mumbled the questions that a child would ask Santa Claus as she peeked in front of us with her hands clasped in front of her chest. She&#039;s really looking forward to buying that book isn&#039;t she? Is there a special reason for why Haruka was so excited about that book?  After I asked her about it,  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I really like the Neko Bus Station&#039;s artiest. I&#039;ve been a fan of that artist ever since I saw his illustrations in a megazine......That&#039;s why I&#039;m looking forward to buying his work so much today.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka answered. I see where she&#039;s coming from now. Now I understand why Haruka&#039;s so excited about this.  And so, we queued for about five more minutes.  Finally, the long queue was over.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I, It&#039;s finally our turn.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
We finally stood in front of Neko Bus Station&#039;s booth--  But a figure suddenly cut in front of us from the blind spot of the attendent like a ninja.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Hey......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
That figure was a plump guy in a T-shirt who had his face hidden with a baseball cap.  He snatched the three books that were on the table with the agility of middle-aunties at a supermarket time-sale, threw one thousand five hundred yen onto the table before running off.  All these happened in less than twenty seconds.  Because it all happened so quickly, we were all a little stunned.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah......!&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Suddenly, Haruka let out an exclamation.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;R, Right, the book......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka snapped out of her stunned state as she took out her purse. But-  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, I&#039;m really sorry, but the previous customer just bought the last few books.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......Eh?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka&#039;s expression froze.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;W, What do you mean......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I, I&#039;m saying that we&#039;re sold out. I&#039;m really sorry, looking at how you&#039;ve queued up for such a long time......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;S, Sold out......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Just as the attendent had said, the table was completely empty, save for the advertisement board and the sample book. The people who were behind us in the queue were already starting to walk off.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I finally got a sense of what had just happened. The guy who suddenly cut into the queue. How he hurriedly bought the last books. The sold-out booth.In other words......He had cut our queue? So he just snatched up the last few books from right under our noses? I see......No, how could something like that happen!? I couldn&#039;t help but question the attendent.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I&#039;m sorry, but is there really no more stock!? And that guy had just cut our queue!&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......Did he?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Yes, that guy wearing the baseball cap who just ran off......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Huh......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
But I didn&#039;t get the answer that I was looking for. Not that I&#039;m surprised, seeing as that person had cut in from the attendent&#039;s blind spot......  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I&#039;m really sorry, but we&#039;re sold out, so please return......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;How could you do this, but......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Please, go.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......Yuuto-san, it&#039;s alright.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Seeing that I wasn&#039;t about to let this issue go, Haruka attempted to stop me.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;It&#039;s......alright. I&#039;ll, give up.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;But......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
You really wanted that book didn&#039;t you? Is it really alright for some person to just cut in and steal the book that you would have been able to buy?  Haruka shook her head lightly in response to my question. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I&#039;m really angry about it. But even if I&#039;m angry......Yuuto-san will seem like the bad person if we carry on like this.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
She was right. If I can&#039;t prove that the previous customer had cut into the queue, I would simply look immature and unreasonable to the people around us. But to give up like this......  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......It&#039;s alright. I understand Yuuto-san&#039;s feelings.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Yuuto-san.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......I get it.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Even though I don&#039;t agree with her, but because it&#039;s what Haruka wants, I have no choice but to let go of the issue.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......I&#039;m sorry for being so rash.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
After apologising to the attendent, the two of us walked away from the &#039;Neko Bus Station&#039; booth.     &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, the two of you over there! Please wait!&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
As Haruka and I walked along the fringes of the exhibition hall, someone called out to the two of us. Looking back, I saw a brown-haired man who looked to be a little older than the two of us walking over.  When he finally made it through the crowd to where we were, the man breathed heavily from the exertion as he said,  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, I&#039;m glad I was able to catch up with the two of you. I almost lost you two for a moment there.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......Umm, is there a problem?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Looks like he&#039;s looking for the two of us, but I don&#039;t remember seeing him anywhere. From Haruka&#039;s reaction, it doesn&#039;t look like she recognizes him either. The two of us were a little confused.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah. How do I put it. Well......here.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The man took handed us some books as he tried to explain what he was doing. The a blue-haired girl was on all three cover illustrations on the books. Huh, what&#039;s with the books?  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;T, This is......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Beside me, Haruka sounded as though she couldn&#039;t believe her eyes.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;T,This is......the new publications. Neko Bus Station&#039;s new publications.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Eh?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
So......  I looked at the man standing in front of us. He looked a little embarrassed.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I saw what happened just now, how that strange guy cut in front of the two of you. It&#039;s really not your fault, since it all happened so quickly. Because there were so many other customers around the booth, we couldn&#039;t make it up to the two of you in front of the other customers. I&#039;ll feel really bad if the two of you go home empty-handed even though the two of you queued up for such a long time in the sun.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
He continued.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;How do I put it, I&#039;m really sorry to have caused the two of you such unhappiness......As such, I will be very happy if the two of you would accept this.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
He said as he handed Haruka the books.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Umm, eh, eh?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka looked as though she had just been tricked by a fox as she looked at the books in her hands before looking at the man&#039;s face.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;T, Then, how much is it......?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, you don&#039;t have to pay. It&#039;s one of our back-up copies.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The man winked mischievously at us.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;B, But even so......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;It&#039;s really alright.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
He replied.  Looked like this man&#039;s connected to &#039;Neko Bus Station&#039; in some way. He obviously isn&#039;t the booth attendent, so......  But no matter what, someone who chased after us just because he saw how someone had cut our queue must be a good person.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;T, Thank you very much. I will really cherish this.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Please do, I will be very happy if you do.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;T, Then, if you&#039;re willing to leave your name--&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka tried to say as her the ringing tone of a cellphone drowned out her sentence.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, excuse me.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The man answered his cellphone.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Hello? Yes, that&#039;s right. Ah, I see. Yes......Yes......I get it, I&#039;ll be right back.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The man got off the conversation.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I&#039;m sorry, but I really have to go back.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, I see.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Then, I&#039;ll be taking my leave.--I will continue to work hard at my art,so please continue to support me.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;? Hmm......Yes. Thank you very much.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka bowed deeply. The man bid us goodbye with a light wave of his hand as he left. In the end, we still didn&#039;t know who he was. Just who could he be?     &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
It&#039;s been three hours since Haruka and I entered the exhibition centre. After &#039;Neko Bus Station&#039;, the two of us queued for five more booths, and also went around to take a look at the western halls. Since we&#039;ve gotten most of her targets, Haruka was now happily looking for buried treasure in the other exhibition halls (of course, I was walking around with her).  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Yuuto-san, this is really cute isn&#039;t it?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Mm, Ah, I guess so.&amp;quot;  I answered ambiguously. Asking like me something like that was as good as asking a wall for its opinion.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;It is right? ---Yes, I&#039;ve made up my mind. Excuse me, could I have this?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka paid 500 yen for a book with a girl in a western dress on the cover. This was something that I&#039;ve seen a couple of times before already.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Thank you very much-&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Under the gaze of the booth attendent, Haruka and I left the booth.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;That was a good buy.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka smiled happily as she remarked. She really looks content.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......That&#039;s great.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
To be honest, I don&#039;t really know what&#039;s so great, and I really can&#039;t tell the difference between these things, but since these things make Haruka happy, they&#039;re great. (What an irresponsible way of thinking).  &lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, over there-&amp;quot; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
And once again, Haruka had seen something interesting and ran off towards it. Ah, not again.  As I chased after her, I looked around the hall. Although it has already been quite a while since the exhibition halls opened, the tide of people showed no signs of abating. Conversely, the exhibition hall looked to have become even more crowded. The hall looked like a giant hamster theme park. People walking around with paper bags in their hands, people who were queuing quietly, people who were holding up advertisement boards or shouting advertisement slogans, and......Maids. A Maid-san. I&#039;m not using this uncommon term not for the sake of rhetoric, nor am I trying to make a political statement.  Because there was really a Maid-san walking around the hall.  On a side note, there wasn&#039;t just Maid-san&#039;s walking around. Miko-sans in traditional costumes and waitress-sans, men in karate costumes, and there was even someone in a black costume who   looked like a demon. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ever since a while ago, I&#039;ve been seeing such people walking around. These people are probably the same type of people as the cat-ear maid-sans in Akihabara right?  Even though I was a little surprised at first, but I&#039;ve gotten used to it by now. Looks like I&#039;ve underestimated the power of human adaptability.  I looked around once more, feeling like I&#039;ve unravelled the secrets of the world.  See, there&#039;s a smiling Maid-san who&#039;s taking pictures over there--  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......Hmm?&amp;quot; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
--Hand on, isn&#039;t that......  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, this is bad-, go under cover.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;What&#039;s the point, he&#039;s seen us already.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
That familiar-looking maid-san hurriedly turned around and disappeared into the crowd after noticing my gaze. Beside her, I seemed to have caught a glimpse of a twin-tailed figure that looked a bit like Haruka......  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
......  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
......  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
......Speaking of which, those two probably know about the existence of the &#039;Summer Comiket Map&#039;......  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Since we&#039;re on this topic, I&#039;m really not surprised that the existence of the &#039;Summer Comiket Map&#039; was sniffed out. Or should I say, there was a hundred and sixty percent chance that the two of them would be able to find something like that. Taking into account their past actions, I really won&#039;t be surprised if the two of them were following Haruka and I today. In other words, this was similar to what we did with Hazuki-san the other day--  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......Well, I guess I&#039;ll just leave it like that.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Because I felt that I would probably be bogged down in a swamp of possibilies if I continued to think about this, I wisely decided to think of what I just saw as an illusion. Of course, not like I can do anything about the two of them in a crowd like this. I shook my head as I tried to focus my thoughts on something else-  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......Oh?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I saw a familiar-looking male-female group over at that side.  One half of that familiar-looking group was a wild-looking guy who, just like Haruka, looked completely out of place at an event like this. Beside him was a quiet-looking girl who was walking beside him in small steps like a little puppy. Aren&#039;t the two of them from our class--Sendai and Yatsusaki-san?  Although there was quite a bit of distance between us, but it&#039;s really hard to mistake that kind of facial features for anything else. Sendai Keiji was a short-tempered, violent, aggressive guy who was the natural enemy of otakus. People call him &#039;Mad Dog&#039;.  Yatsusaki Setsuna, on the other hand, was a shy and weak-looking girl who couldn&#039;t even talk to people without blushing. She is affectionately (?) known as the &#039;Lord Hachi, the Loyal Puppy&#039;.  Other than Haruka and the three idiots, who, for a variety of different reasons, stood out in our class, the two of them were also stood out due to either positive or negative reasons.  The two of them looked to be deep in conversation as they disappeared into the crowd.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
......This was also an illusion, right?  That was the only rational explanation I could come up with.  It was already an extremely unblieveable scene for the two completely different people like those two to be walking side by side, but for the two of them to be walking together in such an   event was practically a miracle. Because putting Yatsusaki-san aside, &#039;Mad Dog&#039; Sendai-san was the natural enemy of otakus, so his appearance in a place like this was as impossible as a vampire singing gospels in the middle of a churck with a rosario to his chest.    &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Hmmm......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
It must be the unusual place that I&#039;m in that&#039;s making my brain go wonky. Yes, that must be it. There&#039;s no other explanation.  I (forcibly) persuaded myself that it was indeed the case.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Yuuto-san.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka called out to me, as she pointed in a certain direction. Looks like she&#039;s spotted something interesting again.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;This, This way.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I walked over to her.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;What do you think? This looks quite goo--&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka suddenly stopped speaking as she completely froze in place.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Haruka?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
As I got closer to Haruka, her eyes had practically disappeared as she squinted at the book in her hands, while a steady stream of steam was shooting out of the top of her head. W, What&#039;s wrong? Did Haruka just break down?  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Haruka, what&#039;s going on--&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I quickly got over to take a look at the book in Haruka&#039;s hands--  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;.......Ah.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The reason for Haruka&#039;s reaction was immediately made crystal clear.  The reason being, the book had a lot of exposed skin. The characters in the illustrations rarely wore any clothes, while some illustrations were clearly adult-material......Well, I guess by now it&#039;s clear that it was that kind of book.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, Waaaaaaa......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka was in a state of complete shutdown. I guess this proves the myth that ladies from rich families have absolutely no immunity towards such things right? Something that&#039;s the complete opposite of a certain sexually harrassing music teacher who give stacks of adult megazines as birthday presents.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......A, Anyway, let&#039;s go someplace where you can calm down.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
A brief survey of the area showed that most of the booths in our immediate vicinity were selling adult material. Looks like we had accidentally wandered into a place where we shouldn&#039;t be.  After taking the book off Haruka&#039;s hands, I gave the surprised-looking attendent a sheepish look before ushering Haruka out of the area. However, the exhibition hall was still full of people, and it was hard enough to move through the crowd, let alone finding a quiet place to calm Haruka down. Which was why the two of us were making our way out of the exhibition hall--To that tall building that looked like an observatory (it seemed to be a rooftop exhibition hall).  Of course, I was the one who thought that going to someplace high was a good idea, although I would like to believe that this has nothing to do with the old adage &#039;Smoke and something likes high places&#039;. (TL Note: If I remember correctly, the &#039;something&#039; in this saying refers to proud people, which means that the saying basically implies that people who like high   places are inherently proud)  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Haruka, are you alright?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Y, Yes......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka replied me in a small voice, sounding like a weak baby rabbit. I could hear her muttering &#039;I, It became like that, and t, this, became like that, ah, waaaaa......&#039; from time to time......Looks like it&#039;s quite serious.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......Well, why don&#039;t you have a drink first. Would orange juice be alright?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I took out the can of orange juice (the 200 yen per can tourist attraction pricing) and handed it to Haruka. Under ideal circumstances, I would rather buy a nice, cold can for Haruka, but I really can&#039;t leave her alone like this right now.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Here.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;E, Excuse me......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka took the can from my hand and started drinking in small sips. As I had expected, she was probably feeling a little dehydrated after letting off so much steam just now.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;It tastes really nice......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
After sipping her way through about two-thirds of the can, Haruka stopped drinking.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Thank you. I feel much better now.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;That&#039;s great.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I took the can of orange juice and drank the rest of it as I was also feeling a little thirsty.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Yuuto-san, what&#039;s wrong?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;N, Nothing......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Once I thought about it, didn&#039;t Haruka just drink from this can? In other words, Haruka&#039;s lips have just touched the can, and since I&#039;ve also drank from the can, doesn&#039;t that mean that we&#039;ve had an indirect kiss...... I looked at the can in deep thought. Hmm, to drink or not to drink, that is the question--  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Just as I tried to make up my mind like how a theatre director would make up his mind,  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Hmm?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka suddenly exclaimed in surprise at something that she saw.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Yuuto-san, doesn&#039;t it look like quite a number of people are gathering over there?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, Ahh, it sure looks that way.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I covered the can with a plastic cap (what a useless person) before looking in the direction that Haruka was pointing at. Haruka was looking at the middle of the square, and after taking a closer look, it did seem as though there was some kind of event going on.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;What could they be doing? Probably an event......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Her interest piqued by the crowd of people, Haruka walked towards the centre of the square. Although I had a bad feeling about it, but I had no choice but to follow her.  And so, what awaited us in the middle of the square was--  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Wow......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;This is......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
......How should I put it.  What was in the middle of the square was, in a way, out of this world. A female demon with feathery wings (she also happened to be showing a lot of skin) was sitting on a chair with her   legs crossed, while a cat-eared maid strolled by with a broom in hand, only a small distance from a pink-haired girl making &#039;V&#039; signs with both of her hands. There were also female knights posing in medieval armour, as a girl in a sailor high school uniform smiled, her hair an impossibly bright color. Also, every single one of them were literally surrounded by guys   with cameras happily snapping away as they chatted with the girl.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
What I was seeing was really out of this world, has the sun finally melted my brain?  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Wow~That&#039;s &#039;Princess Spring Onion&#039; from &#039;Magical Dinner&#039;, and that&#039;s &#039;Sergeant Cinnamon&#039; from the &#039;Milky Way Afternoon Tea War&#039;.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
In stark contrast to my lost expression, Haruka&#039;s eyes glittered as she looked around excitedly. Even though we had come out here to take a break, but it looks like the opposite has happened.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;W, Well, do you mind if I go for a closer look?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka looked like a cat who had just discovered cat powder as she looked at me expectantly. As expected, I just can&#039;t bring myself to reject her.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......Sure, just take care of yourself. I&#039;ll wait for you here.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Yes, thank you very much. I&#039;ll be going now.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka answered me before making her way towards the cosplayers.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
She seemed to have remembered something as she suddenly came back.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I&#039;m sorry, but could you hold this for me?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka took off her cardigan and straw hat and handed them over to me, probably thinking that they&#039;ll be a more of a hindrance in the crowd.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;It&#039;s probably a bit of a burden......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Don&#039;t mind me.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
It&#039;s not like the cardigan and straw hat were large objects or anything......At least, they seemed small in comparison to the three bulging paper bags that were beside me.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Well then, thank you for holding these for me.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;No problem.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka&#039;s cardigan still had Haruka&#039;s warmth on it as I took it into my hands, as my heart started to pump a little at that feeling.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I&#039;ll be going now.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka said to me before skipping into that other world like a fish in water---  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;--Hmm?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
She was surrounded by a few camera-holding guys almost immediately.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;H, Hey, you.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;W, Would you be willing to pose for a picture?&amp;quot;   &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......(Silent)&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;H, Hey......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka had a confused expression on her face as the guys moved closer around her.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Hmm, could it be that this is your first time?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;A Summer Comiket debut? Ah, don&#039;t worry, it&#039;ll be over in an instant. It won&#039;t hurt or anything.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......(Silently moving closer)&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Why do I feel some sort of killing aura from what they were saying? And speaking of which, why were they surrounding Haruka? Even if pretty girls like Haruka are always the centre of attention, but this is ridiculous!  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
--And so.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Oh, isn&#039;t that a cosplay of Haruna-sama from &#039;Nocturne Girls School Lacrosse Club&#039;?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;That&#039;s rare. Isn&#039;t that the Ojou-sama (lady from a rich family) character?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I heard the guys around Haruka talking among themselves.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I have to admit, she really looks like Haruna.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I know, right? This cosplay&#039;s famous for being extremely difficult. I&#039;ve seen other versions, but they all looked really fake.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Could it be that she&#039;s a real Ojou-sama?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Hah, that&#039;s impossible. Why would a real Ojou-sama come to a place like this. Anyway, let&#039;s go for a closer look.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The guys laughed among themselves as they edged closer to Haruka.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
......I seem to have finally understood what was going on.  In other words, after taking off her cardigan, Haruka just happened to look like a certain anime character (also an Ojou-sama), and so the people around her mistook her for a cosplayer. Hmm, normally, such a coincidence would never happen, but because Haruka was an Ojou-sama herself, I wasn&#039;t very surprised at how she resembled an Ojou-sama character.  Just as I was thinking about the current situation, the camera-toting guys and the audience (mostly guys) around Haruka was steadily increasing.  And of the entire crowd, the three people who had initally started talking to her were moving even closer.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Hey, Hey, what&#039;s your name? Ah, your cosplay&#039;s really good, so I&#039;m really interested in knowing your name.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Could I have your address so that I can mail the photos to you?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......(Silently moving even closer)&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;No, umm, I&#039;m......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Oh, she looks exactly like Haruna-sama when she&#039;s unsettled!&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Yes, this is beautiful!&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......! (Silently moved)&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The three of them continued to chase Haruka for answers, while everyone else around them were starting to walk away after seeing how their presence was unsettling Haruka.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;C, Come on, just your name--&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Your cellphone number too. Ah, I won&#039;t mind your email adress either.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......(Silently taking out his cellphone)&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The three of them clung on to Haruka like evil salesmen.......This was going too far.  I don&#039;t know about the rules of this world, and I don&#039;t want to spoil Haruka&#039;s happy mood, but there was a limit to my endurance. I won&#039;t just stand aside as those people continue to unsettle Haruka.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;--Ah-, excuse me.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I forced myself between the three of them and Haruka, as the three of them looked like three hungry wolves who were closing in on a young deer who had lost its mother. The three of them   gave me really angry looks, but I simply ignored them.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, Y, Yuuto-san.&amp;quot;  Haruka looked extremely relieved at my timely intervention, and I could even see the tears of joy forming up in the corners of her eyes......If I had known that this would be her reaction, I would have done this earlier. Now I kind of regret waiting for such a long time before intervening.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;--Let&#039;s go.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I took Haruka&#039;s hand in mine and turned to walk away.  But.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;H, Hang on. What are you trying to do. We&#039;re taking pictures here you know. Don&#039;t meddle with something that you don&#039;t know about.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;You should stop blocking us.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......Disappear (really small voice)&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
As expected, the three of them were extremely unhappy.  Well, the three of you aren&#039;t exactly in a position to complain, I thought, but because the three of them looked to be really unreasonable, I chose to ignore them and simply walk away.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I, I told you to stop!&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
But we weren&#039;t able to just walk away. Haruka was stopped in her tracks as one of the guys grabbed her on the shoulder. These three are really irritating. Looks like we won&#039;t be able to settle this peacefully. Whether it was for the two of us, or whether this was the wrong thing to do, I couldn&#039;t just let them get their hands on Haruka like this, as I lifted up the paper bags that I was holding in my other hand (which contained books, fliers and posters, among other things&#039; to swing it at the three of them.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Why don&#039;t the three of you stop what you&#039;re doing right now-&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
But before I could swing the papers down at the three of them, a voice from the crowd sounded out.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;It&#039;s really obvious that she doesn&#039;t want you to take her picture. The three of you have taken it a little too far.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
While Haruka and I were tussling with the three of them, a small group of people had gathered around us. And it wasn&#039;t just the people who were looking at the cosplayers, as the cat-eared maid and the female knight were also here. Everyone looked at the three guys who had surrounded Haruka with cold gazes.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;That&#039;s right, they&#039;ve been harrassing her since just now. I saw everything.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Should we call the organizing staff?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Gah......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The three of them, who had been as aggressive as cockroaches in the summer, suddenly realized that they were completely out-numbered.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;D, Damn it, I&#039;ll remember this!&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I&#039;ll remember your face!&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......We&#039;ll be back for revenge (small voice)&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The three of them ran away from us after throwing down cliche lines that small-time gangsters usually use. I have to admit though, they ran away really quickly.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......Fuu.&amp;quot;  Well, at least the problem seems to have been solved for now. Just as I breathed a sigh of relief,  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;The three of them have all been blacklisted, so you should be careful.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
One of the people in the around around us (the cat-eared maid) said to me.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;They&#039;re notorious for harrassing shy-looking female cosplayers. You did a really good thing back there, standing up to them.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;That&#039;s right, I was impressed.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Well, but not everyone who&#039;s interested in cosplaying are like them, so I hope you carry on cosplaying.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Well, even though Haruka wasn&#039;t what they thought she was (cosplay?), but the care and concern that they were showing us really made our day, as Haruka gave them thankful looks.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Well, see you around. Let&#039;s do this (cosplay) again next time.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Yes, yes.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;See you.&amp;quot; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
After waving goodbye, the cat-eared maid and the other cosplayers left.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;They&#039;re really nice people right......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Yes, they are.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I honestly think so too.  In today&#039;s society, even if someone were to faint in the middle of a busy street, there may be no one willing to help him. But for a moment there, I felt like a part of the solidarity and warmth that modern Japan had lost was found again (a little exaggeration there). After that incident, Haruka and I spent the rest of the afternoon wandering from one booth to another, and also taking a look at the various events that were happening around the exhibition halls.  Four o&#039;clock in the afternoon.  We safely got to the end of the Summer Comiket.  &#039;As of now, the three-day Summer Comiket is over. Thank you very much for your participation&#039;, the announcement echoed through the exhibition hall as Haruka and I started on our way home.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......Please don&#039;t tell me we have to queue again?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......I, It looks like it.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
We were standing in front of the International Exhibition Centre station.  There seemed to be more people than I had seen when I came here in the morning.  Even though the crowd would be split into taking the Rinkai high-speed rail and the Yurikamome, but it wasn&#039;t exactly a surprise to see that the number of people that could flood an   entire exhibition hall would be able to flood the train station as well. (TL Note: Unlike the normal high-speed rail, the Yurikamome is an automatic rail system with no operator on its trains.)  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......Shall we go?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......I, I guess we should.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
It took us fifteen minutes to get our tickets, twenty minutes to get to the boarding platform from the ticket-barrier, and twenty more minutes to squeeze onto one of the incoming trains.   All in all, it took us about fifty-five minutes just to get onto the train at the International Exhibition Centre station.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ugh......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Kya......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
After pushing and squeezing our way into the train, what awaited us was even more chaotic pushing and squeezing.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;H, Haruka, are you alright?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I, I guess......probably......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka answered painfully.  Well, I guess it&#039;s quite obvious that the train was a lot more passengers than its legal limit.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Gah......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
To make Haruka a little more comfortable, I supported my body against the door of the train with both of my hands, but it was almost impossible to push against the combined weight of the   other passengers.  Because of the rocking of the train, the weight pressing onto my back came in waves.  I barely managed to stem the first two waves before the third wave went over the limit of my endurance.  The amount of space that I had managed to keep between Haruka and I disappeared--  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Argh&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Kyaa&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Due to the natural law of physics, my body came into intimate contact with Haruka&#039;s body--looking as though I was embracing her.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ugh......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka&#039;s beautiful features were right in front of my eyes.  I also felt something soft pressing up against my chest.  C, Could this be......  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;A, Ah, I&#039;m really sorry.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;N, No......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Even though Haruka was the one apologizing, but I felt like I should be the one apologizing.  And then, the fourth wave of force smashed into my back. As it took me by surprise, my arms instinctively wrapped themselves around Haruka as they looked for something to grab on to.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I, I&#039;m really sorry!&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
In response to Haruka&#039;s soft exclaimation, I really wanted to take my hands around her, but the weight on my back prevented me from making any kind of movement. Argh, what should I do?  I felt like a Cicada trying to wriggle out of its old skin.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I, It&#039;s alright, so......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka looked up at me.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Eh?&amp;quot;  &amp;quot;I, I&#039;m alright. I was just a little surprise at the sudden movement, but I&#039;m not feeling uncomfortable.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Even though it was her first experience in such a crowded train for Haruka (actually, this was my first time in such a crowded train as well), Haruka was smiling at me, even though she   was obviously in an uncomfortable position.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Haruka......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Looking at Haruka&#039;s smile, I felt as though I had just received an adrenaline shot, as power coursed into my arms once again. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &amp;quot;Y, Yuuto-san?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka was initially a little surprised, but then she acknowledged my action with a soft &#039;Mm&#039; before burying herself into my chest. Haruka&#039;s body felt really soft, as that sweet fragrance found its way into my nostrils once again.  I was holding Haruka in my arms.  Ah-, maybe it&#039;s not that bad after all.  I won&#039;t mind the ridiculous amount of people in the train, as long as I can have Haruka in my arms......But just as I was thinking along those lines, the pressure on my back suddenly vanished.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Osaki--, Osaki--, passengers who want to get of at this station, please hurry up.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Looks like we&#039;ve reached the train interchange already, even though it didn&#039;t feel like any time had passed at all.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah--, e, excuse me!&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I quickly let go of Haruka as I was harshly dragged back into reality.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, n, no, it&#039;s alright.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
No......What did I just do? Even though there were situational factors at play, but to hug her in the middle of a crowded train......  I guess the only rational explanation for this would be that we were still caught up in the excitable atmosphere of the Summer Comiket. Probably.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
An awkward silence descended upon the two of us, as the ambience sounds around us seemed to have become several times louder.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;B, But......&amp;quot;  And then, Haruka opened her mouth.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;But I......didn&#039;t dislike it.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Huh......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I, If it&#039;s Yuuto-san, then I don&#039;t really mind. On the contrary, my heart--&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
She stopped for a moment, looking as though she was too embarrassed to carry on.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;My heart was beating a little too fast.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Haruka said to me. The expression on Haruka&#039;s face as she said that was the cutest that I&#039;ve ever seen. For a moment there, I felt like I had felt a bit of true happiness. And just like that, our Summer Comiket trip that could be described with the word &#039;chaotic&#039; 80% of the time, ended on a happy note (especially for me).   &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
After sending Haruka to the train station closest to her home (I had wanted to send her to her door step, but Haruka said that I only needed to send her to the station), I started on my way home. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, fancy meeting you here, Onii-chan~&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Good evening~&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The timing of these two people were impeccable.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
And the two people I am referring to is, of course, a certain twin-tailed girl and a maid-san.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;What are you doing in a place like this~? Ah, could it be that you went on a date with Onee-chan?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, it&#039;s so good to be young~&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I glared at them with my eyes narrowed, for they were stating the obvious.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah, Onii-chan, what&#039;s with those scary eyes~. What&#039;s wrong?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Like the eyes of a dog with rabies~&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......It&#039;s been a long day for the two of you too.&amp;quot; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I replied with an oblique reference.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Eh? W, What are you talking about? Nanami-san, do you understand him?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;No~, not at all~&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The two of the looked away suspiciously. Did they seriously think that they weren&#039;t discovered?  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;--Well, about that.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
After a while, Mika finally looked at me with a sheepish look.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Just as we feared......you saw us?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......Did you seriously think that I didn&#039;t see the two of you?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
In a way, it&#039;s a really big problem if they really thought that way.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Well, about that~&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Since Yuuto-sama had looked directly at me~&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Mika and Nanami-san finally admitted their actions with sheepish expressions on their faces. Looks like they&#039;ve finally decided to face the music.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......Well, I&#039;m hoping for an explanation.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Ah~, yes.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Mika had a strange expression on her face as she explained.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;There was--something I was a little worried about.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Worried about what?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Although I hadn&#039;t expected a valid reason, but it looks as though there was a reason for the two of them following Haruka and I.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Of course, we were also just a little interested in whether Onii-chan would be able to safe escort Onee-chan to the Summer Comiket and back.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Well~, your performance was rather acceptable this time round, since you actually manage to hold hands with Onee-chan. But I felt that you would probably be able to take it one step further~&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Exactly~. You should have at least gotten her to hook her arm in yours. That&#039;s elementary knowledge~&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Because of the excitable atmosphere of an event like that, so even if you take it a step further, Onee-chan probably won&#039;t mind it~&amp;quot;  &amp;quot;And that&#039;s what we commonly refer to as the &#039;High Bridge Effect&#039;~&amp;quot; (TL Note: The &#039;High Bridge Effect&#039; comes from a study that was undertaken as part of the two-factor theory of emotion.   In the context of the novel, it refers to the fact that because Haruka was in an excitable state of emotion after the Summer Comiket, any feelings that she could harbour towards Yuuto would be amplified.)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
And as usual, the two of them started to ramle of topic again......  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;---So, what is it that you&#039;re worried about?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
To prevent the two of them from going further off-topic, I decided to cut off their rambling.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Hmm? Ah, right.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
After giving me a surprised look, Mika returned to a serious expression. Looks like she had really forgotten about what she had wanted to say for a moment there......  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Well, I&#039;m probably being a little too sensitive here, but......Onii-chan, did you happen to spot any suspicious people who seemed to be following the two of you around? Really big men   who look like security forces?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;No, other than Mika and Nanami-san, I haven&#039;t really seen anyone else who seemed to be following us......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
At least, I don&#039;t remember seeing anyone like that. But then again, I&#039;ve been looking at a lot of strangely-dressed people today, so I really can&#039;t say for sure.  Mika seemed to be deep in thought as she answered me.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......I see. But even if I don&#039;t think he&#039;ll go that far, but it&#039;s Oto-san we&#039;re talking about.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......Oto-san?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I seem to have heard a really inauspicious word. Oto-san......Could she be referring to the man who looks like a mafia boss whom I had met in London?  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Hmm~......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Mika made a small sound as she continued to think about the issue.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;--Well, let&#039;s not think about this right now.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;What do you mean.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
After piquing my interest with that inauspicious word, you now tell me to not think about it amymore?  Mika wagged a finger at me in response to my disappointed expression.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Don&#039;t mind it, guys who&#039;re don&#039;t know when to let go of things won&#039;t be popular you know~. Ideally, guys should be as steady as Peking Ducks before they&#039;re shipped out.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
What kind of example is that.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Anyway, you&#039;re going home right? We&#039;ll give you a lift.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I&#039;ll go get the car~&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Nanami-san mimed holding the steering wheel as she grinned at me. Even though they were probably changing the subject......But, I guess I&#039;ll just let it go.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;No, it&#039;s alright. I&#039;ll just go home by train.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I still have to buy food for Ruko on the way back, and I have a straight train back home, so I didn&#039;t take them up on their offer.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;I see. Goodbye then, Onii-chan.&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Zai Jian~&amp;quot; (TL Note: Zai Jian is chinese for goodbye)  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The two of them said their goodbyes (although I don&#039;t know why Nanami-san had to say it in chinese) as they walked off.  I looked them for a moment before turning around to walk through the ticket-barrier into the station.  Well, even though I&#039;m a little concerned about Mika&#039;s father, at least the day&#039;s activities are over.  And speaking of which, I&#039;m feeling quite tired. After making dinner for Ruko, I&#039;ll retire early for the night--   &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
--Or so I thought.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Because most things do not go according to plan in life.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
I had just gotten home after buying some discounted 80 yen chicken from the supermarket when the phone in the hallway sounded as though it was waiting for me.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Hello--&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Onii-san!?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
The voice on the other end of the line was the voice of the energetic girl whom I had just said goodbye to a little while ago.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Mika?&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;quot;Onii-chan, this is really bad! Onee-chan, Onee-chan has......&amp;quot;  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;noinclude&amp;gt;&lt;br /&gt;
{| border=&amp;quot;1&amp;quot; cellpadding=&amp;quot;5&amp;quot; cellspacing=&amp;quot;0&amp;quot; style=&amp;quot;margin: 1em 1em 1em 0; background: #f9f9f9; border: 1px #aaaaaa solid; padding: 0.2em; border-collapse: collapse;&amp;quot;&lt;br /&gt;
|-&lt;br /&gt;
| Back to [[Nogizaka Haruka no Himitsu:Volume2_Chapter5|Chapter 6]]&lt;br /&gt;
| Return to [[Nogizaka Haruka no Himitsu|Main Page]]&lt;br /&gt;
| Forward to [[Nogizaka Haruka no Himitsu:Volume2_Chapter7|Chapter 8]]&lt;br /&gt;
|-&lt;br /&gt;
|}&lt;br /&gt;
&amp;lt;/noinclude&amp;gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Eirini kl</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Nogizaka_Haruka_no_Himitsu_(Greek)&amp;diff=90707</id>
		<title>Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek)</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Nogizaka_Haruka_no_Himitsu_(Greek)&amp;diff=90707"/>
		<updated>2011-04-14T22:38:25Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Eirini kl: /* Πρόοδος */&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;[[Image:Nogizaka_Haruka_no_Himitsu_vol_1_cover.jpg|230px|thumb|Volume 1 Cover]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Nogizaka Haruka no Himitsu (乃木坂春香の秘密, μτφ. Το μυστικό της Χάρουκα Νογκιζάκα) είναι ένα ιαπωνικό ελαφρό μυθιστόρημα σε συνέχειες γραμμένο από τον Yūsaku Igarashi. Εικονογράφηση από Shaa.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μπορείτε να διαβάσετε το Nogizaka Haruka no Himitsu και στις ακόλουθες γλώσσες:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*[[Nogizaka Haruka no Himitsu|English (Αγγλικά)]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Περίληψη ιστορίας==&lt;br /&gt;
Ο πρωταγωνιστής, Γιούτο Αγιάσε, είναι ένα συνηθισμένο αγόρι χωρίς ιδιαίτερα χαρίσματα. Πηγαίνει σε ένα ιδιωτικό σχολείο, όπου είναι ένας από τους πολλούς, χωρίς να ξεχωρίζει ιδιαίτερα, ώσπου μια μέρα, ανακαλύπτει κατά τύχη το μυστικό της πριγκίπισσας του σχολείου Χάρουκα Νογκιζάκα, και η ζωή του αλλάζει για πάντα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Χάρουκα, το τελειότερο και πιο απλησίαστο κορίτσι του σχολείου, θαυμάζεται τόσο για την ομορφιά και την εξυπνάδα της, ώστε οι συμμαθητές της τη φωνάζουν Άστρο της Νύχτας και Αστραφτερή Πριγκίπισσα του Πιάνου. Κανείς όμως δε γνωρίζει ότι όλα αυτά δεν είναι παρά μια μάσκα που κρύβει την αληθινή της φύση. Γιατί, στην πραγματικότητα, είναι μια φανατική οπαδός των άνιμε και των μάνγκα, μια γνήσια οτάκου.&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
== Μετάφραση ==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
=== [[Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek):Registration Page|Σελίδα εγγραφών]] ===&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όσοι θέλουν να συμβάλλουν στη μετάφραση παρακαλούνται να ειδοποιήσουν πρώτα τον υπεύθυνο του προγράμματος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039; Ζητείται από τους μεταφραστές να [[Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek):Registration Page|δηλώσουν]] τα κεφάλαια πάνω στα οποία εργάζονται&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Οδηγίες διαμόρφωσης===&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Κάθε Κεφάλαιο (μετά τη διόρθωση) πρέπει να συμβαδίζει με τις γενικές οδηγίες διαμόρφωσης.&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
*[[Format_guideline|Γενικές οδηγίες διαμόρφωσης]] (English)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
== Πρόοδος ==&lt;br /&gt;
19 Δεκεμβρίου 2010 - Έναρξη έργου&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
19 Δεκεμβρίου 2010 - Ολοκλήρωση προλόγου, Τόμος 1&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
6 Μαρτίου 2011 - Ολοκλήρωση Κεφαλαίου 1, Τόμος 1&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
== Nogizaka Haruka no Himitsu από τον Yūsaku Igarashi ==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 1===&lt;br /&gt;
::*[[Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek):Volume1_Illustrations|Εικόνες  μυθιστορήματος]]&lt;br /&gt;
::*[[Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek):Volume1_Prologue|Πρόλογος]]&lt;br /&gt;
::*[[Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek):Volume1_Chapter1|Κεφάλαιο 1]]&lt;br /&gt;
::*[[Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek):Volume1_Chapter2|Κεφάλαιο 2 (5%)]]&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Επίλογος&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του Μεταφραστή&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 2===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες  μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 7&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 8&lt;br /&gt;
::*Επίλογος&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του Μεταφραστή&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 3===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες  μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 9&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 10&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 11&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 12&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του Μεταφραστή&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Teaser==&lt;br /&gt;
[[Nogizaka_Haruka_no_Himitsu:Teaser 1|Teaser 1]], [[Nogizaka_Haruka_no_Himitsu:Teaser 2|Teaser 2]], [[Nogizaka_Haruka_no_Himitsu:Teaser 3|Teaser 3]], [[Nogizaka_Haruka_no_Himitsu:Teaser 4|Teaser 4]], [[Nogizaka_Haruka_no_Himitsu:Teaser 5|Teaser 5]], [[Nogizaka_Haruka_no_Himitsu:Teaser 6|Teaser 6]] and [[Nogizaka_Haruka_no_Himitsu:Teaser 7|Teaser 7]] forum translation by [[User:ShadowZeroHeart|ShadowZeroHeart]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Προσωπικό Έργου==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*Project Administrator:  &lt;br /&gt;
*Project Supervisor: &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Μεταφραστές===&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
:*[[user:eirini_kl|eirini_kl]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όσοι μεταφραστές επιθυμούν να συμμετέχουν είναι ευπρόσδεκτοι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Διορθωτές===&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όσοι διορθωτές γνωρίζουν καλά αγγλικά και ελληνικά είναι ευπρόσδεκτοι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Κυκλοφορίες σειράς==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*Τόμος 1 - Κυκλοφόρησε 2004.10.25 ISBN 4-8402-2830-2 &lt;br /&gt;
*Τόμος 2 - Κυκλοφόρησε 2005.6.25 ISBN 4-8402-3059-5 &lt;br /&gt;
*Τόμος 3 - Κυκλοφόρησε 2005.12.25 ISBN 4-8402-3234-2 &lt;br /&gt;
*Τόμος 4 - Κυκλοφόρησε 2006.6.25 ISBN 4-8402-3447-7 &lt;br /&gt;
*Τόμος 5 - Κυκλοφόρησε 2006.12.25 ISBN 4-8402-3634-8 &lt;br /&gt;
*Τόμος 6 - Κυκλοφόρησε 2007.6.25 ISBN 978-4-8402-3880-9 &lt;br /&gt;
*Τόμος 7 - Κυκλοφόρησε 2007.12.25 ISBN 978-4-8402-4115-1 &lt;br /&gt;
*Τόμος 8 - Κυκλοφόρησε 2008.7.25 ISBN 978-4-04-867127-9 &lt;br /&gt;
*Τόμος 9 - Κυκλοφόρησε 2008.12.25 ISBN 978-4-04-867419-5&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Category:Alternative Languages]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Category:Greek|Ελληνικά]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Eirini kl</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Nogizaka_Haruka_no_Himitsu_(Greek)&amp;diff=90706</id>
		<title>Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek)</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Nogizaka_Haruka_no_Himitsu_(Greek)&amp;diff=90706"/>
		<updated>2011-04-14T22:37:05Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Eirini kl: /* Τόμος 1 */&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;[[Image:Nogizaka_Haruka_no_Himitsu_vol_1_cover.jpg|230px|thumb|Volume 1 Cover]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Nogizaka Haruka no Himitsu (乃木坂春香の秘密, μτφ. Το μυστικό της Χάρουκα Νογκιζάκα) είναι ένα ιαπωνικό ελαφρό μυθιστόρημα σε συνέχειες γραμμένο από τον Yūsaku Igarashi. Εικονογράφηση από Shaa.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μπορείτε να διαβάσετε το Nogizaka Haruka no Himitsu και στις ακόλουθες γλώσσες:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*[[Nogizaka Haruka no Himitsu|English (Αγγλικά)]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Περίληψη ιστορίας==&lt;br /&gt;
Ο πρωταγωνιστής, Γιούτο Αγιάσε, είναι ένα συνηθισμένο αγόρι χωρίς ιδιαίτερα χαρίσματα. Πηγαίνει σε ένα ιδιωτικό σχολείο, όπου είναι ένας από τους πολλούς, χωρίς να ξεχωρίζει ιδιαίτερα, ώσπου μια μέρα, ανακαλύπτει κατά τύχη το μυστικό της πριγκίπισσας του σχολείου Χάρουκα Νογκιζάκα, και η ζωή του αλλάζει για πάντα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Χάρουκα, το τελειότερο και πιο απλησίαστο κορίτσι του σχολείου, θαυμάζεται τόσο για την ομορφιά και την εξυπνάδα της, ώστε οι συμμαθητές της τη φωνάζουν Άστρο της Νύχτας και Αστραφτερή Πριγκίπισσα του Πιάνου. Κανείς όμως δε γνωρίζει ότι όλα αυτά δεν είναι παρά μια μάσκα που κρύβει την αληθινή της φύση. Γιατί, στην πραγματικότητα, είναι μια φανατική οπαδός των άνιμε και των μάνγκα, μια γνήσια οτάκου.&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
== Μετάφραση ==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
=== [[Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek):Registration Page|Σελίδα εγγραφών]] ===&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όσοι θέλουν να συμβάλλουν στη μετάφραση παρακαλούνται να ειδοποιήσουν πρώτα τον υπεύθυνο του προγράμματος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039; Ζητείται από τους μεταφραστές να [[Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek):Registration Page|δηλώσουν]] τα κεφάλαια πάνω στα οποία εργάζονται&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Οδηγίες διαμόρφωσης===&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Κάθε Κεφάλαιο (μετά τη διόρθωση) πρέπει να συμβαδίζει με τις γενικές οδηγίες διαμόρφωσης.&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
*[[Format_guideline|Γενικές οδηγίες διαμόρφωσης]] (English)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
== Πρόοδος ==&lt;br /&gt;
19 Δεκεμβρίου 2010 - Έναρξη έργου&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
19 Δεκεμβρίου 2010 - Ολοκλήρωση προλόγου, Τόμος 1&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
== Nogizaka Haruka no Himitsu από τον Yūsaku Igarashi ==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 1===&lt;br /&gt;
::*[[Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek):Volume1_Illustrations|Εικόνες  μυθιστορήματος]]&lt;br /&gt;
::*[[Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek):Volume1_Prologue|Πρόλογος]]&lt;br /&gt;
::*[[Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek):Volume1_Chapter1|Κεφάλαιο 1]]&lt;br /&gt;
::*[[Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek):Volume1_Chapter2|Κεφάλαιο 2 (5%)]]&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 3&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 4&lt;br /&gt;
::*Επίλογος&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του Μεταφραστή&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 2===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες  μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 5&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 6&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 7&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 8&lt;br /&gt;
::*Επίλογος&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του Μεταφραστή&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Τόμος 3===&lt;br /&gt;
::*Εικόνες  μυθιστορήματος&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 9&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 10&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 11&lt;br /&gt;
::*Κεφάλαιο 12&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του συγγραφέα&lt;br /&gt;
::*Σημειώσεις του Μεταφραστή&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Teaser==&lt;br /&gt;
[[Nogizaka_Haruka_no_Himitsu:Teaser 1|Teaser 1]], [[Nogizaka_Haruka_no_Himitsu:Teaser 2|Teaser 2]], [[Nogizaka_Haruka_no_Himitsu:Teaser 3|Teaser 3]], [[Nogizaka_Haruka_no_Himitsu:Teaser 4|Teaser 4]], [[Nogizaka_Haruka_no_Himitsu:Teaser 5|Teaser 5]], [[Nogizaka_Haruka_no_Himitsu:Teaser 6|Teaser 6]] and [[Nogizaka_Haruka_no_Himitsu:Teaser 7|Teaser 7]] forum translation by [[User:ShadowZeroHeart|ShadowZeroHeart]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Προσωπικό Έργου==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*Project Administrator:  &lt;br /&gt;
*Project Supervisor: &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Μεταφραστές===&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
:*[[user:eirini_kl|eirini_kl]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όσοι μεταφραστές επιθυμούν να συμμετέχουν είναι ευπρόσδεκτοι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
===Διορθωτές===&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όσοι διορθωτές γνωρίζουν καλά αγγλικά και ελληνικά είναι ευπρόσδεκτοι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Κυκλοφορίες σειράς==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*Τόμος 1 - Κυκλοφόρησε 2004.10.25 ISBN 4-8402-2830-2 &lt;br /&gt;
*Τόμος 2 - Κυκλοφόρησε 2005.6.25 ISBN 4-8402-3059-5 &lt;br /&gt;
*Τόμος 3 - Κυκλοφόρησε 2005.12.25 ISBN 4-8402-3234-2 &lt;br /&gt;
*Τόμος 4 - Κυκλοφόρησε 2006.6.25 ISBN 4-8402-3447-7 &lt;br /&gt;
*Τόμος 5 - Κυκλοφόρησε 2006.12.25 ISBN 4-8402-3634-8 &lt;br /&gt;
*Τόμος 6 - Κυκλοφόρησε 2007.6.25 ISBN 978-4-8402-3880-9 &lt;br /&gt;
*Τόμος 7 - Κυκλοφόρησε 2007.12.25 ISBN 978-4-8402-4115-1 &lt;br /&gt;
*Τόμος 8 - Κυκλοφόρησε 2008.7.25 ISBN 978-4-04-867127-9 &lt;br /&gt;
*Τόμος 9 - Κυκλοφόρησε 2008.12.25 ISBN 978-4-04-867419-5&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Category:Alternative Languages]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Category:Greek|Ελληνικά]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Eirini kl</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Nogizaka_Haruka_no_Himitsu_(Greek):Volume1_Chapter2&amp;diff=90705</id>
		<title>Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek):Volume1 Chapter2</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Nogizaka_Haruka_no_Himitsu_(Greek):Volume1_Chapter2&amp;diff=90705"/>
		<updated>2011-04-14T22:34:53Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Eirini kl: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;  &lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Κεφάλαιο 2&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
==&#039;&#039;&#039;0&#039;&#039;&#039;==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Ήταν μια καυτή Κυριακή του Μαΐου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στεκόμουν μπροστά από ένα κατάστημα που βρισκόταν στο μεγαλύτερο δρόμο μαγαζιών με ηλεκτρονικά στην Ιαπωνία. &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Κοιτώντας το παράξενο θέαμα μπροστά μου, δεν μπόρεσα να μην αφήσω ένα σιωπηλό αναστεναγμό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Γιατί δε βγήκε ακόμα; Τόση ώρα παίζω...» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα πανέμορφο κορίτσι μουρμούρισε με απογοήτευση στα μάτια της γέρνοντας το κεφαλάκι της στο πλάι. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αυτή η έκφραση δεν ήταν και τόσο παράδοξη, μια και το όμορφο κορίτσι είναι, κατά βάση, άνθρωπος (αν και αρκετοί θα διαφωνούσαν ως προς αυτό), και μοιάζει να βασανίζεται από ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα. Στην πραγματικότητα, το πράγμα δεν ήταν και τόσο περίπλοκο, απλώς...  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Απλώς, η ουσία του προβλήματος είναι.......το αντικείμενο που το όμορφο κορίτσι κρατούσε στο δεξί της χέρι, και το αντικείμενο μπροστά στα μάτια της. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πάλι δεν το πέτυχα...» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα ντελικάτα δάχτυλα κρατούσαν σφιχτά ένα σφαιρικό αντικείμενο κάπου 6 εκ. σε διάμετρο, που είχε βγει από ένα μηχάνημα με κερματοδέκτη. Αυτό και άλλα παρόμοια αντικείμενα έβγαιναν το ένα πίσω από το άλλο εδώ και αρκετή ώρα, από κάτι που ο απλός κόσμος αποκαλεί μηχάνημα με κάψουλες. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι παράξενο...» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κάθε φορά που τσέκαρε το παιχνίδι μέσα στην ωοειδή κάψουλα, η φωνή της Χάρουκα γινόταν όλο και πιο αδύναμη, αλλά παρόλα αυτά, το χέρι που γύριζε συνεχώς το χερούλι του μηχανήματος δεν εννοούσε να σταματήσει. Ποιος θα φανταζόταν ότι είχε τέτοια προδιάθεση για εθισμό στο τζόγο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Άλλη μια φορά...Σίγουρα θα το πετύχω την επόμενη φορά...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τέλος πάντων...Αυτό το πανέμορφο κορίτσι που έριχνε μανιωδώς κέρματα στον κερματοδέκτη του μηχανήματος με κάψουλες λες και εξαρτιόταν η ζωή της απ’αυτό προκαλούσε στους άλλους μια αφόρητη αίσθηση αντιφατικότητας. Όλοι όσοι περνούσαν δίπλα μας άθελά τους γύριζαν να κοιτάξουν το περίεργο θέαμα που παρουσιάζαμε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Χάρουκα...Αρκετά δεν έπαιξες;»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήδη υπήρχαν πάνω από δέκα κάψουλες που κυλούσαν στο έδαφος γύρω της, αλλά η Χάρουκα εξακολούθησε να κουνάει αρνητικά το κεφάλι της. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Μα η Άκι-τσαν που παίζει πιάνο δε βγήκε ακόμα...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με άλλα λόγια, δε θα φύγουμε από δω αν δε βγει η Άκι-τσαν που παίζει πιάνο; Αχ βρε Χάρουκα, μην πέφτεις στην παγίδα των ύπουλων εμπορικών τεχνασμάτων......  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κλανκ κλανκ, ακούστηκε πάλι ο μοχλός. Η Χάρουκα κοίταξε το αντικείμενο μέσα στην κάψουλα και συνοφρυώθηκε έντονα με πένθιμο ύφος.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πάλι δεν το πέτυχα...»  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν ήξερα πια τι να κάνω και κοιτούσα αβοήθητος τη Χάρουκα να ρίχνει το ένα κέρμα μετά το άλλο στο μηχάνημα, μόνο και μόνο για να αφήνει κάθε φορά ένα αναστεναγμό βαθύ σαν το Ρήγμα Μαριάνα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τι κάνω...Τι κάθομαι και κάνω εδώ!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ούτε εγώ ο ίδιος δεν καταλαβαίνω. Είχα μια τόσο σπάνια ευκαιρία να πάω για ψώνια με τη Χάρουκα, πώς έγινε και καταλήξαμε εδώ; Εκείνη τη στιγμή, ένιωσα μια ακατανίκητη ανάγκη να ξανασκεφτώ την απόφασή μου να ακολουθήσω το νέο δρόμο που ανοίχτηκε στη ζωή μου, που είχα πάρει πριν από ένα μήνα περίπου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πώς βρέθηκα εγώ σ’αυτή την κατάσταση;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θα πρέπει να αρχίσω...από τρεις μέρες πριν.&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Eirini kl</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Nogizaka_Haruka_no_Himitsu_(Greek):Volume1_Chapter2&amp;diff=90704</id>
		<title>Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek):Volume1 Chapter2</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Nogizaka_Haruka_no_Himitsu_(Greek):Volume1_Chapter2&amp;diff=90704"/>
		<updated>2011-04-14T22:33:26Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Eirini kl: /* 0 */&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;  &lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Κεφάλαιο 2&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Κεφάλαιο 2&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
==&#039;&#039;&#039;0&#039;&#039;&#039;==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Ήταν μια καυτή Κυριακή του Μαΐου. &lt;br /&gt;
Στεκόμουν μπροστά από ένα κατάστημα που βρισκόταν στο μεγαλύτερο δρόμο μαγαζιών με ηλεκτρονικά στην Ιαπωνία.  &lt;br /&gt;
Κοιτώντας το παράξενο θέαμα μπροστά μου, δεν μπόρεσα να μην αφήσω ένα σιωπηλό αναστεναγμό. &lt;br /&gt;
«...Γιατί δε βγήκε ακόμα; Τόση ώρα παίζω...» &lt;br /&gt;
Ένα πανέμορφο κορίτσι μουρμούρισε με απογοήτευση στα μάτια της γέρνοντας το κεφαλάκι της στο πλάι. &lt;br /&gt;
Αυτή η έκφραση δεν ήταν και τόσο παράδοξη, μια και το όμορφο κορίτσι είναι, κατά βάση, άνθρωπος (αν και αρκετοί θα διαφωνούσαν ως προς αυτό), και μοιάζει να βασανίζεται από ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα. Στην πραγματικότητα, το πράγμα δεν ήταν και τόσο περίπλοκο, απλώς...  &lt;br /&gt;
Απλώς, η ουσία του προβλήματος είναι.......το αντικείμενο που το όμορφο κορίτσι κρατούσε στο δεξί της χέρι, και το αντικείμενο μπροστά στα μάτια της. &lt;br /&gt;
«Πάλι δεν το πέτυχα...» &lt;br /&gt;
Τα ντελικάτα δάχτυλα κρατούσαν σφιχτά ένα σφαιρικό αντικείμενο κάπου 6 εκ. σε διάμετρο, που είχε βγει από ένα μηχάνημα με κερματοδέκτη. Αυτό και άλλα παρόμοια αντικείμενα έβγαιναν το ένα πίσω από το άλλο εδώ και αρκετή ώρα, από κάτι που ο απλός κόσμος αποκαλεί μηχάνημα με κάψουλες. &lt;br /&gt;
«Τι παράξενο...» &lt;br /&gt;
Κάθε φορά που τσέκαρε το παιχνίδι μέσα στην ωοειδή κάψουλα, η φωνή της Χάρουκα γινόταν όλο και πιο αδύναμη, αλλά παρόλα αυτά, το χέρι που γύριζε συνεχώς το χερούλι του μηχανήματος δεν εννοούσε να σταματήσει. Ποιος θα φανταζόταν ότι είχε τέτοια προδιάθεση για εθισμό στο τζόγο. &lt;br /&gt;
«Άλλη μια φορά...Σίγουρα θα το πετύχω την επόμενη φορά...»  &lt;br /&gt;
Τέλος πάντων...Αυτό το πανέμορφο κορίτσι που έριχνε μανιωδώς κέρματα στον κερματοδέκτη του μηχανήματος με κάψουλες λες και εξαρτιόταν η ζωή της απ’αυτό προκαλούσε στους άλλους μια αφόρητη αίσθηση αντιφατικότητας. Όλοι όσοι περνούσαν δίπλα μας άθελά τους γύριζαν να κοιτάξουν το περίεργο θέαμα που παρουσιάζαμε. &lt;br /&gt;
«Χάρουκα...Αρκετά δεν έπαιξες;»  &lt;br /&gt;
Ήδη υπήρχαν πάνω από δέκα κάψουλες που κυλούσαν στο έδαφος γύρω της, αλλά η Χάρουκα εξακολούθησε να κουνάει αρνητικά το κεφάλι της. &lt;br /&gt;
«...Μα η Άκι-τσαν που παίζει πιάνο δε βγήκε ακόμα...»  &lt;br /&gt;
Με άλλα λόγια, δε θα φύγουμε από δω αν δε βγει η Άκι-τσαν που παίζει πιάνο; Αχ βρε Χάρουκα, μην πέφτεις στην παγίδα των ύπουλων εμπορικών τεχνασμάτων......  &lt;br /&gt;
«...»  &lt;br /&gt;
Κλανκ κλανκ, ακούστηκε πάλι ο μοχλός. Η Χάρουκα κοίταξε το αντικείμενο μέσα στην κάψουλα και συνοφρυώθηκε έντονα με πένθιμο ύφος.  &lt;br /&gt;
«Πάλι δεν το πέτυχα...»  &lt;br /&gt;
Δεν ήξερα πια τι να κάνω και κοιτούσα αβοήθητος τη Χάρουκα να ρίχνει το ένα κέρμα μετά το άλλο στο μηχάνημα, μόνο και μόνο για να αφήνει κάθε φορά ένα αναστεναγμό βαθύ σαν το Ρήγμα Μαριάνα. &lt;br /&gt;
Τι κάνω...Τι κάθομαι και κάνω εδώ!&lt;br /&gt;
Ούτε εγώ ο ίδιος δεν καταλαβαίνω. Είχα μια τόσο σπάνια ευκαιρία να πάω για ψώνια με τη Χάρουκα, πώς έγινε και καταλήξαμε εδώ; Εκείνη τη στιγμή, ένιωσα μια ακατανίκητη ανάγκη να ξανασκεφτώ την απόφασή μου να ακολουθήσω το νέο δρόμο που ανοίχτηκε στη ζωή μου, που είχα πάρει πριν από ένα μήνα περίπου.&lt;br /&gt;
Πώς βρέθηκα εγώ σ’αυτή την κατάσταση;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θα πρέπει να αρχίσω...από τρεις μέρες πριν.&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Eirini kl</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Nogizaka_Haruka_no_Himitsu_(Greek):Volume1_Chapter2&amp;diff=90703</id>
		<title>Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek):Volume1 Chapter2</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Nogizaka_Haruka_no_Himitsu_(Greek):Volume1_Chapter2&amp;diff=90703"/>
		<updated>2011-04-14T22:29:04Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Eirini kl: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;  &lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Κεφάλαιο 2&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
==&#039;&#039;&#039;0&#039;&#039;&#039;==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήταν μια καυτή Κυριακή του Μαΐου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Στεκόμουν μπροστά από ένα κατάστημα που βρισκόταν στο μεγαλύτερο δρόμο μαγαζιών με ηλεκτρονικά στην Ιαπωνία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κοιτώντας το παράξενο θέαμα μπροστά μου, δεν μπόρεσα να μην αφήσω ένα σιωπηλό αναστεναγμό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Γιατί δε βγήκε ακόμα; Τόση ώρα παίζω...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ένα πανέμορφο κορίτσι μουρμούρισε με απογοήτευση στα μάτια της γέρνοντας το κεφαλάκι της στο πλάι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτή η έκφραση δεν ήταν και τόσο παράδοξη, μια και το όμορφο κορίτσι είναι, κατά βάση, άνθρωπος (αν και αρκετοί θα διαφωνούσαν ως προς αυτό), και μοιάζει να βασανίζεται από ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα. Στην πραγματικότητα, το πράγμα δεν ήταν και τόσο περίπλοκο, απλώς...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Απλώς, η ουσία του προβλήματος είναι.......το αντικείμενο που το όμορφο κορίτσι κρατούσε στο δεξί της χέρι, και το αντικείμενο μπροστά στα μάτια της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Πάλι δεν το πέτυχα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τα ντελικάτα δάχτυλα κρατούσαν σφιχτά ένα σφαιρικό αντικείμενο κάπου 6 εκ. σε διάμετρο, που είχε βγει από ένα μηχάνημα με κερματοδέκτη. Αυτό και άλλα παρόμοια αντικείμενα έβγαιναν το ένα πίσω από το άλλο εδώ και αρκετή ώρα, από κάτι που ο απλός κόσμος αποκαλεί μηχάνημα με κάψουλες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι παράξενο...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κάθε φορά που τσέκαρε το παιχνίδι μέσα στην ωοειδή κάψουλα, η φωνή της Χάρουκα γινόταν όλο και πιο αδύναμη, αλλά παρόλα αυτά, το χέρι που γύριζε συνεχώς το χερούλι του μηχανήματος δεν εννοούσε να σταματήσει. Ποιος θα φανταζόταν ότι είχε τέτοια προδιάθεση για εθισμό στο τζόγο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Άλλη μια φορά...Σίγουρα θα το πετύχω την επόμενη φορά...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τέλος πάντων...Αυτό το πανέμορφο κορίτσι που έριχνε μανιωδώς κέρματα στον κερματοδέκτη του μηχανήματος με κάψουλες λες και εξαρτιόταν η ζωή της απ’αυτό προκαλούσε στους άλλους μια αφόρητη αίσθηση αντιφατικότητας. Όλοι όσοι περνούσαν δίπλα μας άθελά τους γύριζαν να κοιτάξουν το περίεργο θέαμα που παρουσιάζαμε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χάρουκα...Αρκετά δεν έπαιξες;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ήδη υπήρχαν πάνω από δέκα κάψουλες που κυλούσαν στο έδαφος γύρω της, αλλά η Χάρουκα εξακολούθησε να κουνάει αρνητικά το κεφάλι της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Μα η Άκι-τσαν που παίζει πιάνο δε βγήκε ακόμα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Με άλλα λόγια, δε θα φύγουμε από δω αν δε βγει η Άκι-τσαν που παίζει πιάνο; Αχ βρε Χάρουκα, μην πέφτεις στην παγίδα των ύπουλων εμπορικών τεχνασμάτων......&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κλανκ κλανκ, ακούστηκε πάλι ο μοχλός. Η Χάρουκα κοίταξε το αντικείμενο μέσα στην κάψουλα και συνοφρυώθηκε έντονα με πένθιμο ύφος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Πάλι δεν το πέτυχα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δεν ήξερα πια τι να κάνω και κοιτούσα αβοήθητος τη Χάρουκα να ρίχνει το ένα κέρμα μετά το άλλο στο μηχάνημα, μόνο και μόνο για να αφήνει κάθε φορά ένα αναστεναγμό βαθύ σαν το Ρήγμα Μαριάνα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τι κάνω...Τι κάθομαι και κάνω εδώ!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ούτε εγώ ο ίδιος δεν καταλαβαίνω. Είχα μια τόσο σπάνια ευκαιρία να πάω για ψώνια με τη Χάρουκα, πώς έγινε και καταλήξαμε εδώ; Εκείνη τη στιγμή, ένιωσα μια ακατανίκητη ανάγκη να ξανασκεφτώ την απόφασή μου να ακολουθήσω το νέο δρόμο που ανοίχτηκε στη ζωή μου, που είχα πάρει πριν από ένα μήνα περίπου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πώς βρέθηκα εγώ σ’αυτή την κατάσταση;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θα πρέπει να αρχίσω...από τρεις μέρες πριν.&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Eirini kl</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Nogizaka_Haruka_no_Himitsu_(Greek):Volume1_Chapter2&amp;diff=90702</id>
		<title>Nogizaka Haruka no Himitsu (Greek):Volume1 Chapter2</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Nogizaka_Haruka_no_Himitsu_(Greek):Volume1_Chapter2&amp;diff=90702"/>
		<updated>2011-04-14T22:28:19Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Eirini kl: Created page with &amp;quot;   &amp;#039;&amp;#039;&amp;#039;Κεφάλαιο 2&amp;#039;&amp;#039;&amp;#039;     ==&amp;#039;&amp;#039;&amp;#039;0&amp;#039;&amp;#039;&amp;#039;==        Ήταν μια καυτή Κυριακή του Μαΐου.     Στεκόμουν μπροστά από ένα κατάστη...&amp;quot;&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;  &lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Κεφάλαιο 2&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
==&#039;&#039;&#039;0&#039;&#039;&#039;==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήταν μια καυτή Κυριακή του Μαΐου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Στεκόμουν μπροστά από ένα κατάστημα που βρισκόταν στο μεγαλύτερο δρόμο μαγαζιών με ηλεκτρονικά στην Ιαπωνία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κοιτώντας το παράξενο θέαμα μπροστά μου, δεν μπόρεσα να μην αφήσω ένα σιωπηλό αναστεναγμό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Γιατί δε βγήκε ακόμα; Τόση ώρα παίζω...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ένα πανέμορφο κορίτσι μουρμούρισε με απογοήτευση στα μάτια της γέρνοντας το κεφαλάκι της στο πλάι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Αυτή η έκφραση δεν ήταν και τόσο παράδοξη, μια και το όμορφο κορίτσι είναι, κατά βάση, άνθρωπος (αν και αρκετοί θα διαφωνούσαν ως προς αυτό), και μοιάζει να βασανίζεται από ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα. Στην πραγματικότητα, το πράγμα δεν ήταν και τόσο περίπλοκο, απλώς...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Απλώς, η ουσία του προβλήματος είναι.......το αντικείμενο που το όμορφο κορίτσι κρατούσε στο δεξί της χέρι, και το αντικείμενο μπροστά στα μάτια της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Πάλι δεν το πέτυχα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τα ντελικάτα δάχτυλα κρατούσαν σφιχτά ένα σφαιρικό αντικείμενο κάπου 6 εκ. σε διάμετρο, που είχε βγει από ένα μηχάνημα με κερματοδέκτη. Αυτό και άλλα παρόμοια αντικείμενα έβγαιναν το ένα πίσω από το άλλο εδώ και αρκετή ώρα, από κάτι που ο απλός κόσμος αποκαλεί μηχάνημα με κάψουλες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Τι παράξενο...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κάθε φορά που τσέκαρε το παιχνίδι μέσα στην ωοειδή κάψουλα, η φωνή της Χάρουκα γινόταν όλο και πιο αδύναμη, αλλά παρόλα αυτά, το χέρι που γύριζε συνεχώς το χερούλι του μηχανήματος δεν εννοούσε να σταματήσει. Ποιος θα φανταζόταν ότι είχε τέτοια προδιάθεση για εθισμό στο τζόγο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Άλλη μια φορά...Σίγουρα θα το πετύχω την επόμενη φορά...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τέλος πάντων...Αυτό το πανέμορφο κορίτσι που έριχνε μανιωδώς κέρματα στον κερματοδέκτη του μηχανήματος με κάψουλες λες και εξαρτιόταν η ζωή της απ’αυτό προκαλούσε στους άλλους μια αφόρητη αίσθηση αντιφατικότητας. Όλοι όσοι περνούσαν δίπλα μας άθελά τους γύριζαν να κοιτάξουν το περίεργο θέαμα που παρουσιάζαμε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Χάρουκα...Αρκετά δεν έπαιξες;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ήδη υπήρχαν πάνω από δέκα κάψουλες που κυλούσαν στο έδαφος γύρω της, αλλά η Χάρουκα εξακολούθησε να κουνάει αρνητικά το κεφάλι της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...Μα η Άκι-τσαν που παίζει πιάνο δε βγήκε ακόμα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Με άλλα λόγια, δε θα φύγουμε από δω αν δε βγει η Άκι-τσαν που παίζει πιάνο; Αχ βρε Χάρουκα, μην πέφτεις στην παγίδα των ύπουλων εμπορικών τεχνασμάτων......&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Κλανκ κλανκ, ακούστηκε πάλι ο μοχλός. Η Χάρουκα κοίταξε το αντικείμενο μέσα στην κάψουλα και συνοφρυώθηκε έντονα με πένθιμο ύφος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
«Πάλι δεν το πέτυχα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Δεν ήξερα πια τι να κάνω και κοιτούσα αβοήθητος τη Χάρουκα να ρίχνει το ένα κέρμα μετά το άλλο στο μηχάνημα, μόνο και μόνο για να αφήνει κάθε φορά ένα αναστεναγμό βαθύ σαν το Ρήγμα Μαριάνα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Τι κάνω...Τι κάθομαι και κάνω εδώ!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Ούτε εγώ ο ίδιος δεν καταλαβαίνω. Είχα μια τόσο σπάνια ευκαιρία να πάω για ψώνια με τη Χάρουκα, πώς έγινε και καταλήξαμε εδώ; Εκείνη τη στιγμή, ένιωσα μια ακατανίκητη ανάγκη να ξανασκεφτώ την απόφασή μου να ακολουθήσω το νέο δρόμο που ανοίχτηκε στη ζωή μου, που είχα πάρει πριν από ένα μήνα περίπου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
Πώς βρέθηκα εγώ σ’αυτή την κατάσταση;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  Θα πρέπει να αρχίσω...από τρεις μέρες πριν.&lt;br /&gt;
Πώς βρέθηκα εγώ σ’αυτή την κατάσταση;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  Θα πρέπει να αρχίσω...από τρεις μέρες πριν.&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Eirini kl</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Toradora!_(Greek):Volume2_Spin-off&amp;diff=86998</id>
		<title>Toradora! (Greek):Volume2 Spin-off</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Toradora!_(Greek):Volume2_Spin-off&amp;diff=86998"/>
		<updated>2011-03-20T20:33:16Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Eirini kl: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&#039;&#039;&#039;Δευτερεύουσα ιστορία&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Ο θρύλος της Τίγρης Μινιατούρας που φέρνει ευτυχία&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο τρίτος όροφος του παλιού σχολικού κτιρίου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αν και τα μαθήματα είχαν μόλις τελειώσει, ο διάδρομος ήταν κιόλας μισοσκότεινος και δε φαινόταν κανένας άλλος μαθητής. Οι λάμπες φθορισμού στο ταβάνι κατά διαστήματα βούιζαν και αναβόσβηναν, φωτίζοντας με ένα καταθλιπτικό φως το ήδη μελαγχολικό πρόσωπο του Τομίε Κούτα καθώς βάδιζε στο διάδρομο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κάποια στιγμή έφτασε επιτέλους μπροστά σε μια πόρτα που είχε πάνω της ένα χαρτί κολλημένο με σελοτέιπ. Πάνω στο χαρτί ήταν γραμμένες βιαστικά με μολύβι μερικές λέξεις.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το χαρτί έγραφε, «Αίθουσα μαθητικού συμβουλίου».&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Χαα». Ο Κούτα αναστέναξε και κοίταξε με κουρασμένα μάτια το παλιό πόμολο της πόρτας. Αναρωτήθηκε, τι νόημα είχε να έρχεται εδώ κάθε μέρα---&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μπουαχαχαχα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Αυτή πρέπει να είναι η πρόεδρος.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οπισθοχώρησε άθελά του καθώς άκουσε το βροντερό γέλιο πίσω από την πόρτα, και δίστασε να μπει μέσα. Χωρίς να το σκεφτεί, στο μυαλό του ήρθε η εικόνα του ιδιοκτήτη αυτού του γέλιου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα αξιόπιστο άτομο που μερικές φορές επιδείκνυε μια πατρική, αυστηρή αγάπη...Κάτι σαν μεγαλύτερος αδελφός ή προπονητής, τέτοιοι όροι ταίριαζαν στην χαρακτηριστικά ‘αρρενωπή’ προσωπικότητα αυτού του ατόμου. Ο Κούτα είχε αποφασίσει ότι δεν μισούσε αυτό το είδος του ανθρώπου. Ωστόσο,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Με συγχωρείτε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με μια συνεχόμενη κίνηση άνοιξε την πόρτα και μπήκε στο δωμάτιο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έι! Άργησες, πρωτοετή! Άντε, κάτσε, κάτσε εκεί!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Εντάξει.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Είχαν ήδη μεσολαβήσει λίγες εβδομάδες από την πρώτη τους συνάντηση, αλλά ακόμα δε μπορούσε να το συνηθίσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι ξεψυχισμένη απάντηση είναι αυτή;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τσκ, έκανε η αρρενωπή προσωπικότητα που λεγόταν Σουμίρε Κάνου, συνοδεύοντας το πλατάγισμα της γλώσσας με ένα χαρούμενο, καλοσυνάτο χαμόγελο. Λέγοντάς του «Άντε, φάε», του πέταξε ένα γλυκό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όμως πέρα απ’αυτά, αυτό το άτομο ήταν,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Με συγχωρείς, πρόεδρε, έχω εδώ τα οικονομικά στοιχεία του προηγούμενου έτους.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ααα, δώστα να τους ρίξω μια ματιά.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με μακριά μεταξένια μαύρα μαλλιά που έπεφταν στους λεπτούς ώμους της, ωχρό πρόσωπο, και σοβαρό ύφος, ήταν η τέλεια εικόνα μιας Γιαπωνέζας καλλονής.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήταν η Σουμίρε Κάνου, η πρόεδρος του μαθητικού συμβουλίου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήταν επίσης μια άριστη μαθήτρια, που ποτέ δεν είχε παραχωρήσει σε άλλον την πρώτη θέση στη βαθμολογία από τότε που είχε έρθει στο σχολείο. Παρεμπιπτόντως, η αδελφή της Σάκουρα Κάνου που ήταν δύο χρόνια μικρότερη, ήταν πρωτοετής στο σχολείο, και όλοι οι μαθητές τις αποκαλούσαν ‘οι αδελφές Κάνου’. Αν και, σαν πρόεδρος και μεγαλύτερη, η Σουμίρε έμοιαζε περισσότερο σαν μεγαλύτερος αδελφός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έι, Κούτα. Πάλι έτρωγες μόνος σου σήμερα, έτσι δεν είναι; Έτυχε να περάσω από την τάξη σου και σε είδα ολομόναχο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Σε παρακαλώ να κοιτάς τη δουλειά σου.» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καθισμένη δίπλα στο παράθυρο με τα πόδια ανοιχτά και κρατώντας τα έγγραφα στο ένα χέρι, η Σουμίρε τον κοίταζε με ένα ειρωνικό χαμόγελο. Δε φαινόταν διατεθειμένη να τον αφήσει στην ησυχία του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ακόμα δεν έχεις κάνει φίλους; Παρόλο που κοντεύει να τελειώσει ο Μάιος; Δεν πάνε κιόλας δυο μήνες από τότε που ξεκίνησες το λύκειο;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν υπήρχε ίχνος συμπόνοιας στα λόγια που έβγαιναν από τα ρόδινα χείλη της. Ο Κούτα έμεινε σιωπηλός, γυρίζοντάς της την πλάτη του και κοιτάζοντας επίμονα την ατζέντα του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εσύ, ένας πρωτοετής, τολμάς να αγνοείς εμένα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έλα τώρα, πρόεδρε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αυτός που έσπευσε σε βοήθειά του ήταν ο δευτεροετής αντιπρόεδρος, ο Γιουσάκου Κιταμούρα. Με τα σοβαρά γυαλιά του με τον ασημένιο σκελετό να λάμπουν στον ήλιο, παρενέβη μιλώντας ήρεμα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ο Κούτα ξεκίνησε με ένα μήνα καθυστέρηση, επομένως πάει μόλις ένας μήνας που άρχισε το σχολείο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ααα, ναι, σωστά!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Σουμίρε χτύπησε τα χέρια της σαν να χειροκροτούσε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι έγινε, σε χτύπησε αυτοκίνητο τη μέρα πριν την τελετή έναρξης...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Όχι. Με χτύπησε αυτοκίνητο τη μέρα πριν τις εξετάσεις για το λύκειο που ήταν η πρώτη επιλογή μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Σωστά, σωστά, χμμ, α ναι θυμήθηκα τώρα, το σπίτι του γείτονά σας έπιασε φωτιά και εξαιτίας αυτού το δικό σου σπίτι πλημμύρισε...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Αυτό συνέβη την παραμονή της εκδρομής μου στο γυμνάσιο. Τη μέρα πριν την τελετή έναρξης του λυκείου, είχα έναν έντονο πονόκοιλο που τελικά αποδείχτηκε πως ήταν σκωληκοειδίτιδα, με αποτέλεσμα να πάθω κρίση σκωληκοειδίτιδας την ώρα που είχαμε βγει για φαγητό για να το γιορτάσουμε, και μετά να χτυπήσω πάνω σε ένα από τα γειτονικά τραπέζια και να λιποθυμήσω...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ααα! Και μετά μπήκες στο νοσοκομείο για ένα μήνα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
--- Ο Κούτα μπορούσε μόνο να κρεμάσει σιωπηλά το κεφάλι του καθώς τον έδειχνε με το δάχτυλο. Ήξερε ήδη τι θα έλεγε μετά η Σουμίρε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Σοβαρά τώρα, τραβάς τα ατυχήματα σαν μαγνήτης!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μπουαχαχαχα!...Μα τόσο αστείο το έβρισκε;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πρόεδρε, μη γελάς τόσο. Κάνεις τον Κούτα να αισθάνεται άσχημα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα ακατάσχετο γέλιο συνέχισε να ακούγεται μέχρι που παρενέβη ο Κιταμούρα, και μια δυο γενικές γραμματείς – δευτεροετείς – έκαναν πως ήταν πολύ απορροφημένες από τη δουλειά τους, όμως οι ώμοι τους τραντάζονταν από το σιωπηλό γέλιο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
‘Γέλα όσο θέλεις’, κατέβασε μούτρα ο Κούτα και γύρισε από την άλλη. Συγγνώμη που είμαι τόσο άτυχος. Πάντως, πραγματικά ήταν άτυχος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όποτε επρόκειτο να του συμβεί κάτι σημαντικό, ο Κούτα αναπόφευκτα θα υπέφερε από κάποιο ανελέητο χτύπημα της μοίρας. Από τότε που είχε γεννηθεί μέχρι σήμερα, έτσι ήταν πάντα. Παρεμπιπτόντως, η βιντεοκάμερα του πατέρα του είχε μείνει από μπαταρία τη στιγμή που γεννιόταν ο Κούτα, κι αυτό είχε αποσπάσει την προσοχή του μαιευτήρα, με αποτέλεσμα να του πέσει το νεογέννητο πάνω στο τραπέζι της αίθουσας τοκετών.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και έτσι είχε πάντοτε προβλήματα μέχρι σήμερα. Όπως και να είχε όμως, ήταν δική του η απόφαση να συμμετάσχει στο μαθητικό συμβούλιο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Επειδή είχε ξεκινήσει καθυστερημένα τη ζωτικής σημασίας είσοδό του στο λύκειο, ο Κούτα , χωρίς να το συνειδητοποιήσει, είχε ξεκόψει από τους υπόλοιπους. Μια και δεν ήταν εξαρχής ιδιαίτερα εύθυμος και ζωηρός, είχε σκεφτεί να γίνει μέλος μιας λέσχης για να κάνει φίλους, όμως είχε χάσει την περίοδο εγγραφής των πρωτοετών σε λέσχες και έτσι δεν είχε την ευκαιρία να γίνει μέλος σε κάποια λέσχη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν τον μισούσαν ή τίποτα τέτοιο, αλλά εξαιτίας όλων αυτών είχε καταλήξει να μην έχει καθόλου φίλους για να περνάει τον ελεύθερο χρόνο του. Μια μέρα καθώς αναρωτιόταν πώς είχε βρεθεί σε μια τόσο αξιοθρήνητη κατάσταση, ο Κούτα είδε ένα πόστερ που έλεγε:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ζητούνται βοηθοί γενικών καθηκόντων! Οι πρωτοετείς είναι ευπρόσδεκτοι! Μαθητικό συμβούλιο»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Βοηθός γενικών καθηκόντων...Βασικά, θεώρησε ότι αυτό σήμαινε απλώς να βοηθάει σε διάφορες δραστηριότητες. Δεν ήταν πως ενδιαφερόταν ιδιαίτερα να βοηθάει το μαθητικό συμβούλιο στις δουλειές του. Όμως, οι λέξεις ‘οι πρωτοετείς είναι ευπρόσδεκτοι’, του έκαναν μεγάλη εντύπωση εκείνη τη στιγμή. Σαν να ήταν ανοιχτή η πόρτα του τελευταίου βαγονιού του τρένου που είχε μόλις χάσει---Έτσι ένιωθε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Είχε ελπίσει πως θα μπορούσε να γίνει φίλος με άλλους πρωτοετείς βοηθούς. Ή τουλάχιστον, πως αν γινόταν μέλος του μαθητικού συμβουλίου, θα έπαυε να είναι ένα τίποτα όπως ήταν τώρα. Έτσι είχε νομίσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ακόμα θυμόταν καθαρά τη στιγμή που, αφού είχε μαζέψει όλο του το κουράγιο μπροστά στην πόρτα του μαθητικού συμβουλίου, είχε ανοίξει αυτή την πόρτα για πρώτη φορά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θυμήθηκε την πανέμορφη μαυρομάλλα Yamato Nadeshiko που είχε γυρίσει ξαφνιασμένη να τον κοιτάξει. Ούτε στα πιο τρελά του όνειρα δεν είχε φανταστεί πως θα δούλευε μαζί με μια τέτοια καλλονή στο μαθητικό συμβούλιο. Τι τυχερός που ήταν---έτσι είχε νομίσει. Όμως αυτή τον χαιρέτησε σαν άντρας, κραυγάζοντας «Γειαχαραντάν!» και σηκώνοντας ψηλά το χέρι της. Μετά έπεσε άκομψα σε μια καρέκλα με ανοιχτά τα πόδια, και είπε «Πρωτοετής, έτσι; Τι χαμπάρια; Έλα, κάτσε!», και έδειξε μια άδεια καρέκλα...Τα πόδια του Κούτα λύγιζαν. Μπροστά του είχε έναν αξιόπιστο ‘μεγάλο αδελφό’ μεταμφιεσμένο σε Yamato Nadeshiko.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Επιπλέον, δεν υπήρχαν άλλοι πρωτοετείς βοηθοί και ακόμα και ο υπεύθυνος καθηγητής της τάξης του αγνοούσε ότι υπήρχε τέτοια θέση στο μαθητικό συμβούλιο, γι’αυτό και αντέδρασε λέγοντας «Ε; Είσαι βοηθός είπες;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όμως δε μπορούσε να παραιτηθεί επειδή τα πράγματα δεν είχαν έρθει όπως ήλπιζε, κι έτσι ο Κούτα ήταν υποχρεωμένος να πηγαίνει στην αίθουσα του μαθητικού συμβουλίου κάθε μέρα χωρίς άλλο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πραγματικά ήταν άτυχος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«---Ααχ, αν μόνο μπορούσα να αγγίξω την Τίγρη Μινιατούρα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μονολόγησε φωναχτά, αφήνοντας ένα βαθύ αναστεναγμό. Όμως,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Χμ;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Κιταμούρα ανταποκρίθηκε αμέσως.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τώρα μόλις, είπες κάτι για την Τίγρη Μινιατούρα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Κιταμούρα-σενπάι, ξέρεις για την Τίγρη Μινιατούρα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μην απαντάς σε μια ερώτηση με μια άλλη ερώτηση.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Κιταμούρα έδωσε μια ελαφριά καρπαζιά στο κεφάλι του Κούτα με την άκρη του σημειωματάριου της Σουμίρε, εν είδει φιλικής επίπληξης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έι!...Τι κάνεις; Δεν μπόρεσα να κρατηθώ, γιατί θέλω πολύ να μάθω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με την άκρη του σημειωματάριου ακουμπισμένη στο κεφάλι του Κούτα, άρχισε να το σέρνει γρήγορα μπρος πίσω, σαν πριόνι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ααχ, κ-καίει!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μην παίρνεις αψήφιστα το σημειωματάριο, κατά βάση είναι ξύλο ξέρεις. Τι θέλεις να μάθεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τ, τι βίαιος...Απλώς πρόκειται για κάτι που έλεγαν τα παιδιά στην τάξη μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
---Με δυο λόγια, είχε ακούσει ότι αν άγγιζε κανείς την Τίγρη Μινιατούρα, θα είχε καλοτυχία για όλα του τα χρόνια στο λύκειο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Κούτα είχε ακούσει γι’αυτό σαν ένα από τα επτά θαύματα του σχολείου εκείνη τη μέρα, την ώρα περίπου που η Σουμίρε τον είχε δει να κάθεται μόνο του στο απογευματινό διάλειμμα. Το είχε ακούσει από μια παρέα αγοριών που φλυαρούσε πίσω του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Χμμ. Και επειδή είσαι τόσο άτυχος, σκέφτηκες να το δοκιμάσεις, αλλά επειδή δεν είστε φίλοι, δε μπορούσες να τους ζητήσεις λεπτομέρειες, τώρα κατάλαβα τι έγινε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι ντροπιάρης.» Όταν άκουσε τη Σουμίρε που ξανάρχισε να μιλάει, ο Κούτα της γύρισε την πλάτη για άλλη μια φορά και μουρμούρισε κατσουφιασμένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εντάξει, φτάνει. Σταματήστε μ’αυτό το θέμα σας παρακαλώ...Απλώς αναρωτιόμουν γι’αυτό. Έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα. Είναι σίγουρα απλώς μια ιστορία.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Όχι, κάνεις λάθος.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η φωνή του Κιταμούρα αντήχησε απόκοσμα στο δωμάτιο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Η Τίγρη Μινιατούρα υπάρχει στ’αλήθεια. Την έχω δει με τα μάτια μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εε;! Μου λες αλήθεια;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Προς μεγάλη του έκπληξη, η Σουμίρε σήκωσε κι αυτή το χέρι της,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Κι εγώ την έχω δει.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κι άλλα μέλη σήκωσαν τα χέρια τους μετά την πρόεδρο και είπαν πως υπάρχει, ανταλλάσσοντας ματιές μεταξύ τους.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ώστε όλοι εσείς από τις μεγαλύτερες τάξεις λέτε πως την έχετε δει;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ναι, είναι πολύ γνωστή σε μας τους δευτεροετείς...Όμως να υπάρχει θρύλος που να λέει ότι η Τίγρη Μινιατούρα φέρνει ευτυχία...Ώστε έχει πάρει τέτοιες διαστάσεις...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σαν να μη μπορούσε να κρατηθεί άλλο, ο Κιταμούρα άφησε ένα σιγανό γέλιο. Ακόμα και η Σουμίρε και οι άλλοι χαμογελούσαν παράξενα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Τ, τι σας έπιασε όλους...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μην καταλαβαίνοντας τι γινόταν και προσπαθώντας να βγάλει άκρη, ο Κούτα κοίταξε γύρω του με αβοήθητο ύφος, αλλά, &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Αυτό είναι!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αναφώνησε ξαφνικά η Σουμίρε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Κούτα, να πας να αγγίξεις την Τίγρη Μινιατούρα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Εε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Αν έχουμε κάποιον τόσο επιρρεπή στην ατυχία όσο εσύ εδώ, μπορεί να μεταδώσεις την κακοτυχία σου και στο υπόλοιπο συμβούλιο, σωστά; Λοιπόν, ως πρόεδρος σου δίνω αυτή την εντολή: οφείλεις να αγγίξεις την Τίγρη Μινιατούρα και να θεραπεύσεις την κακοτυχία σου, και δεν επιτρέπεται να αποτύχεις.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Ακόμα κι αν μου λες να θεραπεύσω την κακοτυχία μου, δεν ξέρω ούτε καν τι είναι η Τίγρη Μινιατούρα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Θα μπορούσες να ρωτήσεις τους συμμαθητές σου. Ξεκίνα να συγκεντρώνεις πληροφορίες το συντομότερο δυνατόν, από αύριο κιόλας.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Σαν δύσκολο μου φαίνεται.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κάνοντας «Τι πρά~γμα;», τα μάτια της Σουμίρε έγιναν κοφτερά σαν μαχαίρια, μέχρι που ο Κιταμούρα μπήκε πάλι στη μέση λέγοντας «Έλα τώρα,»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Υποθέτω πως είναι δύσκολο να σε ρίξουμε έτσι αβοήθητο στα βαθιά, τελικά. Κούτα, θα σου δώσω ένα στοιχείο για να σε βοηθήσω. Στην τάξη μου, τη 2-Γ, υπάρχει κάποια που λέγεται Κουσιέντα. Καλό θα ήταν να μιλήσεις μαζί της. Από όσο ξέρω, αυτή ξέρει περισσότερα από κάθε άλλον στο σχολείο για την Τίγρη Μινιατούρα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Κουσιέντα...σενπάι, έτσι τη λένε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Γνέφοντας καταφατικά, ο Κιταμούρα κοίταξε τον Κούτα με ένα καλοσυνάτο χαμόγελο, αλλά,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Κιταμούρα-σενπάι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Χμ;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Φαίνεται σαν να το διασκεδάζεις.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ναι, λιγάκι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα έξυπνα μάτια πίσω από εκείνα τα γυαλιά, έμοιαζαν να έχουν απύθμενο βάθος. Ακόμα και τώρα που χαμογελούσε, η ήρεμη ματιά του έμοιαζε να διαπερνά τον Κούτα ως τα βάθη της ψυχής του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Κούτα έβλεπε πάντα τον Κιταμούρα σαν έναν ευγενικό δευτεροετή, αλλά στην τελική, ήταν το δεξί χέρι της Σουμίρε---Ή μάλλον, για κάποιο λόγο ένιωθε ότι κάτι έτρεχε με όλους τους συγκεντρωμένους στην αίθουσα του μαθητικού συμβουλίου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο πρωταθλητής της γκαντεμιάς Κούτα έβαλε κατά μέρος τη δική του παραξενιά και έμεινε να κοιτάζει καχύποπτα τα πρόσωπα των μεγαλύτερων συμμαθητών του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;lt;span style=&amp;quot;font-size: 300%; border: &amp;quot;&amp;gt;&amp;lt;center&amp;gt;* * *&amp;lt;/center&amp;gt;&amp;lt;/span&amp;gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κατάλαβες, Κούτα; Πρώτα απ’όλα, η Τίγρη Μινιατούρα είναι πραγματική. Δεύτερον, είναι πολύ άγρια, και γι’αυτό θα είναι πολύ δύσκολο να την αγγίξεις.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
---Αυτά τα στοιχεία του είχε δώσει η Σουμίρε, αποκαλώντας τα ‘ειδική προσφορά’. Όμως μόνο μ’αυτά, εξακολουθούσε να μη γνωρίζει τι ακριβώς ήταν αυτή η Τίγρη Μινιατούρα. Συνήθως, σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις, επρόκειτο για κανένα μπρούτζινο αγαλματάκι ή κάτι ανάλογο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Με δουλεύουν, το ξέρω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήταν την επόμενη μέρα, και ο Κούτα στεκόταν υπάκουα έξω από την πόρτα της τάξης 2-Γ. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όπως και να είχε, είχε αυστηρές διαταγές από τη Σουμίρε---Του είχε δηλώσει ξεκάθαρα ότι αν αγνοούσε τις εντολές της, οι συνέπειες θα ήταν πολύ δυσάρεστες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εμμ, με άλλα λόγια...Θα με απολύσεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αν επρόκειτο μόνο γι’αυτό, δε θα τον πείραζε και τόσο. Όμως,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Όχι. Θα σε υποχρεώσω να γίνεις ο επόμενος πρόεδρος του μαθητικού συμβουλίου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Δε θα έπρεπε ο επόμενος πρόεδρος να είναι ένας από τους δευτεροετείς;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Συγχαρητήρια! Θα είσαι ο πρώτος πρωτοετής πρόεδρος.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Δεν υπάρχει περίπτωση.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έτσι, κοιτάζοντας θλιμμένα το πάτωμα, κατευθύνθηκε ολομόναχος προς την τάξη της δευτέρας λυκείου. Εδώ και λίγη ώρα έριχνε κλεφτές ματιές μέσα, αλλά μη μπορώντας να βρει τον αξιόπιστο Κιταμούρα, είχε βρεθεί σε αδιέξοδο. Δε φαινόταν να μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο εκτός από το να φωνάξει κάποιον μόνος του και να του ζητήσει να τον πάει στην Κουσιέντα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εμμ, με συγχωρείτε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ναι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μαζεύοντας όλο του το θάρρος, φώναξε μια δευτεροετή που περνούσε. Γυρίζοντας να τον κοιτάξει, &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι συμβαίνει;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Είχε ένα φωτεινό χαμόγελο, και κοιτούσε τον Κούτα με καλοσυνάτα καστανά μάτια. Με το στρογγυλό της πρόσωπο να αστράφτει από ένα λαμπερό χαμόγελο, τα απαλά και γυαλιστερά ρόδινα χείλη, και την ειλικρινή και υγιή εμφάνισή της, ήταν τελείως διαφορετική από την τύπου ‘μεγάλος αδελφός’ εμφάνιση της προέδρου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Α, εμμ...ε, εγώ ψάχνω την Κουσιέντα-σενπάι που πρέπει να είναι σ’αυτήν»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εδώ~!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«την τάξη...Ε, ναι λοιπόν.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κοιτούσε το κορίτσι μπροστά του που είχε σηκώσει ψηλά το χέρι της. Ο Κούτα έγειρε ελαφρά το κεφάλι του. Χμμ, καθώς ξανασκεφτόταν τι είχε συμβεί, αυτή που φώναξε ξαφνικά «Εδώ~!» ήταν,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εγώ είμαι η Κουσιέντα~.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ναι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πραγματικά, ήταν ένα χαριτωμένο αλλά κάπως παράξενο κορίτσι...Ένιωσε να τον κυριεύει η απογοήτευση για άλλη μια φορά. Όλοι όσοι συναντούσε εδώ φαινόντουσαν να είναι παράξενοι, κι ο Κούτα αναρωτήθηκε αν αυτό ήταν άλλη μια εκδήλωση της συνεχούς κακοτυχίας του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έλα τώρα, τι είναι αυτό το ‘ναι’! Εσύ ήσουν που με φώναξες, ξέρεις!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τον σκούντησε στον ώμο με κάπως υπερβολική οικειότητα, κάνοντάς τον να παραπατήσει. Κατάφερε όμως να κρατηθεί όρθιος και κοίταξε κατευθείαν μπροστά. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Ο Κιταμούρα-σενπάι μου σύστησε να σε βρω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν ήθελε να υποστεί τις επιπλήξεις της Σουμίρε, επομένως για την ώρα έπρεπε να τα βγάλει πέρα με την Κουσιέντα. Όμως, &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ο Κιταμούρα-κουν; Μμμ, όμως εγώ δεν ξέρω τίποτα γι’αυτό, ξέρεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εε...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Κούτα έμεινε εκεί άφωνος, καθώς ξανάφερνε στη μνήμη του το πρόσωπο του διοπτροφόρου αντιπρόεδρου. Σκεφτόταν ότι θα έπρεπε να της εξηγήσει από την αρχή γιατί και πώς αναζητούσε την Τίγρη Μινιατούρα. Το όλο πράγμα ήταν αρκετά ντροπιαστικό. Ένας πρωτοετής να έρχεται στα καλά καθούμενα σε μια τάξη της δευτέρας και να ρωτάει «Πού μπορώ να βρω την Τίγρη Μινιατούρα;»---αυτό ήταν, πράγματι, κάπως...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έι, Κουσιέντα! Αυτός εκεί είναι ένας πρωτοετής, ο Τομίε Κούτα. Θέλει να μάθει για την Τίγρη Μινιατούρα, γι’αυτό του σύστησα εσένα. Θέλω να πω, εσύ ξέρεις τα πάντα γι’αυτό το θέμα. Λοιπόν, τα λέμε!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σαν περαστικό αεράκι, ο Κιταμούρα εμφανίστηκε από το πουθενά και εξήγησε όλα αυτά που ο Κούτα ντρεπόταν να ξεστομίσει και μετά εξαφανίστηκε εξίσου γρήγορα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το ίδιο γρήγορα, τα μάτια της Κουσιέντα έγιναν συννεφιασμένα και απόμακρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ώστε θέλεις να μάθεις για την Τίγρη Μινιατούρα...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Σενπάι, τι ύφος είναι αυτό;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μη μιλάς.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σαν για να κόψει το δρόμο διαφυγής του Κούτα, η Κουσιέντα άπλωσε τα μπράτσα της παραμένοντας μπροστά στην πόρτα. Το προηγούμενο λαμπερό χαμόγελό της είχε χαθεί εντελώς, και το είχε αντικαταστήσει μια αδειανή έκφραση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Όταν μάθεις για την Τίγρη Μινιατούρα, τι σκοπεύεις να κάνεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μιλώντας με μια επίτηδες χαμηλωμένη και βραχνή φωνή, τον κοίταξε ερευνητικά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Α, αυτό που...να προσπαθήσω να την αγγίξω...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Να αγγίξεις. Να την αγγίξεις. Θέλεις να αγγίξεις. Θέλεις να την αγγίξεις.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Το είπες τέσσερεις φορές, έτσι δεν είναι; Ε ναι λοιπόν.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Φιου~. Ο βαθύς αναστεναγμός που άφησε η Κουσιέντα χάιδεψε τα μαλλιά του Κούτα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Έχεις ασφάλεια; Εννοείται πως μιλάω για ασφάλεια ατυχημάτων.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έχω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Λόγω της κακοτυχίας που τον κυνηγούσε, είχε φροντίσει να ασφαλιστεί για ατυχήματα πάσης φύσεως.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ακούγοντας την απάντησή του, η Κουσιέντα έγνεψε καταφατικά με αποφασιστικότητα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Υποθέτω πως είναι εντάξει, στο κάτω κάτω είσαι νέος...Φαίνεται πως ακόμα δεν ξέρεις τι ακριβώς είναι η Τίγρη Μινιατούρα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ναι. Γι’αυτό ήρθα να ρωτήσω εσένα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ό,τι και να σου πει μια γριά σαν και μένα, δε θα μπορέσεις να καταλάβεις...Ένα μόνο πράγμα μπορεί να σου μάθει αυτή η γριά...Η λέξη ‘μινιατούρα’ έχει να κάνει με το μέγεθος της Τίγρης Μινιατούρας...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
...Γριά;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και μπροστά στα μάτια του μπερδεμένου Κούτα,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ουχ~! Γκουχ! Γκουχ, γκουχ!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Κου, Κουσιέντα-σενπάι, είσαι καλά;...Εεε;!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Γκουχ, γκουχ, βήχοντας ακατάπαυστα, η υποτιθέμενη γριά Κουσιέντα έπεσε στο ένα γόνατο με τα μαλλιά της ανακατεμένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εμμ, ψέματα το κάνεις, έτσι δεν είναι;  Με δουλεύεις, αυτό είναι, σωστά;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ήρθε το τέλος...γι’αυτή τη γριά...Τώρα πρέπει...να ρωτήσεις αυτόν...που λέγεται Τακάσου...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κι έτσι απλά, έκανε την πεθαμένη εκεί στο διάδρομο την ώρα του διαλείμματος, πέφτοντας με πάταγο στο πάτωμα. Η φούστα της σηκώθηκε αποκαλύπτοντας το πίσω μέρος από το άσπρο κιλοτάκι της, αλλά δεν έδειξε να προβληματίζεται καθόλου από αυτό ή να προσπαθεί να το καλύψει, κάτι που υπό φυσιολογικές συνθήκες θα τον έκανε να αισθανθεί τυχερός και ίσως να ανοίξει η μύτη του, όμως τώρα...Είχε τρομερή νευρικότητα καθώς αναρωτιόταν τι έπρεπε να κάνει...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Εμμ...ποιος είναι πάλι αυτός ο Τακάσου;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ευτυχώς, πέρασε επιτέλους από δίπλα τους ένα κορίτσι από την τάξη της Κουσιέντα και έσκυψε από πάνω της λέγοντας «Έι, φαίνεται το βρακί σου.»&lt;br /&gt;
και της έφτιαξε τη φούστα. Ακόμα και τότε, η Κουσιέντα παρέμεινε στο έδαφος, όμως του έδειξε με το δάχτυλό της μια από τις γωνίες της τάξης. Ακολουθώντας το με το βλέμμα του, είδε μια παρέα δευτεροετών αγοριών που φλυαρούσαν εύθυμα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και τότε ο Κούτα ξεροκατάπιε και κράτησε την ανάσα του. Ένας από την παρέα τον πρόσεξε και στράφηκε προς το μέρος του,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Τι κάνει εκεί η Κουσιέντα...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Κούτα σκέφτηκε πως έφτασε η τελευταία του ώρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το χαμηλό και βαθύ μουρμουρητό του τύπου δημιουργούσε τρομακτική ατμόσφαιρα. Επίσης, η κοφτερή ματιά του έδειχνε ότι δεν ήταν τύπος που έπαιζε κανείς μαζί του. Το πρόσωπό του έμοιαζε συσπασμένο από εκνευρισμό και η όλη εμφάνισή του ήταν πολύ σκληρή για ανθρώπινο ον. Χτυπούσε νευρικά το πάτωμα με το πόδι του και όλο του το σώμα ανέδινε μια σκοτεινή, επικίνδυνη αύρα που κάλυπτε όλα και όλους γύρω του. Ο Κούτα αναρωτήθηκε πώς βρέθηκε ένας τέτοιος τρομερός αλήτης σε αυτό το λύκειο, που όσο να πεις ήταν αρκετά καλού επιπέδου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και τότε κατάλαβε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Χωρίς άλλο, αυτός ο αλήτης έπρεπε να είναι ο Τακάσου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μοίρα του Κούτα αναπόφευκτα ακολουθούσε πάντοτε το χειρότερο δυνατό σενάριο με μαθηματική ακρίβεια. Έτσι ήταν σίγουρος πως είχε δίκιο. Δεν άντεχε άλλο, και ήταν έτοιμος να τα παρατήσει και να γυρίσει στην τάξη του. Ο Κούτα πίστευε, ήταν βέβαιος για την ακρίβεια, ότι αυτό θα ήταν το καλύτερο, αλλά...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τακάσου-κουν...Ο νεαρός από δω, φαίνεται πως έχει κάτι να σου πει...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ουα;!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα δευτερόλεπτο πριν προλάβει να το σκάσει, η υποτίθεται νεκρή Κουσιέντα φώναξε ευγενικά τον Τακάσου εκ μέρους του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Φυσικά, ο Κούτα δεν απόρησε καθόλου όταν ο αλήτης απάντησε στα λόγια της με ένα «Τι είναι;». Με μάτια που γυάλιζαν, έκανε πίσω την καρέκλα του και σηκώθηκε. Δεν ήταν ιδιαίτερα σωματώδης, αλλά η τρομακτική δύναμη που ανέδινε καθώς σηκωνόταν έμοιαζε να παραμορφώνει και τον ίδιο το χώρο γύρω του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Γλείφοντας τα ξεραμένα χείλη του, ο Τακάσου τον πλησίασε. Περπατώντας με μεγάλα γρήγορα βήματα, έκλεισε γρήγορα την απόσταση ανάμεσά τους.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ε, εε!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ενστικτωδώς, ο Κούτα έκανε μεταβολή. Στρίβοντας σαν να επρόκειτο να κάνει άλμα, ήταν έτοιμος να το βάλει στα πόδια---&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Αχ!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...~!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένιωσε ένα ελαφρό χτύπημα στο στήθος του. Είχε σκουντήσει κάποιον κατά λάθος. Κάνοντας πίσω, γύρισε από την άλλη,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Συγγνώμη!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σκύβοντας αμήχανα το κεφάλι, ετοιμάστηκε να το σκάσει. Όμως,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Α, άουτς...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Φαίνεται πως το δυστύχημα ήταν πιο σοβαρό από όσο είχε νομίσει. Ένα μικρόσωμο κορίτσι ήταν σκυμμένο στο πλάι του διαδρόμου. Ο Κούτα πρέπει να την είχε ρίξει κάτω όταν τη σκούντησε. Ξαφνιασμένος, έτρεξε κοντά της,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Γκαχ!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σκουίς, ένιωσε μια δυσάρεστη γλιστερή αίσθηση κάτω από τα πόδια του---Ήταν πιθανότατα αυτό που κρατούσε το κορίτσι, ένα σάντουιτς που είχε πέσει στο πάτωμα, και που μετά αυτός το είχε πατήσει. Όμως, με τον Τακάσου να πλησιάζει και το κορίτσι ακόμα πεσμένο, δεν υπήρχε χρόνος να ασχοληθεί με το σάντουιτς. Άπλωσε το χέρι του να τη βοηθήσει να σηκωθεί,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Είσαι εντάξ...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Του κόπηκε η μιλιά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σαν κούκλα, τα μακριά μαλλιά της τύλιγαν απαλά το μικρό σώμα της. Κοιτώντας λίγο προς τα πάνω, τα μάτια της καρφώθηκαν στον Κούτα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το πρόσωπό της ήταν τόσο λευκό, σχεδόν διάφανο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα μάτια της έλαμπαν απόκοσμα σαν το νυχτερινό ουρανό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα χείλη της ήταν σαν μισάνοιχτο ρόδινο τριαντάφυλλο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Βλέποντας την απίστευτη ομορφιά της ανάμεσα από τα κενά που άφηναν οι μπούκλες των μαλλιών της, για μια στιγμή ξέχασε στην κυριολεξία να πάρει ανάσα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Ουα...αου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Νιώθοντας σαν να τον είχε χτυπήσει κεραυνός, ο Κούτα ξέχασε στη στιγμή όλες τις ατυχίες του μέχρι εκείνη την ώρα και την κοίταζε μαγεμένος από τη ματιά της. Σαν να χοροπηδούσε γυμνός μέσα σε ένα νυχτερινό ουρανό διάστικτο από αστέρια, τέτοια ήταν η επικίνδυνη παρόρμηση που ένιωθε---Έχασε κάθε επαφή με το περιβάλλον. Οι δευτεροετείς που είχαν συγκεντρωθεί έμοιαζαν να έχουν παγώσει κι αυτός κρατούσε την ανάσα του, μη μπορώντας να σκεφτεί τίποτα άλλο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έτσι απλά, ήταν γοητευμένος από την ομορφιά που είχε μπροστά του...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τρέχα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...~;!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήταν ο Τακάσου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Προτού το καταλάβει, ο αλήτης ο Τακάσου τον είχε φτάσει και πήδηξε μπροστά του. Μπαίνοντας μπροστά του σαν να προσπαθούσε να κρύψει το κορίτσι πίσω από την πλάτη του, φαινόταν απίστευτα τρομακτικός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Φύγε, αν αγαπάς τη ζωή σου, φύγε!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Εε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Του ούρλιαξε. Έγνεψε με μανία στον Κούτα να φύγει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μη στέκεσαι έτσι, φύγε γρήγορα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ε, εντάξει!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σίγουρα αυτό ήταν απειλή. Παρόλο που δεν καταλάβαινε τίποτα, ο Κούτα δε μπόρεσε να αντισταθεί στη φωνή του Τακάσου και αναγκάστηκε να αφήσει το κορίτσι εκεί που ήταν και να φύγει τρέχοντας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με άλλα λόγια, αυτό το κορίτσι ήταν αιχμάλωτο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με βάση τα γεγονότα, αυτό ήταν το συμπέρασμα που έβγαλε ο Κούτα. Αυτός ο αλήτης ο Τακάσου την ανάγκαζε να είναι σκλάβα του. Δεν ήξερε όλες τις λεπτομέρειες, αλλά ήταν βέβαιος πως έτσι είχαν τα πράγματα.&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Eirini kl</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Toradora!_(Greek):Volume2_Spin-off&amp;diff=86995</id>
		<title>Toradora! (Greek):Volume2 Spin-off</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.baka-tsuki.org/project/index.php?title=Toradora!_(Greek):Volume2_Spin-off&amp;diff=86995"/>
		<updated>2011-03-20T20:17:08Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;Eirini kl: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&#039;&#039;&#039;Δευτερεύουσα ιστορία&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Ο θρύλος της Τίγρης Μινιατούρας που φέρνει ευτυχία&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο τρίτος όροφος του παλιού σχολικού κτιρίου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αν και τα μαθήματα είχαν μόλις τελειώσει, ο διάδρομος ήταν κιόλας μισοσκότεινος και δε φαινόταν κανένας άλλος μαθητής. Οι λάμπες φθορισμού στο ταβάνι κατά διαστήματα βούιζαν και αναβόσβηναν, φωτίζοντας με ένα καταθλιπτικό φως το ήδη μελαγχολικό πρόσωπο του Τομίε Κούτα καθώς βάδιζε στο διάδρομο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κάποια στιγμή έφτασε επιτέλους μπροστά σε μια πόρτα που είχε πάνω της ένα χαρτί κολλημένο με σελοτέιπ. Πάνω στο χαρτί ήταν γραμμένες βιαστικά με μολύβι μερικές λέξεις.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το χαρτί έγραφε, «Αίθουσα μαθητικού συμβουλίου».&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Χαα». Ο Κούτα αναστέναξε και κοίταξε με κουρασμένα μάτια το παλιό πόμολο της πόρτας. Αναρωτήθηκε, τι νόημα είχε να έρχεται εδώ κάθε μέρα---&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μπουαχαχαχα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Αυτή πρέπει να είναι η πρόεδρος.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οπισθοχώρησε άθελά του καθώς άκουσε το βροντερό γέλιο πίσω από την πόρτα, και δίστασε να μπει μέσα. Χωρίς να το σκεφτεί, στο μυαλό του ήρθε η εικόνα του ιδιοκτήτη αυτού του γέλιου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα αξιόπιστο άτομο που μερικές φορές επιδείκνυε μια πατρική, αυστηρή αγάπη...Κάτι σαν μεγαλύτερος αδελφός ή προπονητής, τέτοιοι όροι ταίριαζαν στην χαρακτηριστικά ‘αρρενωπή’ προσωπικότητα αυτού του ατόμου. Ο Κούτα είχε αποφασίσει ότι δεν μισούσε αυτό το είδος του ανθρώπου. Ωστόσο,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Με συγχωρείτε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με μια συνεχόμενη κίνηση άνοιξε την πόρτα και μπήκε στο δωμάτιο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έι! Άργησες, πρωτοετή! Άντε, κάτσε, κάτσε εκεί!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Εντάξει.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Είχαν ήδη μεσολαβήσει λίγες εβδομάδες από την πρώτη τους συνάντηση, αλλά ακόμα δε μπορούσε να το συνηθίσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι ξεψυχισμένη απάντηση είναι αυτή;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τσκ, έκανε η αρρενωπή προσωπικότητα που λεγόταν Σουμίρε Κάνου, συνοδεύοντας το πλατάγισμα της γλώσσας με ένα χαρούμενο, καλοσυνάτο χαμόγελο. Λέγοντάς του «Άντε, φάε», του πέταξε ένα γλυκό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όμως πέρα απ’αυτά, αυτό το άτομο ήταν,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Με συγχωρείς, πρόεδρε, έχω εδώ τα οικονομικά στοιχεία του προηγούμενου έτους.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ααα, δώστα να τους ρίξω μια ματιά.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με μακριά μεταξένια μαύρα μαλλιά που έπεφταν στους λεπτούς ώμους της, ωχρό πρόσωπο, και σοβαρό ύφος, ήταν η τέλεια εικόνα μιας Γιαπωνέζας καλλονής.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήταν η Σουμίρε Κάνου, η πρόεδρος του μαθητικού συμβουλίου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήταν επίσης μια άριστη μαθήτρια, που ποτέ δεν είχε παραχωρήσει σε άλλον την πρώτη θέση στη βαθμολογία από τότε που είχε έρθει στο σχολείο. Παρεμπιπτόντως, η αδελφή της Σάκουρα Κάνου που ήταν δύο χρόνια μικρότερη, ήταν πρωτοετής στο σχολείο, και όλοι οι μαθητές τις αποκαλούσαν ‘οι αδελφές Κάνου’. Αν και, σαν πρόεδρος και μεγαλύτερη, η Σουμίρε έμοιαζε περισσότερο σαν μεγαλύτερος αδελφός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έι, Κούτα. Πάλι έτρωγες μόνος σου σήμερα, έτσι δεν είναι; Έτυχε να περάσω από την τάξη σου και σε είδα ολομόναχο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Σε παρακαλώ να κοιτάς τη δουλειά σου.» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καθισμένη δίπλα στο παράθυρο με τα πόδια ανοιχτά και κρατώντας τα έγγραφα στο ένα χέρι, η Σουμίρε τον κοίταζε με ένα ειρωνικό χαμόγελο. Δε φαινόταν διατεθειμένη να τον αφήσει στην ησυχία του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ακόμα δεν έχεις κάνει φίλους; Παρόλο που κοντεύει να τελειώσει ο Μάιος; Δεν πάνε κιόλας δυο μήνες από τότε που ξεκίνησες το λύκειο;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν υπήρχε ίχνος συμπόνοιας στα λόγια που έβγαιναν από τα ρόδινα χείλη της. Ο Κούτα έμεινε σιωπηλός, γυρίζοντάς της την πλάτη του και κοιτάζοντας επίμονα την ατζέντα του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εσύ, ένας πρωτοετής, τολμάς να αγνοείς εμένα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έλα τώρα, πρόεδρε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αυτός που έσπευσε σε βοήθειά του ήταν ο δευτεροετής αντιπρόεδρος, ο Γιουσάκου Κιταμούρα. Με τα σοβαρά γυαλιά του με τον ασημένιο σκελετό να λάμπουν στον ήλιο, παρενέβη μιλώντας ήρεμα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ο Κούτα ξεκίνησε με ένα μήνα καθυστέρηση, επομένως πάει μόλις ένας μήνας που άρχισε το σχολείο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ααα, ναι, σωστά!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Σουμίρε χτύπησε τα χέρια της σαν να χειροκροτούσε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι έγινε, σε χτύπησε αυτοκίνητο τη μέρα πριν την τελετή έναρξης...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Όχι. Με χτύπησε αυτοκίνητο τη μέρα πριν τις εξετάσεις για το λύκειο που ήταν η πρώτη επιλογή μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Σωστά, σωστά, χμμ, α ναι θυμήθηκα τώρα, το σπίτι του γείτονά σας έπιασε φωτιά και εξαιτίας αυτού το δικό σου σπίτι πλημμύρισε...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Αυτό συνέβη την παραμονή της εκδρομής μου στο γυμνάσιο. Τη μέρα πριν την τελετή έναρξης του λυκείου, είχα έναν έντονο πονόκοιλο που τελικά αποδείχτηκε πως ήταν σκωληκοειδίτιδα, με αποτέλεσμα να πάθω κρίση σκωληκοειδίτιδας την ώρα που είχαμε βγει για φαγητό για να το γιορτάσουμε, και μετά να χτυπήσω πάνω σε ένα από τα γειτονικά τραπέζια και να λιποθυμήσω...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ααα! Και μετά μπήκες στο νοσοκομείο για ένα μήνα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
--- Ο Κούτα μπορούσε μόνο να κρεμάσει σιωπηλά το κεφάλι του καθώς τον έδειχνε με το δάχτυλο. Ήξερε ήδη τι θα έλεγε μετά η Σουμίρε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Σοβαρά τώρα, τραβάς τα ατυχήματα σαν μαγνήτης!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μπουαχαχαχα!...Μα τόσο αστείο το έβρισκε;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πρόεδρε, μη γελάς τόσο. Κάνεις τον Κούτα να αισθάνεται άσχημα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα ακατάσχετο γέλιο συνέχισε να ακούγεται μέχρι που παρενέβη ο Κιταμούρα, και μια δυο γενικές γραμματείς – δευτεροετείς – έκαναν πως ήταν πολύ απορροφημένες από τη δουλειά τους, όμως οι ώμοι τους τραντάζονταν από το σιωπηλό γέλιο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
‘Γέλα όσο θέλεις’, κατέβασε μούτρα ο Κούτα και γύρισε από την άλλη. Συγγνώμη που είμαι τόσο άτυχος. Πάντως, πραγματικά ήταν άτυχος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όποτε επρόκειτο να του συμβεί κάτι σημαντικό, ο Κούτα αναπόφευκτα θα υπέφερε από κάποιο ανελέητο χτύπημα της μοίρας. Από τότε που είχε γεννηθεί μέχρι σήμερα, έτσι ήταν πάντα. Παρεμπιπτόντως, η βιντεοκάμερα του πατέρα του είχε μείνει από μπαταρία τη στιγμή που γεννιόταν ο Κούτα, κι αυτό είχε αποσπάσει την προσοχή του μαιευτήρα, με αποτέλεσμα να του πέσει το νεογέννητο πάνω στο τραπέζι της αίθουσας τοκετών.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και έτσι είχε πάντοτε προβλήματα μέχρι σήμερα. Όπως και να είχε όμως, ήταν δική του η απόφαση να συμμετάσχει στο μαθητικό συμβούλιο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Επειδή είχε ξεκινήσει καθυστερημένα τη ζωτικής σημασίας είσοδό του στο λύκειο, ο Κούτα , χωρίς να το συνειδητοποιήσει, είχε ξεκόψει από τους υπόλοιπους. Μια και δεν ήταν εξαρχής ιδιαίτερα εύθυμος και ζωηρός, είχε σκεφτεί να γίνει μέλος μιας λέσχης για να κάνει φίλους, όμως είχε χάσει την περίοδο εγγραφής των πρωτοετών σε λέσχες και έτσι δεν είχε την ευκαιρία να γίνει μέλος σε κάποια λέσχη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν τον μισούσαν ή τίποτα τέτοιο, αλλά εξαιτίας όλων αυτών είχε καταλήξει να μην έχει καθόλου φίλους για να περνάει τον ελεύθερο χρόνο του. Μια μέρα καθώς αναρωτιόταν πώς είχε βρεθεί σε μια τόσο αξιοθρήνητη κατάσταση, ο Κούτα είδε ένα πόστερ που έλεγε:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ζητούνται βοηθοί γενικών καθηκόντων! Οι πρωτοετείς είναι ευπρόσδεκτοι! Μαθητικό συμβούλιο»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Βοηθός γενικών καθηκόντων...Βασικά, θεώρησε ότι αυτό σήμαινε απλώς να βοηθάει σε διάφορες δραστηριότητες. Δεν ήταν πως ενδιαφερόταν ιδιαίτερα να βοηθάει το μαθητικό συμβούλιο στις δουλειές του. Όμως, οι λέξεις ‘οι πρωτοετείς είναι ευπρόσδεκτοι’, του έκαναν μεγάλη εντύπωση εκείνη τη στιγμή. Σαν να ήταν ανοιχτή η πόρτα του τελευταίου βαγονιού του τρένου που είχε μόλις χάσει---Έτσι ένιωθε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Είχε ελπίσει πως θα μπορούσε να γίνει φίλος με άλλους πρωτοετείς βοηθούς. Ή τουλάχιστον, πως αν γινόταν μέλος του μαθητικού συμβουλίου, θα έπαυε να είναι ένα τίποτα όπως ήταν τώρα. Έτσι είχε νομίσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ακόμα θυμόταν καθαρά τη στιγμή που, αφού είχε μαζέψει όλο του το κουράγιο μπροστά στην πόρτα του μαθητικού συμβουλίου, είχε ανοίξει αυτή την πόρτα για πρώτη φορά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θυμήθηκε την πανέμορφη μαυρομάλλα Yamato Nadeshiko που είχε γυρίσει ξαφνιασμένη να τον κοιτάξει. Ούτε στα πιο τρελά του όνειρα δεν είχε φανταστεί πως θα δούλευε μαζί με μια τέτοια καλλονή στο μαθητικό συμβούλιο. Τι τυχερός που ήταν---έτσι είχε νομίσει. Όμως αυτή τον χαιρέτησε σαν άντρας, κραυγάζοντας «Γειαχαραντάν!» και σηκώνοντας ψηλά το χέρι της. Μετά έπεσε άκομψα σε μια καρέκλα με ανοιχτά τα πόδια, και είπε «Πρωτοετής, έτσι; Τι χαμπάρια; Έλα, κάτσε!», και έδειξε μια άδεια καρέκλα...Τα πόδια του Κούτα λύγιζαν. Μπροστά του είχε έναν αξιόπιστο ‘μεγάλο αδελφό’ μεταμφιεσμένο σε Yamato Nadeshiko.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Επιπλέον, δεν υπήρχαν άλλοι πρωτοετείς βοηθοί και ακόμα και ο υπεύθυνος καθηγητής της τάξης του αγνοούσε ότι υπήρχε τέτοια θέση στο μαθητικό συμβούλιο, γι’αυτό και αντέδρασε λέγοντας «Ε; Είσαι βοηθός είπες;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όμως δε μπορούσε να παραιτηθεί επειδή τα πράγματα δεν είχαν έρθει όπως ήλπιζε, κι έτσι ο Κούτα ήταν υποχρεωμένος να πηγαίνει στην αίθουσα του μαθητικού συμβουλίου κάθε μέρα χωρίς άλλο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πραγματικά ήταν άτυχος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«---Ααχ, αν μόνο μπορούσα να αγγίξω την Τίγρη Μινιατούρα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μονολόγησε φωναχτά, αφήνοντας ένα βαθύ αναστεναγμό. Όμως,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Χμ;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Κιταμούρα ανταποκρίθηκε αμέσως.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τώρα μόλις, είπες κάτι για την Τίγρη Μινιατούρα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Κιταμούρα-σενπάι, ξέρεις για την Τίγρη Μινιατούρα;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μην απαντάς σε μια ερώτηση με μια άλλη ερώτηση.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Κιταμούρα έδωσε μια ελαφριά καρπαζιά στο κεφάλι του Κούτα με την άκρη του σημειωματάριου της Σουμίρε, εν είδει φιλικής επίπληξης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έι!...Τι κάνεις; Δεν μπόρεσα να κρατηθώ, γιατί θέλω πολύ να μάθω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με την άκρη του σημειωματάριου ακουμπισμένη στο κεφάλι του Κούτα, άρχισε να το σέρνει γρήγορα μπρος πίσω, σαν πριόνι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ααχ, κ-καίει!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μην παίρνεις αψήφιστα το σημειωματάριο, κατά βάση είναι ξύλο ξέρεις. Τι θέλεις να μάθεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τ, τι βίαιος...Απλώς πρόκειται για κάτι που έλεγαν τα παιδιά στην τάξη μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
---Με δυο λόγια, είχε ακούσει ότι αν άγγιζε κανείς την Τίγρη Μινιατούρα, θα είχε καλοτυχία για όλα του τα χρόνια στο λύκειο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Κούτα είχε ακούσει γι’αυτό σαν ένα από τα επτά θαύματα του σχολείου εκείνη τη μέρα, την ώρα περίπου που η Σουμίρε τον είχε δει να κάθεται μόνο του στο απογευματινό διάλειμμα. Το είχε ακούσει από μια παρέα αγοριών που φλυαρούσε πίσω του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Χμμ. Και επειδή είσαι τόσο άτυχος, σκέφτηκες να το δοκιμάσεις, αλλά επειδή δεν είστε φίλοι, δε μπορούσες να τους ζητήσεις λεπτομέρειες, τώρα κατάλαβα τι έγινε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι ντροπιάρης.» Όταν άκουσε τη Σουμίρε που ξανάρχισε να μιλάει, ο Κούτα της γύρισε την πλάτη για άλλη μια φορά και μουρμούρισε κατσουφιασμένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εντάξει, φτάνει. Σταματήστε μ’αυτό το θέμα σας παρακαλώ...Απλώς αναρωτιόμουν γι’αυτό. Έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα. Είναι σίγουρα απλώς μια ιστορία.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Όχι, κάνεις λάθος.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η φωνή του Κιταμούρα αντήχησε απόκοσμα στο δωμάτιο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Η Τίγρη Μινιατούρα υπάρχει στ’αλήθεια. Την έχω δει με τα μάτια μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εε;! Μου λες αλήθεια;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Προς μεγάλη του έκπληξη, η Σουμίρε σήκωσε κι αυτή το χέρι της,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Κι εγώ την έχω δει.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κι άλλα μέλη σήκωσαν τα χέρια τους μετά την πρόεδρο και είπαν πως υπάρχει, ανταλλάσσοντας ματιές μεταξύ τους.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ώστε όλοι εσείς από τις μεγαλύτερες τάξεις λέτε πως την έχετε δει;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ναι, είναι πολύ γνωστή σε μας τους δευτεροετείς...Όμως να υπάρχει θρύλος που να λέει ότι η Τίγρη Μινιατούρα φέρνει ευτυχία...Ώστε έχει πάρει τέτοιες διαστάσεις...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σαν να μη μπορούσε να κρατηθεί άλλο, ο Κιταμούρα άφησε ένα σιγανό γέλιο. Ακόμα και η Σουμίρε και οι άλλοι χαμογελούσαν παράξενα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Τ, τι σας έπιασε όλους...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μην καταλαβαίνοντας τι γινόταν και προσπαθώντας να βγάλει άκρη, ο Κούτα κοίταξε γύρω του με αβοήθητο ύφος, αλλά, &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Αυτό είναι!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αναφώνησε ξαφνικά η Σουμίρε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Κούτα, να πας να αγγίξεις την Τίγρη Μινιατούρα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Εε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Αν έχουμε κάποιον τόσο επιρρεπή στην ατυχία όσο εσύ εδώ, μπορεί να μεταδώσεις την κακοτυχία σου και στο υπόλοιπο συμβούλιο, σωστά; Λοιπόν, ως πρόεδρος σου δίνω αυτή την εντολή: οφείλεις να αγγίξεις την Τίγρη Μινιατούρα και να θεραπεύσεις την κακοτυχία σου, και δεν επιτρέπεται να αποτύχεις.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Ακόμα κι αν μου λες να θεραπεύσω την κακοτυχία μου, δεν ξέρω ούτε καν τι είναι η Τίγρη Μινιατούρα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Θα μπορούσες να ρωτήσεις τους συμμαθητές σου. Ξεκίνα να συγκεντρώνεις πληροφορίες το συντομότερο δυνατόν, από αύριο κιόλας.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Σαν δύσκολο μου φαίνεται.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κάνοντας «Τι πρά~γμα;», τα μάτια της Σουμίρε έγιναν κοφτερά σαν μαχαίρια, μέχρι που ο Κιταμούρα μπήκε πάλι στη μέση λέγοντας «Έλα τώρα,»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Υποθέτω πως είναι δύσκολο να σε ρίξουμε έτσι αβοήθητο στα βαθιά, τελικά. Κούτα, θα σου δώσω ένα στοιχείο για να σε βοηθήσω. Στην τάξη μου, τη 2-Γ, υπάρχει κάποια που λέγεται Κουσιέντα. Καλό θα ήταν να μιλήσεις μαζί της. Από όσο ξέρω, αυτή ξέρει περισσότερα από κάθε άλλον στο σχολείο για την Τίγρη Μινιατούρα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Κουσιέντα...σενπάι, έτσι τη λένε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Γνέφοντας καταφατικά, ο Κιταμούρα κοίταξε τον Κούτα με ένα καλοσυνάτο χαμόγελο, αλλά,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Κιταμούρα-σενπάι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Χμ;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Φαίνεται σαν να το διασκεδάζεις.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ναι, λιγάκι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα έξυπνα μάτια πίσω από εκείνα τα γυαλιά, έμοιαζαν να έχουν απύθμενο βάθος. Ακόμα και τώρα που χαμογελούσε, η ήρεμη ματιά του έμοιαζε να διαπερνά τον Κούτα ως τα βάθη της ψυχής του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Κούτα έβλεπε πάντα τον Κιταμούρα σαν έναν ευγενικό δευτεροετή, αλλά στην τελική, ήταν το δεξί χέρι της Σουμίρε---Ή μάλλον, για κάποιο λόγο ένιωθε ότι κάτι έτρεχε με όλους τους συγκεντρωμένους στην αίθουσα του μαθητικού συμβουλίου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο πρωταθλητής της γκαντεμιάς Κούτα έβαλε κατά μέρος τη δική του παραξενιά και έμεινε να κοιτάζει καχύποπτα τα πρόσωπα των μεγαλύτερων συμμαθητών του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κατάλαβες, Κούτα; Πρώτα απ’όλα, η Τίγρη Μινιατούρα είναι πραγματική. Δεύτερον, είναι πολύ άγρια, και γι’αυτό θα είναι πολύ δύσκολο να την αγγίξεις.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
---Αυτά τα στοιχεία του είχε δώσει η Σουμίρε, αποκαλώντας τα ‘ειδική προσφορά’. Όμως μόνο μ’αυτά, εξακολουθούσε να μη γνωρίζει τι ακριβώς ήταν αυτή η Τίγρη Μινιατούρα. Συνήθως, σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις, επρόκειτο για κανένα μπρούτζινο αγαλματάκι ή κάτι ανάλογο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Με δουλεύουν, το ξέρω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήταν την επόμενη μέρα, και ο Κούτα στεκόταν υπάκουα έξω από την πόρτα της τάξης 2-Γ. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όπως και να είχε, είχε αυστηρές διαταγές από τη Σουμίρε---Του είχε δηλώσει ξεκάθαρα ότι αν αγνοούσε τις εντολές της, οι συνέπειες θα ήταν πολύ δυσάρεστες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εμμ, με άλλα λόγια...Θα με απολύσεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αν επρόκειτο μόνο γι’αυτό, δε θα τον πείραζε και τόσο. Όμως,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Όχι. Θα σε υποχρεώσω να γίνεις ο επόμενος πρόεδρος του μαθητικού συμβουλίου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Δε θα έπρεπε ο επόμενος πρόεδρος να είναι ένας από τους δευτεροετείς;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Συγχαρητήρια! Θα είσαι ο πρώτος πρωτοετής πρόεδρος.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Δεν υπάρχει περίπτωση.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έτσι, κοιτάζοντας θλιμμένα το πάτωμα, κατευθύνθηκε ολομόναχος προς την τάξη της δευτέρας λυκείου. Εδώ και λίγη ώρα έριχνε κλεφτές ματιές μέσα, αλλά μη μπορώντας να βρει τον αξιόπιστο Κιταμούρα, είχε βρεθεί σε αδιέξοδο. Δε φαινόταν να μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο εκτός από το να φωνάξει κάποιον μόνος του και να του ζητήσει να τον πάει στην Κουσιέντα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εμμ, με συγχωρείτε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ναι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μαζεύοντας όλο του το θάρρος, φώναξε μια δευτεροετή που περνούσε. Γυρίζοντας να τον κοιτάξει, &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι συμβαίνει;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Είχε ένα φωτεινό χαμόγελο, και κοιτούσε τον Κούτα με καλοσυνάτα καστανά μάτια. Με το στρογγυλό της πρόσωπο να αστράφτει από ένα λαμπερό χαμόγελο, τα απαλά και γυαλιστερά ρόδινα χείλη, και την ειλικρινή και υγιή εμφάνισή της, ήταν τελείως διαφορετική από την τύπου ‘μεγάλος αδελφός’ εμφάνιση της προέδρου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Α, εμμ...ε, εγώ ψάχνω την Κουσιέντα-σενπάι που πρέπει να είναι σ’αυτήν»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εδώ~!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«την τάξη...Ε, ναι λοιπόν.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κοιτούσε το κορίτσι μπροστά του που είχε σηκώσει ψηλά το χέρι της. Ο Κούτα έγειρε ελαφρά το κεφάλι του. Χμμ, καθώς ξανασκεφτόταν τι είχε συμβεί, αυτή που φώναξε ξαφνικά «Εδώ~!» ήταν,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εγώ είμαι η Κουσιέντα~.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ναι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πραγματικά, ήταν ένα χαριτωμένο αλλά κάπως παράξενο κορίτσι...Ένιωσε να τον κυριεύει η απογοήτευση για άλλη μια φορά. Όλοι όσοι συναντούσε εδώ φαινόντουσαν να είναι παράξενοι, κι ο Κούτα αναρωτήθηκε αν αυτό ήταν άλλη μια εκδήλωση της συνεχούς κακοτυχίας του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έλα τώρα, τι είναι αυτό το ‘ναι’! Εσύ ήσουν που με φώναξες, ξέρεις!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τον σκούντησε στον ώμο με κάπως υπερβολική οικειότητα, κάνοντάς τον να παραπατήσει. Κατάφερε όμως να κρατηθεί όρθιος και κοίταξε κατευθείαν μπροστά. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Ο Κιταμούρα-σενπάι μου σύστησε να σε βρω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν ήθελε να υποστεί τις επιπλήξεις της Σουμίρε, επομένως για την ώρα έπρεπε να τα βγάλει πέρα με την Κουσιέντα. Όμως, &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ο Κιταμούρα-κουν; Μμμ, όμως εγώ δεν ξέρω τίποτα γι’αυτό, ξέρεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εε...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Κούτα έμεινε εκεί άφωνος, καθώς ξανάφερνε στη μνήμη του το πρόσωπο του διοπτροφόρου αντιπρόεδρου. Σκεφτόταν ότι θα έπρεπε να της εξηγήσει από την αρχή γιατί και πώς αναζητούσε την Τίγρη Μινιατούρα. Το όλο πράγμα ήταν αρκετά ντροπιαστικό. Ένας πρωτοετής να έρχεται στα καλά καθούμενα σε μια τάξη της δευτέρας και να ρωτάει «Πού μπορώ να βρω την Τίγρη Μινιατούρα;---αυτό ήταν, πράγματι, κάπως...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έι, Κουσιέντα! Αυτός εκεί είναι ένας πρωτοετής, ο Τομίε Κούτα. Θέλει να μάθει για την Τίγρη Μινιατούρα, γι’αυτό του σύστησα εσένα. Θέλω να πω, εσύ ξέρεις τα πάντα γι’αυτό το θέμα. Λοιπόν, τα λέμε!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σαν περαστικό αεράκι, ο Κιταμούρα εμφανίστηκε από το πουθενά και εξήγησε όλα αυτά που ο Κούτα ντρεπόταν να ξεστομίσει και μετά εξαφανίστηκε εξίσου γρήγορα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το ίδιο γρήγορα, τα μάτια της Κουσιέντα έγιναν συννεφιασμένα και απόμακρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ώστε θέλεις να μάθεις για την Τίγρη Μινιατούρα...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Σενπάι, τι ύφος είναι αυτό;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μη μιλάς.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σαν για να κόψει το δρόμο διαφυγής του Κούτα, η Κουσιέντα άπλωσε τα μπράτσα της παραμένοντας μπροστά στην πόρτα. Το προηγούμενο λαμπερό χαμόγελό της είχε χαθεί εντελώς, και το είχε αντικαταστήσει μια αδειανή έκφραση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Όταν μάθεις για την Τίγρη Μινιατούρα, τι σκοπεύεις να κάνεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μιλώντας με μια επίτηδες χαμηλωμένη και βραχνή φωνή, τον κοίταξε ερευνητικά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Α, αυτό που...να προσπαθήσω να την αγγίξω...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Να αγγίξεις. Να την αγγίξεις. Θέλεις να αγγίξεις. Θέλεις να την αγγίξεις.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Το είπες τέσσερεις φορές, έτσι δεν είναι; Ε ναι λοιπόν.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Φιου~. Ο βαθύς αναστεναγμός που άφησε η Κουσιέντα χάιδεψε τα μαλλιά του Κούτα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Έχεις ασφάλεια; Εννοείται πως μιλάω για ασφάλεια ατυχημάτων.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έχω.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Λόγω της κακοτυχίας που τον κυνηγούσε, είχε φροντίσει να ασφαλιστεί για ατυχήματα πάσης φύσεως.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ακούγοντας την απάντησή του, η Κουσιέντα έγνεψε καταφατικά με αποφασιστικότητα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Υποθέτω πως είναι εντάξει, στο κάτω κάτω είσαι νέος...Φαίνεται πως ακόμα δεν ξέρεις τι ακριβώς είναι η Τίγρη Μινιατούρα...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ναι. Γι’αυτό ήρθα να ρωτήσω εσένα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ό,τι και να σου πει μια γριά σαν και μένα, δε θα μπορέσεις να καταλάβεις...Ένα μόνο πράγμα μπορεί να σου μάθει αυτή η γριά...Η λέξη ‘μινιατούρα’ έχει να κάνει με το μέγεθος της Τίγρης Μινιατούρας...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
...Γριά;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και μπροστά στα μάτια του μπερδεμένου Κούτα,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ουχ~! Γκουχ! Γκουχ, γκουχ!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Κου, Κουσιέντα-σενπάι, είσαι καλά;...Εεε;!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Γκουχ, γκουχ, βήχοντας ακατάπαυστα, η υποτιθέμενη γριά Κουσιέντα έπεσε στο ένα γόνατο με τα μαλλιά της ανακατεμένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εμμ, ψέματα το κάνεις, έτσι δεν είναι;  Με δουλεύεις, αυτό είναι, σωστά;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ήρθε το τέλος...γι’αυτή τη γριά...Τώρα πρέπει...να ρωτήσεις αυτόν...που λέγεται Τακάσου...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κι έτσι απλά, έκανε την πεθαμένη εκεί στο διάδρομο την ώρα του διαλείμματος, πέφτοντας με πάταγο στο πάτωμα. Η φούστα της σηκώθηκε αποκαλύπτοντας το πίσω μέρος από το άσπρο κιλοτάκι της, αλλά δεν έδειξε να προβληματίζεται καθόλου από αυτό ή να προσπαθεί να το καλύψει, κάτι που υπό φυσιολογικές συνθήκες θα τον έκανε να αισθανθεί τυχερός και ίσως να ανοίξει η μύτη του, όμως τώρα...Είχε τρομερή νευρικότητα καθώς αναρωτιόταν τι έπρεπε να κάνει...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Εμμ...ποιος είναι πάλι αυτός ο Τακάσου;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ευτυχώς, πέρασε επιτέλους από δίπλα τους ένα κορίτσι από την τάξη της Κουσιέντα και έσκυψε από πάνω της λέγοντας «Έι, φαίνεται το βρακί σου.»&lt;br /&gt;
και της έφτιαξε τη φούστα. Ακόμα και τότε, η Κουσιέντα παρέμεινε στο έδαφος, όμως του έδειξε με το δάχτυλό της μια από τις γωνίες της τάξης. Ακολουθώντας το με το βλέμμα του, είδε μια παρέα δευτεροετών αγοριών που φλυαρούσαν εύθυμα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και τότε ο Κούτα ξεροκατάπιε και κράτησε την ανάσα του. Ένας από την παρέα τον πρόσεξε και στράφηκε προς το μέρος του,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Τι κάνει εκεί η Κουσιέντα...;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Κούτα σκέφτηκε πως έφτασε η τελευταία του ώρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το χαμηλό και βαθύ μουρμουρητό του τύπου δημιουργούσε τρομακτική ατμόσφαιρα. Επίσης, η κοφτερή ματιά του έδειχνε ότι δεν ήταν τύπος που έπαιζε κανείς μαζί του. Το πρόσωπό του έμοιαζε συσπασμένο από εκνευρισμό και η όλη εμφάνισή του ήταν πολύ σκληρή για ανθρώπινο ον. Χτυπούσε νευρικά το πάτωμα με το πόδι του και όλο του το σώμα ανέδινε μια σκοτεινή, επικίνδυνη αύρα που κάλυπτε όλα και όλους γύρω του. Ο Κούτα αναρωτήθηκε πώς βρέθηκε ένας τέτοιος τρομερός αλήτης σε αυτό το λύκειο, που όσο να πεις ήταν αρκετά καλού επιπέδου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και τότε κατάλαβε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Χωρίς άλλο, αυτός ο αλήτης έπρεπε να είναι ο Τακάσου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μοίρα του Κούτα αναπόφευκτα ακολουθούσε πάντοτε το χειρότερο δυνατό σενάριο με μαθηματική ακρίβεια. Έτσι ήταν σίγουρος πως είχε δίκιο. Δεν άντεχε άλλο, και ήταν έτοιμος να τα παρατήσει και να γυρίσει στην τάξη του. Ο Κούτα πίστευε, ήταν βέβαιος για την ακρίβεια, ότι αυτό θα ήταν το καλύτερο, αλλά...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τακάσου-κουν...Ο νεαρός από δω, φαίνεται πως έχει κάτι να σου πει...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ουα;!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα δευτερόλεπτο πριν προλάβει να το σκάσει, η υποτίθεται νεκρή Κουσιέντα φώναξε ευγενικά τον Τακάσου εκ μέρους του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Φυσικά, ο Κούτα δεν απόρησε καθόλου όταν ο αλήτης απάντησε στα λόγια της με ένα «Τι είναι;». Με μάτια που γυάλιζαν, έκανε πίσω την καρέκλα του και σηκώθηκε. Δεν ήταν ιδιαίτερα σωματώδης, αλλά η τρομακτική δύναμη που ανέδινε καθώς σηκωνόταν έμοιαζε να παραμορφώνει και τον ίδιο το χώρο γύρω του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Γλείφοντας τα ξεραμένα χείλη του, ο Τακάσου τον πλησίασε. Περπατώντας με μεγάλα γρήγορα βήματα, έκλεισε γρήγορα την απόσταση ανάμεσά τους.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ε, εε!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ενστικτωδώς, ο Κούτα έκανε μεταβολή. Στρίβοντας σαν να επρόκειτο να κάνει άλμα, ήταν έτοιμος να το βάλει στα πόδια---&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Αχ!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...~!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένιωσε ένα ελαφρό χτύπημα στο στήθος του. Είχε σκουντήσει κάποιον κατά λάθος. Κάνοντας πίσω, γύρισε από την άλλη,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Συγγνώμη!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σκύβοντας αμήχανα το κεφάλι, ετοιμάστηκε να το σκάσει. Όμως,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Α, άουτς...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Φαίνεται πως το δυστύχημα ήταν πιο σοβαρό από όσο είχε νομίσει. Ένα μικρόσωμο κορίτσι ήταν σκυμμένο στο πλάι του διαδρόμου. Ο Κούτα πρέπει να την είχε ρίξει κάτω όταν τη σκούντησε. Ξαφνιασμένος, έτρεξε κοντά της,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Γκαχ!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σκουίς, ένιωσε μια δυσάρεστη γλιστερή αίσθηση κάτω από τα πόδια του---Ήταν πιθανότατα αυτό που κρατούσε το κορίτσι, ένα σάντουιτς που είχε πέσει στο πάτωμα, και που μετά αυτός το είχε πατήσει. Όμως, με τον Τακάσου να πλησιάζει και το κορίτσι ακόμα πεσμένο, δεν υπήρχε χρόνος να ασχοληθεί με το σάντουιτς. Άπλωσε το χέρι του να τη βοηθήσει να σηκωθεί,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Είσαι εντάξ...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Του κόπηκε η μιλιά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σαν κούκλα, τα μακριά μαλλιά της τύλιγαν απαλά το μικρό σώμα της. Κοιτώντας λίγο προς τα πάνω, τα μάτια της καρφώθηκαν στον Κούτα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το πρόσωπό της ήταν τόσο λευκό, σχεδόν διάφανο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα μάτια της έλαμπαν απόκοσμα σαν το νυχτερινό ουρανό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα χείλη της ήταν σαν μισάνοιχτο ρόδινο τριαντάφυλλο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Βλέποντας την απίστευτη ομορφιά της ανάμεσα από τα κενά που άφηναν οι μπούκλες των μαλλιών της, για μια στιγμή ξέχασε στην κυριολεξία να πάρει ανάσα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Ουα...αου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Νιώθοντας σαν να τον είχε χτυπήσει κεραυνός, ο Κούτα ξέχασε στη στιγμή όλες τις ατυχίες του μέχρι εκείνη την ώρα και την κοίταζε μαγεμένος από τη ματιά της. Σαν να χοροπηδούσε γυμνός μέσα σε ένα νυχτερινό ουρανό διάστικτο από αστέρια, τέτοια ήταν η επικίνδυνη παρόρμηση που ένιωθε---Έχασε κάθε επαφή με το περιβάλλον. Οι δευτεροετείς που είχαν συγκεντρωθεί έμοιαζαν να έχουν παγώσει κι αυτός κρατούσε την ανάσα του, μη μπορώντας να σκεφτεί τίποτα άλλο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έτσι απλά, ήταν γοητευμένος από την ομορφιά που είχε μπροστά του...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τρέχα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...~;!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήταν ο Τακάσου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Προτού το καταλάβει, ο αλήτης ο Τακάσου τον είχε φτάσει και πήδηξε μπροστά του. Μπαίνοντας μπροστά του σαν να προσπαθούσε να κρύψει το κορίτσι πίσω από την πλάτη του, φαινόταν απίστευτα τρομακτικός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Φύγε, αν αγαπάς τη ζωή σου, φύγε!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«...Εε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Του ούρλιαξε. Έγνεψε με μανία στον Κούτα να φύγει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μη στέκεσαι έτσι, φύγε γρήγορα!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ε, εντάξει!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σίγουρα αυτό ήταν απειλή. Παρόλο που δεν καταλάβαινε τίποτα, ο Κούτα δε μπόρεσε να αντισταθεί στη φωνή του Τακάσου και αναγκάστηκε να αφήσει το κορίτσι εκεί που ήταν και να φύγει τρέχοντας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με άλλα λόγια, αυτό το κορίτσι ήταν αιχμάλωτο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με βάση τα γεγονότα, αυτό ήταν το συμπέρασμα που έβγαλε ο Κούτα. Αυτός ο αλήτης ο Τακάσου την ανάγκαζε να είναι σκλάβα του. Δεν ήξερε όλες τις λεπτομέρειες, αλλά ήταν βέβαιος πως έτσι είχαν τα πράγματα.&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Eirini kl</name></author>
	</entry>
</feed>